ι Τα μυστικά του Κόλπου
Κυριακή, Δεκεμβρίου 04, 2005
Κριτική σε ρομαντικές μετα - προτάσεις


Στο Μύλο της Θεσσαλονίκης φιλοξενείται μια έκθεση ζωγραφικής, από τους «Καρατρανσ αβανγκάρντια» (αμ δεν το ξαναγράφω!) για την οποία μας πληροφόρησε η Μιραντολίνα. Ένα αναπάντεχο παράπλευρο ενδιαφέρον είναι το κείμενο που έγραψε, επί τη ευκαιρία, ο Γιώργος Καραμπελιάς για την ομάδα «Κ».

Όποιος ενδιαφέρεται για το θέμα (ο φίλος μου Ηλίας το χαρακτήρισε ως «ΤΟ θέμα»), δηλαδή τις αφετηριακές δυνατότητες και τις προοπτικές μιας σύγχρονης Ελληνικής Πρότασης, ας διαβάσει πρώτα το κείμενο του ΓΚ στο ιστολόγιο της Μιραντολίνας – και ας ξαναπεράσει από δω για να δει μια κριτική στα όσα υποστηρίζει ο ΓΚ, αλλά και (στο μέτρο που επιτρέπει ο χώρος ενός ιστολογίου) μια διαφορετική απόπειρα προσέγγισης.

Ντανταϊστές ή κοινοβιακή παράδοση;

Στην πρώτη κιόλας παράγραφο του κειμένου του ο ΓΚ σημειώνει ότι η ομάδα «Κ» βασίζεται στα πρότυπα των ντανταϊκών ομάδων.

Στη δεύτερη διαπιστώνει πως η ομάδα «Κ» επιχειρεί να εκφράσει με σύγχρονο τρόπο το ιδεώδες της σύνθεσης της συλλογικής δράσης που έρχεται τόσο μακριά από την κοινοτική και κοινοβιακή μας παράδοση…

Τελικά, την ομάδα «Κ» εμπνέουν οι ντανταϊστές ή οι καλόγεροι; Μήπως και οι ντανταϊστές και οι καλόγεροι; Μήπως οι ντανταϊστές είχαν ως πρότυπο την ελληνική κοινοβιακή παράδοση; Ειλικρινά δε γνωρίζω, σημειώνω μόνο το γεγονός ότι στη συνέχεια του κειμένου (του ΓΚ) οι ντανταϊστές δεν επανεμφανίζονται, ενώ η κοινοβιακή μας παράδοση έχει την τιμητική της.

Οι μεγάλες δεκαετίες

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον οριστικό ενταφιασμό των ονείρων της Μεγάλης Ελλάδας, κυριαρχεί ένας πικρόχολος και διαψευσμένος ρεαλισμός· “νέα εθνική ιδέα” γίνεται αποκλειστικά η δίψα και η επιθυμία “να φθάσουμε τη Δύση”. Οι κριτικές του εργαλειακού ορθολογισμού που κυριαρχούσαν στο φιλοσοφικό πεδίο στην ύστερη Δύση, ή ακόμα περισσότερο τα ρεύματα της “επιστροφής” στο παρελθόν, έμοιαζαν εντελώς ξένα προς το κυρίαρχο ιδεολογικό και πνευματικό τοπίο της χώρας. Ο αριστερός και φιλελεύθερος διαφωτισμός θα επιβληθούν χωρίς σχεδόν καμία αμφισβήτηση μέχρι τη δεκαετία του ’60. Ακόμα και στον θρησκευτικό χώρο, η ηγεμονία των ευσεβιστικών “κοσμικών” οργανώσεων θα εμποδίζει την ανάδειξη μιας ορθόδοξης “ρομαντικής” πνευματικότητας . Η σύγχρονη διανόηση, όπως διαμορφώθηκε στη μεταπολεμική περίοδο στα ελλαδικά πλαίσια, αποτελούσε μια παρασιτική ως προς τη Δύση, “φιλοδυτική” και όχι αυθεντικά “δυτική” διανόηση˙ μια τάξη “διαχωρισμένη” από την ελληνική κοινωνία, που επιχειρεί από τα “έξω” να δυτικοποιήσει μια “καθυστερημένη” ή “ανατολίζουσα” κοινωνία.

Από το 1922 έως τη δεκαετία του ’60 λοιπόν… Για την περίοδο αυτή, ο ΓΚ υποστηρίζει ότι:
α. Η Ελλάδα διψούσε να φτάσει τη Δύση.
β. Ωστόσο, δεν ήθελε να έχει σχέση με τα καινοτόμα κινήματα της Δύσης.
γ. Στην Ελλάδα μέχρι τη δεκαετία του ’60 κυριαρχούσε ο αριστερός και φιλελεύθερος διαφωτισμός.

Πρώτο συμπέρασμα που προκύπτει: Η αριστερά ευθύνεται γιατί καθήλωσε τις αναζητήσεις της Ελλάδας σε ένα ήδη παρωχημένο (δυτικό /καπιταλιστικό!) μοντέλο, το οποίο ήθελε να μιμηθεί. Για την ακρίβεια, η νεότευκτη και στη συνέχεια καθημαγμένη από το Μεταξά αριστερά της δεκαετίας του ’30, η εμπλεγμένη σ’ έναν αγώνα ζωής και θανάτου αριστερά του Εμφυλίου της δεκαετίας του ’40, η αριστερά της Μακρονήσου και των φυλακών της δεκαετίας του ’50… Αυτής της αριστεράς η πνευματική επιβολή ήταν τόσο συντριπτική, ώστε ουσιαστικά μόνη της κατόρθωσε να επιλέξει και να επιβάλλει μέσω του αριστερού και φιλελεύθερου διαφωτισμού τη μίμηση των ήδη παρωχημένων ευρωπαϊκών ρευμάτων!

Θα ήταν ενδιαφέρον να μας εξηγήσει ο ΓΚ με ποιους τρόπους υλοποιήθηκε αυτή η επιλογή: εφημερίδες, περιοδικά και εκδόσεις, ομάδες και κινήματα τέχνης, εκθέσεις, δημοσιεύσεις, διεθνείς επαφές. Αλλά, και ποιοι ήταν (ονομαστικά) αυτοί οι αριστεροί διανοούμενοι /καλλιτέχνες / στοχαστές που κατάφεραν να δώσουν το δικό τους στίγμα την πορεία της χώρας προς τα πολιτισμικά απολειφάδια της Δύσης.

Στον ίδιο χρόνο, σύμφωνα με τον ΓΚ, στο θρησκευτικό χώρο κυριαρχούσαν οι ευσεβιστικές κοσμικές οργανώσεις, που εμπόδιζαν την ανάδειξη μιας ορθόδοξης ρομαντικής πνευματικότητας. Και ο μετριοπαθέστερος αγιορείτης γέροντας θα έβαζε τα γέλια αν άκουγε τον προσδιορισμό ρομαντική για την ορθόδοξη πνευματικότητα, αλλά ας το αφήσουμε αυτό, για να δούμε το δεύτερο συμπέρασμα που προκύπτει – και συμπληρώνει το πρώτο: εκτός από την αριστερά φταίνε και οι ευσεβιστικές οργανώσεις για την προσκόλληση στο ήδη ξεπερασμένο δυτικό μοντέλο!

