ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2005
Άκης Πάνου


- Όποιος είναι βιαστικός στο φαγητό, στη ζωή, στον έρωτα, στη μουσική που ακούει…
- Όποιος δε διαθέτει αρκετό (αν όχι άφθονο) χρόνο…
- Όποιος δεν έχει ποτέ αμαρτήσει, κλάψει, πονέσει, αδικήσει, προδώσει, συχωρέσει, μετανοιώσει…
- Όποιος νομίζει πως είναι άψογος – και η ζωή του τακτοποιημένη και ασφαλής…
- Οι νεοφιλελεύθεροι, οι ηθικιστές αριστεροί και δεξιοί, οι ευσεβιστές χριστιανοί και μουσουλμάνοι, οι ξινοί και οι δυσκοίλιοι...

Όλοι αυτοί, το κομμάτι για τον Άκη Πάνου καλύτερα ας μη το διαβάσουν!

Οι αμαρτωλοί, μερακλήδες, ζαλισμένοι, πονεμένοι και οι αχάλαστοι ακόμα από τη ζωή – άντρες και γυναίκες- περάστε μέσα!


Πήγα στο γραφείο του Δημοσθένη γεμάτος ανησυχίες, αλλά αυτός κατάφερε να με ηρεμήσει: μου απέδειξε, με άψογα νομικά επιχειρήματα, ότι ο νόμος (πρόσεξα ότι απόφυγε να πει «το δίκιο») ήταν με το μέρος μου – και θα κερδίζαμε την υπόθεση. Ο αριστοτελικός λογισμός μου ψιθύρισε νοερά πως αφού δεν ήμουν νομικός, πως διάολο βρήκα τα επιχειρήματα του Δημοσθένη «άψογα»; Προτίμησα να τον αγνοήσω και να εμπιστευτώ τη νομική κρίση του, όπως αυτός εμπιστεύεται εμένα, όταν έρχεται στο ιατρείο μου.

Δεν τον γνωρίζω πολλά χρόνια, ούτε έχουμε μεγάλη οικειότητα μεταξύ μας. Μια αμοιβαία συμπάθεια, ναι. Ξαφνιάστηκα λοιπόν όταν, αφού έκλεισε τον κίτρινο φάκελο με τα έγγραφα που του προσκόμισα και έγραψε απέξω με μαύρο μαρκαδόρο το όνομά μου, είπε:

«Έχω μπαφιάσει σήμερα… θα βάλω ένα ουΐσκι, θα μου κάνεις παρέα;»

Κοίταξα το ρολόι μου και είπα ναι, κι εγώ το ήθελα ένα ποτό εκείνη την ώρα, άλλωστε το συνηθίζω, όταν αποχωρεί και ο τελευταίος ασθενής.

«Ακούς Άκη Πάνου;»

«Ακούω…»

«Τότε, άκουσε αυτό…»

Πληκτρολόγησε κάτι στο laptop που είχε μπροστά του, η μουσική ξεχύθηκε και γέμισε το χώρο.

Μαθημέ στις κακουχί - άιντε φτου κι απ΄την αρχή
τις κουβέ και πειθαρχί - αδιόρθω αναρχί

Δεν προσκυ ποτέ κανέ - λένε όχι λέω ναι
στην κρεμά έχω ανέ - με κηδέ και ζωντανέ

Τι με νοιά αν θα με φά - θα πεθά που θα πεθά
δεν τρομά ο μελλοθά - με σταυρό και Γολγοθά


«Ωραία, ένας μεγαλοδικηγόρος κι ένας ας πούμε ευκατάστατος γιατρός, ακούνε τις αναρχικές μελωδίες ενός λούμπεν…»

Ο Δημοσθένης άφησε ανοιχτή την πόρτα του ψυγείου και γύρισε προς το μέρος μου, καθώς έσβηναν οι τελευταίες νότες του τραγουδιού.

«Πόσες ανακρίβειες μαζεμένες… Εγώ δεν είμαι μεγαλοδικηγόρος, δεν έχω το απαραίτητο επίπεδο παλιανθρωπιάς για κάτι τέτοιο… όσο για τον Άκη Πάνου, όχι μονάχα δεν ήταν λούμπεν, αλλά ήταν ο ορισμός του λαϊκού αριστοκράτη…»

«Μα τι λες; Αυτός δεν έφαγε τα πάντα στα καζίνα και στο τέλος έγινε και δολοφόνος;»

Ο νομικός μου παραστάτης δεν βιάστηκε να απαντήσει. Άλλο τραγούδι ακούστηκε:

Εφτά νωμά- σ’ ένα δωμά- που να ξαπλώ- να κλείσεις μα-
ο ένας πάει σινεμά - ο άλλος πέφτει και κοιμά-
ύπνος με βάρδια δηλαδή - στην πόρτα σύρμα για κλειδί

Εφτά νομά- δυστυχισμέ- σ’ ένα δωμά- φυλακισμέ-
δικαίως αγανακτησμέ- και με τα πάντα αηδιασμέ-
πώς τάχεις έτσι μοιρασμέ- ντουνιά ψευτοπολιτισμέ

Οι δυο δουλέ- απ’ τους εφτά -από τα χρέ – τι να προφτά-
σαν τα τσουβά – σαν τα σκουπί- εφτά νομά- χωρίς ελπί-
σ’ ένα δωμά- μισό γιαπί - ποιος να φωνά- και τι να πει


«Πρόσεξε την κοινωνική ανάλυση που κάνει ο λούμπεν, όπως λες, και πες μου, που διαφωνείς;»

«Δεν είπες ότι θα πιούμε κάτι;»

«Συγγνώμη… Στο μεταξύ, άκου κι αυτό…»

Πες μου παππού πες μου παππού, αυτός ο κόσμος πάει που
και του δικού σου του σκοπού μάθε μου την αξία
να το συλλάβω δε μπορώ, μυαλό δεν έχω κοφτερό
ήμουνα κι έμεινα μωρό στην κυριολεξία

Πες μου γιαγιά πες μου γιαγιά γιατί αν δεν έχουμε μαγιά
ό,τι κι αν κάνουμε γιαγιά η ζύμη δε φουσκώνει
και πες μου σε παρακαλώ όταν τ’ αλεύρι είναι καλό
πως αυγαταίνει το κιλό και βγαίνουνε δυο τόνοι

Πές μου μπαμπά πές μου μπαμπά τον κόσμο με τον αραμπά
γιατί να τον περάσεις. Τώρα δεν πιάνεται μπαμπά
πετάει τρέχει κολυμπά - μ’ ένα λαχάνιασμα μπαμπά
στη σκέψη και στις πράξεις

Πες μου μαμά πές μου μαμά γιατί όταν πάω σινεμά
ενώ αλλάζω σινεμά το έργο δεν αλλάζει
Έρχεται ο άγριος μαμά για νταηλίκι κι αχταρμά
ψήνει τον ήμερο μαμά τον τρώει και ησυχάζει

Πες τε μου όλοι σας καλέ, πως κάνουνε στο κυριλέ
πως κάνουνε στο κυριλέ τα πάντα οι μεγάλοι
και τα στραβόμοιρα καλέ τα κρύβουν σε Γεντί Κουλέ
έτσι και κάψουν αργιλέ και στρώσουνε κεφάλι
να χαχανίσουν τη ζωή -και τούτη κι όποια άλλη


Πρώτη φορά πρόσεξα τους στίχους αυτού του τραγουδιού. Άκου, να χαχανίσουν τη ζωή και τούτη κι όποια άλλη…

«Ποιος δίσκος είναι;»

Ο Δημοσθένης έφερε προς το μέρος μου το δίσκο που ετοίμαζε: μαύρο Jhonny, σόδες, ποτήρια, ξηροί καρποί.

«Τρώγε άφοβα, είναι ελληνικοί και πρώτης ποιότητος… Είναι από το "ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ", ζωντανή ηχογράφηση του 1989. Τον έβγαλε ο Χατζιδάκις, στην εταιρεία του, το "ΣΕΙΡΙΟ"»

«Δεν το ήξερα αυτό το τραγούδι… δηλαδή το είχα ακούσει, αλλά δεν το είχα προσέξει»

«Ουδείς άσφαλτος, όπως είπε η σύγχρονη Διοτίμα… Ο Άκης Πάνου γεννήθηκε φτωχός, σε μια πάμφτωχη, κατεστραμμένη Ελλάδα. Αναγκάστηκε να παρατήσει το σχολείο νωρίς, είναι του δημοτικού - και να παλέψει σκληρά για την επιβίωση, τα χρόνια της κατοχής και τα κατοπινά. Η φτώχεια του είχε γίνει βραχνάς, το έλεγε με τα τραγούδια του»

Τον έρωτα φαρμάκωσ’ η μιζέρια
κομμάτιασε η φτώχεια την καρδιά
δεν ήρθανε για μας τα καλοκαίρια
και έγιν’ η ζωή τόσο βαριά

Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσω τα χέρια
μακριά από τη φτώχεια, μακριά απ’ τη μιζέρια
θα πάρω τη στράτα κι εγώ τη μεγάλη
θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει

Που να βρεθεί ντροπή να με κρατήσει
στη λάσπη και στην ξύλινη σκεπή
τη φτώχεια που μας έχει γονατίσει
τη νιώθω μεγαλύτερη ντροπή


«Βλέπω ότι είχε μια έντονη τάση να ξεφύγει…»

«Ναι, και μπόρεσε να το κάνει με το τραγούδι. Αλλά πάντα θυμόταν ποιος είναι, από πού ξεκίνησε… έχει κάνει στα 1977 ένα καταπληκτικό δίσκο, το "ΠΑΡΩΝ!" με πολύ ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις, από τον οποίο ακούστηκε μονάχα το μεγάλο σουξέ, "Ο ΤΡΕΛΟΣ"… Αλλά, άκουσε καλύτερα τα τραγούδια, ο Μητσιάς δίνει τα ρέστα του…»

Ο Δημοσθένης αύξησε την ένταση του ήχου:

Δε σ’ έμαθαν να ζεις ούτε και να γελάς
σε μάθανε να κλαις και να παρακαλάς

σε μάθαν να πονάς και να σωπαίνεις
σε μάθαν να γιορτάζεις που πεθαίνεις

δε σου ‘δωσαν ποτέ το χέρι στοργικά
μια γέννα τη στιγμή και δέκα φονικά

δε σ έμαθαν να λες αδέρφια τους λαούς
σου δώσανε σπαθί και δώδεκα θεούς


«Γιατί δεν ακούστηκαν αυτά τα τραγούδια;»

«Τι να σου πω… η εποχή ήθελε άλλα – ίσως πάλι γιατί ο Πάνου δεν είχε καμιά σχέση με τα παντοδύναμα τότε κόμματα, το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ…»

«Ήταν πάντα αναρχικός;»

«Ήταν πάντα λύκος… μοναχικός λύκος! Αλλά τον ένοιαζε και με το παραπάνω τι γίνεται στην κοινωνία»

Καίγεται η πίκρα μες τη φλόγα της ζωής
και μένουν τα χέρια να δουλεύουν το ληστή
χαρά και φως δεν καρτερούν μάτια που ‘χουν τυφλωθεί
και δάφνες απλώνονται στο διάβα του ληστή

Πίνουν το μίσος και το φόβο προσκυνούν
μικραίνουν και χάνονται στη δόξα των θεών
διψούν κι αφήνουν το νερό στο ρυάκι να κυλά
σπονδή απ’ τον άνθρωπο για τους θνητούς θεούς

Φτύνουν τη μοίρα που υφαίνουν μοναχοί
τα κάστρα γκρεμίζουν - θα τους γίνουν φυλακές
οργή μαχαίρι και φωτιά δώρα από μικρούς θεούς
τα κράτησαν οι άνθρωποι - και πνίγετ’ η ζωή


«Διψούν κι αφήνουν το νερό στο ρυάκι να κυλά;»

«Ξαφνιάστηκες… Ο Πάνου δε μπορούσε να κάνει χωριό με τα κόμματα, την εντεταλμένη πράσινη ή κόκκινη ή γαλάζια αισιοδοξία τους»

«Ανέλυε τα πράγματα με μεγάλη δύναμη σκέψης, ήταν ανατρεπτικός, αλλά ήταν και βαθειά απαισιόδοξος…»

«Ακριβώς. Δε μπορούσε να γράψει τραγουδάκια στο στυλ θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες – τότε τα κόμματα θα τον έκαναν θεό, αλλά δεν θα ήταν πια ο εαυτός του»

«Ένσταση, για το στίχο του Μάνου Ελευθερίου…»

«Δεκτή, κύριε πρόεδρε… ίσως…»

Την κοινωνία που τηνε σπρώχνουν στον κατήφορο τα λάθη
κι αργοπεθαίνει μες την ψευτιά, την αμαρτία και τα πάθη
την κοινωνία που για το αύριο την πνίγει η αγωνία
τι ειρωνεία, εμείς τη φτιάξαμε, αυτή την κοινωνία

Την κοινωνία που και πιστεύει και παλεύει και ελπίζει
μ’ αυτό που χτίζει, από τη μοίρα της σπρωγμένη το γκρεμίζει
την κοινωνία που για το αύριο την πνίγει η αγωνία
τι ειρωνεία, εμείς τη φτιάξαμε αυτή την κοινωνία


«Τι έχεις να πεις;»

«Απόλυτη διαύγεια για την αιτία του κακού: βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο!»

«Με άλλα λόγια, αυτά που είπαν οι Beatles: μη θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο, άλλαξε πρώτα τον εαυτό σου… γιατί αν αλλάξεις τον εαυτό σου, τότε θα φτιάξεις κι ένα καλύτερο κόσμο»

«Με συγχωρείς, αρχίδια θα φτιάξεις…»

«Σ’ αυτό συμφωνώ, τώρα, στα 2005. Η προσέγγιση του δικού μας δεν είναι καθόλου αισιόδοξη – είναι πολύ πιο κοντά στη φύση των πραγμάτων… Δες όμως πόσο επίκαιρο είναι αυτό το τραγούδι – παίζει και ο Γιώργος Ζαμπέτας στην εισαγωγή, γιατί δε μπορούσε να βγάλει το θέμα ο μπουζουκτσής του δίσκου»

Κι αν θα μου πεις πως ειν’ αλλιώς, το ίδιο κάνει
φτωχοζητιάνοι μένουν κάποιοι σαν κι εμάς
δικαιοσύνης ταπεινοί φτωχοζητιάνοι
κι αν θα μου πεις πως είν’ αλλιώς το ίδιο κάνει – το ίδιο κάνει…

Κι αν θα μου πεις πως είναι αλλιώς, το ίδιο θα ναι
οι δυνατοί θα μας μετράνε τη ζωή
τα μονοπάτια που μας δείχνουν θα τραβάμε
τι αν θα μου πεις πως είναι αλλιώς το ίδιο θάναι – το ίδιο θάναι…

Κι αν θα μου πεις πως είν’ αλλιώς, τι θα κερδίσεις
θα γονατίσεις κάποια δύσκολη στιγμή
και από σίδερο αν είσαι θα λυγίσεις
κι αν θα μου πεις πως ειν’ αλλιώς, τι θα κερδίσεις – τι θα κερδίσεις…


«Όσο υπάρχει εκμετάλλευση…»

«Όσο υπάρχουν άνθρωποι, σύντροφε…»

Δε γελάσαμε. Ο Δημοσθένης έδωσε με το ποντίκι εντολή για το επόμενο τραγούδι.

Το φαρμάκι φτάνει κάποτε στα χείλη
και απ’ το στόμα βγαίνει ο λόγος ο πικρός
αγανάκτηση, απόγνωση, σκαμπίλι
από κείνον που δικάστηκε μικρός

Το φαρμάκι φτάνει κάποτε στο στόμα
και δε νοιώθεις πια το φόβο κανενός
δεν πονάει το ταλαίπωρο το σώμα
όταν είσαι πεθαμένος ζωντανός

Το φαρμάκι κάποια μέρα ξεχειλίζει
πλημμυρίζει την ψυχή η απελπισιά
κι όταν πάψει ο πονεμένος να ελπίζει
για το σύμπαν χαλαλίζει μια βρισιά


«Για το σύμπαν χαλαλίζει μια βρισιά; Τι λέει, ρε;»

«Δεν του φταίει μονάχα ο ανθρώπινος, αλλά και ο συμπαντικός Λόγος…»

«Είναι υπερβολικός! Ο συμπαντικός Λόγος…»

«Μια μαλακία είναι ο συμπαντικός Λόγος, όταν είσαι στην αποκάτω μια ζωή… δεν είναι όλοι σε θέση να κάνουν σαν κι εμάς, κριτική πολυτελείας… μη σου πω πως δεν είναι οι περισσότεροι σήμερα, στη χώρα μας… κι αν επιμένεις, άντε να μιλήσεις για συμπαντικό Λόγο σ' αυτούς που καίνε αυτές τις νύχτες το Παρίσι!»

«Αυτό δεν αναιρεί την αξία του Λόγου!»

«Επαναλαμβάνω: οι από κάτω τον έχουν χεσμένο το Λόγο – και καλά κάνουν! Γιατί νοιώθουν, χωρίς να μπορούν να το πουν με λόγια, ότι ο συμπαντικός Λόγος τους κρατάει στο χάλι που βρίσκονται… Και ο αληθινός λαϊκός βάρδος το καταλαβαίνει αυτό, ας είναι πια οικονομικά με τους αποπάνω – και το εκφράζει λιτά αλλά καίρια – για το σύμπαν χαλαλίζει μια βρισιά…»

«Δεν έχω ακούσει πιο σπαραχτική βλαστήμια απ’ αυτή… τουλάχιστο σε τραγούδι…»

«Τα τραγούδια του Άκη Πάνου συνήθως καθρεφτίζουν χωρίς αλλοιώσεις το είναι του δημιουργού τους… Άκουσε τι λέει γι αυτά…»

Είν’ τα τραγούδια μου τραγούδια λυπημένα
πάνω στο κέφι του δεν τάπιασε κανείς
είναι με δάκρια πικρά πλημμυρισμένα
είν’ τα τραγούδια της καρδιάς της ορφανής

Περπατώ στις γειτονιές και μαζεύω τους καημούς
και με νότες λυγμούς τι τραγούδι να γράψω
αν γελάσει η ζωή θα γελάσω κι εγώ
όταν κλαίει η ζωή πως μπορώ να μην κλάψω;

Μακάρι νάταν η ζωή μας πανηγύρι
νάταν της πίκρας το ποτήρι αδειανό
και των ονείρων το λευκό το τρεχαντήρι
να ‘βρισκε δρόμο μέσα στον ωκεανό


«Και των ονείρων το λευκό το τρεχαντήρι…»

«…να ‘βρισκε δρόμο μέσα στον ωκεανό. Εξακολουθείς να ξαφνιάζεσαι, βλέπω…»

«Αρχίζω και ανησυχώ, αν ο δικηγόρος μου ακούει τέτοια τραγούδια, δεν πρόκειται να την κερδίσουμε τη ρημάδα τη δίκη…»

Ο Δημοσθένης γέλασε με την καρδιά του.

«Μην ανησυχείς, είμαι απόλυτα αλλοτριωμένος… μην κοιτάς απόψε… Δε μπορούμε να κάνουμε μια εξαίρεση, βρε αδερφέ;»

«Αν μπορούμε, λέει… Βάλε!»

Το εκλεκτό ποτό κελάρυσε στα βαριά κρυστάλλινα ποτήρια.

«Αν μας έβλεπε ο Άκης να ακούμε τα τραγούδια του από laptop…»

«Απλώς τεχνικό θέμα… Γλιτώνω τη φασαρία των δίσκων και έχω απόλυτη ευελιξία στην επιλογή των τραγουδιών…»

Ιώδιο, καίσιο, στρόντιο -το νέφος ευρύ κι υπερπόντιο
Δεν είναι τουφέκι, ακόντιο – ιώδιο καίσιο, στρόντιο

Ιώδιο, στρόντιο, καίσιο – το μέλλον του κόσμου απαίσιο
καλοί και κακοί μες το πλαίσιο – ιώδιο, στρόντιο, καίσιο

Το άμεσο τέλος ελπίδα μας – και συ αφροσύνη πυξίδα μας
εσύ επιστήμη ελπίδα μας – εμπόδια είμαστε, ΠΗΔΑ ΜΑΣ!


«Βλέπεις ότι είχε ξεκάθαρη άποψη και για το ρόλο της επιστήμης στο σύγχρονο κόσμο – ένας επιστημολόγος, αναλυτής, φιλόσοφος - θα χρειαζόταν εξήντα σελίδες για να πει αυτό που λέει ο Πάνου με δυο λέξεις…»

«Εντάξει, αλλά φτάνει με τα κοινωνικά και τα πολιτικά! Το κάναμε εδωπέρα φεστιβάλ του απογοητευμένου αναρχικού…»

«Δεν έχεις άδικο. Θα σε πάω σε μια άλλη κατηγορία, τα λέω τα τραγούδια της αυτογνωσίας…»

«Τα ποια;»

«Είναι πολλά, ας ξεκινήσουμε με ένα κεφάτο, ειρωνικό…»

Άνοιξε Πέτρο άνοιξε, να μπω να ξαποστάσω
από τη Γη στον ουρανό σκοτώθηκα να φτάσω
τι παριστάνεις τα ες - ες και μου γυρεύεις πάσσο;
Θα μ’ αναγκάσεις τελικά το στόμα να χαλάσω.

Τι εισιτήριο ζητάς και πώς να στο πληρώσω;
εδώ δεν αξιώθηκα τα χρέη μου να δώσω.
Ήρθα για να ξεκουραστώ δεν ήρθα να μαλώσω
τι εισιτήριο ζητάς και πώς να στο πληρώσω;

Άνοιξε στον Πανάγαθο να μπω να μαρτυρήσω
κι αν θα μου βρει παράπτωμα με ξαναστέλνεις πίσω
ξέρω καλά τι θα του πω και πως θα καθαρίσω
και …λέγε ποιος με κάρφωσε στα μούτρα να τον φτύσω.

Ώσπου να βρεις το φάκελο εγώ θα ξεπαγιάσω
βάλε με στου παράδεισου τον κήπο να πλαγιάσω
φέρε και καναδυό ουρί να το διασκεδάσω
ή …πες μου που είν’ η κόλαση να πάω εκεί ν’ αγιάσω

Μόνο ο Παντοκράτορας θα πει αν είμαι εντάξει
οργίασα με το μυαλό μα ελάχιστα στην πράξη
κι αν θα με κρίνει ένοχο αυτός θα με πατάξει
εσύ ΄σαι σκέτος θυρωρός και να κρατάς την τάξη.

Στον κόσμο όσο περπάτησα, λαδιές δεν έχω κάνει
εξόν από κανα πιοτό κι από κανα φουστάνι
και μια φορά αγανάκτησα με κάποιον παπά –Γιάννη.
Αν λέν πως βαριαμάρτησα υπάρχουν και ρουφιάνοι


«Εξόν από κανα πιοτό κι από κανα φουστάνι…»

«Ο Πάνου δε δίσταζε να βάζει στα τραγούδια του δύσκολες έννοιες, όπως του χρόνου και να τις ζυμώνει με το υπαρξιακό του δράμα, πάντα με την απλούστερη έκφραση, που σημαίνει ότι είχε χωνέψει απόλυτα αυτά που ήθελε να πει»

Άντε να περάσει η μέρα
και να ‘ρθεί το δειλινό
άντε να περάσει η νύχτα
και να ‘ρθεί το πρωινό

Δεν τηνε θέλω τούτη την παλιοζωή
πότε θ’ αφήσει το ταλαίπωρο κορμί μου
δε μελετάω τη δική σας τη ζωή
μοιριολογάω την αχάριστη ζωή μου
-την παλιοζωή μου!

Άντε να περάσει η ώρα
και να έρθει το πρωί
κράτα να περάσουν μέρες
κράτα να περάσουν νύχτες
κράτα να περάσουν χρόνια
- να περάσει κι η ζωή


«Μοναχικός λύκος…»

«Με πλήρη αίσθηση αυτού που συνιστά την τραγικότητα της ύπαρξης: να μετέχεις στις έννοιες και ταυτόχρονα να τις βιώνεις… ελάχιστοι είναι σε θέση να μετουσιώσουν αυτή την ύψιστη ανθρώπινη τραγωδία σε καλλιτεχνικό έργο…»

«Εκτός αν είναι μοναχικοί αλλά ταλαντούχοι, πανέξυπνοι και ευαίσθητοι λύκοι, σαν τον Πάνου…»

«Ακριβώς! Δες τι χνάρια άφηνε…»

Δεν είναι ο κόσμος φίλος μου - ούτε κι εγώ του κόσμου
άλλος του κόσμου ο Θεός -και άλλος ο δικός μου

Δεν περιμένω τίποτα - από το να πεθάνω
ν’ αδειάσει η κούπα του καημού - και η γωνιά που πιάνω


«Πάντα απαισιόδοξος…»

«Λάθος, φίλε μου. Πάντα μηδενιστής, όταν ασχολείται με τον εαυτό του... Αν για την κοινωνία αφήνει ένα περιθώριο, με τον εαυτό του είναι σκληρός, απόλυτος…»

Η ζωή μου όλη είναι μια ευθύνη
όλα μου τα παίρνει, τίποτα δε δίνει
η ζωή μου όλη είν’ ένα καμίνι
που έχω πέσει μέσα και με σιγοψήνει

Η ζωή μου όλη μια ανοησία
κι η μοναδική μου η περιουσία
η ζωή μου όλη είναι μια θυσία
που σκοπό δεν έχει, ούτε σημασία

Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο
που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω
κι όταν γίνει γόπα, κέρασμα στο Χάρο
όταν έρθει η ώρα να τονε τρακάρω.


Η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη μας τάραξε την ψυχή, όπως ξεχυνόταν αυτοκρατορική από τα πανάκριβα ηχεία του δικηγορικού γραφείου. Ωστόσο, θυμήθηκα κάτι σημαντικό.

«Με συγχωρείς, πρέπει να τηλεφωνήσω…»

Πήρα το σπίτι μου, άκουσα τα μικρά να μαλώνουν ποιο θα πρωτοαρπάξει το ακουστικό, τελικά ήρθε η μαμά τους.

«Είμαι στου Δημοσθένη, θα αργήσω λίγο…»

«Εντάξει μωρό μου…»

Πρόσεξα το χαμόγελο στα χείλη του Δημοσθένη.

«Εσύ δηλαδή δεν παίρνεις να ειδοποιήσεις τη γυναίκα σου ότι θ’ αργήσεις;»

«Με τη γυναίκα μου είμαστε στη φάση που ο ένας αγνοεί εντελώς τον άλλον… Τι λέγαμε;»

«Ότι ο Πάνου ήταν σκληρός με τον εαυτό του…»

Δεν θέλω τη συμπόνοια κανενός
τον έζησα τον κόσμο και τον είδα
είν’ η καρδιά μου μαύρος ουρανός
που κρύβει κεραυνούς και καταιγίδα

Την ώρα που ξεχείλισε ο πόνος
την ώρα που με πνίγει ο καημός
αυτή την ώρα θέλω νάμαι μόνος
δε θέλω τη συμπόνοια κανενός

Με της αχαριστίας το νερό
πόσες φορές δε μου ΄βρεξαν τα χείλη
ακόμα κι η γυναίκα π’ αγαπώ
ακόμα κι οι καλύτεροί μου φίλοι


«Καλά, δεν είχε φίλους, κύκλο, δικούς του ανθρώπους;»

«Ας σου απαντήσει το τραγούδι του καλύτερα»

Απ΄ τους πολλούς μου φίλους κι απ’ όλους τους δικούς μου
όπως ο εαυτός μου δε μ’ αγαπάει κανείς
είμαστε ένα πράγμα, μια σκέψη και μια ζήση
και δε θα μ’ αγαπήσει όπως αυτός κανείς

Ο πιο καλός μου φίλος, ο πιο πολύ δικός μου
ο πιο πολύ δικός μου, είναι ο εαυτός μου
ο πιο καλός μου φίλος είναι ο εαυτός μου

Απ’ τους πολλούς εχθρούς μου που με μισούνε τόσο
μόνο τον εαυτό μου φοβάμαι αληθινά
αυτός μονάχα θέλει να με καταδικάσει
και για την ίδια πράξη να δικαστώ ξανά

Ο πιο καλός μου φίλος κι ο πιο κακός εχθρός μου
είναι ο εαυτός μου, είναι ο εαυτός μου
ο πιο καλός μου φίλος κι ο πιο κακός εχθρός μου


«Εδιζισάμην εμεωυτόν… ξέρεις ποιος το είπε;»

«Ξέρω, που να μην ήξερα…»

«Βρε Δημοσθένη, δεν είχε κανένα ικανό να τον καταλάβει και να σταθεί πλάι του ως φίλος και συνομιλητής; Τόσο μεγάλη ιδέα είχε για τον εαυτό του;»

«Ξέρεις τον κόσμο και τον ζεις, όπως τον ξέρω και τον ζω κι εγώ… Με πόσους από τους φίλους σου μπορείς να συζητάς το υπαρξιακό σου δράμα;»

«Τώρα πια… με κανέναν…»

«Άρα, κάποτε μπορούσες… κάτι είναι κι αυτό… Ο Πάνου ήταν πάντα ολομόναχος σ’ αυτό το πεδίο… Είχε επίγνωση της ανωτερότητας και της αξία του ως καλλιτέχνης, αλλά και της κατάρας που των κυνηγούσε και τον έλειωνε…»

«Τι εννοείς;»

«Άκου αυτό…»

Δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξεις - όταν χαλάσεις εντελώς
δεν έχεις μάτια να κοιτάξεις - ποιος είν’ ο δρόμος ο καλός.

Για μένα ο δρόμος είναι δρόμος - στον εαυτό σου έτσι λες
τι πα να πει βρωμιά και πόνος - κατήφορος και προσβολές.

Για σένα ο δρόμος είναι δρόμος - τι πα να πει είναι στραβός
ποιο θάναι το φινάλε όμως - δεν το μαντεύεις ακριβώς

Δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξεις - έχει κι η λάσπη ηδονή
και με τη λάσπη θες να φτιάξεις - αγάπη σαν αληθινή


«Αγάπη σαν αληθινή… Αλλά κι ο άνθρωπος αλλάζει, δε μένει ο ίδιος!»

«Έλα που δεν αλλάζει… από την εφηβία και μετά μένει για πάντα ο ίδιος μαλάκας… Με ποιόν να τα κουβεντιάσει όλα αυτά; Μονάχα με τον εαυτό του μπορούσε, αλλά το δράμα του ήταν ότι ένοιωθε πάντα δέσμιος της κοινής λογικής και της κοινής γνώμης»

Να ‘χα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
και στο φινάλε να μη ντρέπομαι γι’ αυτό
να ‘χα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
και να μη θέλω απ’ τον κόσμο να κρυφτώ

Να ‘χα τη δύναμη να κάνω το δικό μου
στον εαυτό μου να μη λέω μη και μη
να χαστουκίσω μια φορά το λογικό μου
και ας πληρώσω σ’ οποιαδήποτε τιμή

Να ‘χα τη δύναμη να πω «έτσι μ’ αρέσει»
χωρίς να σκέφτομαι την κρίση του αλλουνού
παλιοζωή με πόσα «πρέπει» μ’ έχεις δέσει
με πόσα «πρέπει» μου παράλυσες το νου


«Αυτό σημαίνει ότι στην πραγματικότητα έκανε μια νορμάλ ζωή…»

«Όπως κάνεις εσύ κι εγώ… έκανε νορμάλ ζωή κι αυτό του έτρωγε τα σωθικά, όπως τρώει τα δικά σου και τα δικά μου…»

Έπεσε σιωπή για λίγο. Μπαίναμε σε γλιστερά μονοπάτια.

«Δεν είμαι ακόμα έτοιμος γι’ αυτή τη συζήτηση… Βάλε νερό της φωτιάς, βάλε και τραγούδι!»

«Έγινε!»

Στο θολωμένο μου μυαλό - ο κόσμος είναι μια σταλιά
κάτι σκιές απ’ τα παλιά -και κάποιο πάθος μου τρελό
στο θολωμένο μου μυαλό

Το θολωμένο μου μυαλό - μ’ έχει προδώσει προ πολλού
του λέω αλλού και τρέχει αλλού -με κάνει να παραμιλώ
το θολωμένο μου μυαλό

Του θολωμένου μου μυαλού - τους εφιάλτες τραγουδώ
κι αν σας επίκρανα ως εδώ - φταίει το πάθος του τρελού
του θολωμένου μου μυαλού


«Μοιραία, η αντίθεση με την κοινωνική σύμβαση οδηγεί στην τρέλα…»

«Πιο σωστά, στην επίκληση της τρέλας και της αναχώρησης, ως το ουτοπικό βασίλειο της πολυπόθητης ελευθερίας από τα δεσμά και τους καταναγκασμούς που συνεπάγεται η ζωή - με τους άχρηστους και κακούς ανθρώπους…»

Μη ζητάς να βρεις καλό - μπέσα μη ζητάς
στων ανθρώπων τις καρδιές - μέσα μη κοιτάς

Οι μισοί καλοί - σε μοναστηριού κελί
κι οι άλλοι σε τρελάδικο - από κακό κι απ’ άδικο

Μη ζητάς να βρεις καλό - μη βαρυγκομάς
και τα πάθη η ζωή - τα ‘φτιαξε για μας


«Χωρίς επιστροφή;»

«Χωρίς! Η τέχνη σου δίνει αυτή τη δυνατότητα, να είσαι απόλυτος – αυτό δηλαδή που σου αρνιέται η ζωή… Αν ο Άκης Πάνου δεν είχε τη δυνατότητα να ξορκίζει την τρέλα με το τραγούδι, ποιος ξέρει τι εξέλιξη θα είχε… Μπορεί και να γινόταν ένας καθωσπρέπει εργολάβος, μπορεί και να αυτοκτονούσε… Θα περίμενα από σένα να εντοπίσεις και να σχολιάσεις την καθαρόαιμη ηρακλείτεια αντίληψη του Πάνου για τη σχέση καλού –κακού στον κόσμο, αλλά άστο, άλλη φορά…»

Ασ’ τον τρελό στην τρέλα του και μη τον συνεφέρεις
τι κρύβει μέσα το μυαλό ενός τρελού δεν ξέρεις

Μπορεί να βρει στην τρέλα του αυτά πούχει ποθήσει
και που δεν αξιώθηκε να δει και ν’ αποκτήσει

Ας τον τρελό στην τρέλα του, άστονε στ’ όνειρό του
τον κόσμο αυτό σιχάθηκε κι έφτιαξε ένα δικό του


«Μισάνθρωπος;»

«Ούτε γι’ αστείο! Προστατευτικός, τρυφερός… δεν ήθελε να πικραίνει τους άλλους με τη δική του απελπισία…»

Μείνε πίκρα στην καρδιά μου και μη βγαίνεις
μη πικραίνεις και των άλλων τις καρδιές
τις χαρούμενες στιγμές τους μη μικραίνεις
μείνε πίκρα στην καρδιά μου και μη βγαίνεις

Μείνε πίκρα στην καρδιά κι ας με πληγώνεις
ας σκοτώνεις το κορμί μου και το νου
σκότωσέ με, αλλά μη με ταπεινώνεις
μη με ρίχνεις μπρος στα μάτια του αλλουνού

Μείνε πίκρα στην καρδιά και οι μονομάχοι
δε ζητάνε παρηγόρια και φιλί
μες το αίμα τους ο θάνατος υπάρχει
κι απ’ το τέλος τίποτ’ άλλο πιο πολύ


«Δημοσθένη, με έχεις ισοπεδώσει…»

«Εγώ;»

«Εσύ, αυτός, το Jhonny…»

«Εντάξει, θα σε πάω τότε σε μια άλλη περιοχή, διαφορετική: τον έρωτα»

«Επιτέλους!»

«Μη βιάζεσαι να πανηγυρίσεις. Ο έρωτας του Άκη Πάνου δεν είναι ο γλυκός, παιδιάστικος και απλοϊκός έρωτας των άλλων στιχουργών…»

«Ποιών;»

«Μπορεί να συγκριθεί μονάχα με τους μεγάλους: Γκάτσο, Παπαδόπουλο, Παπαγιαννοπούλου…»

«Και;»

«Στο λαϊκό ερωτικό τραγούδι ο στίχος του δεν έχει το ταίρι του σε επίπεδο μαστοριάς. Κάθε φορά νομίζεις ότι παίζεται μπροστά σου ένα μικρό θεατρικό έργο – και είναι τόσο δυνατές οι εικόνες που πανεύκολα ο ακροατής ταυτίζεται και πρωταγωνιστεί ο ίδιος! Με άλλα λόγια, το τραγούδι λειτουργεί απόλυτα… Αλλά είναι πάντα ο ίδιος δημιουργός – αληθινός, αρνιέται να βάλει λουλουδάκια και συννεφάκια, είναι πικρός, δεν ωραιοποιεί, δε φαντασιώνεται, δε χάνει από τα μάτια του ολόκληρο το ματωμένο πεδίο της ζωής, ξέρει πολύ καλά τι θα γίνει την άλλη μέρα… Είναι ο μεγάλος ποιητής του χωρισμού στο λαϊκό τραγούδι…»

Ως την ώρα που θα φύγω θέλω να ΄μαστε αγκαλιά
θα πονέσουμε πιο λίγο μεθυσμένοι απ’ τα φιλιά

Δώσμου να πιω κι άλλο λίγο κι άλλο λίγο
Δώσμου να πιω ξημερώνει και θα φύγω

Της αγάπης το μεθύσι θα τελειώσει το πρωί
η αυγή θα μας χωρίσει και θ’ αλλάξουμε ζωή

Στο ρολόι τρέχει η ώρα να μας φέρει χωρισμό
και με τα φιλιά σου τώρα ξεγελάω τον καημό


«Τι είναι πιο σπουδαίο; Ο έρωτας – ή να αγαπάς τον άλλον;»

«Το ένα είναι η λαχτάρα της ψευδαίσθησης του μη πεπτοκότως, του απολύτου – το άλλο η συνάφεια με το πρόσωπο… και τα δυο είναι σπουδαία και απαραίτητα!»

«Τι είναι αυτό που σου αναδεικνύει καλύτερα την τραγικότητα – ο έρωτας ή η αγάπη;»

Ο Δημοσθένης με κοίταξε συλλογισμένος.

«Η πτώση από τον απόλυτο έρωτα στην αγάπη, το σημείο της απώλειας είναι ακριβώς το σημείο της απόλυτης απόγνωσης… Καπνίζεις;»

«Όχι, εδώ και δυο χρόνια. Αλλά δεν το κατάλαβα αυτό που είπες…»

«Εγώ τρία… αλλά συντηρώ αυτά τα partagas, για κάτι τέτοιες βραδιές»

Ανάψαμε τα πούρα. Δε μπόρεσα να αποφύγω τη σκέψη πως αν με έβλεπε η γυναίκα μου θα με απόπαιρνε, αλλά αυτό δε με αποθάρρυνε.

«Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω μ’ ένα παράδειγμα… Όσο θα καπνίζουμε και θα ακούμε, θα σου αφηγηθώ μια μικρή ιστορία…»

Κάθισα πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα.

Δεν κλαίω που φεύγεις – δεν κλαίω για τώρα
δεν κλαίω την ώρα - του αποχωρισμού

Κλαίω την ώρα του γυρισμού
κλαίω την ώρα του σπαραγμού
κλαίω για την ώρα που δε θα ΄χω πια
ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ.

Κλαίω την ώρα του γυρισμού
με τα σημάδια του χαλασμού
κλαίω για την ώρα που δε θα ΄χω πια
ψυχή να σου πω σ’ αγαπώ.

Δεν είν’ από ζήλια - που σφίγγω τα χείλια
και κλαίω μπροστά σου - χωρίς να ντραπώ


«Ήτανε, καληώρα, Νοέμβρης, αρχές της δεκαετίας του ’90. Το πρωί στο Πανεπιστήμιο η Πηγιώ θυμήθηκε τα γενέθλιά μου. Ξεκίνησε από τη σχολή της και ήρθε ως τη Νομική. Μου είχε πάρει και δώρο: μια καλόγουστη τσιμπίδα για γραβάτα, απ’ αυτές που πιάνεις μαζί τη γραβάτα και το πουκάμισο – και μένει η γραβάτα στη θέση της. - Να τη φοράς και να με σκέφτεσαι… μου είπε. Άπλωσε τα χέρια της και έπιασε τα δικά μου. Ένοιωσα τη θέρμη της να μεταφέρεται στο σώμα μου, αλλά προσπάθησα να μείνω ψυχρός… Με αγκάλιασε, με φίλησε – ένα φιλί που αναγκάστηκα να διακόψω βιαστικά, καθώς κάποιος χτυπούσε την πόρτα του γραφείου. Ήταν δυο φοιτητές, που ήθελαν κάτι να ρωτήσουν. Η Πηγιώ έφυγε, στεναχωρημένη. Όταν έμεινα μόνος συνειδητοποίησα ότι περίμενε να της προτείνω να βρεθούμε - για να γιορτάσουμε μαζί. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα το είχα κάνει. Αλλά τώρα πια κυριαρχούσε στο μυαλό και την ψυχή μου η εικόνα της Ελισάβετ. Της είχα τηλεφωνήσει και για να την πείσω να βγούμε και επειδή την έβλεπα να δυσκολεύεται, της είπα πως έχω γενέθλια. Ήρθε στο γραφείο, εδώ που είμαστε τώρα, λίγο μετά που τελείωσα τη δουλειά. Αεράτη, πανέμορφη, χαμογελαστή. - Χρόνια σου πολλά! ευχήθηκε και με φίλησε στο μάγουλο. Μείναμε αγκαλιασμένοι (τρόπος του λέγειν) το ένα όγδοο του χρόνου που είχε κρατήσει το αγκάλιασμα της Πηγιώς. Μου έδωσε το δώρο μου – μια πανάκριβη, πανέμορφη γραβάτα. Στο σημείο αυτό έγινε η πρώτη μοιραία κίνηση: Φόρεσα τη γραβάτα Έλλης και την στερέωσα με το δώρο της Πηγιώς. Στο κάτω κάτω και οι δυο ήταν φοιτήτριες στο τρίτο έτος του Ιστορικού της Φιλοσοφικής. Αλλά, τόσο διαφορετικές γυναίκες…»

Ήταν ψεύτικα τα γλυκόλογά της όλα -ήταν ψεύτικα
Βρήκα την καταστροφή μου κι ερωτεύτηκα -όλα ψεύτικα

Ήταν κάλπικα τα φιλιά που μου πουλούσε -ήταν κάλπικα
Κι όταν είδα την αλήθεια πόσο ντράπηκα -όλα κάλπικα

Ήταν θάνατος το πιοτό που με κερνούσε -ήταν θάνατος
Και δεν είμαι από πέτρα ούτε αθάνατος- ήταν θάνατος


«Έμπειρες γυναίκες;»

«Τι σημασία έχει; Ο έρωτας στη ζωή, ο εκάστοτε τελευταίος, αλλάζει δραστικά όλα τα προηγούμενα…»

«Άρα…»

«Άρα το θέμα δεν είναι ποτέ η παρθενία – είναι πάντοτε ο τελευταίος έρωτας! Η παρθενία είναι σημαντικό θέμα για τους αστοιχείωτους, για τους αμόρφωτους, για τους χαζούς… Στον έρωτα εφαρμόζεται πλήρως το "οι έσχατοι έσονται πρώτοι…" κι ο θάνατος οριστικοποιεί τον τελευταίο έρωτα ως τον μοναδικό έρωτα ολόκληρης της ζωής…»

«Μμ, δεν το είχα σκεφτεί έτσι… Αλλά τι σχέση έχει ο Άκης Πάνου με τους νεανικούς σου έρωτες;»

«Θα δεις… όσο για το νεανικούς, έκλεινα τότε τα τριάντα πέντε… Πήγαμε με την Έλλη για φαγητό και μετά γραμμή στο "ΔΙΟΓΕΝΗ" – ήταν η πρώτη βραδιά που έπαιζε εκεί ο Άκης Πάνου»

«Μιλάς για το σκυλάδικο, απέναντι από το σταθμό;»

«Ακριβώς. Μπήκαμε γύρω στις δώδεκα, δεν είχε ακόμα πολύ κόσμο. Τα γκαρσόνια τσακίστηκαν να μας περιποιηθούν, μας έβαλαν μπροστά. Εκείνη την ώρα οι μουσικοί έπαιρναν τις θέσεις τους …αλλά να δεις πως!»

«Είμαι έτοιμος ν’ ακούσω…»

«Στην πρώτη σειρά πέντε μπουζούκια – το μεσαίο ο ίδιος ο Άκης. Δεύτερη σειρά, αποπίσω, πέντε τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Και τρίτη σειρά, λιγάκι ανάκατη αυτή, έξι όργανα. Σύνολο, δεκαέξι άτομα»

«Καλό ακούγεται…»

«Ήταν ο καλύτερος ήχος που άκουσα ποτέ σε μαγαζί - ακόμα καλύτερος κι απ’ αυτόν που βγαίνει στους δίσκους του. Ο Πάνου είχε προσέξει και την παραμικρή λεπτομέρεια στην ακουστική – δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω ότι την είχε επιμεληθεί ο Νίκος ο Παπάζογλου... Ήχος λαϊκός, γεμάτος, σίγουρος, μαγικός, εκπληκτικές, μοναδικές ερμηνείες…»

«Στο σκυλάδικο; Μήπως υπερβάλλεις;»

«Όχι, το αυτί είναι το μοναδικό γυμνασμένο σημείο του σώματός μου, όπως είπε ο Σαββόπουλος… Ξαναπήγα δυο χρόνια αργότερα σε άλλο μαγαζί, ένα φοιτητομάγαζο στις Σαράντα Εκκλησιές, το "ΜΥΣΤΙΚΟ" – και τον ξανάκουσα. Καμία σχέση, μας είχαν και τον ένα πάνω στον άλλο… Εκείνη τη φορά στο "ΔΙΟΓΕΝΗ" πιστεύω πως ήταν η κορυφαία στιγμή του, δεδομένου ότι έχουμε και τη ζωντανή ηχογράφηση στο "ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ" Άλλωστε, δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε - και τον βρήκαν η αρρώστια και ο φόνος…»

Όταν σε κοιτώ στα μάτια δεν μπορείς να μου κρυφτείς
κάτι σ’ έκανε να κλάψεις και να πικραθείς

Για κοίτα με στα μάτια λοιπόν και ‘ξηγήσου
που είναι το ζεστό το γλυκό το φιλί σου
δεν είχες μυστικά από μένα θυμήσου
για κοίτα με στα μάτια λοιπόν

Όταν σε κοιτώ στα μάτια μη τα ρίχνεις χαμηλά
βάζω μέσα στο μυαλό μου πράγματα τρελά


«Όταν είσαι ερωτευμένος ανεβαίνεις αναβαθμούς, ψάχνεις κάτι πιο κοντά στο είναι, κολυμπάς προς την ανεύρεση του απόλυτου Άλλου – και απαξιώνεις το παρελθόν σου γιατί κρίνεις τον προηγούμενο χρόνο μονάχα με το κριτήριο του παρόντος…»

«Κατάλαβα, ήσουν ερωτευμένος με την Έλλη - και σου ξύνιζε η Πηγιώ…»

«Η σωστή οπτική του παρελθόντος είναι μονάχα η οπτική του ερωτευμένου… δίνεις τη συμβατή διάσταση που αρμόζει στο παρελθόν σου…»

«Δεν είμαι σίγουρος ότι σε παρακολουθώ… Η Έλλη τι έκανε τότε, στο "ΔΙΟΓΕΝΗ";»

«Δε μπορώ να πω ότι την εύρισκε, αλλά δε δυσανασχετούσε κιόλας… Ξαφνικά βλέπω να περνά από μπροστά μου μια γνώριμη μορφή – η Πηγιώ είχε έρθει στο μαγαζί με δυο νεαρούς και κάθισαν στο διπλανό τραπέζι!»

«Ωχ…»

«Ήξερε η μία για την άλλη, γνώριζαν και οι δύο ότι η μία ερχόταν και η άλλη έφευγε – αλλά ο κόμπος της βραδιάς ήταν ότι η μία δεν ήθελε καθόλου να φύγει και η άλλη παρίστανε ότι δεν είχε αποφασίσει αν θα έρθει…»

«Και συ στη μέση…»

«Δίπλα στην ‘Ελλη και ακριβώς απέναντι από την Πηγιώ…»

Η πρώτη δύσκολη στιγμή ήταν για σένα αφορμή
να μην μπορείς να με κοιτάξεις μες στα μάτια
η πρώτη δύσκολη στιγμή ήταν για μένα αφορμή
να μάθω πόσα μας χωρίζουν σκαλοπάτια

Είναι τόσο μικρό το κουράγιο
όταν δεν αγαπά η καρδιά
το δικό σου κουράγιο σ’ αφήνει
με την πρώτη την ανηφοριά

Η πρώτη δύσκολη στιγμή ήταν για σένα αφορμή
καινούριο δρόμο να χαράξεις και πορεία
η πρώτη δύσκολη στιγμή ήταν για μένα αφορμή
να γράψω τέλος στη μικρή μας ιστορία


«Έτυχε τώρα η Πηγιώ να λατρεύει τα τραγούδια του Άκη Πάνου – και μου το τραγουδούσε αυτό από απέναντι… και το επόμενο…»

Μπορείς να κάνεις ό,τι θές
μπορείς και να μη μ’ αγαπάς
και να χαρίσεις όπου θέλεις τα φιλιά σου…

Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
να το ξεχάσω δε μπορώ
ακόμα κι αν θα στερηθώ την αγκαλιά σου

Πήρα απ’ το χέρι σου νερό
τώρα θα πάρω τον καημό
και θα γυρίσω στα παλιά μου τα λημέρια

Εκεί που σβήνει η ζωή
εκεί που σβήνει η χαρά
εκεί που χάνονται ο ήλιος και τ’ αστέρια


«Έβλεπα τα κόκκινα χείλη της να ανοιγοκλείνουν, τα μαύρα της μάτια νοτισμένα… Κάτι πόνεσε μέσα μου…»

«Μη τα θες όλα δικά σου – το "φεύγα" έχει κάποιο κόστος και γι’ αυτόν που το δίνει…»

«Μεγάλο κόστος… όταν κοιτάζεις έναν τελειωμένο έρωτα δε μπορείς να μην ανασύρεις ζωντανές μνήμες – κάτι υπάρχει, κάτι σαλεύει… Δε μπορείς να μιλήσεις εν ψυχρώ… Έφερνα στο μυαλό μου αυτά που μου είχε πει το πρωί, στο πανεπιστήμιο…»

«Τι είχε πει;»

«Όταν είμαι με τους άλλους νιώθω πως κάθεσαι δίπλα μου και άθελά μου αναπαράγω δικές σου λέξεις, μιλάω όπως μιλάς εσύ – χωρίς να το καταλαβαίνω… Σου χρωστάω κάτι βαθύτερο από τον έρωτα… κι εσύ πάντα με έχεις δεύτερη… ο έρωτάς μου άνθισε γιατί δεν ολοκληρώνεται όπως θέλω – κι όσο βρίσκει εμπόδια τόσο φουντώνει…»

«Ωχ… τέτοια έλεγε;»

«Τέτοια… Διάβαζε τα βιβλία μου, άκουγε τα τραγούδια και τις μουσικές που άκουγα εγώ, ήθελε να γνωρίσει τους φίλους μου, κάθε τι που είχε σχέση με μένα… Η μεγάλη της δύναμη ήταν η απόλυτη παράδοση της…»

«Πως μπορείς και μιλάς γι αυτά τόσο ψύχραιμα;»

«Ο έρωτας αυτός δεν υφίσταται πλέον, μπορώ λοιπόν και τον αναλύω… Εξάλλου, όταν είσαι ερωτευμένος μπορείς και στέκεσαι στο παρελθόν σου κριτικά, αποτιμάς, εκτιμάς… ναι, είμαι ερωτευμένος, αλλά ας μείνουμε στο θέμα μας… Η Έλλη δεν άργησε να καταλάβει ότι η Πηγιώ έκανε παιγνίδι και αποφάσισε να εκδηλωθεί δυναμικά. Παίζει η ορχήστρα τον "ΠΥΡΕΤΟ" – κι αυτή κολλάει πάνω μου και είναι όλο γλύκες…»

Στη ζωή μου κάθε μία, καθεμία γνωριμία
μια καινούρια τρικυμία, ένας άλλος πυρετός
κάθε νέα γνωριμία, όνειρα με συντομία
μια ελπίδα καθεμία κι ένας πόνος δυνατός

Κι αν εσύ δεν είσαι απ’ αυτές
κι αν εσύ δε φταις - τι πρέπει να γίνει
όταν πάρουν όλα φωτιά, τα κάψει η ψευτιά
τι θέλεις να μείνει, τι θέλεις να μείνει

Στη ζωή μου καθεμία, καθεμία γνωριμία
μια γλυκιά λιποθυμία, μια παγίδα του καημού
μάθε νέα γνωριμία, όνειρα με συντομία
κι ένα βήμα κάθε μία προς τα χείλη του γκρεμού


«Και η άλλη;»

«Εξακολουθεί να με κοιτάζει και να τραγουδάει… δεν ξέρει ότι κάθε έρωτας είναι θνησιγενής, γιατί ο άνθρωπος είναι προϊόν της πτώσης…»

«Ή ακολουθεί την αναπόφευτη εξέλιξη από το είναι στο μηδέν…»

«Έστω… και στις δυο περιπτώσεις ο έρωτας είναι καταδικασμένος, γιατί ο ερωτευμένος διαισθάνεται πως ο άλλος αδυνατεί να είναι ο Άλλος με Α κεφαλαίο… όταν τον ερωτεύεσαι είναι θεός, μετά ανακαλύπτεις ότι είναι κι αυτός πεσμένος ή βαδίζει προς το μηδέν…»

«Σα να ακούω το Χρήστο Γιανναρά… σχεδόν…»

«Ναι; Θα είναι σύμπτωση… Η Πηγιώ δεν τα ξέρει αυτά, δε μπορεί να κάνει καμιά ανάλυση γιατί είναι φουλ ερωτευμένη, βρίσκεται δηλαδή εκτός κάθε δυνατότητας για κατανόηση αυτού που της συμβαίνει, δεν έχει περάσει ακόμα από το βίωμα στην έννοια, δεν έχει καμιά διαίσθηση αμφιβολίας, ασκεί με όποιον τρόπο μπορεί αυτά που διαφοροποιούν τον έρωτα από την αγάπη…»

«Και ποια είν’ αυτά;»

«Η ζήλεια και η διεκδίκηση, φυσικά… Η Πηγιώ τραγουδάει και διεκδικεί αυτό που θεωρεί ότι είναι ο απόλυτος έρωτας…»

Του κόσμου το περίγελο χαράματα περνάει
μπροστά στο παραθύρι της και σιγοτραγουδάει

Του κόσμου το περίγελο κατάντησε να γίνει
και όλ’ αυτά για χάρη της – και όλ’ αυτά για κείνη

Του κόσμου το περίγελο περνά κι αναστενάζει
έχει στα στήθια του φωτιά μα ποιος τη λογαριάζει.


«Σκούρα τα πράγματα…»

«Εντελώς σκούρα… Ο έρωτας σέρνει μέσα του την παιδικότητα, όπως η τέχνη σέρνει μέσα της την τραγικότητα - γι αυτό κάνουμε συνέχεια βλακείες οι ερωτευμένοι… Κάνουμε βλακείες γιατί εισπράττουμε τον έρωτα ως βίωμα και όχι ως έννοια… και το βίωμα είναι κάτι ιδιαίτερα εύθραυστο, επισφαλές, ανασφαλές, είναι και μοναδικό με την έννοια ότι δεν δεν αναπαράγεται ποτέ επακριβώς, δεν περιγράφεται κιόλας εύκολα – εκτός αν είσαι μεγάλος μαΐστορας… Το χειρότερο όμως είναι όταν οι βιωματικές σχέσεις αφορούν περισσότερους από δύο… Είμαι με μια γυναίκα που τη θέλω σαν τρελός, αλλά δεν έχει ιδέα από τα τραγούδια που γουστάρω… και την άλλη απέναντι να δίνει τα ρέστα της με αυτά – και να μου ξαναφουντώνει τη λαχτάρα…»

«Ε, όχι!»

«Ε, ναι… ο αναμάρτητος ας βάλλει πρώτος τον λίθον…»

«Και τι κάνεις;»

«Πίνω – ακούω – τραγουδάω… και η Πηγιώ το ίδιο… Αντί να βαδίσω σταθερά και αταλάντευτα από το βίωμα στην έννοια, ξαναγυρίζω στο βίωμα και ερωτεύομαι ξανά την ίδια γυναίκα, αλλά δεν παύω καθόλου να είμαι εξίσου ερωτευμένος με την Έλλη…»

«Πως γίνεται αυτό;»

«Φαίνεται ότι στα χρωμοσώματά μου δεν διαθέτω ίχνος από το γονίδιο της αποκλειστικότητας…»

Όταν είδα πως θα φύγεις - κόντεψα να τρελαθώ
μα δε μπόρεσα να κλάψω - και να παραπονεθώ

Ούτε αχ δε θα πω - αφού έδωσα μπέσα
σε μια μαύρη καρδιά - που δε μ’ έβαλε μέσα

Ρίξε με κι εσύ πιο κάτω -να με πάρει ο ποταμός
Να με φάει το σκοτάδι -να με λιώσει ο καημός


«Και οι δυο νεαροί που ήταν με την Πηγιώ;»

«Αυτοί ήταν ζευγάρι μεταξύ τους… Δεν ενόχλησαν κανέναν. Αλλά θυμάμαι ακόμα πως έγειρε η Πηγιώ το κεφάλι της στον ώμο ενός απ’ αυτούς και τραγουδούσε αυτό το τραγούδι…»

Ξέρω, πως θα φύγεις μακριά μου - μέσα από την αγκαλιά μου
θα πετάξεις σαν πουλί
Ξέρω, πως θα κλάψουμε κι οι δύο - στο πικρότερο αντίο
στο πικρότερο φιλί

Κι όταν σημάνει η ώρα - τότε καρδιά μου χρυσή
τη μεγαλύτερη μπόρα - θα την περάσεις εσύ

Στάλα, δεν με ρώτησες μια στάλα - αν χωράν μαζί με τα’ άλλα
τα φαρμάκια τούτα δω
πίσω, πότε θα γυρίσεις πίσω - πόσες νύχτες θα μετρήσω
ώσπου να σε ξαναδώ…


«Το εννοούσε;»

«Απολύτως… αφού είμαστε ακόμα και τώρα μαζί…»

«…»

«…και η Έλλη είναι η γυναίκα μου, η μητέρα της κόρης μου»

«…»

«Πάρε χρόνο να τα εμπεδώσεις… και άκουσε αυτό…»

Με το μυαλό μου σε μισώ, με τις αισθήσεις σ’ αγαπώ
είν’ ένα αίσθημα μισό, το ξέρεις πριν να σου το πω
με το μυαλό μου σε μισώ, μα είναι το πάθος μου τρελό
και σταματάει το μυαλό και με φιλάς και σε φιλώ

Και τότε τραγουδάει η καρδιά
και ο νους σταματάει, σωπαίνει
και τότε, τότε μόνο η αγάπη υπάρχει -
το μίσος πεθαίνει!

Με το μυαλό παρακαλώ, να ήσουν όνειρο κακό
με τις αισθήσεις σε ζητώ, σαν δηλητήριο γλυκό…


«Το βάζει συχνά πυκνά η Πηγιώ, όταν πηγαίνω στο σπίτι της… εγώ κάνω πως δεν καταλαβαίνω, αλλά μέσα μου με τρώει…»

«Γιατί δεν την παντρεύεσαι τότε;»

«Μα είναι ήδη παντρεμένη…»

«Τότε, φύγε!»

«Τι εύκολες που τις έχεις τις συνταγές… Η λεπτομέρεια είναι ότι έχει δυο γιούς – δικούς μου…»

«…»

«Ξέρω, μύλος… τρέμω συνέχεια μη τυχόν και διαταραχτεί η ισορροπία… όσο υπάρχει ηρεμία με την Πηγιώ, μπορώ να χειρίζομαι εύκολα και την άλλη, αλλά κάθε τρεις και λίγο με φέρνει στο σημείο να θέλω να τινάξω τα πάντα στον αέρα! Όταν χάνεις με 4-0, τι σε πειράζει το 5-0; Έτσι κι αλλιώς – τάχεις δει όλα!»

«Και η Έλλη;»

«Με την Έλλη έζησα καλά στην αρχή… ερωτευμένος, έστω με το αγκάθι της Πηγιώς… Αλλά, μοιραία, κάποτε το πρόσωπο του πόθου απαξιώνεται, το βλέπεις χωρίς παραμορφώσεις και μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για μια ασήμαντη, αδιάφορη ύπαρξη… Έχω ξεκινήσει τρεις φορές τη διαδικασία να χωρίσω, αλλά δε μπορώ… για πολλούς λόγους. Φυτοζωούμε μαζί, ο ένας προσπαθεί να μην πληγώνει τον άλλον, αλλά… Με τα χρόνια έχει μάθει κι αυτή να ακούει Άκη Πάνου και μου κάνει και πλάκες. Προχτές, τι έβαλε στο στέρεο, έτσι αναπάντεχα - και βούηξε το σπίτι;»

Μέσα στα δικά σου χέρια έπεσα και χάθηκα
μέσα στα δικά σου χέρια, σαν ανθός μαράθηκα

Ήταν τα δικά σου χέρια φίδια που με πνίγανε
κι όσο πιο πολύ πονούσα, τόσο με τυλίγανε

Μέσα στα δικά σου χέρια μόνο τυραννήθηκα
τώρα είμαι σ΄ άλλα χέρια και ξαναγεννήθηκα


«Είναι πράγματι σε άλλα χέρια;»

«Μακάρι να ήταν… αλλά όχι, προτιμά να ψήνεται κι αυτή στη δική μου θράκα – και να ψήνει κι εμένα… Ο έρωτας, όπως κι ο θάνατος, έχει τρομερή οριστικότητα, έτσι τον νοιώθεις δηλαδή – έτσι τον νοιώθει ώρες ώρες και η Έλλη –είναι πολύ βίαιο, πολύ δύσκολο πράγμα να μην είναι σαρκωμένος ο λόγος του, να απευθύνεσαι σε έναν παρόντα – απόντα… Βάζει που λες το τραγούδι, ακούγεται σε όλη τη συνοικία, λέω θα ηρεμήσει. Αμ δε… καπάκι το επόμενο…»

Και τι δεν κάνω - την πικραμένη σου ζωή για να γλυκάνω
και συ μου δίνεις και μια πίκρα παραπάνω – για πληρωμή

Αμαρτία μεγάλη - μια καρδιά που για σένα
λαχταράει και πεθαίνει - να τη βλέπεις σαν ξένη

Και τι δεν κάνω - για να βρεθώ στην αγκαλιά σου, τι δεν κάνω
και μ’ αποφεύγεις σαν αλήτη σα ζητιάνο - κάθε στιγμή


«Μέχρι ένα σημείο προσπαθούσα να μαντέψω το ζωτικό μύθο που είχε φτιάξει στο κεφάλι της για να χειρίζεται τις οδυνηρές απουσίες μου, κάποτε τα παράτησα… Είναι προχθές, Κυριακή απογευματάκι, ξέρει ότι σε λίγο θα φύγω και υποθέτω ότι καταλαβαίνει πως θα πάω στην άλλη, γι’ αυτό μου τα κάνει αυτά… και ρίχνει και το τρίτο, για να μ’ αποτελειώσει…»

Δε μου κάνει αίσθηση καμία, αν θα φύγεις τούτη στη στιγμή
φύγε να κοπάσει η τρικυμία, φύγε, να μερώσουν οι καημοί

Άνοιξε τα χέρια σου να φύγω, μη με τυραννάς μη με κρατάς
βρήκα το κουράγιο μου για λίγο, σα δικό σου πια μη με κοιτάς

Μα τα είν’ αυτά που λέω, θεέ μου θεέ μου
χωρίς αυτήν ποτέ μου ποτέ μου ποτέ μου -
δεν θα μπορούσα να ζήσω και να ξαναγαπήσω


«Τι τραβάς βρε Δημοσθένη… και που θα βγάλει αυτή η κατάσταση;»

«Ποιο θάναι το φινάλε όμως, δεν το γνωρίζω ακριβώς…»

«Νοιώθεις τύψεις;»

«Ούτε ίχνος! Κρατάω όλες τις δυνάμεις μου για να αντιμετωπίσω αξιοπρεπώς τη συντριβή που βλέπω νάρχεται με μεγάλες δρασκελιές προς το μέρος μου… φεύγω από το σπίτι αναστατωμένος, πηγαίνω στην Πηγιώ, μου ρίχνει κι αυτή το βέλος της…»

Σ’ έχουν γεννήσει δυο καημοί
και της καρδιάς οι στεναγμοί -σ’ έχουν γλυκάνει
Όμως σε δίκασε η ζωή
πρωτού χαράξει το πρωί - να ‘χεις πεθάνει

Παράνομη αγάπη κουρασμένη
ταλαίπωρη αγάπη και πικρή
πλασμένη να πεθάνεις κολασμένη
και να ‘ναι η πορεία σου μικρή

Παράνομη αγάπη γεννημένη
εκεί που δε χαράζει ο ουρανός
απ’ όλους τους ανθρώπους δικασμένη
και δίχως τη συμπόνια κανενός

Ζητάει μια πόρτα να κρυφτεί
η γη ανοίγει να θαφτεί - και να γλιτώσει
Μακριά απ’ του κόσμου την οργή
που θέλει να ‘βρει αφορμή - να την πληγώσει


Πριν τελειώσει το τραγούδι, χτύπησε το τηλέφωνο του γραφείου. Ο Δημοσθένης χαμήλωσε την ένταση και σήκωσε το ακουστικό

«Ναι, καλησπέρα… Εδώ είναι, να σας τον δώσω… Η γυναίκα σου…»

Και κοροϊδευτικά, χωρίς να ακούγεται:

«Έ –φο – δος!»

Η καλή μου ήθελε –δήθεν – να φέρω φρέσκο γάλα στο σπίτι

«Που να βρω γάλα, τέτοια ώρα;»

«Α, βλέπω παρακολουθείς και την ώρα…»

Έκλεισε ήσυχα το τηλέφωνο. Κοίταξα το ρολόι μου: μία και είκοσι!

Ένα ρολόι μούχες χαρίσει
Που το κοιτούσα όταν αργούσες
Και το ρωτούσα αν μ’ αγαπούσες

Θα το δώσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι
Να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς


Τραγουδούσαμε μαζί με το Δημοσθένη, που είχε ανοίξει το δεύτερο μπουκάλι – και πρόσφερε κι άλλα partagas.

«Στο μαγαζί στις Σαράντα Εκκλησιές, νάσου ξαφνικά ο Λουκιανός Κηλαϊδόνης, ανεβαίνει στην ορχήστρα, βγάζει ένα μικρό θαυμαστικό λόγο - και λέει αυτό το τραγούδι…»

Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
η ώρα που γεννιέται η ζωή
η ώρα που ταιριάζει η αναπνοή σου
μαζί με τη δική μου αναπνοή

Κι αν είναι η αρχή στην κατηφόρα
η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα

Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
η ώρα που μου σβήνεις τον καημό
η ώρα που κι η σκέψη μου πεθαίνει
και που δεν θέλω νάχει τελειωμό

Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
η ώρα που μ’ αρέσει να πονώ
η ώρα που σου δίνω την ψυχή μου
χωρίς να νοιώθω τίποτα φτηνό


«Να κι ένα ερωτικό κομμάτι, που δεν έχει τύψεις, δάκρια, χωρισμούς… αν αφήσουμε κατά μέρος το φόβο της κατηφόρας… Υπάρχει και δεύτερο;»

«Βεβαίως! Κι αυτό δηλαδή με υπονοούμενες ενοχές και απωθημένο φόβο για το μέλλον…»

Σε πότισα το πιο γλυκό μου δάκρυ
με πότισες τον πιο γλυκό καημό
σε άγγιξα στ’ ονείρου μου την άκρη
και στράγγιξα τον πρώτο στεναγμό

Θα κλείσω τα μάτια, θ’ απλώσεις τα χέρια
θαρθούν να φωλιάσουν λευκά περιστέρια
αγάπη μου πρώτη, αγάπη μεγάλη
θα κλείσω τα μάτια και όπου με βγάλει

Λαχτάρησα ζωή απ΄ τη ζωή σου
λαχτάρησες το φως τ’ αυγερινού
στα σύννεφα περπάτησα μαζί σου
κι ανοίξανε οι πόρτες τ’ ουρανού


«Εκείνο το βράδι στο ΔΙΟΓΕΝΗ, λες και χαράχτηκε η ζωή μου, λες και μοιράστηκε στα δυο για πάντα. Που να το φανταστώ όμως - τότε; Θυμάμαι προς το τέλος, όταν με είχε νοτίσει το ποτό για τα καλά, θέλησα να ρίξω και τις στροφές μου… έβγαλα τη γραβάτα - θεωρώ ξεφτίλα να χορεύεις ζεϊμπέκικο γραβατωμένος- και βρέθηκα στην πίστα. Εγώ χόρευα – οι δυο κοπελιές χτυπούσαν παλαμάκια μπροστά μου…»

Βρήκα την πόρτα σου κλειστή και το κλειδί παρμένο
κοντεύουνε χαράματα κι απ’ έξω περιμένω

Γιατί καλέ γειτόνισσα, αφού σου τηλεφώνησα
και είπες πως θ’ αφήσει το κλειδί
γιατί σκληρή γειτόνισσα παιδεύεις την καρδούλα μου
γιατί με βασανίζεις δηλαδή

Πότε μου λες πως δε με θες και πότε με γυρεύεις
ας ήξερα πως σκέφτεσαι και τι θεό λατρεύεις


«Ποιητική εικόνα…»

«Ναι, βέβαια… Από τότε χορεύω συνέχεια και με τις δυο, αλλά σαν αναστενάρης… Ξέχασα και τη γραβάτα και την τσιμπίδα της στο μαγαζί…»

Δεν ήθελα να το διαλύσουμε ακόμα, αλλά λόγοι ανωτέρας βίας… Ο Δημοσθένης με πήγε ως την πόρτα.

«Βλέπεις όμως, ασκούμαι στην εγκράτεια… Απόψε δεν έστειλα SMS!”

«Που να στείλεις SMS;»

«Μα, στη γυναίκα που αγαπώ…»

«…»

«Δεν την ξέρεις… Ήταν ασκούμενη στο γραφείο ως πριν λίγες βδομάδες, τώρα είναι με μια φίλη της στην Κρήτη, το πουλάκι μου… Αλλά συγκρατιέμαι - δε στέλνω μήνυμα… Προχθές, σε μια κρίση επάνω, αυτή δεν απαντούσε - κάλεσα 96 φορές… είχε 96 αναπάντητες στο κινητό της – σε μισή ώρα μέσα, μου το είπε το βράδυ που με πήρε εκείνη…»

Τον κοίταξα καλά καλά, μου φάνηκε πως το μάτι του ήταν θολό, αλλά με τη σούρα που είχα δεν ήμουν πια σε θέση να κάνω ακριβείς παρατηρήσεις –ούτε κανενός είδους κρίσεις. Κούνησα το κεφάλι μου και άνοιξα την πόρτα του ανσανσέρ. Από μέσα ακουγόταν ακόμα το τελευταίο τραγούδι της βραδιάς:

Ποντάρει σ’ άλογο κουτσό - και παίρνει πεντακόσα
Κι εγώ ποντάρω σ’ αετό - και χάνω κάπου τόσα

- Μολάγα τα μολόγα τα
- Τα φράγκα μοιρολόγα τα
- Τι γίνανε μολόγα τα
- Χορτάρι για τ΄αλόγατα

Σηκώνει τον ιππόδρομο - μ’ ένα παλιοκοσάρι
και γω αδειάζω καφετιά - και γίνονται κριθάρι

Αν θέλει η τύχη η στραβή - στα φαίρνει και στα δίνει
αλλιώτικα σε κυνηγά - στα παίρνει και σε γδύνει

- Μολάγα τα μολόγα τα
- Τα φράγκα μοιρολόγα τα
- Που τάφαγες μολόγα τα
-Τα φάγανε τ’ αλόγατα…


(Αφιερωμένο στον Θ. - καλλιτέχνη της Νομικής επιστήμης)
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2005 |


50 Comments:


  • At 12:06 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    "..κάτω στο χαμένο καί ζήτω στον απάνω!"
    Ηλίας

     
  • At 12:27 π.μ., Blogger Πάνος

    "..ζήτω στο χαμένο και κάτω στον απάνω!"

     
  • At 1:25 π.μ., Blogger eryx-t

    Ωχ.. αψήφησα τις προειδοποιήσεις και μπήκα... μάλλον στους ζαλισμένους ανήκω... καλά να πάθω λοιπόν


    Πάντως πρόκειται για μουσικό θεατρικό κομμάτι-σενάριο πολύ ωραίο που θα μπορούσε κάλλιστα (θα έπρεπε λέω) να γυριστεί ή να ανέβει... Κατά την ταπεινήμου γνώμη είναι πολύ καλό!

     
  • At 8:57 μ.μ., Blogger kukuzelis

    Τι αυταπάτη να νομίζει κανείς ότι στην τέχνη υπάρχουν κινήματα. Λάθος. Μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις υπάρχουν. Τον είχα δει στο "Επειγόντως" (της ηχογράφησης). Σ' ένα σοκάκι στην Κυψέλη. Το μαγαζί ήταν υπόγειο κι ο κόσμος πολύς. Δεν χρειάζεται να σου πω ότι ήταν, κι εκείνη τη φορά, άρχοντας.
    *

     
  • At 9:38 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Στο¨"ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ" ήταν η πρώτη φορά που τον είδα. Ασκητική φιγούρα,βγαλμένη από αγιογραφεία.Αρνήθηκε να πεί τα έξι τραγούδια του Καζαντζίδη απαιτώντας¨'..να'ρθεί ο Στέλιος να τα πεί." Αυθεντικός σκυλάδικος ήχος να ευφραίνεται η ψυχή σου.Τελος εποχής.Η επιτομή της ξεφτίλας,σήμερα, είναι η εικόνα δέκα μαντράχαλων να χορεύουν ταυτόχρονα ζεμπέκικο.Παραγγελιά ρε!
    Ηλίας

     
  • At 11:48 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    "που να βρεις Θοδόση
    άλλονε Θοδόση
    με την ίδια τρέλα
    και στην ίδια δόση..."
    Πως δεν το έβαλες αυτό;
    Κώστας

     
  • At 12:31 π.μ., Anonymous κοσμοπολίτης

    Ξυπόλυτος στ'αγκάθια περπατάω
    Μαχαίρι που με κόβει το ματώνω
    Για όσα τόλμησα δεν μετανιώνω
    Κι όπου με βγάλει ο δρόμος που τραβάω.

    Καμιά φορά που η ψυχή μου πλημμυρίζει
    Ό,τι δεν λέγεται με λόγια το χορεύω
    Βαρύ ζεϊμπέκικο, με τον καημό παλεύω
    Καλά βαδίζω μα το πάτωμα τρικλίζει.

    Τη μέρα όσα θέλω φανερώνω
    Κι η νύχτα για τα μίση και τα πάθη
    Έχω πληρώσει όλα μου τα λάθη
    Γλυκό κρασί ποτέ μου δεν νερώνω.


    ( Λες να του άρεσαν οι στίχοι αυτοί ρε Πάνο ; Δεν τους είχα δείξει πουθενά. Ως τώρα. )

     
  • At 1:13 π.μ., Blogger Πάνος

    Φίλε, είναι ωραίοι στίχοι - και μπορούν να γίνουν ωραίο τραγούδι

    (με δυο τρεις ΚΑΙΡΙΕΣ αλλαγές σε συγκεκριμένες λέξεις - αν μου επιτρέψεις, ευχαρίστως να στις υποβάλλω)

    Αλλά του περί ου - όχι δεν θα του άρεσαν, όπως δεν θα του άρεσαν και τα δικά μου τραγούδια.

    Το "γιατί" περιέχεται (εν μέρει αφανώς) στο κείμενο, αλλά θα το ξαναγράψω εδώ:

    Ένα τραγούδι (μιλάμε α' κατηγορίας) πρέπει να είναι μια ολοκληρωμένη θεατρική πράξη. Να έχει ΔΥΝΑΤΟ ΘΕΜΑ. Να έχει πρωταγωνιστές (έστω έναν) οι οποίοι να εξελίσσουν σκέψη - δράση - συναισθήματα από στροφή σε στροφή (δύσκολο, ε;) Να είναι γραμμένο με τη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική λιτότητα. Να έχει όμως και μια φράση - φλασιά που να καρφώνεται σαν πρόκα στο μυαλό και την ψυχή του ακροατή. Να περιέχει (αφανώς, έστω) στοιχεία του προσωπικού υπαρξιακού / ερωτικού αδιεξόδου.

    Με λίγα λόγια, να φέρνει στην επιφάνεια ΠΛΟΥΣΙΟ ΜΕΤΑΛΛΕΥΜΑ, έτσι που να σκλαβώνει μονομιάς αυτόν που το ακούει με τη σαγήνη του.

    Ελάχιστοι στιχουργοί το έχουν πετύχει αυτό - και από λίγες φορές ο καθένας. Συγκριτικά περισσότερες απ' όλους ο μέγιστος (και στιχουργικά) Βασίλης Τσιτσάνης - και από τους "έντεχνους" πρώτα πρώτα ο Νίκος Γκάτσος, αλλά και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Έκτοτε, πραγματικά μεγάλα τραγούδια έχει γράψει ο Άλκης Αλκαίος - και καναδυό άλλοι, περιστασιακά.

    Ακούμε αυτό το πρωτογενές θαύμα του στίχου από αρκετούς - αλλά κάπως ξεθυμασμένο πια. Όχι γιατί οι στίχοι δεν είναι ωραίοι, αλλά γιατί φαίνονται πως είναι φτιαχτοί - δεν ξεπηδάνε χωρίς επιφυλάξεις από την απελπισία και το όριο της ανθρώπινης αντοχής, αλλά ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ την απελπισία και το όριο, που δεν είναι καθόλου το ίδιο.

    Αυτό κάνει και το δικό σου τραγούδι - όπως και τα περισσότερα δικά μου...

    Όλα αυτά ισχύουν αν έχουμε ως σημεία αναφοράς τα 300 με 400 πραγματικά αριστουργηματικά λαϊκά τραγούδια - πραγματικούς καθρέφτες της ψυχής.

    Αν τα κριτήριά μας είναι λιγότερο φιλόδοξα, τα πράγματα διαφοροποιούνται άρδην...

    (Συγγνώμη για την πολυλογία, αλλά φαντάζομαι οτι και συ δεν θα ήθελες μια τυπική απάντηση)

     
  • At 1:34 π.μ., Blogger Πάνος

    Ήλία (δις), eryx-t (τι να σημαίνει αυτό;) Κουκουζέλη, Κώστα - ευχαριστώ για τα σχολιά σας.

    Κώστα, δε "λείπει" μονάχα αυτό, αλλά και πολλά άλλα - αν έμπαιναν όλα, το διάβασμα του κειμένου θα κρατούσε όσο και το πρόγραμμα στο "ΔΙΟΓΕΝΗ" ή στο "ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ".

     
  • At 2:34 μ.μ., Blogger newManifesto

    μεγάλος ο Ακης Πάνου

     
  • At 4:54 μ.μ., Blogger Πάνος

    Κοσμοπολίτη, αν θέλεις στείλε μέηλ - και λαμβάνεις πάραυτα απάντηση.

     
  • At 10:30 μ.μ., Blogger ΤΑΣΟΣ

    Εχω μιά πικρία που δεν τον άκουσα - συνάντησα ποτέ.
    Παρακολούθησα από τον τύπο τις δικαστικές του περιπέτειες.
    Εχω την εκτίμηση ότι αν η υπεράσπιση επικαλείτο την πολιτιστική του συμβολή θα υπήρχε ευνοικότερη ποινή όμως δεν ήθελε.
    Ή ποινη που επεβληθη ισως επηρέασε την Υγεία του

     
  • At 2:23 μ.μ., Blogger takeaguietlife

    Ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα.Τελεία.

     
  • At 6:18 μ.μ., Blogger ΜΕΝΔΡΙΝΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ

    Δυο μέρες που το διάβασα κι ακόμα τεξιδεύω.
    Ευχαριστώ.
    mendrin

     
  • At 9:00 π.μ., Blogger Πάνος

    "Τάσοσ": Η πραγματική ποινή (εκείνη που τον τσάκισε και δεν του επέτρεψε να παλέψει περισσότερο τον καρκίνο) ήταν η ποινή που του "επέβαλε" το πρόσωπο που αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο - και το βάρος της ευθύνης για την κατάσταση που οδήγησε την υπόλοιπη οικογένειά του.

    Η δικαιοσύνη έκανε αυτό που όφειλε: ο κατηγορούμενος διέπραξε μια στυγερή δολοφονία, εν ψυχρώ. Η απόφαση δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική, γιατί δεν υπήρχε το παραμικρό "ελαφρυντικό" που να στέκεται νομικά.

    Δε νομίζω οτι ο Πάνου μετάνοιωσε ούτε για μια στιγμή για την πράξη του αυτή καθαυτή. Αλλά ούτε μίλησε ποτέ για όσα πραγματικά ήξερε και τον οδήγησαν στο φόνο. Αν μιλούσε, τότε ίσως να αποκτούσε ελαφρυντικά (και τι να τα κάνει; ήξερε οτι δεν είχε πολλή ζωή ακόμα) - αλλά θα πλήγωνε ακόμα περισσότερο τους ανθρώπους που αγαπούσε. Γι αυτό προτίμησε να σηκώσει όλο το βάρος και την κατακραυγή μόνος του.

    Όλα αυτά έχουν ήδη λάβει τις "ιστορικές" τους διαστάσεις για όλους - εκτός από τους άμεσα εμπλεκόμενους, υποθέτω. Τα τραγούδια του όμως ακούγονται όλο και περισσότερο στα ραδιόφωνα και τα μαγαζιά και τα σπίτια και τα ...ιστολόγια!

    Και πως να μη γίνεται έτσι, όταν πρόκειται για τον μεγαλύτερο δημιουργό του λαϊκού τραγουδιού - μετά το Μάρκο και τον Τσιτσάνη...

    *

    Κουκουζέλη, πράγματι δεν υπάρχουν "κινήματα" στην τέχνη. Οι σημαντικοί δημιουργοί όμως χαράζουν κάποια ρυάκια που κυλάνε ως το μεγάλο ποτάμι που χαρακτηρίζει με την ποιότητα και την ποσότητα των νερών του το τοπίο: εννοώ το λαϊκό τραγούδι, που σημαδεύει το νεο -ελληνισμό και τη νέα ελληνικότητα για τον εικοστό αιώνα - και αποδεικνύει πως υπάρχει εδώ ένας αυθεντικός και ζωντανός πολιτισμός.

    *

    "takeaguitelife", ασφαλώς και δεν πρέπει να μας δούνε παρέα. Δε θα μπορούσα όμως να σε επισκεφτώ (διακριτικά) στο διαδικτυακό σου τσαρδί; Ο σύνδεσμος που δίνεις δεν οδηγεί πουθενά...

    *

    "medrin", η φρασούλα που έγραψες είναι το καλύτερο αντίδωρο. Αλλά και ο δικός σου σύνδεσμος οδηγεί στο κενό.

    *

    Κοσμοπολίτη, εδώ η μισή Ελλάδα απεργούσε (και ιστολογούσε) Πέμπτη - Παρασκευή. Εσύ πως βρέθηκες έτσι πολυάσχολος; Τι είναι αυτό που αξιολογείς ως σημαντικότερο από τα ζεϊμπέκικα;

    *

    Ημίαιμε, για δες καιρό που διάλεξες να μείνεις χωρίς κομπιούτορα... Τριπλοβάρδιες στην κόντρα γέφυρα πρέπει να κάνεις ως τα Χριστούγεννα, αν θέλεις να καλύψεις το χαμένο χρόνο της διαδικτυακής ανάγνωσης!

    *

    Σας χαιρετώ - δε λέω τίποτα για το καινούριο πιτσιρίκι, την "Ακρογιαλιά", φαντάζομαι πως θα την έχετε ήδη επισημάνει.

    Επιτρέψτε μου να σας προτρέψω για επισκέψεις σε κάποια ιστολόγια που σεργιάνισα τελευταία και μου άρεσαν: Άωρον (όπου το θρυλικό πλέον θείο τραγί), Ένας Έλληνας στην Αμερική, mindstriper. Μπορείτε να τα καλέσετε από τους συνδέσμους των "μτΚ"

     
  • At 8:48 μ.μ., Blogger COSTANTINA

    Πανούλη, μόλις κατάφερα να το διαβάσω όλο. Κάθε μέρα προσπαθούσα, με διέκοπταν, έχανα τον ειρμό.

    Είσαι μέγας τεχνίτης και ο Πάνου μέγας τραγουδοποιός.
    Αυτό το κείμενο, δικαιούται έντυπης δημοσίευσης.

    Όπως λέει και η γιαγιά μου,
    "γειά στα χεράκια σου"
    :)

     
  • At 8:54 μ.μ., Blogger mindstripper

    Τεράστια η κληρονομιά που μας έχει αφήσει ο μέγας Άκης Πάνου. Συμφωνώ απόλυτα με τον Eryx-t. Συγκινητικό και συνταρακτικό μαζί το πορτρέτο του καλλιτέχνη όπως το σκιαγραφείς -και δεν μιλώ για τον Δημοσθένη βέβαια. :-P Είναι φανερό ότι αγαπάς τον Άκη Πάνου πάρα πολύ, τέτοια παρουσίαση θέλει χρόνο, υπομονή και πολύ μεράκι για να γίνει.

    Στιγμιότυπα από φίλους κι έρωτες, από χειμώνες και καλοκαίρια, από χαρές, από θάνατο κι από ανάσταση μου έφερες στο μυαλό. Δεν παρακολούθησα ποτέ τη δίκη και τα δρώμενα εκείνης της εποχής. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ το εξής:
    "Aναγνωρίζουμε την αξία του καλλιτεχνικού σας έργου, το οποίο όμως, δεν αποτελεί σημαντική πολιτιστική προσφορά στην κοινωνία."

    Είμαι απόλυτη σε μερικά πράγματα. Αυτά που θέλω να τα κρατήσω όπως τα έχω γνωρίσει εγώ, εφ' όσον αυτά με έχουν σημαδέψει κι εφ' όσον δεν έχουν/έχω πειράξει κανέναν άλλον με αυτή μου τη στάση, δεν θα επιτρέψω ποτέ σε κανέναν να μου τα αμαυρώσει, ούτε καν να τα αμφισβητήσει.

    Γιατί τραγούδι είναι ο στίχος, η μουσική, η φωνή, η ερμηνεία, αλλά το κυριότερο: η ψυχή. Κι όταν ο άλλος προσφέρει την δική του ψυχή στο πιάτο, η δική μου εκείνη την ώρα είτε γελώντας, είτε κλαίγοντας, ξεχειλίζοντας όπως και νά 'χει από ευγνομωσύνη, το μόνο που θέλει να πει είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ.

    ...κι όταν γίνει γόπα, κέρασμα στο Χάρο
    όταν έρθει η ώρα να τονε τρακάρω.


    Ευχαριστώ και σένα πάρα πολύ, κι ας πήγα εξ' αιτίας αυτού του ποστ χθες βράδυ μία ώρα καθυστερημένη στο ραντεβού μου. ;-)

     
  • At 1:05 μ.μ., Anonymous κοσμοπολίτης

    Χα χα χα χά ! Απεργοσπάστης είμαι ρε Πάνο !

    Τί θεωρώ πιο σημαντικό από το ζέϊμπέκικο ; ! Σου έδωσα την εντύπωση ότι δεν μου αρέσει; !
    Θεωρώ το ζέϊμπέκικο ως τον σπουδαιότερο ατομικό ανδρικό χορό όλων των πολιτισμών και όλων των εποχών. Έτσι απλά.

     
  • At 5:42 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Μ’ αρέσουν πάντα οι ιστορίες σας, Πάνο. Αλλά... "Τι τραβάς βρε Δημοσθένη…"; Τι τραβάει πλην της αδυναμίας του να σταθεί αληθινός ου μην και άνδρας; Τώρα, δικαιούται να χορέψει ζεϊμπέκικο ο Δημοσθένης; Ένας γελοίος ανθρωπάκος χωρίς έρεισμα που δεν τόλμησε ποτέ να σταθεί ξεκάθαρα απέναντι στον εαυτό του; Μια ποιητική σύμπτωση είναι η σχέση του με τον Πάνου, νομίζω, και να με σχωρνάτε. Είναι τυχερός που η ιστορία του έπεσε στα χέρια σας κι όχι στα δικά μου...

    Κι επίσης, σεβαστέ κύριε kuk, αν στην τέχνη δεν υπάρχουν κινήματα, πως μπορεί να υπάρχει λαϊκή τέχνη;

     
  • At 6:45 μ.μ., Blogger Πάνος

    Κωνσταντίνα, mindstripper, mirandolina - θένξ.

    Mirandolina, τα πάθη του Δημοσθένη ήταν το απαραίτητο "χαλί - παραμμύθι" για να ακουστούν τα τραγούδια. Μη τα βάζεις με ένα φανταστικό πρόσωπο...

    (μου τηλεφώνησε και με παρακάλεσε να κάνω αυτή τη διευκρίνηση - είχε διαβάσει πρώτος το σχόλιό σου και ήταν πολύ ταραγμένος από την πατσαβούρα που εισέπραξε... Είναι ευαίσθητος άνθρωπος, κατά βάθος...)

    *

    Απεργοσπάστη Κοσμοπολίτη, δίνεις πράσινο φως για να ξεμυτίσει εδωνά το "ζεϊμπέκικο του Κ." - βελτιωμένο όσο δε φαντάζεσαι;

     
  • At 6:48 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    φιλτάτη ( mirandolina),o αναμάρτητος ας τον ρίξει πρώτος. Κι' αφου τον ρίξει ας κάτσει κάτω γιάτί ζεμπέκικο δεν έχει λόγο να χορέψει.Το πολύ -πολύ ας πάει να ρίξει καμμιά βόλτα σε καποια νυχτερινή "πίστα', όπου πολλοί θαμώνες θρηνούν την χαμένη "αρρενωπότητα" και "ηθική ", όπως εσείς τα εννοείται.Όσο γιά τα κινήματα στην Τέχνη νοήστε τα ως συμπτώσεις(μάλλον παραλληλότητες) προσωπικών αναζητήσεων.Το γιατί και το πώς σηκώνει πολύ συζήτηση.

     
  • At 6:51 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    και φυσικά ξαναξέχασα να υπογράψω
    Ηλίας

     
  • At 7:11 μ.μ., Blogger kukuzelis

    Λαϊκή τέχνη; Κι αν έλεγα, με προβοκατόρικη διάθεση είναι αλήθεια, ότι πρόκειται μόνο για έναν όρο, μια αισθητική κατηγορία, που κάλυψε τις ανάγκες του ρομαντικού δέκατου ένατου αιώνα; Αν έλεγα ότι όσο πιο πίσω πάμε, τόσο οι διαχωριστικές γραμμές (λαϊκός-λόγιος) αποκαλύπτονται απλά βοηθήματα, χρήσιμες για να μπορούν οι φιλόλογοι να κάνουν τη δουλειά τους; Ωφέλιμες για να έχουν τα παιδιά κάτι να παπαγαλίζουν; Όχι, δεν έχω διαμορφώσει μια συγκροτημένη θεωρία. Έχω όμως σοβαρές αμφιβολίες για το αν ο όρος "λαϊκός" αποδίδει την πραγματικότητα. Μεγάλη κουβέντα· θα χρειαστούμε δυο τρεις αιώνες να την ολοκληρώσουμε.

     
  • At 7:33 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Αγαπητέ Ηλία, όπως ίσως προσέξατε, δεν μίλησα για ηθική. Μίλησα για τη δυνατότητα του ανθρώπου να σταθεί απέναντι στον εαυτό του. Πολύ άγρια ιστορία αυτή.

    Ο Πάνου, λοιπόν, στάθηκε ακέραιος έναντι του εαυτού του, πληρώνοντας το τίμημα. Ο καλλιτέχνης- πρόσωπο στηρίζει πρώτα και κύρια το έργο, στην περίπτωσή μας. Σπάνιο κάλλος. Έτσι, ό,τι μας αφήνει δεν είναι απλά ένα σπουδαίο έργο. Είναι θεμελιωμένο σε σάρκα κι αίμα. Ε, οι Δημοσθένους λέξεις τώρα τι σχέση έχουν με την ακεραιότητα αυτή; (να σημειώσω ότι πάλι δεν μίλησα πουθενά για ηθική κι ανδρισμό -- τι είμαι, ο Βενιζέλος;).

     
  • At 8:29 μ.μ., Anonymous κοσμοπολίτης

    Πάνο, βάρα το !

     
  • At 8:46 μ.μ., Blogger Πάνος

    Το ζεϊμπέκικο του Κ.

    Ξυπόλυτος το δρόμο ανεβαίνω
    Η θύμησή σου μαχαίρι κοφτερό
    Τους όρκους σου είχες γράψει στο νερό
    Με τι κουράγιο πια να περιμένω

    Καμιά φορά που η ψυχή μου πλημμυρίζει
    Ό,τι δε λέγεται με λόγια το χορεύω
    Βαρύ ζεϊμπέκικο, με τον καημό παλεύω
    Γερά πατάω μα το πάτωμα τρεκλίζει

    Τι μέρα όσα θέλω φανερώνω
    Κι η νύχτα για τα λάθη και τα πάθη
    Έχω πληρώσει, μα δεν έχω μάθει
    Κρασί η ζωή – ποτέ δεν το νερώνω

    Προσοχή: πριν σχολιάσετε, διαβάστε προσεκτικά το αρχικό (original) κομμάτι του Κοσμοπολίτη.

     
  • At 9:42 μ.μ., Anonymous κοσμοπολίτης

    Ξυπόλυτος στ'αγκάθια περπατάω
    Μαχαίρι που με κόβει το ματώνω
    Για όσα τόλμησα δεν μετανιώνω
    Κι όπου με βγάλει ο δρόμος που τραβάω.

    Καμιά φορά που η ψυχή μου πλημμυρίζει
    Ό,τι δεν λέγεται με λόγια το χορεύω
    Βαρύ ζεϊμπέκικο, με τον καημό παλεύω
    Καλά βαδίζω μα το πάτωμα τρικλίζει.

    Τη μέρα όσα θέλω φανερώνω
    Κι η νύχτα για τα μίση και τα πάθη
    Έχω πληρώσει όλα μου τα λάθη
    Γλυκό κρασί ποτέ μου δεν νερώνω.

    Προσοχή : Κριτική επιτρέπεται μόνο σε όσους γνωρίζουν τα βασικά της στιχουργικής τέχνης : Τη Μετρική. Δηλαδή τον τονισμό των συλλαβών. Οι δικοί μου στίχοι είναι έμμετροι. Ιαμβικοί. Του Πάνου ( όσους άλλαξε δηλαδή - ειδικά στην πρώτη στροφή ) είναι ελεύθεροι. Και ως γνωστόν, οι ελεύθεροι στίχοι ΔΕΝ μελοποιούνται.

    Επίσης, δεν νοείται σε ένα τραγούδι τα κουπλέ να μην είναι συμμετρικά. Στην πρώτη στροφή του Πάνου ο δεύτερος και ο τρίτος στίχος είναι οξύτονοι, ενώ στην τρίτη στροφή δεν είναι. ( Εδώ ο συνθέτης κόβει τις φλέβες του..)

    Για την ουσία των αλλαγών ( τη μετατροπή του τραγουδιού από υπαρξιακό - που είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ζεϊμπέκικου - σε ερωτικό ) επιφυλάσσομαι για αργότερα, ώστε να μη θεωρηθεί ότι προσπαθώ να προκαταλάβω την κρίση των αναγνωστών.

    Αλλά επειδή δεν κρατιέμαι κιόλας, πως είναι δυνατόν να λέει κανείς " Με τι κουράγιο πια να περιμένω ", δηλαδή να είναι ράκος, και αμέσως μετά να λέει " γερά πατάω..κλπ " !

    Ψηφίστε τώρα !

     
  • At 10:25 μ.μ., Blogger Πάνος

    Φίλτατε "Κ"

    α. Το τραγούδι δεν είναι "του Πάνου" - εγώ απλώς προσπάθησα να το σουλουπώσω κομμάτι. Το αποτέλεσμα είναι ευθέως ανάλογο του πρωτογενούς υλικού που είχα στη διαθεσή μου.

    β. αν νομίζεις οτι το λαϊκό τραγούδι γράφεται με βάση τους κανόνες της μετρικής - πίπτεις πολύ όξω. Φαντάζεσαι το Μάρκο να μετράει τις συλλαβές στη Φραγγοσυριανή; Μοναδικό κριτήριο είναι ΤΟ ΑΥΤΙ - και πως ακούει τους φθόγγους. Άψογος μετρικά υπήρξε και ο Π. Σούτσος, του 19ου αιώνα. Θυμάσαι δούλεμα που του ρίχνει ο Ροϊδης στην "Πάπισσα Ιωάννα";

    γ. Ως γνωστόν, οι "ελεύθεροι" στίχοι μελοποιούνται, κι αν είναι καλοί σκίζουν. Για την κατ' οίκον εργασία σου, μελέτησε επισταμένως το "ακρογιαλιές δειλινά" του Τσιτσάνη.

    δ. Η πρώτη στροφή της αυθεντικής εκδοχής, θυμίζει ποίηση του Π. Σούτσου: τέσσερις άψογοι μετρικά στίχοι, που δεν έλεγαν απολύτως τίποτα!

    "Ξυπόλυτος στ'αγκάθια περπατάω
    Μαχαίρι που με κόβει το ματώνω
    Για όσα τόλμησα δεν μετανιώνω
    Κι όπου με βγάλει ο δρόμος που τραβάω"

    Άσε που ο στίχος "ξυπόλητος στ' αγκάθια" ΔΕ ΓΡΑΦΕΤΑΙ και πολύ περισσότερο ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΕΤΑΙ, για τον απλούστατο λόγο οτι φέρνει συνειρμικά στο νου το "ξεβράκωτος στ' αγγούρια".

    Η δεύτερη εκδοχή (η δική μου)

    Ξυπόλυτος το δρόμο ανεβαίνω
    Η θύμησή σου μαχαίρι κοφτερό
    Τους όρκους σου είχες γράψει στο νερό
    Με τι κουράγιο πια να περιμένω


    ..πάσχει μεν από το προπατορικό αμάρτημα του "ξυπόλυτου" - απαράδεχτη λέξη για λαϊκό τραγούδι- αλλά έχει κάποιο στοιχειώδες νόημα και αφήνει να υπονοείται κάποια ΑΙΤΙΑ για το ρεφρέν που θα ακολουθήσει.

    ε. Το οποίο είναι και το καλύτερο του "Κ" - γι' αυτό άλλαξα μόνο το εντελώς φάουλ "καλά βαδίζω" (ενώ χορεύω! ή χορεύεις ή βαδίζεις... αν χορεύεις σα να βαδίζεις, καλύτερα να μη χορεύεις) με το "γερά πατάω".

    στ. Στο δεύτερο κουπλέ ο παραγωγός (εγώ) προσπαθεί να μετατρέψει τις ασύνδετες έννοιες του αρχικού (μετρικά άψογου!) στίχου, σε κάτι συμμαζεμένο και μεστό.

    ζ. Ο Άκης Πάνου θα σήκωνε ειρωνικά το φρύδι ΚΑΙ για τη δεύτερη εκδοχή - να μην ξεχνιόμαστε...

    η. Ο ασυγκράτητος Κοσμοπολίτης γράφει:

    "Αλλά επειδή δεν κρατιέμαι κιόλας, πως είναι δυνατόν να λέει κανείς " Με τι κουράγιο πια να περιμένω ", δηλαδή να είναι ράκος, και αμέσως μετά να λέει " γερά πατάω..κλπ " !"

    ...προφανώς διότι δε γνωρίζει το λαϊκό τραγούδι που λέει

    "βαδίζω και παραμιλώ/ μέσα στη συφορά μου / χωρίσαμε και έχω βρει/ ο δόλιος τη χαρά μου"

    ...ούτε έχει υπόψη του την έννοια και τη λειτουργία της αντίφασης μέσα στο τραγούδι.

    θ. Όσο για τη μετατροπή του "υπαρξιακού" ζεϊμπέκικου (του Κ) σε "ερωτικό" - περιμένω (με κρασί παγωμένο) να ακούσω τι έχεις να πεις, γιατί εδώ υποψιάζομαι οτι θα έχουμε πραγματικό ...Ζάλογγο.

     
  • At 10:41 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Αγαπητή mirandolina από τον έρμο Δημοσθένη στερήσατε ακόμα και τη δυνατότητα να χορέψει ζεμπέκικο(!) γιατί του λείπει η απαραίτητη ακεραιότητα και αλήθεια (τα δικά σας λόγια χρησιμοποιώ). Αυτά δεν είναι ηθικές κατηγορίες; Για το χαρακτηρισμό του Δημοσθένη ως "γελοίο ανθρωπάκι" σας παραθέτω μια φράση του Ντοστογιέφσκι: "Σταυρωσέ με δικαστά αλλά σταυρώνων με λάβε οίκτο προς εμέ. Και τότε θα υπάγω ο ίδιος να ζητήσω την τιμωρία μου, διότι δεν διψώ χαράν, αλλά λύπην και δάκρυα!..." (αυτή η μετάφραση είναι του Παπαδιαμάντη).

    Σε σχέση με το σχόλιο του Koukouzeli: η "λαϊκότητα" δεν είναι κίνημα αλλά όρος σε αντιδιαστολή προς την "λογιότητα". Για τα κινήματα την άποψή μου την ανέφερα πριν. Για την πραγματικότητα διάστασης λόγιου και λαϊκού έργου τέχνης σαφώς πολλά μπορούν να ειπωθούν. Η γνώμη μου είναι ότι στη λαϊκή τέχνη υπάρχει μια αργή επεξεργασία και εξέλιξη των κωδίκων και κατά συνέπεια μια πιο αυθεντική "απεικόνιση" του κοινωνικού γιγνεσθαι. Στη λόγια τέχνη η δυνατότητα νοητικής επεξεργασίας των κωδίκων εκφράζει σε κάθε εποχή μια κοινωνική πρωτοπορία.΄Όντως υπάρχουν πολιτισμοί που τα όρια είναι δυσδιάκριτα αλλά και σύγχρονα ρεύματα του Δυτικού πολιτισμού σε αυτή την κατεύθυνση.Στον ελληνικό πολιτισμό ,νομιζω,ηταν πάντα ευδιάκριτη η αντίθεση "λόγιου" και "λαικού".
    Πάνο σ'αγαπάω ,σ'εκτιμάω αλλά ψηφίζω αβλεπώς Κοσμοπολίτη γιατί όταν πηδάς το καρπούζι παίρνεις και την ευθύνη.
    Ηλίας

     
  • At 10:53 μ.μ., Blogger Πάνος

    Ηλία, συμφωνώ απολύτως!

    Ο κομπιούτορας "μάσησε" την τελευταία φράση μου, που έλεγε πως η ψηφοφορία δεν έχει κανένα νόημα, αφού γίνεται μεταξύ του "Κ" και ενός διαφορετικού "Κ"

    Μετά το καρπούζι ...ψηφίζω κι εγώ Κοσμοπολίτη! (original!)

     
  • At 11:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Πάνο μου του τα είπα και κατ΄ ιδίαν αλλά δημοσιοποιώ το σχολιό μου: Σιγά μη συγκρίνουμε το Δημοσθένη με το Μαρμελάδωφ.
    Βιβή

     
  • At 11:08 μ.μ., Blogger Πάνος

    Βιβή, με το "Μαρμελάδωφ" εννοείς αυτό(ν) που εννοώ - ή λάθος εννοώ; Γιατί αν εννοείς αυτόν ΣΒΗΣΕ το σχόλιο πριν μπει και το δει - και γίνει της Κορέας...

     
  • At 11:17 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Πανο μου, δεν κατάλαβα καθόλου τι εννοείς ότι εννοώ. Μαρμελάδωφ εστί απλώς ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι στο Εγκλημα και Τιμωρία (την ατάκα του οποίου χρησιμοποίησε ο Ηλίας).
    Βιβή

     
  • At 11:23 μ.μ., Anonymous κοσμοπολίτης

    Βρε Πάνο,

    α- Το πρωτογενές υλικό το είχες χαρακτηρίσει πολύ ωραίο.

    β- Όλα τα τραγούδια γράφονται με βάση τη μετρική. Και η μετρική γίνεται με το αυτί βέβαια, όχι με τα δάχτυλα. Η Φραγκοσυριανή το ίδιο.

    γ- Οι ελεύθεροι στίχοι δεν μελοποιούνται. Και αυτό ισχύει για όλες τις γλώσσες. Εκτός αν κάποιος συνθέτης θέλει να πειραματιστεί. Και το αποτέλεσμα είναι πάντα κακόηχο.

    δ- Άποψη σου. Σεβαστή. ( Το " ξεβράκωτος στ'αγγούρια " πάντως εγώ δεν θα το έγραφα ποτέ. Ούτε θυμωμένος. Πόσο μάλλον σε θεμιτή αντιπαράθεση απόψεων με φίλους.)

    ε- Στο ζεϊμπέκικο δεν "χορεύουμε". Βαδίζουμε τρικλίζοντας. Όπως οι μεθυσμένοι.

    στ- Άποψη σου. Σεβαστή.

    ζ- Πολύ πιθανόν.

    η- Σηκώνει πολύ συζήτηση, και το έχουμε ήδη παρακάνει. Θα μας βαρεθεί ο κόσμος !

    θ- Να που συμφωνούμε σε κάτι : Κρασί παγωμένο ! Μη τσακωθούμε τώρα για το ποιος θα κεράσει ε !

    Υ.Γ

    Μάλλον δεν τσέκαρες την..Ακρογιαλιά χθες.

     
  • At 11:24 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Αγαπητέ Ηλία, η αλήθεια δεν είναι ηθική υπόθεση, είναι προσωπική υπόθεση (του προσώπου).

    Η ακεραιότητα αφορά το οικείο σύστημα αξιών -- αυτών που ο Δ. πιθανότατα διδάσκει στα παιδιά του (όσα, τελος πάντων, έχει αναγνωρίσει ως τέτοια -- τα υπόλοιπα τα αφήνει σε άλλες φωλιές άνευ προβλήματος, τύψεων ή έστω αίσθησης του τραγικού, όπως ο κούκος. Σε πλήρη αντίθεση με το ίνδαλμά του). Μετά το πέρας του μαθήματος περί αξιών, στο τραπέζι της τραπεζαρίας, παίζουν όλοι μαζί Akis Panou Trivial Pursuit...

    Και τώρα, με συγχωρείτε, πάω να σκουπίσω τα δάκρυα που έφερε στα μάτια μου η τρυφερή εικόνα...

     
  • At 11:39 μ.μ., Blogger Πάνος

    Βιβή, δεν το θυμόμουνα καθόλου το όνομα - και έκανα (αστήρικτες) υποθέσεις εργασίας, που θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν αντίστοιχα κείμενα για τον ...δεντονλέω!

    Κοσμοπολίτη, νερό κι αλάτι! (δε θέλω να σε χάσω από φίλο και ...πελάτη). Εσύ, τσέκαρες την Ακρογιαλιά, σήμερα;

    Ηλία - mirandolina, μια χαρά τα πάτε οι δυό σας!

    mirandolina, ζητώ συγνώμη για τον ενικό σε προηγούμενο σχόλιο - και καλως ορίσατε στο χωριό με τους τρελούς μπλογκεράδες!

     
  • At 11:56 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Μια χαρά είναι ο ενικός, Πάνο, μη σας στενοχωρεί! Μη με συνερίζεστε εμένα, είναι που κάθομαι δίπλα στο Ζαμπούνη στη Θ4 και έχω ξεσηκώσει τα χούγια του...

    Ευχαριστώ για τα καλοσωρίσματα. Γαλατική η ευγένεια συο χωριό εκ παραδόσεως, ε; Όσο για την μεγάλη κουβέντα περί λαϊκού και λογίου που ξεκινήσαμε με τον κάπταιν Κουκ, θα μου επιτρέψετε να τη συνεχίσω (κάποτε) στο βλογ μου, διότι θέλει κόπο και τρόπο.

    Και τώρα με συγχωρείτε, πάω να πλύνω κανά πιάτο.

     
  • At 11:32 μ.μ., Anonymous Athanassios

    άργησα να παρέμβω...sorry...διάβαζα... ωραιότατο... και εύχομαι η γειτόνισσα να μου πάρει το κλειδί... γειά σου Πάνο.. ξέρω ότι εκτιμάς ιδιαίτερα την εισαγωγή τηε γειτόνισσας.. ευχαριστώ για την αφιέρωση και ανταποδίδω με την εισαγωγή της γειτόνισσας....εβίβα μύστες

     
  • At 11:31 μ.μ., Anonymous Athanassios

    Είμαι σ΄ενα καφενείο-ταβέρνα το 1980.... σε απόλυτη καψούρα.. όσο έχω γνωρίσει τη μέλλουσα γυναίκα μου... δίπλα κάθεται ένας τύπος που έχει απλωμένα στο τραπέζι του καμιά κατοσταριά δίφραγκα (τα θυμάστε?)..... πάει στο juke box και τα ρίχνει όλα τα δίφραγκα μέσα/// ακούγεται η " γειτόνισσα" κατά κόρον.... στο τραπέζι του έχει καμιά εικοσαριά μπουκάλια μπύρες.... και χορεύει κάποια στιγμή ο "μύστης" μόνος....

     
  • At 11:34 μ.μ., Anonymous Athanassios

    Τι τραγούδαρος είναι το " φαρμάκι" από το " ΠΑΡΩΝ".... ??? ευαριστώ που μου το θύμησες

     
  • At 12:06 π.μ., Blogger Πάνος

    Καλό θα ήταν να επαναλάβουμε το "πρόγραμμα" - αυτή τη φορά όχι στις οθόνες, αλλά ζωντανό.

    Ίσως όταν ανέβει πάνω ο τρίτος αμαρτωλός...

     
  • At 1:01 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Τα juke-box με δίφραγκα λειτουργούν ακόμα;
    Hλίας

     
  • At 1:11 π.μ., Anonymous Athanassios

    καλέ μου φίλε Ηλία τα juke box με δίφραγκα πέθαναν μαζί μας... οι νέες γενιές πλέον δεν τα ξέρουν,....πρόσφατα μου είπαν " μα τι λες? εγώ το 1980 ήμουν 5 χρονών... ήταν ανάγκη να προσδιορίσεις χρονικά το περιστατικό στην ταβέρνα?"
    Αυτά.... και το 'φαρμάκι" ήταν πάντοτε στα χείλη....

     
  • At 11:25 π.μ., Blogger Πάνος

    "τα juke box με δίφραγκα πέθαναν μαζί μας..."

    Μη λέμε τέτοια... Προς το παρόν -και για πολύ ακόμα- Άκη Πάνου τραγουδάμε, όχι το "άμμωμοι εν οδώ, αλληλούια..."

    "Κουφό του Πονηρού τ' αυτί!"

    (έλεγε η γιαγιά - Ελένη)

     
  • At 12:25 π.μ., Anonymous Athanassios

    Επειδή κάποιος εδώ ρώτησε...αν αναγνωρίστηκε ως ελαφρυντικό η πολιτιστική προσφορά του Ακη Πάνου... Διά στόματος Μανόλη Ρασούλη(μάρτυρα υπεράσπισης στη δίκη) ξέρω ότι ο Εισαγγελέας στην πρότασή του είπε: Να μην του αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, γιατί η πολιτιστική του προσφορά ήταν ασήμαντη ( σ.σ. Ο εισαγγελέας ήταν ηλικίας περίπου 50 χρόνων... απορώ.... Olympians άκουγε όταν ήταν μικρός?)...

     
  • At 11:02 π.μ., Blogger alombar42

    Με συγγνωμάτε για το αυθόρμητο, ελπίζω να μην βγουν μαχαίρια. Είμαι μάλλον άσχετος με τη μουσική, αλλά είπα να κάνω κι εγώ μια σαλάτα:

    Ξυπόλητος στο δρόμο σου γυρίζω,
    μαχαίρι που ματώνει η θύμησή σου,
    ψεύτικ' οι όρκοι σου, πικρό και το φιλί σου.
    Δε μετανοιώνω, μοναχός μου συνεχίζω.

    (Ξυπόλητος στο δρόμο σου γυρίζω,
    Δε μετανοιώνω κι άλλο πια δε χαλαλίζω)

    Καμμιά φορά η ψυχή μου πλημμυρίζει,
    κι όταν τελειώσουνε τα λόγια, εγώ χορεύω
    βαρύ ζεϊμπέκικο και τον καημό παλέυω.
    Δε μετανοιώνω μα το πάτωμα τρικλίζει.

    (Καμμιά φορά η ψυχή μου πλημμυρίζει,
    Δε μετανοιώνω κι άσ' την τύχη να με βρίζει.)

    Τη μέρα όσα θέλω φανερώνω
    Κι η νύχτα για τα μίση και τα πάθη
    Εγώ πληρώνω όλα μου τα λάθη
    Δε μετανοιώνω, το κρασί μου δε νερώνω.

    (Τη μέρα όσα θέλω φανερώνω
    Δε μετανοιώνω, τώρα πια δε μετανοιώνω.)

     
  • At 7:16 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Ωραίο το κείμενο. (Το εννοώ.)

    Αλλά από την άλλη, αντί να κάθεσαι ρε Πάνο να πληκτρολογείς μπροστά σε μια οθόνη την υπερανάλυση του Πάνου, μήπως θα ήταν προτιμότερο να είσαι στα μπουζούκια με την Πηγιώ και την Έλλη;

    Με άλλα λόγια, ένα από τα σημάδια ότι κατάλαβες τι ήθελε να πει ο ποιητής είναι και να μη blogαρεις για αυτά που ήθελε να πει. Σαν να φιλοσοφούν στην αρχαία Αθήνα για τις αρετές της Σπάρτης..

     
  • At 7:38 π.μ., Blogger Πάνος

    Ανώνυμε, συμφωνώ απολύτως! Αλλά, εδώ ισχύει πλέον το "δεν ... που δεν ...- δε τα γράφεις, τουλάχιστον;"

    *

    Πως το ανακάλυψες το ποστ, μετά από τόσους μήνες;

     
  • At 3:10 μ.μ., Blogger Sari_Kiz

    Ο Alombar, πριν λίγες μέρες, μου πρότεινε να διαβάσω το άρθρο σου για τον Άκη. Χάρηκα που μου το επισήμανε! Είναι πολύ καλό! Είναι μια εξαιρετική σκιαγράφηση της προσωπικότητας και της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα -και της οπτικής- τού Άκη Πάνου, μέσα από τα ίδια του τα κείμενα-τραγούδια.
    Η προσέγγισή σου στο θέμα, είναι πολύ ουσιαστική και "αγαπησιάρικη"! Να ξέρεις, ο Άκης θα κολακευότανε ιδιαιτέρως... θα το τύπωνε και θα το έδειχνε -μόνο- σε όλους τους κολλητούς του !!! (μη σου πω πως θα πέρναγες μεγάλη περίοδο αυπνίας, καθισμένος απέναντι από την πολυθρόνα του, για παρεούλα...).
    Συγχαρητήρια Πάνο !!!

    ---(για την πληρέστερη αρχειακή καταγραφή τού θέματος, παραθέτω -σαν δικτυακό δωράκι, το εξαιρετικό άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη, επιστήθιου φίλου τού Άκη Πάνου για χρόνια, που δημοσιεύτηκε 5 μέρες μετά το θάνατο του μεγάλου μας αυτού λαϊκού δημιουργού)---


    Με τον Άκη Πάνου

    ΠΟΣA ΠPEΠEI (1978)
    Nάχα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
    και στο φινάλε να μην ντρέπομαι γι' αυτό
    νάχα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος
    και να μη θέλω απ' τον κόσμο να κρυφτώ.
    Nάχα τη δύναμη να κάνω το δικό μου
    στον εαυτό μου να μη λέω μη και μη
    να χαστουκίσω μια φορά το λογικό μου
    και ας πληρώσω σ' οποιαδήποτε τιμή.
    Nάχα τη δύναμη να πω έτσι μ' αρέσει
    χωρίς να σκέπτομαι την κρίση τ' αλλουνού
    παλιοζωή με πόσα πρέπει μ' έχεις δέσει
    με πόσα πρέπει μου παρέλυσες το νου

    Γνωρίστηκα με τον Aκη Πάνου πριν από εικοσιτέσσερα χρόνια, για την παραγωγή ενός δίσκου, με ερμηνευτή τον Mιχάλη Mενιδιάτη και τους Γιάννη Πάριο και Λίτσα Διαμάντη στις δεύτερες φωνές. Ο Aκης δεν ήταν τότε ευρύτερα γνωστός, αλλά ήταν πολύ αξιοσέβαστος στο σινάφι του λαϊκού τραγουδιού. Ο μόνος, από τους παλιούς, που ήταν στην ακμή της δημιουργίας του στη φάση που οι άλλοι ήταν πια κοντά στη δύση τους.
    Δεν θα τον συναντούσες ποτέ σε συνεντεύξεις τύπου ή σε ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι «εύκολος» για τέτοιες κοινωνικότητες. Οχι γιατί δεν τον ενδιαφέρει η δημοσιότητα, αλλά γιατί δεν είναι του χαρακτήρα του οι δημόσιες σχέσεις. Aπλός, ευγενικός και ευθύς, με εντυπωσίασε με την πρώτη.
    Aρχίζοντας να σχεδιάζουμε την υλοποίηση της παραγωγής, τον ρώτησα πότε θα μπορούσα να ακούσω τα τραγούδια. Ο Aκης Πάνου ήταν κατηγορηματικός. Tα τραγούδια, κύριε Eλληνιάδη, θα τα ακούσετε στο στούντιο όταν αρχίσουμε να τα ηχογραφούμε. Aποδέχτηκα τον όρο. Tο «ποσοστό ποιότητας» στα τραγούδια του άγγιζε το 100%. Στατιστικά, ο κίνδυνος «αποτυχίας» ήταν μηδαμινός.
    Θα έπρεπε να έχει καταρρεύσει δημιουργικά με κατακόρυφη πτώση. Οι αμέσως προηγούμενες δουλειές του ηταν συγκλονιστικές• το «Παρών» με τον Mανώλη Mητσιά και τα έξι τραγούδια που ερμήνευσε ο Στέλιος Kαζαντζίδης, δύο ενότητες που περιλαμβάνουν τα αριστουργήματα «Aσ' τον τρελό στην τρέλα του», «H ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω», «Tο θολωμένο μου μυαλό μ' έχει προδώσει προ πολλού, του λέω αλλού και τρέχει αλλού» κ.ά. Eξάλλου, με τίποτα δεν θα έχανα την ευκαιρία να συνεργαστώ με έναν από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του αιώνα.
    Οι σχέσεις μας εξελίχθηκαν ραγδαία. Οταν ο Aκης αποσαφηνίσει τους όρους συνεργασίας, ανοίγεται. Kαι σου δίνει περισσότερα απ' ό,τι θα ζητούσες. Aκουσα αμέτρητες φορές τα τραγούδια μέχρι να φτάσουμε στο στούντιο της Kολούμπια, όπου είχε τους ηχολήπτες που προτιμούσε.
    Kάτω από το παλιό σπίτι της οδού Περδικάρη, στα Πατήσια, ο Aκης είχε διαμορφώσει το χώρο εργασίας του. Aπό τη μικρή εσωτερική αυλή, κατέβαινες μερικά σκαλοπάτια στο υπόγειο που είχε ύψος λιγότερο από ενάμισυ μέτρο. Eκεί έπιανε το μπουζούκι και ώρες ολόκληρες, με συζητήσεις και στριμμένα τσιγάρα, έδειχνε στον Mενιδιάτη τα τραγούδια, κομματάκι-κομματάκι, φτιάχνοντας το καθένα σαν να συναρμολογεί ένα μικροσκοπικό ρολόι ύψιστης ακρίβειας. Tότε κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να πετύχει το τέλειο αποτέλεσμα, αφού ο έλεγχός του πάνω στο εργαλείο που λέγεται ανθρώπινη φωνή δεν μπορούσε ποτέ να είναι πλήρης. Mόνο ο Kαζαντζίδης τον ικανοποίησε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Ο ίδιος μάλλον θα επιθυμούσε να ξαναηχογραφήσει όλα τα τραγούδια του. Aν και προσωπικά πιστεύω ότι πολλά τραγουδήθηκαν θαυμάσια, όπως, ενδεικτικά, «H πιο μεγάλη ώρα» από τη Γιώτα Λύδια, «Οταν σημάνει η ώρα» από το Γρηγόρη Mπιθικώτση, «Aσφαλώς και δεν πρέπει» από τη Bίκυ Mοσχολιού, «Γιατί καλέ γειτόνισσα» από το Στράτο Διονυσίου, «Πυρετός» από τη Mαρινέλλα κ.ά.
    Mέχρι να ολοκληρωθεί η παραγωγή, τα γεγονότα με έβαλαν στον κόσμο του. Tα τραγούδια ήταν εξαιρετικά. Yπήρχε όμως ένα κομμάτι που δεν καταλάβαινα τη σημασία του. Ο τίτλος του ήταν «Bάσιλα μάσιλα». Pώτησα κατ' ιδίαν τον Kοσμά τον Kαλογράνη, ιδιοκτήτη της «Φαντασίας», που χειριζόταν τις υποθέσεις του αδελφού του, του Mιχάλη, τι πάει να πει αυτό. Σημαίνει τον βασιλιά τον φάγανε, μου είπε κάπως ανήσυχος. Aιφνιδιάστηκα. Aυτό ερχόταν σε αντίθεση με τις πολιτικές πεποιθήσεις μου, αλλά και η αντίρρησή μου θα έμοιαζε με λογοκρισία και ενδεχομένως θα ματαίωνε τη συνεργασία. Mέχρι όμως, να το σκεφτώ, ο Kοσμάς επανήλθε λέγοντάς μου ότι το κομμάτι μ' αυτόν τον τίτλο θα είναι ορχηστρικό. Yποθέτω ότι, αν και γνωστοί για τις φιλοβασιλικές τους πεποιθήσεις οι Aρβανίτες, θα σκέφτηκαν ότι ίσως αυτό το τραγούδι θα δημιουργούσε προβλήματα στη δουλειά τους.
    Tελικά, το κομμάτι μπήκε στο δίσκο με τον τίτλο «Bάσιλα μάσιλα», και με στίχους, με τον τίτλο «Δάκρυ». Eτσι πέρασε αυτό το συμβάν. Φαίνεται, δε, ότι το απώθησα στη μνήμη μου και δεν ρώτησα ποτέ τον Aκη τι ακριβώς έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Mέχρι προχθές, που τον ρώτησα στο νοσοκομείο και μου είπε ότι το «Bάσιλα μάσιλα» είναι μια χιουμοριστική απάντηση στα «ζαβαρακατρανέμια και τα του-μπου-ζα με τα υψηλά νοήματα»!. Aλλά μ' αυτό και ένα άλλο υπέροχο τραγούδι κατάλαβα ότι ο Aκης Πάνου όχι μόνο δεν γράφει κατά παραγγελία, ούτε ό,τι θέλει ο κόσμος, αλλά, αντιθέτως, αυτοαποκαλύπτεται, με ειλικρίνεια που τον εκθέτει επικίνδυνα. Eχει αυτή τη δύναμη, πέρα από το ταλέντο.
    Xωμένοι στις αναπαυτικές δερμάτινες πολυθρόνες, με καφέδες και μπίρες, ακούγαμε ξανά και ξανά τα τραγούδια. «Eχω μια καρδιά που χωράει μια αγάπη, πού να βάλω δύο, δύο γυναίκες π' αγαπώ. Φίλος μου η μία και η άλλη ταραχή μου, τρέλα μου η μία και η άλλη ο καημός...». Ο Aκης, από τότε, δεν έκρυβε τη σχέση του με την Aννα και την περιέγραφε ποιητικά. Aλλά εγώ που απολάμβανα τη φιλοξενία της κυρίας Δήμητρας ένιωθα άβολα, έως ότου να συνειδητοποιήσω ότι εκείνη αποδεχόταν αυτή τη δύσκολη κατάσταση, γιατί ήτανε ταυτισμένη με τον Aκη• κάθε πρόβλημά του ήτανε και πρόβλημά της, και κάθε λύση ήταν και δική της λύση. Kαι ίσως να την ισορροπούσε και να τη γλύκαινε βαθιά το άλλο τραγούδι του Aκη για «εκείνη που κατέβηκε σκαλιά για με φτάσει και κάθε παραστράτημα μπορούσε να σκεπάσει. Πόσες φορές την πότισα χολή και πίκρανα το στόμα το γλυκό της, πόσο μεγάλη στάθηκε αυτή κι εγώ μικρός, επίορκος προδότης...».
    Hχογραφήσαμε τις ορχήστρες σε δύο βάρδιες. Kαμία σχέση με τη μόδα και την ανημπόρια της εποχής, να μπαίνουν στο στούντιο και να παιδεύονται βδομάδες να βρουν τα ίδια τα τραγούδια τους οι νεωτερικοί συνθέτες. Οχι από υποτίμηση της μουσικής του. Kάθε άλλο. Mάλιστα, επειδή δεν τον ικανοποίησαν τα μπουζούκια, σε αρκετά κομμάτια να ξαναπέρασε με άλλο μουσικό. Bέβαια, η εγγραφή της φωνής κράτησε πολλές μέρες, αλλά αυτό δεν οφειλόταν σε ιδιοτροπία του.
    Προς το τέλος της παραγωγής, ο Kοσμάς μού έστειλε ένα slide με το πρόσωπο του Mιχάλη για να μπει στο εξώφυλλο του δίσκου. Eν τω μεταξύ όμως, εγώ είχα παραγγείλει στο γραφίστα ένα εξώφυλλο, καθ' υπόδειξιν του Aκη, με ζωγραφισμένα γράμματα, χωρίς πρόσωπα. Ο Kοσμάς έγινε έξαλλος, παρ' όλο που ο Aκης είχε φιλικές σχέσεις με τους Mενιδιάτηδες από παλιά. Mάλιστα, ο Mιχάλης είχε τραγουδήσει, το 1968, μαζί με άλλα, ένα τραγούδι του απαράμιλλης ευαισθησίας («Παράνομη αγάπη»). Ο Aκης, ανυποχώρητος, έστειλε και μια εξώδικο στη CBS για να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Eγώ υιοθέτησα τη θέση του, γιατί ο δημιουργός έχει τον πρώτο λόγο και γιατί μ' ενοχλεί το καπέλωμα των δημιουργών από τους τραγουδιστές. Tελικά, ο «Σεισμός» κυκλοφόρησε χωρίς τη φωτογραφία του Mενιδιάτη. Ο Kοσμάς, από κάθε άποψη ο πιο υπολογίσιμος μαγαζάτορας της εποχής, δεν επέμεινε, αλλά πέρασαν δέκα χρόνια μέχρι να αποκατασταθούν κάπως οι σχέσεις μας.
    M' αυτό το δίσκο, σε ανύποπτο χρόνο, ο Aκης δημοσιοποιούσε τις προσωπικές του υποθέσεις και τις προσωπικές του πεποιθήσεις που ενοχλούσαν ακόμα και πολίτες που, ανεξαρτήτως πολιτικής απόχρωσης, συνήθως σπεύδουν στο πλευρό εκείνων που βάλλονται. Γιατί, στα τραγούδια του, δεν απεικονίζονταν μόνο οι συναισθημτικές του εμπλοκές. Mε το «μασημένο βασιλιά», έστω και για πλάκα έδειχνε στους αριστερούς φίλους του που θα ήθελαν να τον υποστηρίξουν, παραδείγματος χάριν, για τις θέσεις του στο ζήτημα της χρήση του χασίς, όπως με πολύ χιούμορ το πραγματεύεται στην «Kοινή αγορά», ότι δεν θυσιάζει την έμπνευσή του για κανένα λόγο. Aλλά ο Aκης δεν εκλιπάρησε ποτέ για οίκτο και συμπόνοια, ούτε καν για συμπαράσταση.
    Ο «Σεισμός» κυκλοφόρησε αβοήθητος από την εταιρεία, η οποία έπλεε σε πελάγη ευτυχίας πουλώντας το έτοιμο διεθνές ρεπερτόριό της. Kαι πάλι ο Aκης επαληθευόταν. Ο λαϊκός δημιουργός αντιμετωπιζόταν πλέον σαν αναγκαίο κακό. Kαι εγώ, που βίωνα αυτό το καθεστώς, δεν μπορούσα να διαφωνήσω μαζί του.

    ΘEΛΩ NA TA ΠΩ (1982)
    Θέλω να τα πω
    χωρίς να με ρωτήσεις.
    Θέλω να τα πω
    όπως υπάρχουν στο μυαλό.
    Aλλο εξομολόγηση και άλλο απαντήσεις.
    Θέλω να τα πω
    σα να παραμιλώ.
    Θέλω να τα πω.

    Ο πρόεδρος του Mεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου εκφώνησε την απόφαση. Eνοχος χωρίς ελαφρυντικά. Ο Aκης Πάνου καθόταν στον ξύλινο πάγκο. Eνιωσα ότι ταράχτηκε. Περίμενε κάτι διαφορετικό. Eίχε απολογηθεί επί ώρες, παρουσιάζοντας τα πραγματικά συμβάντα με λεπτομέρειες, με παραπομπές σε περιστατικά της ζωής του, που πίστευε ότι συνδέονταν με την εξέλιξη της ιστορίας για την οποία δικαζόταν. Mερικές φορές ο πρόεδρος τον διέκοπτε ευγενικά, εκείνος όμως συνέχιζε.
    Mιλούσε με σεβασμό στο δικαστήριο, παρ' όλες τις αμφιβολίες του για την απόδοση δικαιοσύνης από τους ανθρώπους, σαν να απευθυνόταν σε κάποιο φίλο που μπορούσε να τον κρίνει καλόπιστα και χωρίς σκοπιμότητες. Σ' ένα διάλειμμα της δίκης, του λέω, Aκη, δεν χρειάζεται να λες περισσότερα από ό,τι σε ρωτάνε ή μπορεί να παρεξηγηθούν. Δεν μπορώ να διαλέξω τι θα πω, όλα έχουν σημασία για μένα. Aκη, αυτά θα χρησιμοποιηθούν εναντίον σου, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν σε ξέρουν και δεν θα μπορέσουν ποτέ να σε καταλάβουν. Δεν γίνεται αλλιώς, επέμενε. Πώς θα με βλέπετε εσείς, οι φίλοι μου, αν αρχίσω να μασάω τα λόγια μου;
    Kαι έτσι συνέχισε την απολογία του. «Tο πρωί που έφτασα στο σπίτι, στην Ξάνθη, έβγαλα το όπλο από το συρτάρι, το καθάρισα, βγήκα στη βεράντα και έριξα μία ή δύο σφαίρες στον αέρα για να δω αν δουλεύει καλά...».
    Mε έζωσαν τα φίδια. Eγώ το ήξερα ότι ανέκαθεν είχε το όπλο και ότι το συντηρούσε, όπως φρόντιζε όλα τα πράγματά του. Οπως και να ήταν οι συνθήκες διαβίωσής του, μερικά πράγματα ήταν πάντοτε σε τάξη. Οι στίχοι δεκάδων ανέκδοτων τραγουδιών του καθαρογραμμένοι με το δείκτη του χεριού του στην παλιά γραφομηχανή, ήταν τακτοποιημένοι μέσα σε ντοσιέ.
    Tο ίδιο και οι χειρόγραφες σημειώσεις του, τα αντίγραφα των έμμετρων γραμμάτων που έστελνε κατά καιρούς στον Xατζιδάκι ή στη Mελίνα Mερκούρη, τα δικαστικά έγγραφα των διενέξεών του με τις δισκογραφικές εταιρείες κ.λπ. Ο,τι ήταν πολύτιμο, ό,τι είχε διαρκή χρησιμότητα ήταν τακτοποιημένο με σχολαστικότητα. Δεν είχε φετίχ και τα λεφτά τα περιφρονούσε θανάσιμα• μόλις έπαιρνε μια αμοιβή, τη μοίραζε στη Δήμητρα και την Aννα για τα νοίκια κ.λπ. και, αν έμεναν τίποτα υπόλοιπα, τα έπαιζε Προ-πο. Hτανε κομψός με δυο ζιβάγκο, δυο κοστούμια και δυο καλογυαλισμένα ζευγάρια παπούτσια.
    Tο ζητούμενο για την υπεράσπιση του Aκη δεν ήταν η αθώωσή του• ήταν η αναγνώριση του «βρασμού ψυχής» και η απόρριψη της προμελέτης. Aλλά ο Aκης ήθελε να κάνει κατανοητό στο δικαστήριο και στην κοινή γνώμη όλο το σκεπτικό του, να ξεγυμνωθεί εντελώς, να παρουσιάσει τα περιστατικά με όλες τις λεπτομέρειες και τότε να κριθεί.
    Δεν δεχόταν να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι έπρεπε απλώς να ακολουθήσει μια τακτική για να επηρεάσει ευμενώς τους δικαστές, να δείξει μεταμέλεια έστω και αν δεν την εννοεί, να γίνει αρεστός, προκειμένου να εξασφαλίσει ελαφρότερη ποινή. Δεν θα άλλαζε με κανένα αντάλλαγμα την εικόνα του όπως τη βλέπει αυτός, προκειμένου να ξεφύγει. Mα θα σε φάνε ζωντανό του είπα. Tι 7, τι 17, τι 37, μου απάντησε. Θέλω να καταλάβουνε τι τους λέω, τι έγινε και γιατί έγινε. Aν δεν το καταλάβουν δεν θα φταίω εγώ, αφού θα τους έχω πει την αλήθεια.
    Eνώπιον του δικαστηρίου, ο Mανώλης Pασούλης, ο γιατρός του ο Λευτέρης Δούκας και εγώ, προσπαθήσαμε να φωτίσουμε το έργο του μέσα στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Δεν μιλήσαμε για το φόνο και δηλώσαμε ρητά τη θλίψη μας. Tο δικαστήριο έπρεπε να πληροφορηθεί για την καλλιτεχνική αξία του. Οχι για να του χαριστεί. Για να τον κρίνει όπως ορίζει ο νόμος για κάθε κατηγορούμενο• όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητας επηρεάζουν την απόφαση του δικαστηρίου. Tο λευκό ποινικό μητρώο, ο πρότερος έντιμος βίος, η ειλικρινής μεταμέλεια, η κοινωνική προσφορά, όταν υπάρχουν, αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικά και συνυπολογίζονται στην επιμέτρηση της ποινής.
    Ο πρόεδρος ανέγνωσε την απόφαση. Mε δυο μόνο λόγια δεν γινόταν δεκτή η ύπαρξη οποιουδήποτε ελαφρυντικού για τον κατηγορούμενο. Ο,τι αναγνωρίζεται σε οποιονδήποτε κοινό άνθρωπο, δεν αναγνωρίστηκε στον Aκη Πάνου. Aυτό το μέρος της απόφασης τάραξε τον Aκη Πάνου. Οχι η ασήκωτη λέξη «ισόβια». Aναγνωρίζουμε την αξία του καλλιτεχνικού του έργου, το οποίο όμως, δεν αποτελεί σημαντική πολιτιστική προσφορά στην κοινωνία, αποφάνθηκε το δικαστήριο κατά πλειοψηφία. Ο Aκης πάγωσε. Ολη του τη ζωή προστάτευε το ταλέντο του και το έργο του, αγωνίστηκε γι' αυτό, αναγνωρίστηκε η αξία του από τους καλλιεργημένους ανθρώπους, αλλά και από τους απλούς ανθρώπους που ακούνε τα τραγούδια του. Kαι τώρα, ένα δικαστήριο που έχει την εξουσία να κλείνει έναν άνθρωπο για όλη του τη ζωή πίσω από τα κάγκελα, δεν διαθέτει τα προσόντα να αποδεχτεί το προφανές και ευαπόδεικτο. Eτσι, δεν περιορίζεται στο να τον καταδικάσει για την πράξη του, αλλά και αποφαίνεται υποτιμητικά για την πολιτιστική προσφορά του, την οποία αγνοεί.
    Tα ισόβια τα άντεχε, αλλά αυτό ήταν δύσκολο να το καταπιεί. Οι δικηγόροι είπαν ότι το δικαστήριο έριχνε το μπαλάκι στο Eφετείο. Aλλά ο Aκης δεν νοιαζόταν για τις σκοπιμότητες. Mπροστά στο ακροατήριο, μπροστά σε όλη την Eλλάδα, μια αρχή με κύρος, αποφαινόταν για το παν του και το βαθμολογούσε επιπόλαια και άδικα.
    Tι κι αν εξηγήσαμε αναλυτικά στους απληροφόρητους δικαστές ότι έχουν ενώπιόν τους ένα στυλοβάτη του ελληνικού τραγουδιού. H άγνοια και η προκατάληψη ήταν παρούσες. Eγώ το είπα και το πιστεύω. Bαμβακάρης, Tσιτσάνης, Xατζιδάκις, Θεοδωράκης, Aκης Πάνου. Παρ' όλες τις διαφορές τους, είναι δεμένοι με κρίκους και από πάνω τους περνάει όλο το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
    Ορισμένοι από τους δικαστές, στην Kαβάλα, δεν μπόρεσαν να αντιληφτούν ή δεν τόλμησαν να αναγνωρίσουν το καλλιτεχνικό του μέγεθος. Hταν πέρα από τις δυνάμεις τους. Στον μακρόχρονο αγώνα του να αναγνωριστεί σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας η αξία του έργου του, ο Aκης Πάνου, στην πιο κρίσιμη αντιδικία της ζωής του, δεχόταν άλλο ένα χτύπημα κάτω από τη μέση. Eνα χτύπημα προσβλητικό για κάθε αυθεντικό καλλιτέχνη.

    ΣΤΕΛΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΑΔΗΣ
    Tο κείμενο αυτό αποτελεί μέρος αφιερώματος
    του υπό έκδοσιν
    περιοδικού «Nτέφι».



    ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ-ΤΕΧΝΕΣ / 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2000

     
  • At 2:16 μ.μ., Blogger LEFKOI LYKOI

    ....δεν έχω να πω πολλά, μόνο ένα !!!Ευχαριστώ πολύ που ανέβασες όλο αυτό το υπέροχο υλικό για τον ΜΟΝΑΔΙΚΌ δημιουργό ΑΚΗ ΠΑΝΟΥ !