ι Τα μυστικά του Κόλπου
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2005
Μεταμεσονύκτια ακρόαση


Γραμμένο στις 14 Αυγούστου 1985 – αφιερωμένο όπου δει.

Το σαξόφωνο του Κολτρέιν αγγίζει τη νύχτα, άγγιγμα απολύτως ερωτικό, τέλεια εκφράζοντας το παράπονο της ευτυχίας, τη μελαγχολία της κεκτημένης ηδονής. Ο νέος άντρας ακούει με μισόκλειστα μάτια, καπνίζει στριφτό τσιγάρο από διαλεχτά καπνά των Σερρών, χαλαρός και απόμακρος. Βρίσκεται ψηλά, σε αυγουστιάτικο μπαλκόνι – και αν ήθελε θα μπορούσε να θαυμάσει μέσα στην κατάφωτη νύχτα, τον γιγάντιο αεικίνητο τροχό του λούνα παρκ πέρα στη Σαλαμίνα, να στρέψει το βλέμμα του ως τη δυτική εσχατιά του λιμανιού και ως το σκοτεινό Σέιχ – Σου.

Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως το κατάφωτο επιβατικό που εισχωρεί αργά στον Θερμαϊκό Κόλπο και προσεγγίζει τις αποβάθρες έχοντας διασχίσει το Βόρειο Αιγαίο, ή ο τελευταίος αστέρας της Μικράς Άρκτου, ο οποίος απόψε εμφανίζεται ιδιαιτέρως θελκτικός, δεν είναι σε θέση να αποτραβήξουν τον νέο άντρα από τον μοναχικό ρεμβασμό του. Αυτή την ώρα αληθέστερον, περισσότερο υπάρχον, είναι αυτό καθ΄ αυτό το αντικείμενο της ρέμβης, πραγματικότερο από τα πράγματα και ασυγκρίτως ειλικρινέστερο από οποιαδήποτε πράξη του παρελθόντος ή του μέλλοντος.

Τουλάχιστον όσο η μουσική εξακολουθεί να παρεμβάλλεται στα νυχτερινά και τα παρεμφερή - και να επηρεάζει και το είναι και το γίγνεσθαι. Δεν ξέρω πόσο και για πόσο.

* * *

Ήταν απόγευμα, μια ιδέα πριν το λυκόφως. Σύμπασα η συνοικία, ξεθαρρεμένη και φιλόγελως, μετά την πρόσκαιρη έστω αποδρομή του φοβερού καύσωνος, άρχιζε να εμφανίζεται στα μπαλκόνια, ανάμεσα σε παρήγορα άνθη, προσηλωμένη στους καθαρούς δίσκους με τους παγωμένους καφέδες και τα αναψυκτικά που προσέφεραν οι οικοδέσποινες.

Ο νέος άντρας περιέφερε το βλέμμα του από ορόφου εις όροφον, επισημαίνοντας ό,τι άλλο δροσερό υπήρχε στα μπαλκόνια. Τελικά την προσοχή του απέσπασε ένα μπαλκόνι με σταχτιά κάγκελα, περίπου δωδεκάμισι μέτρα από την επιφάνεια του οδοστρώματος. Δεκατρία μέτρα ψηλότερα από την άσφαλτο, λικνιζόταν ρυθμικά το κατώτερο και πλέον επίκαιρο σημείο του σώματος δεκαεξαετούς νεάνιδος, η οποία ξαπλωμένη σε φερ –φορζέ πολυθρόνα, με τα λευκά της σανδάλια να πιέζουν το σταχτόχροο παραπέτο, ξεφύλλιζε την ελληνική έκδοση των ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ, βιβλίο προφανώς βουτηγμένο από τη βιβλιοθήκη του μπαμπά της. Φορούσε εφαρμοστό ανοιχτόχρωμο φανελάκι, που άφηνε ελεύθερους τους ηλιοκαμένους ώμους. Περί την οσφύν και την πυγήν έφερε λευκά, μινιμαλιστικά σόρτς, που άφηναν εκτεθειμένα στην κοινή θέα ολόκληρα όλα τα μακριά και καλοφτιαγμένα πόδια της.

Ο νέος άντρας μπόρεσε να διακρίνει ολοκάθαρα, χάρη στον γερμανικής προελεύσεως θεοδόλιχο που χειριζόταν, τις θηλές - έτοιμες να τρυπήσουν το λεπτό ύφασμα που τις χώριζε από την απογευματινή ερωτική αύρα του Σέιχ –Σου. Υπέθεσε ότι εξίσου ερωτική ήταν η ατμόσφαιρα μέσα στο καστανόξανθο κεφάλι της νεαρής αναγνώστριας, εφόσον επίμονα περνούσε τον παράμεσο δάκτυλο του δεξιού της χεριού κατά μήκος της ήβης της, πάνω από τα λευκά σόρτς, ενώ κάθε τόσο έσφιγγε δυνατά τα ηλιοψημένα γόνατά της και ύγραινε με τη γλώσσα τα χείλη, σφαλίζοντας τα μεγάλα της μάτια, έχοντας την εντύπωση ότι κανενός το βλέμμα δεν μπορούσε να διακρίνει ό,τι έπρεπε να παραμείνει εν κρυπτώ.

Αφού παρήλθε ένα ιδιαιτέρως ευχάριστο ημίωρο και ενώ είχαν ήδη ανάψει τα βραδινά φώτα, ο παρατηρητής σηκώθηκε, φόρεσε το παντελόνι του κι ένα κοντομάνικο πουκάμισο, πήρε μαζί του τα κλειδιά του και το πιο σαγηνευτικό του χαμόγελο και βγήκε. Διέσχισε τις λίγες δεκάδες μέτρα που τον χώριζαν από την οικοδομή –στόχο και θεώρησε ως εύνοια της τύχης το γεγονός ότι η εξώπορτα ήταν ορθάνοιχτη. Είχε προσδιορίσει την ακριβή θέση του διαμερίσματος, καθώς και την απουσία του μπλε Τογιότα, που οδηγούσε ο πατέρας της νεαράς. Χτύπησε λοιπόν αποφασιστικά το κουδούνι.

«Μια τηλεπαθητική παρόρμηση με έφερε ως εδώ, για λόγους καθαρά ερωτικούς» είπε, αφού πρώτα ανέφερε το όνομά του.

«Και που ξέρω εγώ ότι δεν είστε απατεώνας, κύριε;» αντέτεινε η δεκαεξαετής, εδώ που τα λέμε έτοιμη να στέρξει ακόμα και αν επρόκειτο περί κοινού απατεώνος.

«Σας λένε Ανυσία και σας φωνάζουν Άννυ. Διαβάζατε τις ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ και επιπλέον έχετε έλθει σε οργασμό εξ αυτοϊκανοποιήσεως τουλάχιστον πέντε φορές την τελευταία ώρα… Σας αρκούν αυτά τα διαπιστευτήρια;»

«Είναι προφανές, είστε απεσταλμένος της Θείας Προνοίας…» είπε η Άννυ και παραιτηθείσα πάσης άλλης διευκρινίσεως τύλιξε τους ηλιοκαμένους της βραχίονες γύρω από τον επισκέπτη.

* * *

Με το τέλος της μακράς συνεντεύξεως, η κοπέλα έβαλε στο κασετοφωνάκι της τα τελευταία τραγούδια του Ντέιβιντ Μπάουι και ο νέος άντρας αποχώρησε.

Τώρα, περί τις δύο και τριάντα της Θεσσαλονικιάς νύχτας του Αυγούστου, ακούγεται από γειτονικό φοιτητικό διαμέρισμα κιθάρα με σπανιόλικο ηχόχρωμα, σε άσμα Έλληνα συνθέτη, με λόγια του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, που χαιρετά τη Σεβίλλια. (- Γεια σου Σεβίλλια, γεια σου Σεβίλλια…). Η υγρή και γεμάτη φωνή της Νένας Βενετσάνου φτάνει ως μακριά, το στριφτό τσιγάρο αφήνει τους γαλάζιους καπνούς του ν’ ανεβαίνουν ψηλά, ως αδιάψευστη επιβεβαίωση της αλήθειας όσων περιλάμβανε η αφήγησή μας.

Ο νέος άντρας κορεσμένος από ηδονή, μουσική, ευδαιμονία – ζωή μ΄ ένα λόγο, αιστάνθηκε την ανάγκη να μετριάσει τη λαμπερή του δόξα, με μια τουλάχιστον δυσάρεστη ανάμνηση. Τότε θυμήθηκε τον μακαρίτη τον Φλόξ, τον αγαπημένο σκύλο της προσχολικής του ηλικίας, που τον δολοφόνησε με φόλα ο θείος του ο Νικολάκης, γιατί ήταν δαγκανιάρης (ο Φλοξ) και αυτό έκανε τους χωρικούς ανήσυχους και δυστυχείς.
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Δεκεμβρίου 19, 2005 |


13 Comments:


  • At 10:56 μ.μ., Anonymous " όπου δει "...

    Πρώτα κοίταξα τη φωτογραφία. Για αρκετή ώρα.
    Μετά διάβασα το κείμενο.
    Μετά ξαναδιάβασα την περιγραφή της σκηνής στο μπαλκόνι.
    Μετά ξανακοίταξα τη φωτογραφία. Για περισσότερη ώρα αυτή τη φορά.
    Μετά θυμήθηκα κάτι στίχους.
    Μετά άρχισαν να εκτυλίσσονται στο μυαλό μου εικόνες.
    Μετά άλλες εικόνες.
    Εικόνες ασπρόμαυρες.
    Σαν τη φωτογραφία.
    Σαν τα όνειρα..
    *
    Νά'χανε λινκ τα όνειρα..και με ένα κλικ..

     
  • At 11:43 μ.μ., Blogger kosmopolitis

    ..Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως το κατάφωτο επιβατικό που εισχωρεί αργά στον Θερμαϊκό Κόλπο και προσεγγίζει τις αποβάθρες..

    Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
    Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ απ'τη στεριά.
    Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
    μπορεί να'ρθώ απ'τα πέλαγα με τη φυρονεριά..
    ( Νίκος Καββαδίας, Θεσσαλονίκη. )
    *
    Θυμήθηκα κι εγώ κάτι στίχους..

     
  • At 12:44 π.μ., Blogger Mirandolina

    Μα, η Αριάδνη δεν είναι στη φωτό; αν όχι, μοιάζει πάρα πολύ!

     
  • At 12:58 μ.μ., Blogger Αθήναιος

    Μάλιστα...

     
  • At 10:00 μ.μ., Anonymous Athanassios

    Tης σαλονίκης σίγουρα τηε πρέπει το καράβι... εδώ όλοι θάπρεπε να κατοικούμε σε πλοία... αλλά ρε φίλε πολύ ρομάντσο για το τίποτα το βλέπω αυτό.... προτιμώ την Αριάδνη και τα κακέκτυπά της συνοδεία βαρραβά πάντα... γειά σου Πάνο

     
  • At 10:55 μ.μ., Blogger kosmopolitis

    Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

     
  • At 11:28 μ.μ., Blogger alombar42

    Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

     
  • At 12:58 π.μ., Blogger alombar42

    Κάτι για τον Αθανάσιο, αφιερωμένο εξαιρετικά βεβαίως.

    Και μια σκέψη, προς τον Πάνο: αν ο Κόλπος του τίτλου γίνει κόλπος, το μπλογκ θα γίνει πέλαγος (και χαρά οι σκίπερς) :)

     
  • At 5:24 μ.μ., Blogger Πάνος

    Athanassios, την Αριάδνη ξέχαστη: παραμονή Χριστουγέννων κείρεται μοναχή, με το όνομα αδελφή Χριστονύμφη...

     
  • At 10:25 μ.μ., Anonymous Athanassios

    Τι μου λες? Αδελφή Χριστονύμφη αυτό το πλάσμα? " Σκύψε ευλογημένη" δηλαδή... τι να πω? μ' έχετε καταμπερδέψει με τις αγιοσύνες σας εδώ πέρα.... τζάμπα οι Βαραββάδες...

     
  • At 10:38 μ.μ., Anonymous Athanassios

    alombar42,ευχαριστώ πολύ για την αφιέρωση... πετυχημένη... 'εριξα και μια ματιά στο blog σου και μου άρεσε πολύ... ιδιαίτερα ότι το έφτιαξες για ν΄αφιερώνεις τραγούδια... Εύχομαι κάθε επιτυχία και θα σ' επισκέπτομαι... καλά θ' αποφεύγω τα φεμινιστικά σχόλια..promise..

     
  • At 1:29 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Την ευχούλα της Χριστονύμφης να έχουμε, λοιπόν.

     
  • At 2:49 μ.μ., Blogger Kleon Gelastos

    ΗΓΗΣΩ

    Στου τάφου της το χείλος καθισμένη
    με συντροφιά τη δούλη σύνοδό της
    η Ηγησώ θρηνεί για τον εαυτό της
    κι ας είναι αιώνες τώρα πεθαμένη.

    Στο χέρι δε θα βάλει το απαλό της
    το κόσμημα που βλέπει έτσι θλιμμένη
    και θα 'θελε και κείνο να πεθαίνει
    να το 'χε έστω στο θάνατο δικό της.

    Θρηνεί το μαρμαρένιο της το στήθος
    για χάδια που ποτέ δε θα γνωρίσει'
    το στόμα για φιλιά που δε θα πάρει.
    Κι αυτή δοσμένη στο δίκό της βύθος
    πικρά θρηνεί για to μαργαριτάρι
    το χέρι της που πια δε θα στολίσει.

    Γ. Χολιαστός