ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2005
ΛΕΠΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ


Θα αναρωτηθείτε τι δουλειά έχει το παρακάτω ελεεινό και τρισάθλιο κείμενο στο σεμνό και μετρημένο περιβάλλον των «μυστικών του Κόλπου» - θα σας εξηγήσω.

Πριν λίγες μέρες έλαβα ένα «συστημένο» από κάποια επαρχιακή πόλη, από τον φίλο μου το Λευτεράκη. Είναι χειρουργός εκεί, Διευθυντής του ΕΣΥ, επικεφαλής της οικογένειας των Δρολάπηδων, η οποία θα μπορούσε άνετα να κερδίσει τον τίτλο της ελληνικής οικογένειας Άνταμς, αν γινόταν σχετικός διαγωνισμός. Ο φάκελος είχε μέσα μερικές παμπάλαιες σελίδες, γραμμένες σε γραφομηχανή – κι ένα σύντομο χειρόγραφο σημείωμα, γραμμένο πάνω σε φύλλο νοσηλείας του νοσοκομείου:

γεια σου ρε μεγάλε σερφαριζα για τσοντες στο ιντερνετ βλέπω τα μυστικα του κολπου λεω ας δω τι κολπο είναι τουτο δω και επεσα πανω στη σελιδα σου ρε λεω για δες τι κανει ο μεγάλος ωραια σελίδα ιδιως κατι φωτογραφιες με κωλους που βαζεις που και που αλλα κι αυτες πολυ κουλτουριαρικες ρε παιδι μου γιατι δε βλεπεις τι διαλεγει εκεινος ο καλτσοτετοιος πηγα και τον ειδα γιατι μου εκανε εντυπωση το ονομα χα χα χα λεω ας του στειλω μια ιστορια που έχω γραψει θυμασαι ρε την ιστορια με την ευη δηλαδη μαγκες ειναι οι αλλοι καλυτερα γραφουνε ειπα να την πληκτρολογησω αλλα βαρεθηκα λεω ας του στειλω τις σελιδες οπως ειναι κι ας βγαλει αυτος ακρη χα χα χαιρετισμους απο συζυγο και παιδια μην αμελησεις ειναι κανονι

Πληκτρολόγησα το κείμενο του Λευτεράκη, άλλοτε γελώντας, άλλοτε δυσφορώντας. Μόλις τελείωσα έκανα την αυθόρμητη κίνηση να το στείλω στο καλάθι της οθόνης άνω αριστερά, αλλά…

…αλλά η ιστορίες του Λευτέρη είναι απολύτως ακριβείς, τις γνωρίζω από τον καιρό που ήμουν φοιτητής – εκείνος ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος. Ντέφι να γίνει, το ανεβάζω!

* * *

Τίποτα δε με ευχαριστούσε. Γύριζα στους δρόμους κακόκεφος και γκρινιάρης και μουρμούριζα, μια για την απεργία των οδηγών, μια για τα σκουπίδια, μια για τα ατελείωτα ξηλώματα των πεζοδρομίων – αλλά και για τη ζέστη, την ακρίβεια, τις πιτσιρίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς σουτιέν και μας έδιναν τα μάτια στο πιάτο.

Η γκρίνια μου έφτανε σε επίπεδα επικίνδυνα όταν πήγαινα στη σχολή. Είχα δώσει έξι μαθήματα εκείνη την περίοδο, είχαν βγει τα πέντε και κοβόμουν στα τέσσερα, με τέσσερα και στα τέσσερα, ενώ περνούσα ένα που δεν το είχα διαβάσει καθόλου, αλλά αντέγραψα με επιστημονικό τρόπο.

Ήταν ο κατάλληλος καιρός για να γνωριστώ με την Ευδοξία Παπαδοπούλου, την Εύη, φοιτήτρια στο πρώτο έτος της Νομικής, με γονείς ποντίους εκ ποντίων, κατοίκους Καλαμαριάς – και φανατικούς πασοκτζήδες.