Αλλά το καλύτερο ο ΓΚ μας το δίνει στη συνέχεια: Η σύγχρονη διανόηση, λέει, όπως διαμορφώθηκε στη μεταπολεμική περίοδο στα ελλαδικά πλαίσια, αποτελούσε μια παρασιτική ως προς τη Δύση, “φιλοδυτική” και όχι αυθεντικά “δυτική” διανόηση˙ μια τάξη “διαχωρισμένη” από την ελληνική κοινωνία, που επιχειρεί από τα “έξω” να δυτικοποιήσει μια “καθυστερημένη” ή “ανατολίζουσα” κοινωνία.

Προκύπτουν τα ακόλουθα, εύλογα, ερωτήματα:

α. Η αριστερή διανόηση της εποχής συμμετείχε σ’ αυτήν τη σύγχρονη διανόηση – και σε ποιο βαθμό;
β. Αν ναι, ήταν παρασιτική και φιλοδυτική;
γ. Αν όχι, γιατί της έχει ήδη αποδοθεί η ευθύνη του προσανατολισμού της χώρας προς τα δυτικά κουρέλια;

Η μετριότητά μου, όταν ακούει τον όρο αριστερή διανόηση για την εποχή που συζητάμε, φέρνει στο νου αυτούς που γνωρίζει: Τους ποιητές, όπως ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Γιάννης Ρίτσος – και παλιότερους ακόμα, όπως ο Κώστας Βάρναλης. Τους μουσουργούς, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και όσοι ξεδίπλωσαν τα φτερά τους μέσα στην αύρα του. Αρκετούς ηθοποιούς, όπως ο Μάνος Κατράκης, που η δημοφιλία τους, ωστόσο, αντανακλούσε την προσωπική τους γοητεία. Ορισμένους ζωγράφους, όπως ο Τάσος. Κάποιους, συνήθως αποκηρυγμένους, συγγραφείς - όπως ο Άρης Αλεξάνδρου. Κάποιους (ελάχιστους) θεωρητικούς της τέχνης, που συνήθως υπέκυπταν στην κομματική νομιμοφροσύνη.

Υπάρχει άλλη αριστερή διανόηση, ως τη δεκαετία του ’60; Κι αυτή που υπήρξε και γνωρίζουμε, ήταν τάχα φιλοδυτική;

Έτσι όπως παρουσιάζει τα πράγματα ο ΓΚ, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι στην Ελλάδα ως τη δεκαετία του ’60 δεν υπήρξε καν μη αριστερή διανόηση, ούτε άλλες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις πέραν της διωκόμενης αριστεράς. Οι μεγάλες μάζες των μικροαστών, της αγροτιάς, της περιφέρειας δεν είχαν καμιά πολιτισμική ζωτικότητα και βαρύτητα. Τα κεντρώα και τα δεξιά κόμματα εξουσίας και το μετεμφυλιακό κράτος, παρ’ όλη την αμέριστη έξωθεν υποστήριξη, ήταν παντελώς ανίκανα να υποστηρίξουν μιαν άλλη επιλογή – έτσι έμεινε η αριστερά (εκμεταλλευόμενη και την παραλυτική δράση των ευσεβιστών στο θρησκευτικό χώρο) να προωθεί ένα ξεπερασμένο …δυτικό μοντέλο!

Υποθέτω ότι ο ΓΚ υπονοεί πως υπήρξαν δυο παράλληλες εξαρτήσεις: η πολιτική /οικονομική και η πολιτισμική. Μόνο που η ευθύνη για τις επιλογές της πρώτης εξάρτησης προσδιορίζεται αβίαστα στο κυρίαρχο εν Ελλάδι μπλοκ εξουσίας (παλάτι, πολιτικός κόσμος, οικονομική ελίτ, Εκκλησία, κατεστημένες πανεπιστημιακές και άλλες δομές, στρατός και το σύνολο του κρατικού μηχανισμού, πολιτικό και θρησκευτικό παρακράτος) – ενώ την ευθύνη της δεύτερης εξάρτησης ο ΓΚ φαίνεται να την αποδίδει κατά κύριο λόγο στην αριστερά!

Λες και είναι ποτέ δυνατόν μια χώρα, ένας λαός, να καθοδηγείται από άλλες πολιτικές /οικονομικές - και άλλες (θανάσιμες αντίπαλες, μάλιστα) πολιτισμικές δυνάμεις!



Η διπλή αντίσταση

Στη συνέχεια του κειμένου του ο ΓΚ αναφέρει (ενδεικτικά, υποθέτω) τις φωνές της διπλής αντίστασης στον εκδυτικισμό και στον εργαλειακό ορθολογισμό: Καβάφης, Πικιώνης, Τσαρούχης, Παρθένης, Χατζηκυριάκος –Γκίκας, Σικελιανός, Καζαντζάκης, Ελύτης, Κάλας, Εγγονόπουλος, Κόντογλου.

Όλοι αυτοί είναι πολύτιμες –και ορισμένοι καθοριστικές – παρουσίες, αλλά η σύνθεση του καταλόγου είναι καταφανώς ελλιπής. Άλλοι, που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο, είχαν εξίσου ή περισσότερο καθοριστική συμβολή στη δημιουργία μιας αυθεντικά ελληνικής, σύγχρονης, ζωντανής, μεγάλης παράδοσης. Ο λόγος που αγνοούνται είναι προφανής: αν όντως υπήρξαν, έδρασαν, δημιούργησαν, άφησαν σημαντικό ελληνικό πολιτισμικό στίγμα –τότε στην επερχόμενη νέα ρομαντική πρόταση (υπό ΓΚ) θα έπρεπε όχι μόνο να συμπεριλαμβάνονται, αλλά να πρωταγωνιστούν ως πηγές έμπνευσης. Αλλά στην πρόταση αυτή, τους πρωταγωνιστικούς – συστατικούς ρόλους τους επιφυλάσσει ο ΓΚ για άλλους, μιας ουσιαστικά δευτερεύουσας παράδοσης (της Ορθοδοξίας) που δεν έχουν καμιά σχέση (ή συμβολή) με ό,τι αξιόλογο έχει ήδη επιτευχθεί κατά τη διάρκεια του 20ου (και του 19ου) αιώνα.

Ο ΓΚ επιχειρεί μια διπλή αυθαιρεσία: από τη μια αγνοεί πλήρως τους μεγάλους πρωταγωνιστές της ήδη υπαρκτής ελληνικής πρότασης του 20ου αιώνα, υπονοώντας πως δεν υπήρξε καν τέτοια πρόταση – και από την άλλη προσπαθεί να ανασύρει από το περιθώριο και να αναδείξει δυνάμεις και νοοτροπίες που προέρχονται μεν από μια μεγάλη και πλούσια, αλλά ουσιαστικά μη ελληνική παράδοση – ή μάλλον με μια παράδοση ιστορικά αντίθετη και πολέμια της νέας ελληνικότητας. Επειδή η τελευταία φράση ίσως ακούγεται περίεργα στα αυτιά ορισμένων, επιφυλάσσομαι για διεξοδική τεκμηρίωσή της στον κατάλληλο χώρο και χρόνο.

Για να μην αφήνουμε πολλές εκκρεμότητες, ας δούμε πολύ σύντομα αυτό που ο ΓΚ απαξιώνει δια της αποσιωπήσεως, δηλαδή τις ήδη κερδισμένες ελληνικές επιτεύξεις πολιτισμού.

