ι Τα μυστικά του Κόλπου
Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2005
Δυο εικόνες κι ένας επίλογος


(Φωτογραφία: Νίκος Μάρκου, από τον κόμβο ΟΔΥΣΣΕΑΣ)

Πάντοβα, Ιταλία, 1978

Κελί μικρό και γεμάτο υγρασία. Ο αέρας τόσο κρύος που γδέρνει τα ρουθούνια και τα λαιμά. Πάγκος στον τοίχο, απέναντι από την πόρτα, κι ένας ακόμα στον άλλο - από τη δεξιά μεριά. Στον πρώτο κάθονται ο Βαγγέλης και ο Τάκης, στο δεύτερο ο Χάρης και ο Χρήστος.

Προσπαθούν να ζεσταθούν χτυπώντας που και που τα χέρια και σφίγγοντας τα πέτα των μπουφάν ανάμεσα στο σαγόνι και το στήθος. Οι ώρες δεν περνούν.

«Τι θα μας κάνουν»

σπάει τη σιωπή ο Τάκης.

«Υπουργούς!»

κοροϊδεύει ο Χρήστος.

«Δημοκρατία…»

λέει ο Βαγγέλης, με τόση αηδία σα να έλεγε «σκατά». Βλέπει πως ο Κοσμάς τον κοιτάζει απορημένος, και εξηγεί:

«Εμάς βέβαια μας πιάσανε γιατί δουλεύαμε παράνομα, εντάξει. Είναι όμως γεγονός πως η ιταλική δημοκρατία εκμεταλλεύεται το κλίμα με τις Brigate Rosse και τα ρέστα, για να μπάσει το φασισμό από το παράθυρο, όπως κάνουν και οι Γερμανοί δηλαδή…»

«Κόφτο ρε Βαγγέλη, δε μ’ ενδιαφέρουν τα πολιτικά, στο έχω πει χιλιάδες φορές. Τι σχέση έχει ο φασισμός με το γεγονός ότι εμείς δουλεύαμε παράνομα;»

«Ω της αφελείας και της μαλακίας σου, καημένε Χάρη! Δε σ’ ενδιαφέρουν τα πολιτικά, αλλά εξαιτίας τους θα τραβηχτούμε άσχημα με τους καραμπινιέρους… Εξαιτίας τους ο κάθε Ιταλός ρουφιάνος βρίσκει την ευκαιρία να καρφώσει, εξαιτίας τους ο κάθε κλίμακας μπάτσος μπορεί και γίνεται ένας μικρός δικτάτορας, τώρα σε βάρος μας…»

Η κουβέντα δεν προκόβει, γιατί κανείς εκτός απ’ τον Βαγγέλη δεν έχει κέφι. Αναλογίζονται όλοι το χάλι τους. Φοιτητές οι δυο στην Κτηνιατρική, οι άλλοι δυο στο Πολυτεχνείο. Λεφτά από Ελλάδα – να μη φτάνουν ούτε για τα νοίκια. Ήταν ένας Ιταλός, ο σινιόρ Βιττόριο, που έπαιρνε γκαρσόνια στην tratoria του ξένους φοιτητές – για τους ίδιους λόγους που όλοι οι εργοδότες προτιμάνε τους αλλοδαπούς: Μικρότερος μισθός, καμιά ασφάλιση, κανένας κίνδυνος για απεργία, απόλυση όποτε γουστάρει το αφεντικό. Είχε εφτά Σύρους, Ιορδανούς και Μαροκινούς, έναν Πορτογάλο και τέσσερις Έλληνες. Κάποιο καρφί έπεσε, είχε πάρει μετάθεση ο παλιός αρχιμπάτσος της περιοχής και ο σινιόρ Βιττόριο δεν είχε προλάβει να πιάσει επαφή με τον καινούριο, του τα μάζεψε τα γκαρσόνια η κλούβα για «παράνομη εργασία».

Η πόρτα ανοίγει, μπαίνουν τέσσερις καραμπινιέροι, με γκλόμπς στη μέση. Το κελί μόλις που χωράει όλον αυτόν τον κόσμο. Οι δικοί μας σηκώνονται όρθιοι. Λέγονται ελάχιστες διαδικαστικές φράσεις και (χωρίς να εξακριβωθεί ποτέ το γιατί) πέφτει μια δυνατή γροθιά στην κοιλιά του Χρήστου. Την ατμόσφαιρα φορτίζει περισσότερο μια δυνατή κλωτσιά που τραβάει ο οξύθυμος Βαγγέλης στο καλάμι του Ιταλού που χτύπησε το Χρήστο. Ακολουθεί σφαγή εις βάρος των Ελλήνων. Έρχονται κι άλλοι καραμπινιέροι, τραβάνε το Βαγγέλη και τον Τάκη έξω στο διάδρομο και δέρνουν όλοι μαζί, όπως και οι συνάδελφοί τους μέσα στο κελί.

Οι καραμπινιέροι χτυπάνε άφοβα, ξέρουν ότι είναι το ευκολότερο πράγμα να δέρνεις έναν ξένο («marocino!» τους λένε όλους τους μαυριδερούς, περιφρονητικά). Κανείς δε θα σου ζητήσει εξηγήσεις. Κι αν το κάνει κάποιος που τις έφαγε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν: Θα γίνουν οι νενομισμένες διαδικασίες – και θα αποδειχτεί πως αυτός, ο ξένος, χτύπησε πρώτος τους καραμπινιέρους, γιατί δεν ήθελε να υπακούσει σε κάποια εντολή τους. Άλλωστε, ένας από τους σημερινούς «marocino» είναι γνωστός αριστεριστής. Αν κάνουν το ζόρικο θα απελαθούν κανονικά – και θα ξεχάσουν τις σπουδές στα πανεπιστήμιά μας. Μέχρι τώρα κάναμε τα στραβά μάτια, figli di putane, αλλά τώρα τα ψέματα τελείωσαν. Via, έξω από την Ιταλία!

Δέρνουν παραπάνω από το συνηθισμένο σε τέτοιες περιπτώσεις – είναι και η συναισθηματική φόρτιση του καιρού. Η πατρίδα κινδυνεύει, η δημοκρατία κινδυνεύει, η οικονομία κινδυνεύει, ο μισθός κινδυνεύει. Ας πέσει καμιά παραπάνω, να γλιτώσει η δημοκρατία, απανταχού της Ευρώπης!

Τους αφήνουν σε κακό χάλι. Ο Βαγγέλης μουγκρίζει και βρίζει ασταμάτητα, σε άπταιστα σαρακατσάνικα. Το ζόρι έχει βγάλει προς τα έξω τη Θεσσαλική του καταγωγή και την ανακατεύει (στα γαμοσταυρίδια) με τις ακροαριστερές του πεποιθήσεις. Ο Χάρης κι ο Τάκης βογγάνε και μυξοκλαίνε – κι ο Χρήστος, ποιο ψύχραιμος απ’ όλους κι ας είχε εισπράξει το περισσότερο ξύλο, φτύνει προς την κλειδωμένη σιδερόπορτα.

«Που είσι μανούλα μ’ να μι διείς – του γιό σ’ να καμαρώσεις…»

μουρμουρίζει – αυτός κατάγεται από τη Χαλκιδική.

Πριν προλάβουν να κρυώσουν, καταφθάνει φουριόζος και πολυλογάς ο σινιόρ Βιττόριο μ’ έναν μικρογαλονά καραμπινιέρο. Τους ξεκλειδώνουν, ορμάει και τους αγκαλιάζει, τους λέει cari amici, τους βάζει μπροστά και τους βγάζει σε χρόνο μηδέν από την καραμπινιερία.

Στο στενό παραδίπλα έχει παρκαρισμένο το φορτηγάκι του, τους φορτώνει και τραβάνε όλοι για την τρατορία: ακριβώς απέναντι έχει το σπίτι και το ιατρείο του ο dottore Jianni, αυτός θα τους περιποιηθεί.

Για τους τρεις από τους τέσσερις η ιστορία τελειώνει εδώ. Δυσκολεύτηκαν πολύ, χρειάστηκαν σχεδόν δέκα χρόνια, τους έπιασαν κι άλλες φορές για παράνομη εργασία, αλλά στο τέλος τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω με τα πτυχία τους. Ο τέταρτος όμως είχε άλλη εξέλιξη. Αμέσως μετά το περιστατικό που περιγράψαμε άρχισαν να εκδηλώνονται τα σημάδια της αρρώστιας.

