ι Τα μυστικά του Κόλπου
Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2005
Ζήτω η 28η Οκτωβρίου! (εικονογραφημένο)
Η βραδιά ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο: στη «Μυρσίνη»

Έστι δε «Μυρσίνη» η (μακράν) καλύτερη επιλογή για να φας σαν άνθρωπος στη Θεσσαλονίκη. Κρητική κουζίνα, με βιολογικά (λένε τουλάχιστον – πάντως εκλεκτά) προϊόντα.

Σεμέλη, Δήμητρα, Σελάνα, Ρωμανός, Αθανάσιος – κι εγώ. Γευτήκαμε απάκι, κατσικάκι με γαμοπίλαφο, συκωτάκια, φάβα, στάκα, ελιές, κεφαλογραβιέρα, ξινοτύρι, πιτάκια, κοχλιούς μπουμπουριστούς. Τα συνοδεύσαμε όλα αυτά με τσικουδιά «παραγωγής μας» - οι άντρες της παρέας από καμιά ντουζίνα σφηνάκια -αλλά και οι γυναίκες το κατά δύναμιν.


Σημειώστε ότι καθόμαστε σε πραγματικό, ξύλινο τραπέζι – και στ’ αυτιά μας έφτανε ελληνική μουσική για ανθρώπους, όχι για παγκοσμιοποιημένα ανδράποδα: Χαΐνηδες και άλλοι.



Ανεβήκαμε ως την Καμάρα, στο «ΜΙΝΟΥΪ» και περί τις 00.40’ πμ κατεβήκαμε τις σκάλες με την κόκκινη μοκέτα – ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία επίσκεψη.

(Αυτές τις σκάλες ο Αθανάσιος εύκολα τις κατεβαίνει, αλλά δύσκολα τις ανεβαίνει: συνήθως φεύγει σε κατάσταση που η υποστήριξη του είναι απαραίτητη. Όσο είμαστε στη «Μυρσίνη» είχε εκφράσει την ευχή να τοποθετηθεί μια κυλιόμενη σκάλα, μόνο για την άνοδο)

Στο «Μινουΐ» τον τόνο δίνει ο Σωκράτης. Παίζει μπουζούκι με μοναδικό, ροκάδικο τρόπο, με δυό και σπάνια τρία δάχτυλα να δουλεύουν στα τάστα, μοναδική αίσθηση της μουσικής φράσης, τρομερή δύναμη και εκφραστικότητα. Οι νότες του καρφώνονται στην ψυχή, χωρίς να αστοχεί καμιά - και σιγά σιγά τη στολίζουν μ’ ένα πανέμορφο ψηφιδωτό ήχων. Θα έπρεπε οι νέοι μπουζουκσήδες να κατεβαίνουν ως εκεί για να παίρνουν μαθήματα – πως το μπουζούκι ξανακερδίζει με το σπαθί του τη θέση του στο κέντρο μιας λαϊκής ορχήστρας.

Το Μινουϊ δεν είναι χθεσινό μαγαζί. Το πρόλαβα ως φοιτητής, στην είσοδο της δεκαετίας του ’80, λίγο πιο πέρα, στην οδό Δεσπαιρέ. Από το πάλκο του πέρασαν μεγάλες δυνάμεις της λαϊκής μουσικής, όπως η Λιλή και ο Καμπουρέλος, που η αυθεντικότητά τους περιόρισε την εμβέλειά τους σε ένα (μεγάλο) κύκλο μυστών.

Φαίνεται πως ο κύκλος αυτός όσο πάει και στενεύει. Παλιότερα έβλεπες το υπόγειο ασφυκτικά γεμάτο από φοιτητές, φρικιά, εργατικό κόσμο, αλλά και υπόκοσμο. Όλοι αυτοί ήταν παρόντες και χθες, αλλά με πολύ λιγότερες παρέες. Κανένας δε φορούσε γραβάτα – καμιά (σχεδόν καμιά…) δεν ήταν ντυμένη στο στυλ «ξεβρακώνομαι και πηγαίνω»


(πλάι στο χορευτή της εικόνας πίσω απ΄ την ορχήστρα, γράφει «έσκυψε το κεφάλι του, μέσα στην παραζάλη του» - στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου από τα «πικροσάββατα» - ένας ακόμα μεγάλος δίσκος του Μίκη που περιμένει τις επόμενες γενιές να τον απολαύσουν, γιατί η δική μας προτιμούσε ν’ ακούει …ανήκουστα πράγματα)

Στο «Μινουΐ» θα δεις λαϊκές, εργαζόμενες κοπέλες και γυναίκες να χορεύουν – αλλά και άντρες που ξέρουν τι θα πει χορός και δεν χορεύουν ζεϊμπέκικο όπως συνηθίζεται στα κωλάδικα και τα σκυλάδικα – να κουνάνε δηλαδή χέρια και πόδια άνευ νοήματος. Οι μύστες του «Μινουΐ» εξακολουθούν να ζωγραφίζουν την ψυχή τους όταν χορεύουν στα εννέα όγδοα. Δεν είναι υποχρεωτικά όμορφη η ζωγραφιά, αλλά είναι αληθινή.