Στις επίμαχες δεκαετίες πραγματοποιήθηκε μια κοσμογονία στην ελληνική λαϊκή μουσική, με τρεις μεγάλους σταθμούς: το ρεμπέτικο, το λαϊκό και το έντεχνο τραγούδι. Ήδη από τη δεκαετία του ’50, αλλά κυρίως στην επόμενη δεκαετία, ξεδιπλώθηκε το μεγάλο έργο των Μάνου Χατζιδάκι και Μίκη Θεοδωράκη, το οποίο ήταν μια πρωτοφανής, αυτάρκης και λαμπερή πρόταση ελληνικού πολιτισμού, οι καρποί της οποίας εξακολουθούν να τρέφουν, μισό αιώνα μετά, όσους από τους Έλληνες δεν έχουν εθιστεί στα γεύματα χοιροστασίου της Κίρκης. Γιατί οι Διόσκουροι της ελληνικής μουσικής κατάφεραν να δημιουργήσουν μια (ουσιαστικά ενιαία) σχολή, από την οποία ξεπήδησαν πολλοί άξιοι επίγονοί τους.

Ας μη βιαστούν κάποιοι να χαμογελάσουν ειρωνικά. Ήταν τέτοιες οι εποχές που η ελληνική δημιουργικότητα δεν μπορούσε να δοκιμαστεί σε άλλα πεδία πολιτισμού. Δεν μπορούσε να υλοποιηθεί στην αρχιτεκτονική ή τη γλυπτική, γιατί δεν υπήρχαν οι στοιχειώδεις οικονομικές προϋποθέσεις: ο λαός προσπαθούσε να επιβιώσει, οι νέοι έφευγαν για να δουλέψουν σε ξένες χώρες, οι υποδομές πάσης φύσεως ήταν ανύπαρκτες. Στη φιλοσοφία, γιατί τα ελληνικά πανεπιστήμια ήταν εξαρχής θλιβερά παραμάγαζα κομματικών και ιδιωτικών συμφερόντων. Στον κινηματογράφο, γιατί ήταν απαγορευτική η ελληνική γλώσσα. Και ούτω καθεξής. Κι όμως, οι Έλληνες δημιουργοί δεν έλειψαν ούτε από αυτά τα πεδία - εργάστηκαν όμως σε άλλες χώρες (Καστοριάδης, Αξελός, Ξενάκης, Κανδύλης, Κακογιάννης, Γαβράς, Κονδύλης κλπ) για αυτό και η αποτίμηση της ελληνικότητας στο έργου τους είναι ιδιαίτερα λεπτή υπόθεση.

Η ελληνική πρόταση διατυπώθηκε σε όποιο πεδίο ήταν αυτό εφικτό, μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Πέρα από τη μουσική και το τραγούδι, δημιουργήθηκε μεγάλη ποίηση. Δεν ήταν μόνο οι δυό νομπελίστες (Σεφέρης, Ελύτης) – ήταν μια ολόκληρη στρατιά από ποιητές, οι οποίοι αν έγραφαν σε άλλη γλώσσα θα βρισκόντουσαν αυτοδίκαια στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας δημιουργίας. Το ίδιο ισχύει και για τον πεζό λόγο, σε όλες τις εκδοχές του. Καλλιεργήθηκε το θέατρο, με πρωτοπόρους όπως ο Κάρολος Κουν – και το νεοελληνικό θεατρικό έργο. «Δουλεύτηκε» με επιμονή και αξιοθαύμαστη αφοσίωση πολλών, η ελληνική γλώσσα – και έχουμε σήμερα στη διάθεσή μας μια γλώσσα όχι μόνο πανέμορφη, αλλά και επαρκέστατο μέσο έκφρασης μιας αντίστοιχα δημιουργικής σκέψης. Και βέβαια η ζωγραφική, με πολλούς διεθνούς εμβέλειας δημιουργούς.

Όλα αυτά τα κατόρθωσε η απαξιούμενη από τον ΓΚ παρασιτική και ούτε καν άξια να ονομαστεί δυτική, αλλά μονάχα φιλοδυτική διανόηση της εποχής εκείνης. Τμήμα αυτής της διανόησης, σημαντικότατο αλλά όχι πλειοψηφικό, υπήρξε και η αριστερή διανόηση. Αυτή που υποτίθεται ότι επέβαλε στη χώρα τον παρωχημένο εκδυτικισμό και τον εργαλειακό ορθολογισμό…

Για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων δημιουργών από το ’20 ως το ’60 είναι αδιανόητο να ειπωθεί ότι επεδίωκαν ή εργαζόντουσαν με κάποιο μιμητικό δυτικισμό ή ότι επέμεναν σώνει και καλά στην υπεράσπιση μιας ανατολικής επιλογής. Είναι επίσης υπερβολικό να ισχυριστεί κάποιος ότι οι Έλληνες δημιουργοί δεν είχαν επαφή με τα επίκαιρα δυτικά ρεύματα – η δημιουργική επαφή των Ελλήνων με τη Δύση δε σταμάτησε ποτέ, επί πολλούς αιώνες, δε θα μπορούσε να ακυρωθεί ξαφνικά, μεσούντος του εικοστού.

Πριν φύγουμε από την ενότητα, έχει μεγάλη σημασία να τονιστεί η αναντικατάστατη θέση στην ελληνική πνευματική παράδοση και κληρονομιά των μεγάλων μορφών του 19ου αιώνα, με κορυφαίους τους Σολωμό και Κάλβο. Αξίζει να σταθούμε για λίγο στην περίπτωση του Ανδρέα Κάλβου. Ήδη στη δεκαετία 1820-30 αποδεικνύει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο ότι: α. Παρ’ όλα προηγήθηκαν, εξακολουθεί να υφίσταται ένας ρωμαλέος ελληνισμός, που μπορεί (εκτός από το αναζητά την εθνική του ανεξαρτησία) να εκφράζεται με λόγο ικανό να επεξεργαστεί και τα πιο σύνθετα νοήματα, και β. Ο ελληνισμός αυτός δεν έχει σχέση εξάρτησης με τις κυρίαρχες ελληνικές δυνάμεις της εποχής, δηλαδή την Εκκλησία, τους Φαναριώτες και τους κοτσαμπάσηδες. Αντίθετα, είναι αυτό που ήταν πάντα: ένας ολιγαρκής, αριστοκράτης, ποιητής, απότολμος αντάρτης, στις παραδοσιακές ελληνικές επαρχίες και τη διασπορά.

Μονάχος του ο μεγάλος Ανδρέας Κάλβος (εννοώ η δύναμη του δικού του ελληνικού υποδείγματος) υπερφαλαγγίζει σε αξία και σημασία για την υπό συζήτηση ελληνική πρόταση, στρατιές ολόκληρες καλογήρων της κοινοβιακής μας παράδοσης.



Στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ

Ο ΓΚ περιγράφει τις πρόσφατες εξελίξεις ως εξής:

Μετά το 1980 και τον σαρωτικό εκδυτικισμό της ελληνικής κοινωνίας οι μόνες αντιδράσεις θα έλθουν από τις πτέρυγες της διανόησης, που βρίσκονταν πιο κοντά στην παράδοση ή από εκείνες που υπήρξαν οι πλέον… δυτικές. Αρχικά, και εύλογα, από το κομμάτι εκείνο της θρησκευόμενης διανόησης και της εκκλησίας που κατανόησε πως ο εκδυτικισμός της κοινωνίας και της εκκλησίας οδηγεί στην εξάλειψη της ορθόδοξης ταυτότητας. Η μεγάλη «ρομαντική» επιστροφή της εκκλησίας θα εγκαινιαστεί με την επιστροφή στο Άγιον Όρος, την αναβίωση του κοινοβιακού πνεύματος, την αναζήτηση του ιδιαίτερου ελληνικού δρόμου, του συνδεδεμένου με την τριαδικότητα, την παράδοση των ησυχαστών, την απόρριψη της δυτικής νοησιαρχίας. Στην αριστερά, εκείνοι που θα συνδεθούν με τη ριζοσπαστική κριτική του '68, της οικολογίας, ή φιλοσοφικών ρευμάτων όπως η Σχολή της Φρανκφούρτης, θα προσεγγίσουν μια ρομαντική ευαισθησία, είτε μέσω της «νεο-ορθοδοξίας» είτε με την συνάντηση με τα κριτικά ρεύματα της Δύσης, και την πρόταξη μιας “σύνθεσης” ρομαντισμού και διαφωτισμού. Αναδεικνύονται, λοιπόν, νέες και πρωτότυπες δυνατότητες για μια αυθεντική και εγχώρια συγκρότηση ενός νεορομαντικού προτάγματος, ενός “ελληνικού δρόμου” στη μετανεωτερικότητα; Θα πρόκειται, επί τέλους, για τη συνάντηση της εγχώριας παράδοσης με τη δυτική κριτική του εργαλειακού ορθολογισμού και δυνητικά με την ανατολική και απω-ανατολική εσωτερικότητα;

Αυτή η πυκνότατη σε νοήματα και αξιολογήσεις παράγραφος προκαλεί σε αντίλογο, σχεδόν με κάθε φράση της. Εντελώς συνοπτικά:

1. Ο ραγδαίος εκδυτικισμός της ελληνικής κοινωνίας είναι η μία πλευρά του νομίσματος – και μάλιστα δεν είναι κάτι αξιωματικά και υποχρεωτικά «κακό», όπως το εννοεί ο ΓΚ (αλλά αυτό είναι από μόνο του μια μεγάλη συζήτηση). Η άλλη όψη, είναι η επίσης ραγδαία ανάπτυξη και ο πολλαπλασιασμός των εστιών εκείνων που καλλιεργούν (αφανώς και χωρίς ιδιαίτερη προβολή) στοιχεία της ελληνικής παράδοσης. Πρόκειται για ένα αυθεντικά λαϊκό, αυθόρμητο, μαζικό κίνημα του ελληνικού λαού, για τη σημασία του οποίου οι πολιτικοί και οι διανοητές έχουν μαύρα μεσάνυχτα, καθώς ουδέποτε εδέησαν να ασχοληθούν με το θέμα. Η ρομαντική αριστερή διανόηση συμπεριλαμβάνεται στους απόντες, ως συνήθως, στην προσπάθεια που κάνουν οι Έλληνες να αντιρροπήσουν με έργα, εμπράκτως, το κύμα του εκδυτικισμού, στο βαθμό που το αξιολογούν οι ίδιοι ως «κακό» και όχι βέβαια υπό την ισοπεδωτική λογική «δύση = η πηγή του κακού». Καλό θα ήταν για την ίδια, η ρομαντική αριστερή διανόηση να προσπαθήσει να κατανοήσει τι ακριβώς επιλέγει να κάνει ο λαός, αντί να αναλύει, κάνοντας συνεχώς λάθος, τις αιτίες που ο λαός ακούει βερεσέ όσα αυτή του υποδεικνύει ως λύσεις στα προβλήματά του – και στα προβλήματα ταυτότητας.

2. Ευλόγως, οι μόνες αντιδράσεις στον εκδυτικισμό δεν προήλθαν από εκεί που υποδεικνύει ο ΓΚ. Κάτι περισσότερο: Αυτές οι πηγές είναι ουσιαστικά περιθωριακές και με πολύ μικρή βαρύτητα στα πλαίσια της πραγματικής προσπάθειας που έκανε και κάνει η ελληνική κοινωνία να διατηρήσει και να καλλιεργήσει όποια από τα στοιχεία της ταυτότητάς της θεωρεί ως σημαντικά. Εδώ άλλωστε βρίσκεται το κρίσιμο σημείο, γιατί οι σχετικές προτεραιότητες της ελληνικής κοινωνίας ουδεμία σχέση έχουν με τη ρομαντική Ορθοδοξία – και καταστρέφονται έτσι οι όποιες προοπτικές της ρομαντικής αριστεράς, με αποκλειστικά δική της ευθύνη!

3. Η επιστροφή στο Άγιον Όρος που προβάλλει ο ΓΚ φοβάμαι ότι αποτελεί μια μεγάλη, προσωπική του, παρεξήγηση. Για πολλούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος η ανάλυσή τους. Σημειώνω μονάχα ότι η σκέψη και ο προσανατολισμός της μεγάλης, της συντριπτικής πλειοψηφίας των μοναχών, νέων και παλαιότερων, δεν έχει την παραμικρή σχέση με τις ιδιότητες και το χαρακτήρα που της αποδίδει ο ΓΚ. Όχι μόνο αυτό, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι θα αντιμετωπίσει εχθρικά και επιθετικά οποιαδήποτε κίνηση ρομαντικής Ορθοδοξίας, αν αυτή επιχειρήσει να συνδεθεί εμπράκτως με τη ρομαντική αριστερά, για τα …περαιτέρω. Συνεπώς οι αναφορές στο Άγιον Όρος αντανακλούν τον παλιό στίχο του Σαββόπουλου: Δεν ήμουν εκεί’ χτύπαγε τον αέρα…

4. Αν ο ιδιαίτερος ελληνικός δρόμος ορίζεται με βάση την τριαδικότητα, την παράδοση των ησυχαστών, και την απόρριψη της δυτικής νοησιαρχίας, τότε δεν είναι ιδιαίτερος, είναι κατά φαντασίαν δρόμος. Οι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονται την τριαδικότητα του Θεού. Ειδικά ο τρίτος συμμέτοχος, το Άγιον Πνεύμα, τους είναι παντελώς ακατανόητη υπόσταση - υπόθεση. Κατ’ ουσίαν ο ελληνικός λαός ήταν και παραμένει Χριστολάτρης, λατρεύει την Παναγία και τους αγίους, μείζονες και τοπικούς. Η θρησκευτικότητα αυτή (κατά βάση παγανιστική) δεν έχει καμιά ουσιαστική συνάφεια με το τριαδολογικό δόγμα. Όσο για την επιρροή των ησυχαστών, δεν χρειάζεται καν σχολιασμό. Αν εξαιρέσουμε τον Παπαδιαμάντη και μια δυο ακόμα περιπτώσεις, η ύπαρξή τους έχει περάσει εντελώς απαρατήρητη από τους Έλληνες δημιουργούς, αλλά και τον ελληνικό λαό, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του 19ου και τον 20ου αιώνα. Η δυτική νοησιαρχία όμως, είναι πραγματικά σοβαρή υπόθεση. Οι Έλληνες δεν τη μπορούν – αλλά και δεν τη χρειάζονται κιόλας, καθώς τους ταιριάζει και τους αρκεί ο ελληνικότατος κοινός λόγος. Αυτό όμως έχει να κάνει με άλλους χαρακτήρες του ελληνικού τρόπου και δε σχετίζεται με οποιοδήποτε θρησκευτικό κίνημα.