Τρώγαμε στη φοιτητική λέσχη ένα φρικτό παρασκεύασμα κήτους, που βρωμούσε, και εξηγούσα στην παρέα μου πως αν έψηναν στο φούρνο κάποιο από τα πτώματα του νεκροτομείου της Ανατομίας, θα ήταν σίγουρα πιο νόστιμο – «και ειδικά εκείνη η γριά που έχει μισολιώσει και τρέχουν τα ζουμιά πάνω στο μάρμαρο». Οι φίλοι μου, αν και σκληροτράχηλοι φοιτητές της Ιατρικής, δεν άντεξαν και με ανάγκασαν να το βουλώσω για να φάνε χωρίς να ξεράσουν. Μετά η κουβέντα ήρθε στη Βιοχημεία, που τη δίναμε όλοι σε τρεις μέρες – και κάτι ξεκίνησα να λέω για τα ένζυμα που αποσυνθέτουν τα λευκώματα των ιστών, να καληώρα όπως της γριάς του ανατομείου.

«Μα τι θα γίνει επιτέλους;»

Γύρισα, έτοιμος για καυγά – είναι το καλύτερό μου. Τρεις κοπέλες στο από πίσω τραπέζι τρώγανε και είχαν μείνει με τα πιρούνια μετέωρα.

«Μας έχεις πεθάνει μ’ αυτή τη γριά!»

είπε επιθετικά η μεσαία – που ήταν η πιο τσαχπίνα, η πιο θαρραλέα και η πιο ωραία από τις τρεις.

«Άκουσα πως θα τη σερβίρουν την Πέμπτη, αντί για κοτόπουλο…»

«Το ξέρεις πως είσαι κρύος;»

«Το ξέρεις πως σου έχει πέσει μια λαδιά στο μπλουζάκι, ακριβώς πάνω στο αριστερό βυζί; Βλέπω εξάλλου πως δε φοράς και σουτιέν…»

«Φοράω!»

«Δε σε πιστεύω, για δείξ’ το μας»

«Βρε άντε να χαθείς… ο σέφτελον, παίζ’ με την καϊπανάτ’!»

είπε στις άλλες.

«Δεν κατάλαβα τι είπες, αλλά σίγουρα με έβρισες και αυτό δεν σε τιμά. Η ευγένεια είναι προσόν»

«Ποιος μιλάει…»

«Λευτέρης Δρολάπης. Εσένα, πως σε λένε;»

«Εύη… Ρε άντε που θα σου πω πως με λένε…»

«Το είπες κιόλας – και βάζω στοίχημα πως είσαι πόντια»

«Είμαι!»

«Και βάζω στοίχημα ότι είσαι φοιτήτρια της Νομικής»

«Που το ξέρεις;»

«Μου το είπε η γριά του ανατομείου πριν πεθάνει και αρχίσει να λιώνει…»

«Σκάσε!»

«Να σκάσεις και να πλαντάξεις!»

«Κορίτσια, πάμε να φύγουμε!»

«Μη μας το κάνετε αυτό, τι θ’ απογίνουμε…»

«Βλάκα!»

«Καυλοπουλάδα!»

Στο σημείο αυτό όρμησε να με δείρει – εν μέρει τα κατάφερε, αφού μου άστραψε ένα χαστούκι που είδα το Βούδα κοκκινοφρουρό στην πλατεία Τιεν – Αν – Μεν. Όταν συνήλθα όρμησα να τη σκίσω σα σαρδέλα, αλλά μπήκαν στη μέση οι δικοί μου και τη γλίτωσαν. Έγινε καταπληκτική βαβούρα, καθώς οι δικοί μου επευφημούσαν και οι δικές της τσίριζαν.

Έτσι γνώρισα την Εύη, 28 του μηνός Ιουνίου.

* * *

Την υπόλοιπη μέρα την περάσαμε μαζί, αφού φόρτωσα τη Βιοχημεία στον κόκκορα –που κουβαλούσε ήδη ένα σωρό μπαγάζια και ζητούσε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και υπερωρίες. Πήγαμε για καφέ στους Χορτατζήδες και για παγωτό στου Τζανή. Οι παρέες μας μας είχαν παρατήσει στην τύχη μας. Κατά τις έξι το απόγευμα φτάσαμε στο σπίτι μου, για να της δείξω την περίφημη συλλογή μου με τις πεταλούδες (πράγματι υπήρχε μια, μισοκολλημένη στον τοίχο της κουζίνας. Όταν φυσούσε, κουνιόταν το ελεύθερο φτερό, φρρρρ…). Λίγο αργότερα συνέβη ό,τι επέπρωτο να συμβεί, ενώ ο ανεμιστήρας έκλεινε τα μάτια του – να μη βλέπει το ακόλαστο θέαμα που ξετυλιγόταν μπροστά του. Βλέπετε, ήταν συνηθισμένος να με βλέπει να ιδροκοπάω με τη Φυσιολογία και τη Μικροβιολογία – όχι όμως και με την Ευδοκία.

Λίγο πριν τις έντεκα έμαθα ότι τα είχε με έναν αλλοδαπό, τον Ιμπραήμ, από την Αίγυπτο, έναν μιγάδα, φοιτητή του Πολυτεχνείου. Εξαντλημένος καθώς ήμουν δεν έδωσα σημασία, την καληνύχτισα και έφυγε.

* * *

Την άλλη μέρα ξύπνησα με φαγούρα και άναψα το θερμοσίφωνα, να πλυθώ. Ήμουν στην κουζίνα φορώντας μονάχα ένα λερό σώβρακο και έφτιαχνα καφέ, όταν χτύπησε το κουδούνι. Πέρασα από το κρεβάτι, έριξα πάνω μου το σεντόνι και άνοιξα. Αντίκρισα έναν πανύψηλο μελαμψό να γεμίζει την πόρτα – και πίσω του την Εύη. Ενστικτωδώς επιχείρησα να του βροντήξω την πόρτα στη μούρη, αλλά το είχε προβλέψει και πρόλαβε να χώσει το ποδάρι του μέσα. Πάνω στην αναταραχή, το σεντόνι έπεσε στο μωσαϊκό.

«Είσαι εσύ ο Λιφτέρης;»

«Είμαι εγώ ο Λιφτέρης; Όχι, δηλαδή ναι… Εσύ ποιος είσαι;»

«Μπάγκι Ουαλίτ Ιμπραϊμ»

«Κι έλεγα γιατί με φαγουρίζανε τ’ αρχίδια μου… Τι θέλεις ρε φίλε;»

«Εσύ γκάμησες Εύη;»

«Εγώ να γκάμησα την Εύη; Έτσι σου είπε;»

«Πρόσεχει, μη λέει ψέματα, γιατί εγκώ τρελό, κόψω κομμάτια…»

«Ήρεμα Ιμπραήμ, ήρεμα…»

«Λέγει!»

«Δεν περνάμε στην κουζίνα;»

…όπου έβγαζε στο μπαλκόνι και θα μπορούσα στην ανάγκη να σαλτάρω.

Περάσαμε στην κουζίνα.

«Καθίστε να σας κάνω καφέ…»

«Ντεν τέλει καφέ, τέλει την αλήθεια!»

«Μα, Ιμπραήμ…»

ακούστηκε δισταχτικά, για πρώτη φορά, η Εύη.

«Εσύ σκάσει, γκιατί φας κι άλλο ξύλο!»

…αγρίεψε ο Αιγύπτιος. Η Εύη έσκυψε το περήφανο ποντιακό κεφάλι της και έκανε τουμπεκί. Στο μεταξύ εγώ προσπαθούσα να διακρίνω κάποιο φως, αλλά τα έβλεπα όλα μαύρα, γιατί ο μαυριδερός έφραζε με τις πλατάρες του τη μπαλκονόπορτα.