Μικρό Χωριό, 1983

Σκοτάδι, λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα. Οι γυναίκες μπροστά στους νεροχύτες, οι άντρες μπροστά στην τηλεόραση ή τα φύλλα του Θανάση. Οι περισσότεροι είναι ήδη στην εκκλησία, όπου ακούνε τις ψαλμωδίες της μεγάλης Δευτέρας.
Ψιλοβρέχει, με εκνευριστική επιμονή. Μια ψιχάλα που τρυπά το κρανίο και μουσκεύει για τα καλά όσα απωθημένα βρίσκονται φυλαγμένα εκεί.

Ο Χάρης νοιώθει να πνίγεται. Τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα, το στόμα του χάσκει, τα χέρια του τρέμουν. Η ψιχάλα άνοιξε τη μικρή κερκόπορτα της μνήμης και τα υλικά της αποθήκης απωθημένων μετουσιώνονται σε αίμα και χολή, αναβράζουν, ζητάνε κοίτη για να κυλήσουν – αλλιώς θα τον πνίξουν.

Ωστόσο κοίτη δεν υπάρχει, διέξοδος δεν υπάρχει, τον πιάνει ένας φοβερός πονοκέφαλος, σα νάπιασε το κεφάλι του ένα βαρύ σιδερένιο στεφάνι – και σφίγγει ανελέητα. Πονούν οι κρόταφοι, τα μάτια, ο σβέρκος. Ο Χάρης βγαίνει τρεκλίζοντας από το σπίτι στην έρημη, μουσκεμένη πλατεία του χωριού. Οι λάμπες από τους στύλους φωτίζουν μ’ ένα χλωμό, κίτρινο φως τη βροχή, ο αέρας που φυσά σχηματίζει υδάτινα σεντόνια που τρέχουν εδώ και κει – και παραμορφώνει τους όγκους των σπιτιών και των μεγάλων δέντρων αιφνιδιαστικά και απροειδοποίητα.

Ο Χάρης νοιώθει τις αισθήσεις του ευαισθητοποιημένες στο έπακρο. Καθώς βαδίζει με αλλοπρόσαλλα βήματα, κάπου μπερδεύεται, γλιστρά και πέφτει. Γδέρνεται η παλάμη του δεξιού του χεριού, νοιώθει δυνατό τσούξιμο. Σηκώνεται και απλώνει το χέρι του στη βροχή, να ξεπλυθεί από τα λασπόνερα. Ο πονοκέφαλος υποχώρησε κάπως, τώρα τον σκεπάζει κάτι σαν υγρό σύννεφο και του προξενεί ατονία και σύγχυση. Σκουπίζει με το μανίκι του σακακιού τα μάτια. Κάποια χαλικάκια, κολλημένα από το πέσιμο, είναι ακόμα εκεί, ένα σκαλώνει στο αριστερό βλέφαρο αποκάτω. Ο Χάρης αισθάνεται να τον διαπερνούν αμέτρητες βελόνες, πυρωμένες σ’ ένα τεράστιο μπρούτζινο μαγκάλι. Βάζει τα κλάματα. Κλαίει σπαραχτικά – και περπατά τρεκλίζοντας και παραπατώντας μέσα στη βροχή, χωρίς να ξέρει που πηγαίνει.

Προχωρά σ’ ένα δρόμο που τον ξέρει από ένστικτο, τον έχει περάσει χιλιάδες φορές, εδώ και είκοσι πέντε χρόνια που βρίσκεται στη ζωή. Κάπου σκουντουφλάει. Τοίχος. Σηκώνει το βλέμμα, προσανατολίζεται, είναι έξω από το νεκροταφείο του χωριού. Βρίσκει τη διπλή σιδερένια εξώπορτα, τη σπρώχνει και βαδίζει ανάμεσα στα μνήματα.