5. Είναι αυτονόητο, αλλά δεν βλάπτει να το επαναλάβουμε, γιατί τα αυτονόητα δεν είναι πάντα αυτονόητα για όλους: η Ορθοδοξία, ως ομολογία πίστης, κοινωνικό σώμα και ιδιαίτερη παράδοση, είναι απολύτως σεβαστή, όπως και κάθε άλλη λατρεία. Σεβαστή, αλλά όχι υπεράνω κριτικής και σχολιασμού. Πώς να μην επισημανθεί η ακόλουθη σειρά σκέψεων, που χαρακτηρίζει την παμψηφία, σχεδόν, των συνειδητών ορθοδόξων: Ο Θεός φανερώνεται μέσα από τον χριστιανισμό και όχι κάπως αλλιώς. Ο Θεός φανερώνεται μέσα από το δόγμα και την παράδοση της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας - και μόνον αυτής. Ο Θεός φανερώνεται μέσα από τη γνήσια ορθόδοξη παράδοση – κατά προτίμηση την ησυχαστική. Γράφει ο π. Μεταλληνός: Ορθοδοξία έξω από την ησυχαστική παράδοση είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη. Η ησυχαστική δε πρακτική είναι η λυδία λίθος για την αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητας. Είναι αποκαλυπτική, επίσης, η ρήση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού: Κοιτάξτε, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία, όλες τις πίστεις, κι έχω βρει ότι όλες είναι κάλπικες και η δική μας είναι η αληθινή. Και ο π. Βασίλειος Γοντικάκης, που τον αναφέρει: ψήγματα και κομμάτια αλήθειας υπάρχουν παντού’ αλλ΄ έχει σημασία να βρης το όλον. Εννοείται ότι το όλον βρίσκεται μονάχα στην Ορθοδοξία. Όπερ έδει δείξαι…

6. Η αρχικά οικουμενική αντίληψη περί φανερώσεως του Θεού μερικοποιείται συνεχώς και στο τέλος προσδιορίζεται από εθνικά και εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Υλοποιείται έτσι ένας ελληνορθόδοξος ρατσισμός, δήθεν υπεροχικός έναντι των πάντων, ιδιαιτέρως έναντι των άλλων χριστιανικών ομολογιών, οι οποίες θεωρούνται συλλήβδην υποδεέστερες, μολυσμένες από την αίρεση, σχεδόν διαβολικές. Με αυτή την Ορθοδοξία θα πρέπει να γίνει η συνάντηση της αριστεράς, για τη νέα σύνθεση. Άλλη, δεν υφίσταται!

7. Τις αναφορές του ΓΚ στην εγχώρια ρομαντική αριστερά δεν θα τις σχολιάσω. Θα σημειώσω μόνο μερικά από τα βασικά προπατορικά της αμαρτήματα, τα οποία ισχύουν ίδια και απαράλλαχτα μέχρι σήμερα: ο αφόρητος ελιτισμός, η αδυναμία της να μιλήσει λαϊκά και ελληνικά στο λαό, η περιφρόνηση (και ο μυκτηρισμός, πολλές φορές) των πραγματικών ενδιαφερόντων και προτεραιοτήτων των μαζών. Ως αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας, να ακούσει, να καταλάβει και να επικοινωνήσει με τα λαϊκά στρώματα, η ρομαντική αριστερά αφήνει το πεδίο εντελώς ελεύθερο στους άλλους, που δεν είναι ούτε ρομαντικοί, ούτε αριστεροί. Και σα να μην έφτανε αυτό, ιδού τώρα που ο ΓΚ φέρνει και τους ησυχαστές στην παρέα, για να μη ζυγώσει πλέον άνθρωπος εκεί κοντά! Ήτανε στραβό το κλήμα…

8. Υπό αυτούς τους όρους, καμιά νέα δυνατότητα δεν υπάρχει. Και είναι κρίμα, γιατί όλη αυτή η επιχείρηση γίνεται (με μεγάλη υπομονή και επιμονή!) από έναν πραγματικά σημαντικό στοχαστή της αριστεράς, τον Γιώργο Καραμπελιά. Τον μόνο σύγχρονο αριστερό διανοητή, που κατάφερε εν ζωή να γίνει …τραγούδι! (*)

Η νέα ελληνική πρόταση

Αξίζει, όμως, να δούμε τα πλήρη συστατικά της νέας ελληνικής πρότασης για το κοινωνικό όραμα, όπως τα συνοψίζει ο ΓΚ:

Ένα τέτοιο κοινωνικό όραμα αντλεί από το παρελθόν, από τις προ-αγροτικές κοινότητες σε ό,τι αφορά τον εξισωτισμό και τη σχέση με τη φύση, από την αρχαία Ελλάδα για την οικοδόμηση της πόλεως, της κοινωνίας των πολιτών και τον ρόλο της φιλοσοφίας, από τους ελληνιστικούς χρόνους και την Κίνα για μια μη χρησιμοθηρική επιστημονική δραστηριότητα, από τις μεσαιωνικές πόλεις για τον ρόλο της γειτονιάς και της πλατείας μέσα στην πόλη, από την Αναγέννηση και τη σεξπηρική Αγγλία για την άνθηση της Τέχνης, από τη μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους για τα πρότυπα μιας κολεκτίβας, κ.ο.κ. Συντίθεται με την τεχνολογία της πληροφορίας, τις ήπιες μορφές ενέργειας, τη μινιατουροποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης και τις κατακτήσεις της σύγχρονης τέχνης. Και τέλος, με όλες τις μεγάλες επαναστατικές απόπειρες και πειράματα των τελευταίων αιώνων, από την Επανάσταση των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, τους “εξισωτές” και τους “σκαφτιάδες” της Αγγλικής Επανάστασης, τους “αβράκωτους” στη Γαλλία, την Επανάσταση του 1821 στην Ελλάδα, τις Επαναστάσεις του 1848 και του 1870 στην Ευρώπη, τη Ρώσικη και την Ισπανική, την Κινεζική, την Αντίσταση του 1941-44 και το 1968.

Ο ΓΚ μας αποδεικνύει αβίαστα ο ίδιος πόση πραγματική βαρύτητα έχει η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στην όλη υπόθεση: στην παράθεση του πλήθους των λαμπρών πηγών έμπνευσης, η Ορθοδοξία αναφέρεται δύο μονάχα φορές, και τις δύο λάθος! Σιγά μη και οι αγιορείτικες μοναστικές κοινότητες αποτελούν πρότυπα κολλεκτίβας! Κοινότητες ανθρώπων με κύρια απασχόληση την προσευχή, χωρίς κανένα πιεστικό βιοτικό πρόβλημα (πλην του ερωτικού), πάντοτε υπό συνθήκες προστασίας: από τον βυζαντινό αυτοκράτορα, από τον Σουλτάνο, από το ελληνικό κράτος, από την Ευρωπαϊκή Ένωση! Για να μην μακρηγορούμε εδώ, σας παραπέμπω στο κείμενο μου Θεία Αριστερά, ζεις ακόμα βρε θηρίο; που «αναρτήθηκε» προ καιρού στο παρόν ιστολόγιο και απαντά στις σχετικές θέσεις του Κ. Ζουράρι - και εν μέρει του ΓΚ (**)

Η δεύτερη εσφαλμένη αναφορά στην Ορθόδοξη παράδοση από τον ΓΚ αφορά την Επανάσταση των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα. Παραπέμπω για λεπτομέρειες σ’ ένα κείμενο ενός συγγραφέα υπεράνω πάσης υποψίας, ως προς την Ορθόδοξη – ησυχαστική προσήλωσή του, του π. Γεωργίου Μεταλληνού, με τίτλο «Ησυχαστές και Ζηλωτές», το οποίο υπάρχει στις σελίδες της Μυριόβιβλου.