Όπως ο πρώτος που χόρεψε χθες, ένας ρωμαλέος άντρας με κοστούμι και λευκό πουκάμισο (χωρίς γραβάτα) στα πενήντα φεύγα. Ζήτησε από τον Σωκράτη ένα εντελώς ξεχασμένο μικρασιάτικο τραγούδι, το «Μεμέτη» και το χόρεψε όμορφα και ταπεινά.

Κοκκαλοραχιά του προγράμματος, όπως σε κάθε λαϊκό πάλκο εδώ και πενήντα χρόνια, είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης, αλλά όλοι οι μεγάλοι έχουν τη θέση τους – Μάρκος, Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Άκης Πάνου, Ζαμπέτας – και το «ζειμπέκικο της Ευδοκίας» του Λοΐζου. Ακούγεται και πολύς Μίκης Θεοδωράκης - πάνω από δέκα τραγούδια, ανάμεσά τους μια μοναδική εκτέλεση της «Δραπετσώνας» (Θα ήταν χρήσιμο για όσους παίζουν τα λαϊκά τραγούδια του Μίκη – πχ η ομώνυμη ορχήστρα- να ακούσουν πως οι λαϊκοί οργανοπαίχτες του υπογείου πιάνουν το νόημα των τραγουδιών του Μίκη και ξεδιπλώνουν τη μεγάλη τους δύναμη)

Δε λείπουν, φυσικά, τα παλιά ρεμπέτικα και τα χασικλίδικα («Προύσα», «πέντε μάγκες στον Περαία» κλπ), αλλά και οι εκπλήξεις: ακούστηκε Χατζιδάκις (φυσικά το «είμ’ αητός χωρίς φτερά») ένα τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα («τσιγάρο ατέλειωτο») και – άκουσον, άκουσον!- «η μπαλάντα του κυρ – Μέντιου» σε στίχους Βάρναλη και μουσική Λουκά Θάνου, από ένα (δικαίως) ξεχασμένο δίσκο, το «σάλπισμα». (Το είχε πει ο μεγάλος Νίκος Ξυλούρης, αλλά φαίνεται ότι ασκεί μια ανεξήγητη έλξη στους τραγουδιστές, γιατί το τραγούδησαν ο Νότης Σφακιανάκης (!) και ο Μανόλης Λιδάκης)


(η ζωή μου όλη είν' ένα καμίνι, πούχω πέσει μέσα και με σιγοψήνει - στίχοι του Άκη Πάνου)

Ο Ρωμανός και η Δήμητρα αποχώρησαν νωρίς, πριν τις τέσσερις. Οι υπόλοιποι περάσαμε στο σύμπαν του διονυσιακού ξεσαλώματος. Η Σεμέλη και η Σελάνα ξεδίπλωσαν τις χορευτικές αρετές τους – και ο Αθανάσιος δεν πήγε πίσω.

Ακριβώς στις πέντε άκουσα τις πρώτες νότες από το τραγούδι που λαχταρούσα – το μοναδικό «ρέμα» του Βασίλη Τσιτσάνη. Σηκώθηκα και το χόρεψα. Πιωμένος, τελειωμένος, με την λυτρωτική αίσθηση ότι στη ζωή υπάρχει πραγματική ομορφιά – μπορείς να τη συναντήσεις ατόφια και μέσα σ’ ένα παλιομοδίτικο υπόγειο λαϊκό μαγαζί. Φτάνει να την αναζητάς.



ΥΓ. Αυτή τη φορά ο Αθανάσιος ανέβηκε άνετα τις σκάλες. Μέρος από το 3ο μπουκάλι έμεινε «κάβα» - ελπίζω όχι για την 28η Οκτωβρίου του 2009.
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2005 |


6 Comments:


  • At 11:59 π.μ., Blogger COSTANTINA

    Φοβερή περιγραφή και μία τρελλή σύμπτωση. Χθες το βράδι, μου έλεγε ο Τάσος για τα φοβερά φοιτητοκουτούκια της Θεσσαλονίκης και σήμερα διαβάζω αυτό. Σου υπόσχομαι ότι όταν ανέβω, θα τα γυρίσω όλα.