Ταφόπετρες, σταυροί, πλαστικά διακοσμητικά, αληθινά και ψεύτικα λουλούδια. Σε μερικά μνήματα καίνε ακόμα τα καντηλάκια που άναψαν νωρίτερα οι γυναίκες, μπροστά στις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες των πεθαμένων. Ο Χάρης αναρωτιέται αν τη νύχτα οι νεκροί συναντιούνται και κάνουν παρέα – ή μένουν συνεχώς στη μοναξιά τους. Τριγυρίζει άσκοπα εδώ κι εκεί μέσα στο σκοτάδι και τη βροχή. Ξαφνικά, κάτι τον αγγίζει στην πλάτη. Παγώνει. Στρέφει σιγά σιγά, είναι ένα χοντρό ραβδί, ξεχασμένο πάνω σ’ ένα ψηλοχτισμένο μνημείο.

Ο Χάρης το παίρνει στα χέρια του, το παρατηρεί έκπληκτος. Ψηλαφά τους ρόζους. Το πιάνει από τη μια άκρη και το γυρίζει στον αέρα. Γελάει, παίζει σαν παιδί. Βλέπει ξαφνικά μπροστά του τον πεθαμένο να τον κοιτάζει ειρωνικά μέσα από την κορνίζα του και να χαμογελάει – θαρρείς με την αφέλεια του Χάρη – με αυτό το ίδιο χαμόγελο που τον φέρνει χρόνια τώρα σε απόγνωση. Αγριεύεται, ανασαίνει ακανόνιστα. Ξάφνου βγάζει ένα πνιχτό ουρλιαχτό και κατεβάζει με δύναμη το ραβδί που κρατά. Το τζάμι γίνεται θρύψαλα, ο αέρας σβήνει αμέσως το καντήλι, το χαμόγελο του πεθαμένου εξαφανίζεται. Ο Χάρης χαμογελά ευχαριστημένος. Πάει παραδίπλα και κάνει το ίδιο. Βρίσκεται πια σε τρομερή διέγερση, θέλει και μπορεί να εξαφανίσει όλα τα ειρωνικά χαμόγελα, τσακίζει όσα κρύσταλλα βλέπει να φέγγουν. Τον πλημμυρίζει μια υγρή, ζεστή, ηδονική αίσθηση. Γελά και φωνάζει. Ασυνάρτητα.

Επιστρέφει βιαστικά στο χωριό. Μάνα και πατέρας είναι ακόμη στην εκκλησία. Βγάζει τα μουσκεμένα ρούχα, στεγνώνει το κορμί του με μια παλιά τριμμένη κουβέρτα και πέφτει κατάκοπος. Κοιμάται πολλές ώρες, χωρίς εφιάλτες.

Επίλογος

Μετά τον βανδαλισμό στα μνήματα, τον βάλανε σε «ίδρυμα», όπου έπαιρνε αντικαταθλιπτικά και αντιδιεγερτικά και έμενε ήσυχος. Κατά καιρούς είχε βίαιες εξάρσεις, αλλά τον ηρεμούσαν με καταδέσεις, ψυχοφάρμακα και θεραπευτικά ηλεκτροσόκ.

Κι όμως, παρ’ όλη την επιστήμη με την αυθεντία και τη βία της, ο Χάρης δραπέτευσε από το τρελάδικο, κατάφερε με συνεχή ωτοστόπ να φτάσει στο χωριό του, μπήκε κρυφά στο σπίτι του - και σκότωσε τον πατέρα του. Οι εφημερίδες είχαν όλες τις λεπτομέρειες.
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2005 |


4 Comments:


  • At 11:12 μ.μ., Anonymous Athanassios

    Μέσα στα μάτια του έβλεπε τρένα ... υγρά βαγόνια αλμυρίσμένα κι αποφασίζει να φύγει νύχτα ψυχούλα μου άρρωστη απόψε ρίχτα...

     
  • At 9:48 μ.μ., Blogger COSTANTINA

    Όταν η ψυχή είναι άρρωστη, δεν φτάνουν όλα τα φάρμακα του κόσμου να την γαληνέψουν...

     
  • At 12:13 π.μ., Blogger Πάνος

    Κωνσταντίνα, ο "Νικόλας" του παλιότερου post είναι μια χαρά: το Σάββατο πίναμε καφέ στην Πάνω Πόλη.

    (Το "μια χαρά" σχετικό, ε;)

     
  • At 4:57 μ.μ., Blogger COSTANTINA

    Μπράβο. Άλλωστε το "μιά χαρά" είναι για όλους μας σχετικό.
    :)