Μπορούμε άραγε να ξανασυνδέσουμε το χαμένο νήμα; αναρωτιέται ο ΓΚ. Μακάρι. Αλλά για να το βρούμε αυτό το χαμένο νήμα, δεν έχει κανένα νόημα να ψάχνουμε εκεί που δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να έχει κρυφτεί: μέσα στα υλικά μιας σεβαστής μεν, αλλά ουσιαστικά αδιάφορης ή και αντίθετης με τον ελληνισμό παράδοσης.



Νέα ελληνικότητα και Ορθοδοξία

Ας μου συγχωρεθεί η παράθεση μιας προσωπικής εμπειρίας: Πριν λίγα χρόνια, στο Άγιον Όρος, η παρέα μου είχε την ευκαιρία μιας συζήτησης με έναν κορυφαίο αγιορείτη Γέροντα, που αποτελεί βασική αναφορά για τους νεο-ορθοδόξους - και τους κανονικούς ορθοδόξους. Ένας από τη συντροφιά έθεσε ακριβώς το θέμα της σύνθεσης ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης/ μαρξιστικής κληρονομιάς/ οικολογικών και εναλλακτικών κινημάτων – με ζητούμενο τη διαμόρφωση μιας νέας πρότασης, η οποία να μπορεί να απαντήσει στις οικουμενικές διαστάσεις των σύγχρονων προβλημάτων. Ο Γέροντας του έκοψε τη φόρα, εξηγώντας ότι όλα αυτά, όλα τα προβλήματα του μέλλοντος δηλαδή, έχουν ήδη λυθεί, με την ατομική έκρηξη που διαλύει και ανασυνθέτει τα πάντα και συμβαίνει, αδιαλείπτως, κάθε Μεγάλη Παρασκευή. Σύμφωνα με τον οικοδεσπότη μας, δεν έχουμε απλώς μια παράδοση, εδώ έχουμε μια ατομική βόμβα, όπου λύονται αρμοί, αποσυναρμολογούνται τα πάντα και ανασυντίθενται εξ αρχής. Τι να προσθέσει κανείς σε μια ατομική βόμβα; Ο φίλος επιμένει στην ίδια προβληματική – είναι απόλυτο δικαίωμά του. Εξακολουθεί, όμως, να επικαλείται την ορθόδοξη παράδοση, λες και δεν κατάλαβε τι του είπε ο Γέροντας – αυτό είναι λάθος του: Δεν έχει νόημα να επιμένει ερήμην.

Σφάλλειν ανθρώπινον. Έχω, ωστόσο, τη γνώμη ότι ολόκληρος ο νεοελληνικός ιστορικός, κοινωνικός και πολιτικός βίος ταλαιπωρήθηκε άδικα και ανώφελα (δηλαδή αντιπαραγωγικά) καθώς υπήρξε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης της αρχαιολατρίας και του ελληνοχριστιανικού μύθου, που λειτούργησαν ως προμετωπίδες των δυνάμεων που διεκδικούσαν την εξουσία. Ο ελληνοχριστιανικός μύθος επικράτησε – αν και όχι απόλυτα: άλλωστε είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτού του τόπου, να αποφεύγει το απόλυτο. Καταγράφηκε και η συμβολή της ρωσσοτραφούς εγχώριας αριστεράς – και φτάσαμε αισίως σ’ ένα σημείο όπου όλοι είναι πια κουρασμένοι.

Χωρίς την επαρκή αξιολόγηση και ανάδειξη των χαρακτήρων της νέας ελληνικότητας δεν μπορεί να υπάρξει ελληνική πρόταση. Οι σημερινοί Έλληνες δεν είναι καθόλου γνήσιοι κατιόντες απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων –ούτε καν σε πολιτισμικό επίπεδο. Δεν είναι προϊόντα του εβραιο –χριστιανισμού. Δεν είναι παράγωγα ούτε της βυζαντινής, ούτε της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ούτε της δυτικής σκέψης. Έχουν ζυμωθεί με όλα αυτά, αλλά η πυρηνική τους ουσία είναι άλλη – και παραμένει ακόμα ανεξερεύνητη. Στο μεταξύ, οι εκδοχές που αναφέρθηκαν κυριάρχησαν σε ολόκληρους τους 19ο και 20ο αιώνες και φορέθηκαν στους Έλληνες, ως καπέλο, οι αντίστοιχοι μύθοι. Τώρα που οι μύθοι έχουν χάσει την πειστικότητά τους (να και ένα καλό της μετα-νεωτερικότητας!) είναι καιρός να προσπαθήσουμε για την αναζήτηση του πραγματικού νήματος που μας συνδέει με τις απαρχές μας (λίγο πολύ, δηλαδή, τον 12ο μ.Χ. αιώνα). Το νήμα αυτό δεν είναι άλλο από την ανίχνευση της νέας ελληνικότητας.

Στις αναπόφευκτες συνθήκες κρίσης που βιώνει ο ελληνισμός, είναι επόμενο να ακούγονται διάφορες προτάσεις: φονταμενταλιστικές, εθνικιστικές, ρατσιστικές, αφελείς, ρομαντικές, –μέχρι απλά παράλογες. Ανάμεσα στις πιο αξιοπρόσεκτες από τις δύο τελευταίες κατηγορίες συμπεριλαμβάνω και την πρόταση του Γ. Καραμπελιά, όπως καταγράφεται στο κείμενο για την έκθεση ζωγραφικής της ομάδας «Κ» και αναλύεται διεξοδικά στο εξόχως ενδιαφέρον κατά τα άλλα βιβλίο του Η θεμελιώδης παρέκκλιση, Εναλλακτικές Εκδόσεις / Θεωρία 21, 2004. (***)

Ποτέ δεν είναι αργά, άλλωστε η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει …ως τώρα. Ήδη όμως έχει χαθεί πολύς πολύτιμος χρόνος και αμέτρητες δυνάμεις. Είναι πια καιρός να απαλλαγούμε, ως Έλληνες, από τους μύθους που στρέβλωσαν τον νεότερο εθνικό μας βίο, να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της ιδιοσυστασίας μας, να αξιοποιήσουμε τη μοναδική κληρονομιά μας και να συνθέσουμε μια όντως ελληνική πρόταση. Όχι οικουμενική – μακριά από εμάς τέτοιες ανοησίες και μωροφιλοδοξίες. Αλλά μπορούμε, ξεκινώντας από τα ήδη κεκτημένα, να κατακτήσουμε μια πρόταση που θα είναι πλήρης, αυτάρκης και λειτουργική – και θα μπορεί να συνδιαλέγεται και να συναλλάσσεται ισότιμα και δημιουργικά με τις άλλες προτάσεις που κριτικάρουν το κυρίαρχο δυτικό υπόδειγμα.

Η εναλλακτική, οικολογική, μετα – μαρξιστική, μετα – νεωτερική (ανάθεμα τους όρους…) αριστερά δεν θα πρέπει να συγχέει το μείζον (την Ορθοδοξία ως θεσμό, κοινωνική δύναμη, παράδοση) με το έλασσον – δηλαδή τις περιθωριακές και πολιτικά κάτι λιγότερο από ασήμαντες κινήσεις, όπως της νεο – ορθοδοξίας ή τους ...προσωπολόγους. Η τακτική σύμπλευση με αυτούς δεν είναι σωστό να αποκλείεται εξ υπαρχής, αλλά δεν πρέπει να καλλιεργείται η αυταπάτη ότι είναι δυνατό να προκύψει στρατηγική συμπόρευση μακράς πνοής: οι νεο –ορθόδοξοι μεσσιανιστές, αντίθετα με τους αριστερούς, διαθέτουν ήδη απάντηση στα προβλήματά τους - και μάλιστα εξαιρετικά πλήρη και θελκτική, όπως μας έδειξε παραστατικά ο Γέροντας στο Άγιον Όρος. Αυτοί, έτσι κι αλλιώς, δεν διακινδυνεύουν τίποτε, ίσα ίσα χαίρονται να έχουν συνομιλητές και ακροατήριο - διότι εντός του σώματος των πιστών δεν διαθέτουν ούτε το ένα, ούτε το άλλο.

Η αριστερά, αντίθετα, ρισκάρει πολλά. Η αλλαγή του κόσμου για τους χριστιανούς έχει ήδη συντελεστεί, εδώ και είκοσι αιώνες. Συνεπώς η αριστερά πρέπει να αναζητά συν – διαμορφωτές της σύνθεσης ανάμεσα σε αυτούς που μπορεί να ενδιαφέρονται πραγματικά για μια τέτοια προσπάθεια – και να μην τους παγώνει προκαταβολικά, κουβαλώντας μαζί της τέτοιους ειδικούς συντρόφους (****).

Στα καθ’ ημάς, η πολιτική και συναισθηματική απεμπλοκή του ελληνισμού από την Ορθοδοξία, αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, μιας και η μόνη Ορθοδοξία που έχει πολιτικό και κοινωνικό βάρος, δηλαδή η θεσμική Ορθοδοξία, η εν Αθήναις και η εν Κωνσταντινουπόλει, παίζει με ιδιαίτερη μαεστρία το χαρτί της ταύτισής της με τον ελληνισμό. Επενδύει στους, κοινούς με το κράτος, ελληνοχριστιανικούς μύθους. Αυτοπροβάλλεται ως μαρτυρική Εκκλησία, αναλωμένη στην υπηρεσία του Γένους. Έχει την πολυτέλεια, όντας ταυτισμένη πλήρως με την πολιτική εξουσία, να σαλπίζει (με μέτρο) ακόμα και …αντίσταση κατά της Δύσης και της παγκοσμιοποίησης! Και μπορεί να κάνει όλα αυτά χωρίς ουσιαστικό αντίλογο. Γι’ αυτό γίνεται δυσκολοχώνευτη η πρόθεση του ΓΚ να θέλει να δώσει και αριστερή πρόσκληση στους ορθοδόξους, λες και δεν τους είναι αρκετές οι φασιστικές, χουντικές, ακροδεξιές, δεξιές, σοσιαλδημοκρατικές ανοιχτές προσκλήσεις που, ήδη, διαθέτουν - και τις χρησιμοποιούν κατά βούληση.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(*) Από τον Τζίμη Πανούση: Θα πάω στον Καραμπελιά, πού ‘χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους. Τώρα το αναρχικούς θα πρέπει να αντικατασταθεί με το ησυχαστές – αλλά δε νομίζω πως θα υπάρξει νεανική παρέα να το τραγουδήσει (όπως γινόταν κάποτε), ούτε να το ψάλλει…

(**) Το έστειλα στην «Ελευθεροτυπία», μετά από επίμονες προτροπές κάποιων φίλων, αλλά η εφημερίδα του κ. Φυντανίδη το αγνόησε, για λόγους που –φυσικά! - δεν μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει.

(***) Ας μας διαφωτίσει κάποιος, τι σημαίνει αυτό το Θεωρία 21 που κόλλησε δίπλα στις εναλλακτικές εκδόσεις. Επί τη ευκαιρία, η εκτενής βιβλιοκριτική που είχα έτοιμη για την Θεμελιώδη Παρέκκλιση και επρόκειτο να στείλω στο ΑΡΔΗΝ δε στάλθηκε ποτέ, γιατί κείμενα του περιοδικού και γεγονότα της καθημερινής πολιτικής παρέμβασης με έπεισαν ότι η αρχική θρησκευτική ίωση από την οποία είχε προσβληθεί ο ΓΚ είχε ήδη μεταπέσει σε βαριά Ορθόδοξη πνευμονία, με σοβαρές συνέπειες. Δεν ήθελα λοιπόν να ζητήσω φιλοξενία από ένα περιοδικό που είχε κάνει στροφή προς έναν τέτοιο ολισθηρό δρόμο. Ώσπου ο εκδυτικισμός μας προσέφερε τα …ιστολόγια - και το πρόβλημα της δημοσίευσης, αλλά και του διαλόγου, λύθηκε. Όχι με τον καλύτερο - τουλάχιστο κατά κάποιον τρόπο!

(****) Επί τη ευκαιρία και πάλι, θα ήθελα να σημειώσω πως είναι εξαιρετικά επικίνδυνη η άκριτη και χωρίς όρους σύμπλευση με τους ακραίους εθνικιστικούς κύκλους, εντός ή εκτός της Εκκλησίας, στα λεγόμενα εθνικά θέματα. Βεβαίως ΟΧΙ στο σχέδιο Ανάν – αλλά η κουμπαριά να τελειώνει κάπου εκεί! Θα είναι εξαιρετικά επιζήμιο για την εικόνα της αριστεράς να περάσει η αντίληψη ότι οι αριστεροί, οι ακροδεξιοί εθνικιστές και οι …καντηλανάφτες δεν έχουν δα και μεγάλες διαφορές, εφόσον έχουν κοινές θέσεις για το μακεδονικό, το κυπριακό, το Αιγαίο κλπ. Δεν χρειάζονται χαριεντισμοί και πολλά πολλά με τους εθνικιστές, τους ρατσιστές, τους ακροδεξιούς – ρασοφόρους ή όχι. Η πολιτική ψώρα είναι κολλητική! Αντίθετα, η αριστερά πρέπει να έχει σταθερά ανοιχτό μέτωπο απέναντί τους.

*

Οι πίνακες που στολίζουν το κείμενο είναι του Γιάννη Τσαρούχη. Όλο το υλικό προέρχεται από τον κόμβο ΟΔΥΣΣΕΑΣ του Υπουργείου Πολιτισμού

Ευχαριστώ τη συνάδελφο εν ιστολογίοις Μιραντολίνα, της οποίας η καλαίσθητη ευαισθησία στάθηκε η αφορμή για την δημιουργία και την παρουσίαση αυτού του κειμένου

 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Δεκεμβρίου 04, 2005 |


10 Comments:


  • At 6:32 μ.μ., Blogger alombar42

    Πού 'σαι Σωκράτη δάσκαλε,
    να δεις το Κολωνάκι,
    οι μαθητές σου σήμερα,
    βαστούν κομπολογάκι.

    (Αν ζούσαν οι αρχαίοι - Μητσάκης)

    Τα Εξάρχεια από το Κολωνάκι είναι δυο βήματα, αν δεν κάνω λάθος.

    Συγγνώμη για την αδιακρισία, αλλά... πόσες γραμματείς έχεις και γράφουν;
    :)

     
  • At 7:02 μ.μ., Blogger Alberich

    Πολύ ωραίο κείμενο και χαράς στο κουράγιο σου:-)

    "να αναδείξει δυνάμεις και νοοτροπίες που προέρχονται μεν από μια μεγάλη και πλούσια, αλλά ουσιαστικά μη ελληνική παράδοση"
    δεν ξέρω άν εννοείς αυτό που υποθέτω, και περιμένω το επόμενο κείμενο που προαναγγέλεις.
    Επίσης εντελώς περιληπτικά ,και χωρίς ιστορική τεκμηρίωση, κάνω την εξής παρατήρηση:
    Η προσπάθεια να δοθεί αναδρομικά πρωταγωνιστικός ρόλος -και γνωρίσματα που δεν διαθέτει - σε μια "ουσιαστικά δευτερεύουσα παράδοση" και η εκ των υστέρων επινόηση ενός δήθεν διαχρονικού και ομοιογενούς ιδεολογικά ρεύματος, που μάλιστα χαρακτηρίζεται ρομαντικό, είναι κατά τη γνώμη μου προκρούστεια μεταφορά -πρόσφατων σχετικά- αντίστοιχων προβληματισμών δυτικής -τί ειρωνεία- προέλευσης, και αν την "αποδομήσει" κανείς διακρίνει το ίδιο πάττερν, πάνω στο οποίο συντέθηκε πριν 200 χρόνια ο νεοελληνικός εθνικός μύθος.

     
  • At 10:17 μ.μ., Blogger Πάνος

    alombar42: Κάθε φορά που γράφω έχω απίκο τρεις γραμματείς, μια μασέζ, μια πεντικιουρίστα, ένα μάγειρα και τέσσερις ακόμα νεάνιδες γενικών καθηκόντων.

    (μεταξύ μας, το μεγαλύτερο μέρος του υλικού ήταν ήδη έτοιμο: ο Καραμπελιάς αντέγραψε τον εαυτό του, δηλαδή το βιβλίο του - κι εγώ την παλιά μου βιβλιοκριτική για το βιβλίο του Καραμπελιά. Συνεπώς, μη χάνετε την ψυχραιμία σας...)

    alberich η παρατήρησή σου είναι εύστοχη. Η παράδοση που εννοώ είναι η Ορθοδοξία - και τη θέση μου οτι πρόκειται για δευτερεύουσα παράδοση θα την παραθέσω αναλυτικά σε προσεχές κείμενο, υπό την προϋπόθεση οτι θα υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον από τους επισκέπτες - αναγνώστες για το θέμα. Αλλιώς, θα συνεχίσουμε με τις περιέτειες της εξαδέλφης της Αριάδνης...

     
  • At 11:18 μ.μ., Blogger alombar42

    Πάνω από 3 σελίδες αρχίζω να χάνω συνέχειες - θέλω να το τυπώσω αλλά τα μόνα που τελικά τυπώνω είναι τεχνολογικής φύσεως κείμενα.
    Οταν βέβαια πρόκειται για την Αριάδνη, ας χαθούν και δυο τελείες - το νόημα μένει.

    Εχω την εντύπωση οτι δεν είμαι απλά ο μέσος όρος...

     
  • At 11:30 μ.μ., Blogger Πάνος

    Τυπώνεις μόνο τεχνολογικής φύσεως κείμενα;

    Τι βίτσιο είναι αυτό πάλι;

    Φοβάσαι μήπως αρνηθεί ο εκτυπωτής να δουλέψει σε ένα μη τεχνολογικό κείμενο;

    Α, ναι: ο "μέσος όρος" δεν υφίσταται καν ως έννοια εδώ: ο καθένας επισκέπτης / φίλος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος!

     
  • At 12:44 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Σκέψου κάτι:Στις αγάπες πρέπει να αφήνεσαι.Εσένα σου βγαίνουν με ενοχές και παιδεύεσαι.Αμαρτία απ'το Θεό ρε Πάνο.
    Υ.Γ Απονεινάρια αριστερού σεχταρισμού;
    alberich - Πάνο έχετε πάει Πάσχα στην εκκλησία;
    Ηλίας

     
  • At 12:55 π.μ., Blogger Πάνος

    Ήλία, συγκεντρώσου και μην αμολάς συνθήματα άνευ ουσίας...

     
  • At 8:04 π.μ., Blogger alombar42

    Καλημέρα.
    Δεν είναι πρωτότυπο ή βίτσιο: το επείγον δεν αφήνει χρόνο για το σημαντικό.
    Ετσι, τυπώνω μόνο τα απολύτως απαραίτητα για τη δουλειά μου, αφού όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μένουν σε μια στοίβα "να θυμηθώ να διαβάσω" η οποία όμως πάντα μεγαλώνει και, από ένα σημείο και μετά, απλώς πιάνει χώρο, στα ντουλάπια μιας βιβλιοθήκης, ήδη γεμάτης από τέτοιου τύπου βιβλία και περιοδικά...

    Μήπως να κρατήσω την αναπνοή μου σε μια προσπάθεια να πείσω τη μέρα να αποκτήσει 30 ώρες;

     
  • At 2:16 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Να μη με ευχαριστείτε - αν και σας ευχαριστώ για τα περί καλαισθησίας, Πάνο.

    (Έχετε κι εσείς πεντικιουρίστα, λοιπόν. Δυτική φανταζομαι. ‘Η κόλαση ειν οι κάλοι’ και τέτοια. Ενω εμεις παραμενουμε με την ωραία λευκή κόμη στου αη-Δημήτρη τα στασίδια που εκοιμήθη.)

     
  • At 2:43 μ.μ., Blogger Πάνος

    Δύο πεντικιουρίστες για την ακρίβεια, Μιραντολίνα: Μία για το αριστερό και μία για το δεξί πόδι. Φυσικά, δυτικότατες: η αριστερή είναι από τα νησιά Λοφούτεν της Βόρειας Θάλασσας και η δεξιά Ιταλίδα, εξώγαμο τεκνο ενός Ελβετού φρουρού του Πάπα και μιας αφελούς μοναχής του Τάγματος της Αγίας Ζώνης.

    Δεν ήθελα να δώσω τόσες λεπτομέρειες - άλλωστε η Λοφουτενέζα απουσιάζει με ειδική άδεια, για να προσκυνήσει την κάρα της Αγίας Νέμας, στα περίχωρα του Καϊρου - αλλά εφ' όσον η συζήτηση δεν έχει ακόμα αποφασιστικά προχωρήσει στα περί των απόψεων Καραμπελιά, επωφελούνται θέματα σοβαρά μεν, αλλά οπωσδήποτε ήσσονος σημασίας.