    (Όταν ήμουν ταμίας και έλεγχα λογαριασμούς επιθεωρητών που ταξίδευαν στην Θεσσαλονίκη, όλοι είχαν τιμολόγια από επισκέψεις σε ένα μαγαζί που λεγόταν "λαδόκολλα με θέα". Μιλάμε τεράστιο κόλλημα. Αν δεν το ξέρεις, πήγαινε, έχω συστάσεις από καμμιά δεκαριά άτομα).

     
  • At 6:56 μ.μ., Blogger Πάνος

    Κωνσταντίνα, προς Θεού, όχι "φοιτητοκουτούκια" - όποιο αυθεντικό λαϊκό μαγαζί το πήραν είδηση οι φοιτητές, χάλασε σε λίγες βδομάδες!

    Τις "λαδόκολλες" που λες τις ξέρω, αλλά, δεν...

    Πρόλαβα συνοικιακά κουτούκια στη Θεσσαλονίκη που σέρβιραν πάνω σε χασαπόχαρτο ή λαδόχαρτο όχι για λόγους στυλ, αλλά γιατί το κατάστημα ΔΕΝ ΕΙΧΕ πιάτα. Φυσικά εκεί δεν πάτησε ποτέ το πόδι του κανείς "επιθεωρητής" Τέτοιο μαγαζί σήμερα δεν υπάρχει -ή δεν το ξέρω εγώ, λόγω σταδιακού περάσματος στην ΕΦΕΔΡΙΑ

    (Εκεί να δεις ΠΩΣ ακουγόταν ο Στέλιος Καζαντζίδης...)

    Το "Μινουϊ" δεν είναι φοιτητοκουτούκι. Είναι ένας δεινόσαυρος, που εξακολουθεί να επιβιώνει γιατί τον αγαπούν μερικοί αμετανόητοι - που δεν τσιμπάνε στα λαμέ, τα φρου φρου και τα γαυγίσματα των άλλων μαγαζιών.

    (Ανεβείτε, με το καλό - και θα βρείτε και τούτα κι εκείνα, για να τα εκτιμήσετε αυτοπροσώπως...)

     
  • At 1:28 μ.μ., Blogger mindstripper

    Πολύ ζήλεψα, πάρα πολύ.
    Κι όταν ανέφερες την Δραπετσώνα με τον τρόπο που την ανέφερες... με αποτελείωσες. :-)

    Νά 'σαι καλά, καλημέρα.

     
  • At 10:54 μ.μ., Anonymous Athanasios

    Athanasios

    Sto Minuit pragmatonetai i piisi tou Eliti pou itan kai epikeri ekino to vradi..." .... Vlepo to Erehthio ton poulion..."
    Enas apo tous eftyheis symmetohous

     
  • At 3:01 π.μ., Blogger The Passenger

    Ομορφο.Πραγματικά όμορφο.

    Γνώρισα πριν κάτι χρόνια ένα Ελληνα απο την Καλαμάτα που ζει τώρα χρόνια στη Κύπρο.(Ναι,αυτός είναι κοντά στα 50 και εγώ είμαι μόνο 24-ίσως αναφερθώ στο πως έκανα αυτές τις γνωριμίες σε μια μελλοντική καταχώρηση στο ιστολόγιο μου)

    Κάποια στιγμή σε μια κατ'οίκον συνάντηση μου είπε "ξέρεις μου λέει, σήμερα κανένας δεν χορεύει ζειμπέκικο"

    Ξαφνιάστηκα.Ανήλικος τότε,νόμιζα και'γω ότι το ζειμπέκικο ήταν όπως το χορεύανε στα ορθάδικα.

    "Δηλαδή.....ε....γιατί;" Ψέλλισα.

    "Το ζειμπέκικο μου λέει είναι αργός χορός, χωρίς ακροβατικά και γρήγορες κινήσεις.Ετσι τον χορεύανε οι μάγκες τότε."

    Νομίζω ότι μόλις πρόσφατα, μετά απο τόσα χρόνια, έδωσα πραγματικά σημασία σε αυτό που μου είπε.

     
  • At 12:42 μ.μ., Blogger Composition Doll

    Γι αυτό σας γουστάρω, Πανούλη, γιατί έχετε αντιληφθεί το πραγματικό νόημα των εθνικών εορτών: πηγαίνουμε με φιλαράκια σε κουτούκια και γινόμαστε χώμα!!!!

    Έτσι κι εμείς απόψε!!!!

    Μουτς