«Λέει!»

«Τι να λέει τώρα; Εντάξει ρε φίλε, τη γάμησα, αλλά έχε υπόψη σου ότι θα πουλήσω ακριβά το τομάρι μου!»

Με την τελευταία υπερήφανη ατάκα, πήρα θέση μάχης, για μποξ. Η απότομη κίνηση έφερε ως τη μύτη μου μια έντονη, γνώριμη μυρωδιά, από την περιοχή των γεννητικών μου μορίων.

«Τεέ μου!»

…μούγκρισε σπαραχτικά ο Ιμπραήμ, και συνέχισε:

«Ποιος τέλει το τομάρι σου, ηλίτιε; Εγκώ γαμιάς Εύης, εγκώ φορέα AIDS… Τι κοιτάει με στόμα ανοιχτό;»

«Εσύ φο… φο… φο…»

«Φορέα AIDS και ντεν το είχα πει Εύη ακόμα…»

Διέκρινα στα γουρλωμένα μάτια του μια πικρή μελαγχολία, αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε εκείνη τη στιγμή.

«Μα τι λες, ρε αράπη; Και σύ, μωρή κουνίστρα, δε λες τίποτα;»

«Εγώ αγαπώ τον Ιμπραήμ, κι αν χρειαστεί θα πεθάνω μαζί του!»

…δήλωσε η Εύη τραγικά. Έγινα έξαλλος- οι επόμενες φράσεις μου δεν είχαν τη γνώριμη εκλεκτή ποιότητα και κομψότητα της σκέψης και του λόγου μου.

«Εγώ δεν αγαπώ τον Ιμπραήμ, στ΄ αρχίδια μου ο Ιμπραήμ και δεν έχω καμιά όρεξη να … Θα σας γαμ… όχι, θα σας …»

Δεν ήξερα πια τι έλεγα. Φορώντας το λερό σώβρακό μου και εντελώς θολωμένος άρπαξα ένα μουτζουρωμένο τηγάνι που βρήκα μπροστά μου και άρχισα να τους κοπανάω, ωρυόμενος. Κάπου εκεί εισέβαλε στην κουζίνα ο συγκάτοικός μου ο Κοσμάς, ερχόμενος απ΄ έξω πάνω στην ώρα – και με ακινητοποίησε (ήταν πρωταθλητής στις πολεμικές τέχνες) αφού πρώτα έφαγε κι αυτός μερικές με το τηγάνι.

* * *

Ο Ιμπραήμ και η Εύη είχαν φύγει, εγώ βρισκόμουν σωριασμένος σε μια καρέκλα της κουζίνας λίγο πριν την αποπληξία, ο Κοσμάς μου έφτιαχνε καφέ και σιγοτραγουδούσε –άνετος. Άρχιζα να απορώ με την αναισθησία του, όταν άκουσα για πρώτη φορά εκείνο το πρωί τη λέξη «πλάκα». Μετά, ενώ άλλαζα το ένα χρώμα μετά το άλλο, τον άκουσα να μου εξηγεί γελώντας ότι η Εύη είναι μακρινή του ξαδέρφη (πόντιος κι αυτός!) ότι ο Ιμπραήμ είναι ένας άσχετος, που δε λέγεται Ιμπραήμ αλλά Φαρίντ Ελ Χράουι (χέστηκα!) και δεν είναι Αιγύπτιος, αλλά Λιβανέζος (ξεναχέστηκα!) και βέβαια δεν είναι γκόμενος της Εύης (όπα!) η οποία άλλωστε δεν έχει γκόμενο (τι λες, ρε;) και μάλιστα Αιγύπτιο ή Λιβανέζο (ποσώς με ενδιέφερε αυτό) και ότι όλη τη μηχανή τη σκαρφίστηκε αυτή (τη μπουτάνα!) για να μου τη σπάσει επειδή την είχα πει καυλοπουλάδα στη λέσχη (δεν το βούλωνα κι εγώ;)

«Καλά ρε Κοσμά – θα ξηγηθούμε εμείς άλλη ώρα, ρε αρχίδι Κοσμά…- έκατσε και γαμήθηκε μόνο και μόνο για να μου κάνει πλάκα; Είναι δυνατόν;»

«Αυτό, μεγάλε, δεν το ξέρω, μπορεί να γούσταρε κιόλας…»

* * *

Πήγα στη Βιοχημεία άσχετος, αντέγραψα όμως και καθάρισα. Στο μεταξύ, έσπαγα το κεφάλι μου – πώς να ανταποδώσω στην Εύη, με την οποία ξεκινάγαμε μια ιστορία γεμάτη κόντρες και ανταγωνισμό. Όσο με καταλάβαινε που λύσσαγα, τόσο την εύρισκε να μου θυμίζει πως έκανα σαν υστερικός, τότε με τον Ιμπραήμ – και όρμησα με το τηγάνι, ξεβράκωτος και ελεεινός, και είχα (λέει...) κατακοκκινίσει – και είχαν φουσκώσει τα μάγουλά μου (μπά!) και ούρλιαζα (αυτό το θυμάμαι…) και τους γέμισα μουντζούρες (καλά, μην το κάνουμε θέμα, πλυθήκανε μετά)

Η εκδίκηση είναι ένα φαγητό που τρώγεται κρύο – κι εγώ το έφαγα αρχές του Νοέμβρη. Η Εύη έμενε με τους δικούς της στην Καλαμαριά, αλλά κάθε τόσο ερχόταν και κοιμόταν στο σπίτι μου, τάχα ότι έμενε σε μια φίλη της (οι γονείς της ήταν πόντιοι και πασοκτζήδες ταυτοχρόνως, άκρη δεν έβγαλα ποτέ αν ήταν τόσο γκαγκά όσο έδειχναν – ή αν μας δούλευαν όλους ψιλό γαζί) Είχε κλειδί, έμπαινε στο δωμάτιο – και αν τύχαινε να κοιμάμαι πλάγιαζε δίπλα μου χωρίς να κάνει θόρυβο – κι άρχιζε σιγά σιγά να με ζυγώνει, ενώ εγώ κουκουλωμένος με τις κουβέρτες, έκανα ότι δεν είχα πάρει χαμπάρι.

Ένα πρωί, πριν τις οχτώ - σκοτάδια ακόμα - ακούω την πόρτα του δωματίου ν’ ανοίγει, βλέπω την Εύη να μπαίνει στο δωμάτιο. Χαμογελάει που με βλέπει κουκουλωμένο να κοιμάμαι στο κρεβάτι, γδύνεται τελείως, ανασηκώνει προσεχτικά την κουβέρτα, χώνεται αποκάτω – και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μπήγει τις φωνές, τινάζει αλλόφρονη τις κουβέρτες μακριά και πετάγεται πάνω ουρλιάζοντας, ενώ ο Κοσμάς ανάβει τα φώτα κι εγώ φωτογραφίζω την όλη φάση.

Όταν συνήλθε κάπως, όρμισε να μου βγάλει τα μάτια, κάτι που βέβαια δεν την άφησα να το κάνει.

Δε μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα έφερνα στο σπίτι το γέρο –ψωριάρη – βρωμιάρη – σιχαμένο – κουφό, αλλά με κάτι ορέξεις ΝΑ! ζητιάνο που είχε στέκι δίπλα στην Υπαπαντή, απέναντι από την Καμάρα, θα τον έφερνα λοιπόν στο σπίτι, θα τον ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και θα τον άφηνα εκεί, να περιμένει αυτός αντί για μένα την πρωινή επίσκεψή της!


* * *

Μου κράτησε μια βδομάδα μούτρα, μετά έδειξε ότι διαθέτει λεπτή αίσθηση του χιούμορ – και τα ξαναφτιάξαμε. Για πολύ καιρό δεν είχε παραιτηθεί από την ιδέα της αντεκδίκησης, γι’ αυτό είχα κι εγώ τα μάτια μου δεκατέσσερα.

Ώσπου μια μέρα, όταν νόμιζα ότι το είχε ξεχάσει, η Εύη

* * *

Εδώ το δαχτυλόγραφο κόβεται απότομα – δεν ήταν βέβαια δυνατόν ο Λευτέρης να ολοκληρώσει μια δουλειά που ξεκίνησε. Πάντα αμφέβαλα αν ολοκληρώνει ο ίδιος τις εγχειρήσεις που κάνει ή τις παρατάει μισοτελειωμένες στους ειδικευόμενους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ύφος του, όταν πήγα το σπιτονοικοκύρη μου, με πόνο στο στήθος, στο ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ. Γινόταν χαμός στα καρδιολογικά, γι’ αυτό αναζήτησα το Δρολάπη, που ήταν τότε επιμελητής. Προθυμότατος, εξέτασε τον παππού προσεχτικά, γύρισε και με κοίταξε σοβαρός: «Ή έμφραγμα είναι, ή ψύξη ή μάτιασμα!» είπε, έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε.

Έχει αφήσει όμως μια χειρόγραφη σημείωση:

βαριεμαι τωρα θα τα γραψω και θα σου τα στειλω προσεχως γεια σου μεγαλε συνεχισε η σελιδα σου ειναι και πρωτη χα χα χα φιλια ελα ρε απο δω να πιουμε κανενα ουισκι γεια
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Νοεμβρίου 02, 2005 |


5 Comments:


  • At 2:18 μ.μ., Blogger kaltsovrako

    Θησαυρός! Γειά σου ρε γιατρέ!

    Παραγγελιά: Ενα κώλο για τον doc στο blog μας ο καθένας!

    Υ.Γ. Πανούλη απ' ότι φάινεται, την γριά την κηδέψανε χθές στο Καραϊσκάκη:)
    Δυστυχώς.

    Mε τον κόλπο τελικά, έγινε μουνί η υπόθεση.
    Αντε και στα δικά σας, συμπρωτευουσιάνοι....

     
  • At 2:33 μ.μ., Blogger Ημίαιμος-Imiaimos

    Καταπληκτικό. Μου θύμισε και το ανέκδοτο με έναν τέτοιον Ιμπραήμ που ξεπαρθένιαζε μια μικρούλα η οποία πονώντας κοιτάζει προς τα κάτω και αναφωνεί: Αίματα, αίματα!!
    Κι ο Ιμπραήμ εισερχοεξερχόμενος: Έματες;; Ντεν έματες τίποτα, τώρα τα μάτεις!!

     
  • At 5:29 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Αν το λερό σωβρακο τού Λευτέρη περιείχε καί πατάτες τηγανιτές θα 'ταν ίδιος < το μεγάλο ρεμάλι > του Reiser.To καλύτερό σου, Πάνο , με διαφορά.
    Υ.Γ.Σκέφτομαι ότι η σωστή πλάκα έπρεπε να κλιμακώνεται με μιά πιό "αγαπητική"(ούτε ψύλλος στον κόρφο σου),πρόθεση του Ιμπάήμ απέναντι στο Λευτεράκη.

     
  • At 5:33 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Γιατί ξεχνάω συνέχεια να υπογράψω;
    Hλίας

     
  • At 9:29 μ.μ., Blogger COSTANTINA

    Πάνο, εντάξει, έγινα ρόμπα στο μαγαζί. Έμπαινε ο κόσμος και ΄γω έκλαιγα απ΄τα γέλια!!!
    Ο φίλος σου ο Λευτεράκης είναι όλα τα λεφτά, αρκεί να μην πέσουμε στην ανάγκη του.
    Να ΄σαι καλά και περιμένω την αντεκδίκηση της Εύης.