ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2005
Δίφορος καρπός
Κάθε τι θέλει το χρόνο του για να ωριμάσει. Πολλές φορές ο χρόνος μας ξεγελά και αντί για την απόλαυση του ώριμου μας μένει η ένδεια της απουσίας. Έτσι και με τον «Επιτάφιο» των Ρίτσου – Θεοδωράκη. Ολόκληρες δεκαετίες το ήξερα και το άκουγα, ωστόσο κάτι έλειπε, κάτι εμπόδιζε την επαφή.

Ώσπου τυχαία, στο αυτοκίνητο ενός φίλου, άκουσα για πρώτη φορά τον «Επιτάφιο», κατά Σταύρο Ξαρχάκο. Το «τυχαία» είναι κυριολεκτικό. Πέρασαν πολλοί μήνες από τότε και δεν άκουσα ποτέ ένα τραγούδι του έργου αυτού από το ραδιόφωνο, δεν είδα κάτι στην τηλεόραση, ούτε έτυχε να διαβάσω κάτι σχετικό στον ημερήσιο τύπο. Μια, μοναδική, εξαίρεση: Ο μακαρίτης πια Πάνος Γεραμάνης έπαιξε όλο το έργο στην εκπομπή του, στο Δεύτερο Πρόγραμμα, όταν συνέβη το ατύχημα με τους νεκρούς μαθητές στο «πέταλο του Μαλιακού».

Παρεμβαίνω, λοιπόν, στην θέληση της Τύχης για χάρη σας και ανταποδίδω το αντίδωρο: Εγεννήθη ημίν το πρώτο αυθεντικό αριστούργημα του ελληνικού τραγουδιού στον 21ο αιώνα! Μη στερήσετε τον εαυτό σας από την μοναδική και ανεπανάληπτη εμπειρία της ακρόασης αυτού του έργου.

Ο Σταύρος Ξαρχάκος, άξιος συμμέτοχος της Αγίας Τριάδας του ελληνικού τραγουδιού, που βλάστησε από τη σπορά του Μάρκου και του Τσιτσάνη και τη μεγάλη λαϊκή παράδοση των Ελλήνων, παίρνει το έργο του Πατρός – Μίκη και το αναπλάθει με έμπνευση και τόλμη: Προσθέτει στη φόρμα του τραγουδιού την ανάπτυξη της συμφωνικής μουσικής και δημιουργεί ένα υβρίδιο λαϊκής τέχνης, στο υψηλότερο επίπεδο. Έχει στη διάθεσή του μια έξοχη λαϊκή ορχήστρα, την ΚΟΕΜ – και μια μοναδική φωνή, τη Μαρία Σουλτάτου.

Οι στίχοι του Ρίτσου είναι γνωστοί – εκείνο που ξαφνιάζει είναι το πόσο ζωντανοί, πόσο φρέσκοι ακούγονται σήμερα. Η φτηνή υπεροψία της μετανεωτερικής κουλτούρας που κυριάρχησε και στον τόπο μας, μας έκανε να φαντασιωνόμαστε ότι ζούμε σε κάποιον άλλο κόσμο, έξυπνο και γυαλιστερό. Τώρα που ο κόσμος επώδυνα αποδείχνεται διαχρονικά ίδιος και χειρότερος για τον πάσχοντα άνθρωπο – τώρα το κορυφαίο αυτό έργο της ελληνικής ποίησης ξαναβρίσκει τον Λόγο του. Ελπίζω ότι διαθέτουμε πλέον την απαραίτητη παίδευση ώστε να αγνοούμε ευγενικά τις όποιες πολιτικές του αφέλειες (ουδείς αναμάρτητος!) και να γευόμαστε την απαράμιλλη ποιητική του αξία.

Ο «Επιτάφιος» κατά Σταύρο Ξαρχάκο αποτελεί έργο – σταθμό για την ελληνική μουσική, για το ελληνικό τραγούδι. Φοβάμαι μόνο, μήπως πρόκειται για τον τελευταίο σταθμό μιας λαμπρής διαδρομής και όχι έναν ενδιάμεσο - προς το μέλλον. Αν η έκπληξη, η ρήξη, η τομή προέρχονται από τον ώριμο πλέον Ξαρχάκο, το ανήσυχο ερώτημα είναι με τι στην ευχή ασχολούνται οι σημερινοί εικοσάρηδες – τριαντάρηδες. Όταν ο Σταύρος ήταν πιτσιρικάς έγραφε την «άπονη ζωή», σε στίχους ενός άλλου Μεγάλου πιτσιρικά, αλλά είχαν ζωντανούς μπροστά τους, πραγματικές φυσικές δυνάμεις, τους Μίκη – Χατζιδάκι. Το κενό του σήμερα είναι κάτι παραπάνω από προφανές, είναι κραυγαλέο. Αλλά, το ζόρι βγάζει λάδι: οι δύσκολοι καιροί που έρχονται πιθανότατα θα έχουν μια παράπλευρη ωφέλεια, θα γεννήσουν νέους δημιουργούς στον πολιτισμό – αυτούς που θα κάνουν τη σπείρα της Ιστορίας να στρέψει και πάλι, ως την επόμενη φορά.

Στο μεταξύ ας ακούσουμε τη Μαρία Σουλτάτου να κατακτά επάξια με την ερμηνεία της τη δική της θέση ανάμεσα στις κορυφαίες φωνές του ελληνικού τραγουδιού. Ας χαρούμε την θαυμάσια ορχήστρα με τους άψογους δεξιοτέχνες. Ας ανιχνεύσουμε πως ο Ξαρχάκος μεταπλάθει ένα παλιό αριστούργημα και το κάνει να διφορίζει και να πετάει καινούρια πράσινα φύλλα. Ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να απαλλαγεί, έστω για λίγο, από τις άνοστες μεταμοντέρνες σούπες και τις λαϊκίστικες προχειροφτιαγμένες αηδίες που μας σερβίρουν. Ας κοπιάσουμε στο πλούσιο, αρχοντικό, γνήσια λαϊκό και ελληνικό τραπέζι που είμαστε προκαλεσμένοι. Όλοι χωράνε, η πολυκοσμία δεν σημαίνει στριμωξίδι, το πεδίο φανέρωσης είναι άπλετο – και ανθοστόλιστο.

Αντί επιλόγου, μια παρατήρηση: Ο «Επιτάφιος» κατά Ξαρχάκο είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που αξίζει τον κόπο να ενδώσουμε εν γνώσει μας στη ληστεία των δισκογραφικών εταιρειών – κι αυτό χάρις στο συνοδό ένθετο, που περιέχει, εκτός από τους στίχους του Ρίτσου, κείμενα των δύο συνθετών, του Γ. Κουμεντάκη και του Α. Χρυσοστομίδη, τα οποία βοηθούν σημαντικά στην κατανόηση του έργου.

* Δημοσιεύτηκε στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο ΔΗΜΟΤΗΣ, που κυκλοφορεί στο Δήμο Θερμαϊκού
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2005 |


0 Comments: