ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005
Οι περιπέτειες του Θεύδη στο Άγιον Όρος


Στο νησί της Καλυψώς ανέβηκε ένα ακόμα κεφάλαιο, το "Αθωνικόν έπος". Από εκεί είναι παρμένο το κομμάτι που ακολουθεί.

* * *

Σηκώθηκα επίτηδες γρήγορα, για να μην του δώσω τη δυνατότητα να απαντήσει, γεγονός που τον διαόλιζε, ήμουν σίγουρος. Ένας - ένας βγήκαμε στο σκεβρωμένο ξύλινο μπαλκόνι και κάναμε τον εναέριο γύρο της μονής ψηλαφητά στο σκοτάδι, ώσπου να φτάσουμε στην τουαλέτα. Ο αγέρας λυσσομανούσε περνώντας από την παρακείμενη χαράδρα προς τη θάλασσα, καμιά τρακοσαριά μέτρα χαμηλότερα.

«Έχει γούστο να γκρεμιστεί και να κουτρουβαλήσουμε…» μουρμούριζε ο Κατιλίνας.

«Ε, βέβαια, με τόσες αντίχριστες απόψεις που ακούστηκαν, τι άλλο να περιμένει κανείς;» τον πείραζε ο Κριτίας.

Συμμαζευτήκαμε στο κελί μας.

«Να παίξουμε χαρτιά», πρότεινε ο Θεύδης.

«Δεν θα είσαι με τα καλά σου!» απάντησε ο Κατιλίνας, τόσο κουρασμένος που δεν είχε κουράγιο ούτε καν ν΄ ανοίξει κονσέρβα.

Ένας - ένας οι τέσσερις ξαπλώσαμε στα κρεβάτια μας και σε λίγα λεπτά είχαμε κοιμηθεί. Τον Θεύδη τον έζωσαν τα φίδια. Κοίταξε το ρολόι του, επτά και τριανταπέντε το απόγευμα. Νύσταζε βέβαια και ήταν ψόφιος στην κούραση, αλλά του ήταν αδιανόητο να κοιμηθεί τόσο νωρίς. Μπήκε και βγήκε μερικές φορές στο έρημο αρχονταρίκι, ακόμα και στο τρομαχτικό, λόγω του ανελέητου ανέμου, σκοτάδι του μπαλκονιού. Είχε μια φαεινή ιδέα: γύρισε τους δείκτες του ρολογιού από οκτώ παρά τέταρτο σε μία και μισή. Εις μάτην όμως, το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάθε φορά τους λογαριασμούς, να προσδιορίζει την πραγματική ώρα και να συλλογίζεται απελπισμένος «ακόμα είναι οχτώ παρά πέντε το απόγευμα». Στις οχτώ με ξύπνησε.

«Εγώ θα φύγω!»

Τον ρώτησα γιατί κι αυτός απάντησε

«Θα φύγω, έχω αγριευτεί, δεν μπορώ!»

Μουρμούρισα ένα «στα τσακίδια!» και γύρισα πλευρό.

(…)

Στις τρεις το πρωί χτύπησε το σήμαντρο για τον όρθρο, οι τέσσερις προσκυνητές ξυπνήσαμε χορτασμένοι ύπνο, ντυθήκαμε και βγαίνοντας από το κελί στο αρχονταρίκι αντικρίσαμε ένα τραγικό θέαμα: Ο Θεύδης καθόταν σ΄ ένα ξύλινο μιντέρι, μέσα σε πυκνούς καπνούς από τσιγάρα, με ύφος απελπισμένο. Ανακοίνωσε ότι αυτός φεύγει για έξω, τον κράξαμε όλοι, του ευχηθήκαμε καλό κατευόδιο και πήγαμε να πλυθούμε κάνοντας πάλι τον εναέριο γύρο του μοναστηριού, αυτή τη φορά με περισσότερη αυτοπεποίθηση.

(…)


Όσο εμείς είμαστε στην εκκλησία, ο Θεύδης πέρασε τις ώρες ως την τράπεζα τριγυρνώντας εδώ κι εκεί σαν την άδικη κατάρα. Ωστόσο, στην τράπεζα ήρθε, όχι για να φάει - μακαρονάκι κοφτό μόνο με ντομάτα, ελιές, χαλβάς, κρεμμύδι και ψωμί - αλλά γιατί ήθελε να βλέπει ανθρώπους, λάλησε τόσες ώρες μοναχός. Μετά την τράπεζα ανέβηκαν όλοι οι προσκυνητές, καμιά ντουζίνα, στο αρχονταρίκι, για καφέ. Ο Κριτίας δεν απόφυγε τη διατύπωση ενός δηλητηριώδους σχολίου:

«Μεγάλο μέρος της ζωής ενός ανθρώπου» είπε καθώς ανεβαίναμε τις σκάλες, «μπορεί να σπαταληθεί με την υπερβολική απασχόληση με την τελετουργία, φαινόμενο που συνοδεύεται υποχρεωτικά από ψυχαναγκαστικά ήθη. Έτσι χάνεται ένα μέρος της ανθρώπινης ελευθερίας και δημιουργικότητας, ενώ ο άνθρωπος παραμένει ανώριμος…»

«Εννοείς τους συνεπείς κομμουνιστές;» ρώτησα δήθεν αθώα.

Ο Κριτίας χαμογέλασε και απάντησε: «Εννοώ τους κάθε λογής αφοσιωμένους πιστούς, εν προκειμένω όμως τους μοναχούς…»

Ο αρχοντάρης Ιωσήφ και ο δόκιμος βοηθός του σέρβιραν καφέ, λουκούμια και τσίπουρο «σε σφηνάκια» όπως παρατήρησε ο Κατιλίνας. Ο Κριτίας σχολίασε πόσο απολαυστικό ήταν αυτό το κέρασμα μετά την λειτουργία και την τράπεζα και πως αυτή η διαδικασία λειτουργεί ουσιαστικά, την απολαμβάνεις.

«Ρε παιδί μου, είχα να φάω λουκούμι από το δημοτικό, στο καφενείο του θείου μου, στη Λευκάδα. Τι λες, να πάρω ακόμα ένα;»

Ο Ιούλιος αντιμετώπιζε τα πάντα με τη γνωστή του αταραξία, σπανιότατα έφτανε σε οποιαδήποτε έντονη εκδήλωση, ενώ ο Κατιλίνας έδειχνε άριστα προσαρμοσμένος στο περιβάλλον, γοητευμένος από την λειτουργία, το τελετουργικό της τράπεζας - όχι βέβαια από το φαγητό -, το κέρασμα στο αρχονταρίκι. Ο Θεύδης ρωτούσε τον αρχοντάρη πως θα ήταν καλύτερα να φύγει, δια ξηράς ή δια θαλάσσης και πληροφορήθηκε πως η ώρα εννιά περνούσε το καΐκι που ερχόταν από Λαύρα. Έπρεπε να κατέβει στον αρσανά της μονής, είκοσι λεπτά κατηφορικό δρόμο ως τη θάλασσα. Μας αποχαιρέτησε μάνι μάνι, ενώ κάναμε μια τελευταία προσπάθεια να τον μεταπείσουμε, φορτώθηκε τα υπάρχοντά του και ώχετο απιών.

(…)


Ενώ ακόμα συζητούσαμε με τον μελίρρυτο γέροντα, ο Θεύδης κατηφόριζε γοργά προς τον αρσανά. Διέσχισε τους αύλιους χώρους της μονής, πέρασε ανάμεσα από τα εργατόσπιτα, τα βορδοναρεία και τις αποθήκες, δεν στάθηκε καθόλου να χαζέψει τις διαδοχικές αναβαθμίδες, φτιαγμένες με τέχνη και κόπο, που χρησίμευαν ως περιβόλια, για τις ανάγκες της μονής. Διάβηκε γρήγορα από όλα αυτά και χωρίς να στρέψει το βλέμμα του πίσω, πήρε το δύσβατο μονοπάτι που θα τον οδηγούσε μακριά από τους καλογήρους με την αδιανόητη αντίληψη του χρόνου. Κατέβαινε προς τη θάλασσα διασχίζοντας τον μεγάλο ελαιώνα της μονής, ώσπου έφτασε στον αρσανά. Ακόμα δε φαινόταν να έρχεται καΐκι .

Μπήκε στον παλιό, μεγάλο πύργο του αρσανά, άναψε τσιγάρο, έμεινε μέσα περίπου τριάντα δευτερόλεπτα και βγήκε, για να ελέγχει τη θαλάσσια κυκλοφορία. Αφηρημένος χάζεψε το κονάκι, χτισμένο πάνω στο κύμα, με την κληματαριά στο μπαλκόνι – χωρίς να το βλέπει. Ένα τέτοιο σπίτι θα τον γοήτευε μέχρις υπερβολής, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, αλλά, στον χρόνο της αφήγησης του ήταν παντελώς αδιάφορο. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το τσιγάρο και φάνηκε από πέρα το καΐκι.

Ο Θεύδης στήθηκε στη μικρή τσιμεντένια σκάλα και έκανε σινιάλο κουνώντας κυκλικά τα χέρια του. Ο καπετάνιος ζύγωσε ως τα εκατό μέτρα. Ο υποψήφιος επιβάτης τον είδε με φρίκη να κάνει κράτει, να στέκεται και να κοιτάζει ένα γύρω τη φρεσκαρισμένη θάλασσα.

«Δε μπορώ να ζυγώσω, θα με ρίξει στα βράχια!» του φώναξε.

«Στάσου εκεί, θα κολυμπήσω!» φώναξε ο απελπισμένος Θεύδης.

Μόλις τ΄ άκουσε αυτό ο καϊκτσής σταυροκοπήθηκε, άρπαξε το τιμόνι και έβαλε ολοταχώς μακριά από τον αναμαλλιασμένο νεαρό.

Όσο να συνειδητοποιήσει ο Θεύδης πως ο βαρκάρης τον άφηνε στα κρύα του λουτρού, είχε προλάβει να ξετυλίξει από το λαιμό του το μακρύ κασκόλ του Κατιλίνα. Το κασκόλ έπεσε στο τσιμέντο - και έμεινε για ανακύκλωση εκεί γύρω -, ενώ ο Θεύδης ωρυόταν, εις μάτην, «γύρνα πίσω ρεεε…». Δεν του έμενε παρά να γυρίσει πίσω στη μονή και να φύγει για τη Δάφνη αποκεί. Να γυρίσει όμως στη μονή δεν ήταν και τόσο εύκολο. Μετά από λίγα λεπτά γρήγορης ανάβασης ο Θεύδης άρχισε να ξαλαφρώνει το σακίδιο από όσα το βάραιναν υπερβολικά: Δυο μπουκάλια κονιάκ, τέσσερις κονσέρβες, δυο βιβλία. Σκέφτηκε να παρατήσει ακόμα και τη φωτογραφική του μηχανή, αλλά κρατήθηκε την τελευταία στιγμή. Δυστυχώς, και χωρίς τη σαβούρα, η ανηφόρα του έκοβε την ανάσα και τα πόδια. Ωστόσο κατάφερε να φτάσει στο μοναστήρι και ανέβηκε σα σίφουνας τα σκαλιά ως την αυλή. Ο αρχοντάρης που είχε παρακολουθήσει από το μπαλκόνι της μονής το κατέβα - ανέβα του νεαρού Αθηναίου, κατέβηκε για να τον συναντήσει. Ακολούθησε ο εξής διάλογος:

«Οι άλλοι που πήγαν;»

«Έφυγαν για τη Γρηγορίου . Την ώρα που ξεκινούσες από κάτω, αυτοί κατέβαιναν από δω το μονοπάτι, ως τη διασταύρωση… Παραλίγο να συναντηθείτε…»

«Το τζιπ έφυγε για τη Δάφνη;»

«Έχει δέκα λεπτά…»

«Κι εγώ πως θα πάω;»

«Πάντως με τα πόδια τώρα πια δεν προλαβαίνεις το καΐκι…»

«Να πάω με το πυροσβεστικό!»

«Δεν υπάρχει οδηγός να το πάει…»

«Ένα άλογο, ένα μουλάρι τότε!»

«….»

«Πρέπει να φύγω οπωσδήποτε! Θα πάω με τα πόδια!»

«Πρέπει να βγάλεις φτερά ως τη Δάφνη!»

«Θα βγάλω!»

Ο αρχοντάρης τον είδε αποφασισμένο. Τον ανέβασε στ΄ αρχονταρίκι και τον πότισε δυο τσίπουρα «για τη θερμοκρασία». Μετά τούδωσε δυο λουκούμια, τυλιγμένα σ΄ ένα χαρτί.

«Βάλτα στην τσέπη, είναι για την υπογλυκαιμία, θα τα φας στη μέση του δρόμου»

Ο Θεύδης έφυγε τρέχοντας. Ο αρχοντάρης, απορημένος αλλά και διακριτικός, τον ευλόγησε, είπε ένα «στην ευχή της Παναγίας» και γύρισε στις δουλειές του.

* * *

Ενώ εμείς απολαμβάναμε ήδη την αγιορείτικη φιλοξενία στην ιερά Μονή Γρηγορίου (καφές, τσίπουρο, λουκούμι) και αναρωτιόμαστε που να βρίσκεται ο Θεύδης, αυτός βάδιζε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για τη Δάφνη. Δε σταμάτησε ούτε για τσιγάρο. Όταν έφτασε στη στροφή που δρόμου που έχει θέα στο λιμάνι, είδε τον κόσμο να επιβιβάζεται στο καΐκι. Άρχισε να τρέχει, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, αλλά όταν έφτασε στην αποβάθρα το πλεούμενο ήταν πια διακόσιες οργιές μακριά.

«Τι γίνεται τώρα;» ρώτησε απελπισμένος τον μπακάλη.

Αυτός τον κοίταξε χωρίς να βιάζεται καθόλου και του είπε

«Δεν πειράζει, βγαίνεις αύριο…»

Στο μεταξύ το λιμάνι άδειασε ως δια μαγείας, δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Ο Θεύδης όρμησε στο κονάκι της χωροφυλακής, αλλά οι δυο χωροφύλακες δήλωσαν αδυναμία να τον βοηθήσουν. Του σύστησαν όμως να πάει στους τελωνιακούς, που είχαν καιρό στη Δάφνη και ήξεραν πρόσωπα και πράγματα. Ο Θεύδης τους πέτυχε να ετοιμάζουν λαγό στιφάδο. Του είπαν πως μόνος τρόπος είναι να έρθει βάρκα από την Ουρανούπολη, να τον πάρει, αλλά ποιος τρελός θα βγει έξω με τέτοιον καιρό; Ο Θεύδης δήλωσε ότι πληρώνει όσο - όσο, οι τελωνιακοί τηλεφώνησαν στην Ουρανούπολη, μίλησε και ο ίδιος στο τηλέφωνο και με τα πολλά έπεισε τον φιλοχρήματο Χαλκιδικιώτη να αποπλεύσει.

Πράγματι, δυό ώρες αργότερα, ενώ ο Θεύδης βημάτιζε πάνω - κάτω στην προκυμαία, φάνηκε η εξωλέμβιος να ζυγώνει χοροπηδώντας πάνω στα κύματα. Ο Θεύδης πήδηξε μέσα και για τις επόμενες δύο ώρες θαλασσοπνίχτηκε για τα καλά. Κατάφερε να φτάσει στην Ουρανούπολη πέντε λεπτά πριν φύγει το τελευταίο λεωφορείο για Θεσσαλονίκη, ήταν η πρώτη φορά που έφτανε στην ώρα του εκείνη τη δύσκολη μέρα του Ιανουαρίου. Από το ΚΤΕΛ Χαλκιδικής πήρε ταξί, πήγε κατ΄ ευθείαν στο σταθμό των Αθηνών και μπήκε στο πρώτο λεωφορείο που έφευγε για Αθήνα. Λίγες ώρες αργότερα, πριν ξημερώσει η 4η Ιανουαρίου, έφτανε στο σπίτι του. Η μάνα του τρόμαξε μόλις τον είδε: Πέραν της ταλαιπωρίας, είχε να κοιμηθεί από τις 30 Δεκεμβρίου της …προηγούμενης χρονιάς.

Το μεσημέρι της επομένης, ενώ ο Θεύδης κοιμόταν ακόμα, η μάνα του τακτοποιούσε τα πράγματά του και τα ρούχα του. Βάζοντας το χέρι στην τσέπη του μπουφάν ξαφνιάστηκε καθώς κόλλησε στα δάχτυλά της κάτι μαλακό.

«Έλα Παναγία μου, λουκούμια!…» φώναξε και σταυροκοπήθηκε.
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005 |


0 Comments: