ι Τα μυστικά του Κόλπου
Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2005
Ζήτω η 28η Οκτωβρίου! (εικονογραφημένο)
Η βραδιά ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο: στη «Μυρσίνη»

Έστι δε «Μυρσίνη» η (μακράν) καλύτερη επιλογή για να φας σαν άνθρωπος στη Θεσσαλονίκη. Κρητική κουζίνα, με βιολογικά (λένε τουλάχιστον – πάντως εκλεκτά) προϊόντα.

Σεμέλη, Δήμητρα, Σελάνα, Ρωμανός, Αθανάσιος – κι εγώ. Γευτήκαμε απάκι, κατσικάκι με γαμοπίλαφο, συκωτάκια, φάβα, στάκα, ελιές, κεφαλογραβιέρα, ξινοτύρι, πιτάκια, κοχλιούς μπουμπουριστούς. Τα συνοδεύσαμε όλα αυτά με τσικουδιά «παραγωγής μας» - οι άντρες της παρέας από καμιά ντουζίνα σφηνάκια -αλλά και οι γυναίκες το κατά δύναμιν.


Σημειώστε ότι καθόμαστε σε πραγματικό, ξύλινο τραπέζι – και στ’ αυτιά μας έφτανε ελληνική μουσική για ανθρώπους, όχι για παγκοσμιοποιημένα ανδράποδα: Χαΐνηδες και άλλοι.



Ανεβήκαμε ως την Καμάρα, στο «ΜΙΝΟΥΪ» και περί τις 00.40’ πμ κατεβήκαμε τις σκάλες με την κόκκινη μοκέτα – ακριβώς τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία επίσκεψη.

(Αυτές τις σκάλες ο Αθανάσιος εύκολα τις κατεβαίνει, αλλά δύσκολα τις ανεβαίνει: συνήθως φεύγει σε κατάσταση που η υποστήριξη του είναι απαραίτητη. Όσο είμαστε στη «Μυρσίνη» είχε εκφράσει την ευχή να τοποθετηθεί μια κυλιόμενη σκάλα, μόνο για την άνοδο)

Στο «Μινουΐ» τον τόνο δίνει ο Σωκράτης. Παίζει μπουζούκι με μοναδικό, ροκάδικο τρόπο, με δυό και σπάνια τρία δάχτυλα να δουλεύουν στα τάστα, μοναδική αίσθηση της μουσικής φράσης, τρομερή δύναμη και εκφραστικότητα. Οι νότες του καρφώνονται στην ψυχή, χωρίς να αστοχεί καμιά - και σιγά σιγά τη στολίζουν μ’ ένα πανέμορφο ψηφιδωτό ήχων. Θα έπρεπε οι νέοι μπουζουκσήδες να κατεβαίνουν ως εκεί για να παίρνουν μαθήματα – πως το μπουζούκι ξανακερδίζει με το σπαθί του τη θέση του στο κέντρο μιας λαϊκής ορχήστρας.

Το Μινουϊ δεν είναι χθεσινό μαγαζί. Το πρόλαβα ως φοιτητής, στην είσοδο της δεκαετίας του ’80, λίγο πιο πέρα, στην οδό Δεσπαιρέ. Από το πάλκο του πέρασαν μεγάλες δυνάμεις της λαϊκής μουσικής, όπως η Λιλή και ο Καμπουρέλος, που η αυθεντικότητά τους περιόρισε την εμβέλειά τους σε ένα (μεγάλο) κύκλο μυστών.

Φαίνεται πως ο κύκλος αυτός όσο πάει και στενεύει. Παλιότερα έβλεπες το υπόγειο ασφυκτικά γεμάτο από φοιτητές, φρικιά, εργατικό κόσμο, αλλά και υπόκοσμο. Όλοι αυτοί ήταν παρόντες και χθες, αλλά με πολύ λιγότερες παρέες. Κανένας δε φορούσε γραβάτα – καμιά (σχεδόν καμιά…) δεν ήταν ντυμένη στο στυλ «ξεβρακώνομαι και πηγαίνω»


(πλάι στο χορευτή της εικόνας πίσω απ΄ την ορχήστρα, γράφει «έσκυψε το κεφάλι του, μέσα στην παραζάλη του» - στίχος του Λευτέρη Παπαδόπουλου από τα «πικροσάββατα» - ένας ακόμα μεγάλος δίσκος του Μίκη που περιμένει τις επόμενες γενιές να τον απολαύσουν, γιατί η δική μας προτιμούσε ν’ ακούει …ανήκουστα πράγματα)

Στο «Μινουΐ» θα δεις λαϊκές, εργαζόμενες κοπέλες και γυναίκες να χορεύουν – αλλά και άντρες που ξέρουν τι θα πει χορός και δεν χορεύουν ζεϊμπέκικο όπως συνηθίζεται στα κωλάδικα και τα σκυλάδικα – να κουνάνε δηλαδή χέρια και πόδια άνευ νοήματος. Οι μύστες του «Μινουΐ» εξακολουθούν να ζωγραφίζουν την ψυχή τους όταν χορεύουν στα εννέα όγδοα. Δεν είναι υποχρεωτικά όμορφη η ζωγραφιά, αλλά είναι αληθινή.

Όπως ο πρώτος που χόρεψε χθες, ένας ρωμαλέος άντρας με κοστούμι και λευκό πουκάμισο (χωρίς γραβάτα) στα πενήντα φεύγα. Ζήτησε από τον Σωκράτη ένα εντελώς ξεχασμένο μικρασιάτικο τραγούδι, το «Μεμέτη» και το χόρεψε όμορφα και ταπεινά.

Κοκκαλοραχιά του προγράμματος, όπως σε κάθε λαϊκό πάλκο εδώ και πενήντα χρόνια, είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης, αλλά όλοι οι μεγάλοι έχουν τη θέση τους – Μάρκος, Παπαϊωάννου, Μητσάκης, Άκης Πάνου, Ζαμπέτας – και το «ζειμπέκικο της Ευδοκίας» του Λοΐζου. Ακούγεται και πολύς Μίκης Θεοδωράκης - πάνω από δέκα τραγούδια, ανάμεσά τους μια μοναδική εκτέλεση της «Δραπετσώνας» (Θα ήταν χρήσιμο για όσους παίζουν τα λαϊκά τραγούδια του Μίκη – πχ η ομώνυμη ορχήστρα- να ακούσουν πως οι λαϊκοί οργανοπαίχτες του υπογείου πιάνουν το νόημα των τραγουδιών του Μίκη και ξεδιπλώνουν τη μεγάλη τους δύναμη)

Δε λείπουν, φυσικά, τα παλιά ρεμπέτικα και τα χασικλίδικα («Προύσα», «πέντε μάγκες στον Περαία» κλπ), αλλά και οι εκπλήξεις: ακούστηκε Χατζιδάκις (φυσικά το «είμ’ αητός χωρίς φτερά») ένα τραγούδι του Σωκράτη Μάλαμα («τσιγάρο ατέλειωτο») και – άκουσον, άκουσον!- «η μπαλάντα του κυρ – Μέντιου» σε στίχους Βάρναλη και μουσική Λουκά Θάνου, από ένα (δικαίως) ξεχασμένο δίσκο, το «σάλπισμα». (Το είχε πει ο μεγάλος Νίκος Ξυλούρης, αλλά φαίνεται ότι ασκεί μια ανεξήγητη έλξη στους τραγουδιστές, γιατί το τραγούδησαν ο Νότης Σφακιανάκης (!) και ο Μανόλης Λιδάκης)


(η ζωή μου όλη είν' ένα καμίνι, πούχω πέσει μέσα και με σιγοψήνει - στίχοι του Άκη Πάνου)

Ο Ρωμανός και η Δήμητρα αποχώρησαν νωρίς, πριν τις τέσσερις. Οι υπόλοιποι περάσαμε στο σύμπαν του διονυσιακού ξεσαλώματος. Η Σεμέλη και η Σελάνα ξεδίπλωσαν τις χορευτικές αρετές τους – και ο Αθανάσιος δεν πήγε πίσω.

Ακριβώς στις πέντε άκουσα τις πρώτες νότες από το τραγούδι που λαχταρούσα – το μοναδικό «ρέμα» του Βασίλη Τσιτσάνη. Σηκώθηκα και το χόρεψα. Πιωμένος, τελειωμένος, με την λυτρωτική αίσθηση ότι στη ζωή υπάρχει πραγματική ομορφιά – μπορείς να τη συναντήσεις ατόφια και μέσα σ’ ένα παλιομοδίτικο υπόγειο λαϊκό μαγαζί. Φτάνει να την αναζητάς.



ΥΓ. Αυτή τη φορά ο Αθανάσιος ανέβηκε άνετα τις σκάλες. Μέρος από το 3ο μπουκάλι έμεινε «κάβα» - ελπίζω όχι για την 28η Οκτωβρίου του 2009.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2005 | 6 σχόλια
Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2005
Η δέσποινα των λογισμών μου


Τόσα κείμενα, τόσες σελίδες και ούτε λέξη ακόμα για τη δέσποινα των λογισμών μου, τη γυναίκα της ζωής μου.

Σήμερα όμως που γιορτάζουμε δεκατρία χρόνια, τέσσερις μήνες και κάτι ψιλά, λέω να της χαρίσω ένα μπουκέτο λουλούδια – και μερικούς από τους πιο νόστιμους στίχους που γεύτηκα στη ζωή μου.

Από ‘να παραδοσιακό τραγούδι της Λέσβου:

Τα μάτια σου έχουν έρωτα – και μέσα ψιχαλίζουν
Και μέσα στο ψιχάλισμα – βαρκούλες αρμενίζουν…


Κι από ένα Κρητικό:

Ο πλάτανος θέλει νερό, κι η λεύκα θέλει αγέρα
τα μαύρα μάτια φίλημα, όντε χαράξει η μέρα!


Και πάλι παραδοσιακό, φτιαγμένο αριστουργηματικό ζεϊμπέκικο από το Μάρκο Βαμβακάρη:

Τα ματόκλαδά σου λάμπουν
Σαν τα λούλουδα του κάμπου.
(…)
Τα ματάκια σου αδερφούλα
Μου ραγίζουν την καρδούλα.


Και μια στροφή του Ανδρέα Κάλβου

Ένα φιλί… κ εν' άλλο…
Έρωτα, τρέξε, εξάπλωσον
αιώνια τα πτερά σου,
σκέπασον το μυστήριον
της εορτής σου.


Και κάποιοι στίχοι του Νίκου Καρούζου:

Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίζω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.


Και του Γιώργου Σεφέρη:

Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό
το γιασεμί.


Του Οδυσσέα Ελύτη:

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά της μέρη!
Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
Και τι κηπάκι
Τα λυτά
Νωπά
Μαλλιά
Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!


Αλλά και από το Άσμα Ασμάτων:

Ως κρίνον εν μέσω ακανθών
ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων

Ως σπαρτίον το κόκκινον χείλη σου,
Και η λαλιά σου ωραία' (…)
Ως πύργος Δαυείδ τράχηλός σου (…)
χίλιοι θυρεοί κρέμανται επ' αυτόν (…)
Δύο μαστοί σου ως δύο νεβροί δίδυμοι δορκάδος
οι νεμόμενοι εν κρίνοις.


Τι εκαλλιώθησαν μαστοί σου από οίνου,
και οσμή ιματίων σου υπέρ πάντα αρώματα;

ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.


Και από τον Ανδρέα Εμπειρίκο:

Μείνε γυμνή
Τα ρούχα της ημέρας
Είναι βαρύτερα και από τις φωλιές του πεπρωμένου.


Και τον Διονύση Καρατζά:

Έτσι που μιλάς
σταματάς τα νερά
κι ακούω το τρίξιμο του κόσμου.


Με τη βροχή το κορμί σου γίνεται νησί
κι ως σπηλιά σε βρίσκω στα σκληρά του κόσμου,
να τρέφω τα λουλούδια του βοριά
κι ακρογιαλιές θανάτου.


Αλλά και τον Μανώλη Αναγνωστάκη:

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.


Κι από κάποιο τραγούδι, που μπορεί κάποτε να ακουστεί:

Τα δυο σου μάτια σαν κοιτώ
στους ουρανούς ελπίζω
από τη φλόγα καίγομαι
μα στη φωτιά γυρίζω.


συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2005 | 7 σχόλια
Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2005
Σκάλες και άμμος


Κυριακή 23/10/2005. Σκάλα Περαίας. Αισθητική χάλια, αλλά η θάλασσα κυρία: στη θέση της!

Ένα χιλιόμετρο πιο κει, στην (αρχικά πανομοιότυπη) σκάλα των Νέων Επιβατών, δείτε τι γίνεται:



Αντί για κύμα, άμμος! Αιτία είναι το συμπαγές, κάθετο κρηπίδωμα (φαίνεται στο βάθος της φωτογραφίας) το οποίο παρεμβλήθηκε στην κίνηση των ρευμάτων και δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες προσχώσεις, δεξιά κι αριστερά.

Τα παλιοσίδερα που διακρίνετε είναι δέστρες για τις βάρκες και τα καϊκια - δηλώνουν αψευδώς το σημείο που βρισκόταν κάποτε η ακτογραμμή.

Ο Δήμος Θερμαϊκού, νοικοκύρης, φροντίζει για τον καλλωπισμό του θλιβερού μπαζώματος: φυτεύει σειρές από δεντράκια, αμφοτεροπλεύρως - υπάρχουν και δυο κάθετες αράδες, αριστερά. Μήπως οι δενδροφυτευτές υπονοούν οτι το οριστικό μέλλον του συγκεκριμένου σημείου είναι να μετατραπεί σε δάσος;



Γιατί μιλάμε για πολλά στρέμματα! Τόσα ώστε να χωράει άνετα πάνω στις προσαμμώσεις ένα όμορφο γήπεδο beach -volley...



...και να παρκάρουν άνετα διάφορα σκάφη. Επίσης, να στήνονται το καλοκαίρι μεγάλες φουσκο -τσουλήθρες, για τα παιδιά.

Στο μεταξύ, η αρχική χρήση (αλιευτικό καταφύγιο) περιορίζεται όλο και πιο πολύ: σχεδόν 100 μέτρα (κατά μήκος, από την αρχή της σκάλας) έχουν ήδη μπαζωθεί -φανταστείτε τι θα γίνει σε άλλα δέκα χρόνια.

Λύσεις του προβλήματος:

α. Το αγνοούμε ...μέχρι να πνίξει εντελώς η άμμος τη σκάλα. Τότε, θέλοντας και μη, θα κάνουμε κάτι.

β. Κάνουμε (δεύτερη) απομάκρυνση της άμμου - και περιμένουμε για την τρίτη. Στην περίπτωση αυτή θα πάει χαμένη η ...δενδροφύτευση.

γ. Το παίρνουμε απόφαση και ΞΗΛΩΝΟΥΜΕ αυτή την ελεεινή μελετητική -κατασκευαστική πατάτα, αποκαθιστώντας τη φυσιολογική κίνηση των ρευμάτων. Η λύση αυτή σταματά και τη συστηματική, μόνιμη και μη αντιστρεπτή διάβρωση (φάγωμα) της εγγύς ακτογραμμής.

Συνολική εικόνα της σκάλας και του κρηπιδώματος μπορείτε να δείτε στο ιστολόγιο του ΗΜΙΑΙΜΟΥ. Μόνο που η αεροφωτογραφία που υπάρχει εκεί είναι κάποιων χρόνων - σήμερα το μπάζωμα έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο!

Αναλογιστείτε τώρα τα βουνά των προσαμμώσεων - και τις αντίστοιχες μη αντιστρεπτές καταστροφές - που θα προκαλέσει η επέκταση του αεροδρομίου (900 Χ 400 μέτρα συμπαγής κατασκευή μέσα στη θάλασσα) και πείτε μας αν είμαστε υπερβολικοί όσοι αντιδρούμε στην κατασκευή αυτού του τέρατος!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2005 | 5 σχόλια
Ερωτήσεις σε πολιτικούς και "παράγοντες"
Η επέκταση του αεροδρομίου δεν είναι βέβαια ένα καινούριο …λιμάνι. Ωστόσο, πολλές από τις παραμέτρους που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ταυτίζονται με εκείνες ενός μεγάλου λιμενικού έργου, καθώς μιλάμε για μια τεράστια κατασκευή σε θαλάσσιο περιβάλλον. Το κείμενο της Ξένιας Λοϊζίδου (της Ξένιας, όχι της άλλης που έχει το ΚΑΦΕ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ) με τίτλο «Κάθε λιμάνι και …περιβαλλοντικές επιπτώσεις, εδώ, μας δίνει μια άρτια εικόνα για το τι θα πρέπει να περιέχει μια σωστή μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων ΚΑΙ για την περίπτωση του αεροδρομίου.

Ερώτηση κρίσεως: Οι υπάρχουσες μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων πληρούν τις στοιχειώδεις απαιτήσεις, που πρέπει να έχουν αυτές οι μελέτες;

Η ερώτηση θα πρέπει να τίθεται σε κάθε πολιτικό παράγοντα (υπουργό, δήμαρχο, τοπικό στέλεχος κλπ) που προωθεί το έργο της επέκτασης. Και θα πρέπει να συμπληρώνεται με τις ακόλουθες, επί λεπτομερειών:

1. Έχει προηγηθεί μια αξιόλογη εκτίμηση για τις τάσεις της εξέλιξης του περιβάλλοντος στην ευρύτερη περιοχή χωρίς την ύπαρξη του έργου στο μέλλον; - Κι αν ο «παράγοντας» σας κοιτάζει έτοιμος να βγάλει ένα μικρό (άσχετο) δεκάρικο, ρωτήστε τον: Γνωρίζετε ότι ο Θερμαϊκός, με τις μεγάλες προσχώσεις των ποταμών δυτικά τείνει να μετατραπεί σε λίμνη; Πόσες δεκάδες μέτρα είναι πια «ωφέλιμα» για την είσοδο των μεγάλων πλοίων στον Κόλπο, άρα την πρόσβασή τους στη Θεσσαλονίκη; Έχετε κάποιο σχέδιο για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος;

[Επειδή ο «παράγοντας» θα σας κοιτάζει απλανώς, πείτε του στα ίσα: Ρε σύ μεγάλε, αφού δεν το ξέρεις το ρημάδι το περιβάλλον του Θερμαϊκού και τα προβλήματά του και πως θα εξελιχθεί στο μέλλον, γιατί θέλεις να το φορτώσεις, έτσι στο άνετο, με ένα τεράστιο έργο;]

2. Η επέκταση θα λειτουργεί σαν τεράστιος κυματοθραύστης, θα παρεμβαίνει στη ζώνη που κινείται το παράκτιο ίζημα, με αποτέλεσμα να τροποποιείται η «ακτομηχανική δίαιτα» της περιοχής. Στις περιπτώσεις τέτοιων έργων παρατηρούνται συνήθως μεγάλες συσσωρεύσεις ιζημάτων ανάντι του έργου και φαινόμενα παράκτιας διάβρωσης στα κατάντι. (Στο Θερμαϊκό, λόγω των ρευμάτων του, οι συσσωρεύσεις και οι διαβρώσεις προβλέπονται αμφοτερόπλευρα). Έχει γίνει αναλυτική μελέτη της διαφοροποίησης της ακτομηχανικής δίαιτας και μελέτη πρόβλεψης της ακτογραμμής υπό την επίδραση του έργου για τα επόμενα 25 χρόνια τουλάχιστον;

[Τι πάει να πει αυτά ΘΑ μελετηθούν ΜΕΤΑ την έναρξη του έργου; Μήπως πήρατε ληγμένα;]

3. Έχετε αξιολογήσει επακριβώς τις επιπτώσεις του έργου στην αισθητική του τοπίου; Με άλλα λόγια, γνωρίζετε ποια ακριβώς θα είναι η έκταση και η μορφολογία των τεχνικών παρεμβάσεων (λιθορριπές, κρηπιδώματα, τσιμέντωμα ακτογραμμής) που θα γίνουν στις ακτές της Περαίας, της Πυλαίας και της Καλαμαριάς;

[Α, κι αυτά ΘΑ μελετηθούν ΜΕΤΑ την έναρξη του έργου; Τι λες, ορέ μπίρομ!]

4. Υπάρχει διαθεσιμότητα λατομικών υλικών; Τη Σουρωτή – ξεχάστε την! Δεδομένου ότι η μεταφορά των μπάζων είναι σημαντικότατο στοιχείο κόστους και ότι θα πρέπει να τα μεταφέρετε από του διαβόλου τη μάνα, είναι δυνατόν να ξεκινήσει το έργο χωρίς επανεκτίμηση του προϋπολογισμού;

[Είναι δυνατόν λέτε; Να σας προτείνουμε για Νόμπελ οικονομίας!]

5. Υπάρχει μια σφαιρική συνθετική αξιολόγηση όλων των παραμέτρων που αλληλεπιδρούν και επηρεάζουν σε σημαντικό ή υπολογίσιμο βαθμό το οικοσύστημα και τη βιοποικιλότητα της περιοχής; Έχει μελετηθεί αυτό το ζήτημα τόσο για τη φάση κατασκευής, όσο και για τη φάση λειτουργίας του έργου; Έχετε υπόψη σας ότι θα θαφτούν κάτω από τόνους μπάζων τρεις μοναδικές ποικιλίες οστρακοειδών, που ενδημούν στην περιοχή;

[Όχι στο πρώτο, όχι στο δεύτερο, όχι και στο τρίτο; Ποιος είσαι ρε φίλε, ο Μεταξάς;]

6. Έχετε κάποια μελέτη για τις επιπτώσεις του έργου της επέκτασης στις χρήσεις γης και στο δομημένο περιβάλλον της πλησίον περιοχής; Έχετε εντοπίσει και αξιολογήσει τις επιπτώσεις σε αρχαιολογικούς χώρους και ιστορικά μνημεία της περιοχής; Έχετε πραγματική και αξιόλογη μελέτη συνεκτίμησης των θετικών / αρνητικών κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων στην πλησίον και την ευρύτερη περιοχή;

[Όχι, Όχι και πάλι Όχι; Πίσω, ρε γορίλα!]

7. Υπάρχει μήπως πρόβλεψη και αναλυτική περιγραφή ενός συστήματος παρακολούθησης της καθεμιάς από τις παραμέτρους που αναφέραμε (και άλλες, που δεν αναφέραμε) κατά τη λειτουργία του έργου;

[Πως; πάλι ΘΑ; Καλά κρασιά!]

Αν τεθούν αυτές οι ερωτήσεις, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα λάβουν τις απαντήσεις που «προβλέπουμε» στο παραπάνω κείμενο – οπότε η τελική απόφαση των πολιτών είναι δεδομένη:

Πίσω – και μπρος! (ατάκα από τον Αστερίξ)

Αρκεί να μπορέσουν οι πολίτες να θέσουν τις ερωτήσεις. Στοιχειώδης προϋπόθεση, να γνωρίσουν το πρόβλημα.

[Τα σχόλια στις αγκύλες ίσως είναι απολύτως απαραίτητα: συμπυκνώνουν άρτιες και σαφείς πολιτικές θέσεις, διατυπωμένες στη μόνη γλώσσα που καταλαβαίνουν οι περισσότεροι πολιτικοί και «παράγοντες» και μελετητές. Όταν τους μιλάς ευγενικά, με επιχειρήματα κλπ, απλώς σε γράφουν – εκεί που δεν πιάνει μελάνι!]

HOMEWORK

1. Η εποχή κατά την οποία οι «ειδικοί αποφάσιζαν» και οι «πολιτικοί διέτασσαν» έχει περάσει ανεπιστρεπτί (δηλαδή θα έπρεπε να έχει περάσει…) Η πολυπλοκότητα των περιβαλλοντικών προβλημάτων απαιτεί μια νέα σχέση μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας των πολιτών. Ανάπτυξη του θέματος, εδώ

2. Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας Ζώνης: τι σημαίνει, πως εφαρμόζεται. Άρθρο του Μ. Θεοδωρόπουλου, clic εδώ

3. Το παράκτιο περιβάλλον στην Ελλάδα. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η παράκτια ζώνη. Η διαχείριση των παράκτιων πόρων στην Ελλάδα. Ανάγκη για Ολοκληρωμένη Διαχείριση της Παράκτιας ζώνης. Το (πολύ ενδιαφέρον) σχετικό κείμενο, θα το βρείτε εδώ

4. Οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, οι εμπειρικοί πολιτικοί και οι εργολάβοι (ακόμα και οι πανεπιστημιακοί μελετητές!) μπορεί να θεωρούν την άμμο μιας παραλίας νεκρή φύση – άρα και να χάσουμε την αμμουδιά του Θερμαϊκού ή να την τσιμεντώσουμε, δε χάλασε ο κόσμος. Για να μη μασάτε σε τέτοιες ανοησίες, δείτε το άρθρο του Markus Huettel, με τίτλο Coastal sands as biocatalytical filters,
εδώ, λέμε!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2005 | 3 σχόλια
Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2005
Ηριδανός
Πολύ απλά: Ηριδανός

Αξίζει μια επίσκεψη - μπορεί να γίνετε και μόνιμοι θαμώνες!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2005 | 0 σχόλια
Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2005
Ακατανόητες αφηγήσεις


Η συζήτηση ήταν για τα παιδιά κάποιων από την παρέα, που πέρασαν σε κάποιο πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ και χρειάζονται τόσα ευρώ το μήνα, έχουν τρομερά προβλήματα επειδή θα φύγουν από το σπίτι (στην πραγματικότητα οι γονείς έχουν πρόβλημα) κλπ.

Ο Περικλής άκουγε σιωπηλός, κουνούσε μονάχα το κεφάλι του. «Έχετε δίκιο» είπε στο τέλος «κι εγώ έτσι έκανα όταν σπούδαζαν τα παιδιά μου. Αλλά όλα αυτά είναι προβλήματα πολυτελείας…»

Η παρέα τον κοίταζε απορώντας. Προβλήματα πολυτελείας; Ο Περικλής τότε άρχισε να μας αφηγείται ιστορίες από τα δικά του χρόνια.

*

Πήγα στη Θεσσαλονίκη στα 1966. Το σπίτι στο χωριό φτωχό, μεροδούλι μεροφάι, καταλαβαίνετε …μάλλον…

Πιάσαμε στην αρχή ένα διαμέρισμα στον 7ο όροφο, σ’ ένα στενάκι της Κασσάνδρου, κοντά στο σινεμά ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ. Εννοείται, χωρίς ανσανσέρ. Γι αυτό έχω από τότε τόσο ωραίες γάμπες!

Είμαστε τέσσερις μαζί, αλλά αν μας έψαχνες όλους δεν υπήρχε περίπτωση να συμπληρώσεις δεκάρικο… Θα έλειπαν σίγουρα εφτά –οχτώ δραχμές!

Τα μεσημέρια τρώγαμε βερεσέ σ’ ένα μαγέρικο, το είχε ένας πατριώτης μας Χαλκιδικιώτης, θα έχει πεθάνει τώρα. Η φασολάδα έκανε δυόμισι δραχμές, αλλά υπήρχε και η «φασολάδα ολίγη» που έκανε μιάμιση δραχμή. Παίρναμε λοιπόν μια «ολίγη» - και ο πατριώτης που μας λυπόταν το ξεχείλιζε το πιάτο ως επάνω… Δώστου και ψωμί – και σε πολύ έκτακτες περιπτώσεις, καμιά ελιά.

Αλλά βγαίνει το εικοσιτετράωρο με μια φασολάδα; Παιδιά είμαστε, πεινάγαμε! Έβλεπα λοιπόν κάτω στο δρόμο, πριν ξημερώσει, να έρχεται το φορτηγάκι και να ξεφορτώνει τα γάλατα, ήταν τότε σε γυάλινα μπουκάλια, μέσα σε σιδερένια καφάσια. Τα άφηνε στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μπακάλικο και έμεναν εκεί έρημα, ώσπου νάρθει ο μπακάλης ν’ ανοίξει και να τα πάρει μέσα.

Κατέβαινα λοιπόν, πήγαινα στα γάλατα, έπαιρνα ένα, άφηνα πάνω στο διπλανό μπουκάλι δύο δραχμές. Ανέβαινα στον έβδομο, άφηνα το μπουκάλι, ξανακατέβαινα, έπαιρνα άλλο ένα, το ανέβαζα. Οι δραχμές, εκεί. Κατέβαινα, έπαιρνα το τρίτο μπουκάλι, το ανέβαζα. Κατέβαινα πάλι, έπαιρνα το τέταρτο μπουκάλι – τέσσερις είμασταν – το ανέβαζα. Κατέβαινα πέμπτη φορά, κοίταζα καλά ένα γύρω, δεν υπήρχε ψυχή, μάζευα και τις δυο δραχμές που είχα αφήσει στο πρώτο δρομολόγιο…

Πώς να μην κάνω γάμπες;

Πίναμε τα γάλατα παγωμένα, σε λίγο μας έκοβε η κοιλιά…

Μια φορά πεινούσαμε και ψάχναμε τα ντουλάπια. Ανακαλύπτουμε λοιπόν ένα κομμάτι ψωμί, είχαμε φάει το απέξω και είχε μείνει η ψύχα, αλλά είχε άλλο τόσο μούχλα γύρω γύρω…

«Μη μου πεις ότι το φάγατε;»

Όχι, θα το χαρίζαμε! Το βάλαμε σε μια λεκάνη με νερό, να φύγει η μούχλα, και πάλι και ξανά – ήρθε και έγινε λαμπίκος η παπάρα! Εξαφανίστηκε ώσπου να πεις κύμινο…

* * *

Ένα κόλπο για να κονομήσουμε κανένα φράγκο ήταν το εξής: πηγαίναμε έξω από τις εξώπορτες των διαμερισμάτων της Αγγελάκη και πολύ προσεχτικά ξεβιδώναμε τις λάμπες από τις χελώνες. Τις ηλεκτρικές λάμπες… Στις οικοδομές μπαίναμε εύκολα, σχεδόν καμιά δεν είχε κλειδωμένη την εξώπορτα, ο κόσμος τότε ήταν αλλιώς… Τις πηγαίναμε στο μαγαζάκι του ηλεκτρολόγου κι αυτός τις αγόραζε σε καλή τιμή. Σε λίγο ξεκινούσαν κι ερχόντουσαν σ’ αυτόν οι νόμιμοι κάτοχοι, κι αυτός τους ξαναπουλούσε τις λάμπες τους.

Φυσικά, πιάσαμε δουλειές. Εγώ ανέλαβα νυχτερινός τηλεφωνητής σ’ ένα γραφείο τελετών. Μεγαλείο δουλειά! Καθόμουν σαν άρχοντας στο γραφείο και διάβαζα τα μαθήματα, κι όταν νύσταζα πήγαινε στο αποπίσω, ξάπλωνα σ’ ένα από τα φέρετρα που είχε εκεί το αφεντικό για δείγματα, έφερνα και το τηλέφωνο από δίπλα - και κοιμόμουν του καλού καιρού.

Το πρωί ερχόταν το αφεντικό, κι αν δεν τον είχα ειδοποιήσει για πελάτη τη νύχτα, ήταν στεναχωρεμένος. «Τι θα γίνει ρε, δε θα πεθάνει κανείς; Πώς θα κινηθεί το εμπόριο;» Κι έλεγε πάντα, μισοαστεία – μισοσοβαρά: «Τέρμα, η μόνη λύση είναι να πάω στο υδραγωγείο και να τους ρίξω μέσα υδροκυάνιο…»

* * *

Δεν πεινάγαμε μόνο για φαϊ, πεινάγαμε και για γνώση και για διάβασμα. Ειδικά ένας, ο Βαγγέλης ο Σ., ο οδοντίατρος, δεν τον προφταίναμε! Αλλά, που λεφτά για βιβλία; Θυμάμαι ήταν τότε ένας Ρεμού… Ρεμούρκ…

«Προφανώς εννοείς τον Ζαν Μαρία Ρεμάρκ»

Α, για σου! Είχε βγάλει λοιπόν ένα βιβλίο, πως το λέγανε να δεις…

«Ουδέν νεότερον από το δυτικό μέτωπο»

Αυτό! Ο Βαγγέλης που λέτε είχε λυσσάξει να το διαβάσει – και με την ευκαιρία, τι σκαρφιστήκαμε; Πηγαίναμε στα βιβλιοπωλεία και λέγαμε «θέλω να δουλέψω πλασιέ». Οι βιβλιοπώλες δεχόντουσαν, εξάλλου δεν πλήρωναν μισθό, μονάχα ποσοστά Παίρναμε λοιπόν μια τσαντάρα με βιβλία ο καθένας και τα διαβάζαμε! Μετά, τα επιστρέφαμε – και πηγαίναμε σε άλλο βιβλιοπωλείο…

Τι κοιτάτε ρε με ανοιχτό το στόμα; Είχαμε και τις άτυχες στιγμές… Ένας μας φόρτωσε τέσσερις τόμους - γκουμούτσες, Μαγειρική της Αντιγόνης Μεταξά, να τις προωθήσουμε…

«Όχι και μαγειρική, εγκυκλοπαίδεια ήτανε, της θείας Λένας!»

Ρε ότι κι αν ήτανε, αυτή η θείτσα που λες μας έριξε τα πάκια! Πρόσβαρο έργο!

* * *

Στο διαμέρισμα δεν είχαμε κεντρική θέρμανση, τέτοια υπήρχαν τότε μόνο στην Αγγελάκη, που έμενε η αριστοκρατία…

«Ο Ηλίας Πετρόπουλος λέει πως παλιά εκεί ήταν τα μπουρδέλα της πόλης, μετά έχτισαν τα μέγαρα και τα κατοίκισαν οι καθηγητές πανεπιστημίου…»

Αυτό δεν το γνωρίζω, εγώ την Αγγελάκη την είδα δρόμο πολυτελείας… Εμείς όμως στην Κασσάνδρου είχαμε μονάχα μια σόμπα, με ξύλα. Αλλά που να βρεις ξύλα στο κέντρο της πόλης; Μάζευα κι εγώ όσες παλιοεφημερίδες μπορούσα, τις στούμπωνα μέσα και κάθε πρωί άναβα ένα σπίρτο και ΜΠΟΥΦ – ένα λεπτό κρατούσε η φωτιά, ίσα να απλώσουμε τα χέρια τα παγωμένα να ξεπαγώσουν, για να μπορέσουμε να ντυθούμε…

Αλλά το πάτωμα είχε μωσαϊκό. Μόλις έβγαινα από τα ρούχα, χειμώνα καιρό, πώς να πατήσω κάτω; Ισορροπούσα κι εγώ πάνω στα παπούτσια, μέχρι να βάλω κάλτσες, να φορέσω το παντελόνι και ν’ ανάψω τη σόμπα… Αλλά μας έσωσε και πάλι η Αγγελάκη!

Μια μέρα που είχα σχολάσει από τη νυχτερινή βάρδια στο πεθαμενατζίδικο περνούσα από κει για να πάω στη σχολή και σ’ έναν ημιόροφο, τι να δω; Μια άσπρη φλοκατίτσα, μικρή αλλά παχιά παχιά, τα φλόκια κρεμόντουσαν πλούσια… Κοιτάζω γύρω, κανείς. Ρίχνω έναν πήδο, ούτε ο Γκάλης στα ντουζένια του δεν πηδούσε τόσο ψηλά! Την αρπάζω, παραμάσχαλα - και δρόμο, της εξαφανίσεως!

Ξυπνούσα από τότε το πρωί και πατούσα τα γυμνά μου πόδια πάνω στην άσπρη φλοκάτη – ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!

Αλλά είχαμε λάσπες μέσα στο διαμέρισμα, γιατί δεν υπήρχε πατάκι στην εξώπορτα…

«Το πιάσαμε, απαλλοτριώσατε ένα από κάποια πολυκατοικία της Αγγελάκη!»

Μάγος είσαι; Αλλά είχαμε πλάκα στις μετακομίσεις… Καθένας είχε ένα ντιβάνι, απ’ αυτά με τις σούστες και τις λάμες, με το στρώμα του. Όταν μετακομίζαμε λοιπόν, πιάναμε δύο το ντιβάνι, ένας από το κεφάλι κι ένας από τα πόδια, πάνω ήταν η βαλιτσούλα με κάτι ρουχαλάκια – κι αυτό ήταν όλο! Εσύ γιατρέ, χρειάστηκες τριαξονικό για να μεταφέρεις την προίκα της φοιτήτριας στην Ξάνθη…

«Και παραλίγο να μη χωρέσει…»

* * *

Θυμάμαι την πρώτη μέρα της χούντας, 21η Απριλίου… Βγήκα στη στάση, στην Εγνατία, για να πάρω το λεωφορείο για τη δουλειά, είχα αρχίσει τότε και δούλευα σε οικοδομή. Ο κόσμος να μαζεύεται – και πουθενά λεωφορείο. Λέω, ας πάω παρακάτω, παντού το ίδιο. Λίγο λίγο έφτασα στο Βαρδάρι, που ήταν τότε μια στρογγυλή χωμάτινη πλατεία, τα αυτοκίνητα πήγαιναν κυκλικά, ώσπου να στρίψουν για όπου ήθελαν. Τέτοια χωμάτινη στρογγυλή πλατεία υπήρχε και στη ΧΑΝΘ, εκεί μάλιστα έστηνε τις εγκαταστάσεις του το τσίρκο που ερχόταν τότε στη Θεσσαλονίκη…

Στο Βαρδάρι λοιπόν, στη μέση της πλατείας, είδα το πρώτο τάνξ, με το πολυβόλο και τη δεσμίδα τις σφαίρες έτοιμη… Κανείς δε μιλούσε, κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί… Λέω, θα πάω στο Πανεπιστήμιο, εκεί θα μάθω. Παίρνω πάλι την Εγνατία, από την ανάποδη, και φτάνω στο Συντριβάνι. Εκεί βλέπω να έρχεται από τη Φιλοσοφική, ένα μαύρος φοιτητής, σε έξαλλη κατάσταση. Τον ρωτάω τι συμβαίνει – Φράνκο, Φράνκο φωνάζει αυτός και εξαφανίζεται. Τότε συνειδητοποίησα ότι έγινε πραξικόπημα.

Βλέπω λοιπόν τον κόσμο να συνωστίζεται στους φούρνους, για ψωμί. Αρχίζω να τρέχω κι εγώ προς τη γειτονιά, σε κάθε φούρνο μπροστά γινόταν διαδήλωση… Λέω, θα πάω Ολύμπου και Πλάτωνος, εκεί υπήρχε ένας φούρνος και από πάνω έμενε ο Τάσος ο Ψ., αυτός που έγινε μετά σκηνοθέτης και γύρισε το Μελισσοκόμο…

«Σιγά μη γύρισε και το Θωρηκτό Ποτέμκιν! Το Εργοστάσιο γύρισε»

Α μπράβο, αυτό! Ο Τάσος λοιπόν τους ήξερε καλά τους φουρναραίους, υπολογίζαμε ότι θα έκανε κάτι να πάρουμε κι εμείς ψωμί – στο μεταξύ, ξέχασα να σας πω, είχαμε συναντηθεί με τους άλλους δύο και φτάσαμε στο φούρνο τριάδα. Πανικός απέξω! Βάζουμε τις φωνές από κάτω, βγαίνει ο Τάσος στο μπαλκόνι. – Ελάτε πάνω ρε μαλάκες, κανόνισα!

Είχε πάρει ψωμί για όλους, εφτά καρβέλια!

* * *

Μη νομίσετε ότι στην παρέα μας ήταν τυχαίοι! Εκτός από τον Βαγγέλη τον οδοντίατρο και τον Τάσο το σκηνοθέτη, ήταν κι ο Μανόλης ο Διαθεσόπουλος, σήμερα κορυφαίος στο διπλωματικό σώμα… Αυτός έγραφε το Μανόλης με όμικρον, στη δημοτική, γιατί τότε όποιος έγραφε στη δημοτική σα να έλεγε εγώ είμαι αριστερός, αλλά κρατούσε και μια πισινή… - Είσαι αγράμματος, Διαθεσόπουλε! γκάριζε ο φιλόλογος στο Γυμνάσιο, ούτε το όνομά σου δεν ξέρεις να γράφεις σωστά!

Τον είδα πριν τρία – τέσσερα χρόνια στην Τσιμισκή, με το μαλλί του το μπόλικο, κοντός, κουστουμάτος, με μια δερμάτινη τσάντα… Μόλις με βλέπει, ορμάει και με αγκαλιάζει – τρομάξαμε να ξεκολλήσουμε! Υπηρετούσε τότε στη Μαδρίτη, τώρα δεν ξέρω που βρίσκεται.

Αλλά το αστέρι ήταν αυτός που έχει πεθάνει, ο Νίκος ο Χαλέβας. Έγραφε, έγραφε… Σου έχω πει εσένα, ήταν αυτός που έστειλε στον Αντονιόνι το σενάριο του Blow up.

«Σοβαρολογείς;»

Βεβαίως. Ήρθε ο Αντονιόνι στην Αθήνα τότε, κατέβηκε ο Νίκος να τον συναντήσει, στο Χίλτον. Έγινε τότε κι ένα ωραίο, μου το διηγήθηκε ο Νίκος μετά.

Φάγανε στο εστιατόριο του Χίλτον και μετά φέρνει ο σερβιτόρος το γλυκό και ένα μήλο. Προς μεγάλη του έκπληξη ο Νίκος βλέπει τον αριστοκράτη Αντονιόνι να καρφώνει το μήλο με το πηρούνι και μετά να το καθαρίζει, περιστρέφοντάς το πάνω στην κόψη του μαχαιριού. Κώλωσε το παιδί… Δεν τολμούσε να κάνει το ίδιο, αλλά που να αφήσει το μήλο να πάει χαμένο; Λέει λοιπόν ότι θέλει να πάει τουαλέτα, βουτάει το μήλο και το παίρνει μαζί του…

* * *

Αλλά μια και τόφερε η κουβέντα, να σας πω και για ένα ακόμα σκηνικό, μια προσπάθεια που έκανα μπας και κονομήσουμε κανένα φράγκο. Καθόμαστε οι τέσσερις συγκάτοικοι τότε στην Αρμενοπούλου, πίσω από τη Μελενίκου. Στο μπαλκόνι εμείς, καλοκαιράκι, στο μπαλκόνι τους και εφτά άλλοι, από την απέναντι οικοδομή, συγκάτοικοι και επισκέπτες. Εγώ φορούσα μια σκελέα, και ένα ψαθάκι. Τις ξέρετε τις σκελέες, εκείνα τα σώβρακα μέχρι το γόνατο…

Με πειράζανε που είχα βγει έτσι στο μπαλκόνι – και μου κατεβαίνει μια ιδέα: -Βάζετε ρε, στοίχημα ότι θα πάω έτσι, με τη σκελέα, από τη Μελενίκου ως το περίπτερο της Εθνικής Αμύνης, θα πάρω τσιγάρα και θαρθώ πίσω; - Τι στοίχημα; - Ένα πενηνταράκι ο καθένας!

Δεν πίστευαν ότι θα το κάνω, μαζεύουν τρεισήμισι δραχμές και τις φέρνουν απέναντι. Στο μεταξύ έπεφτε δούλεμα, σιγά μην κατέβεις κλπ. Μόλις έφτασαν τα λεφτά, μια και δυο κατεβαίνω!

Στην Αρμενοπούλου υπήρχε τότε μια καφετέρια, η «Μπάμπολα Νέρα» και ήταν γεμάτη κόσμο. Μόλις με είδαν αυτοί να περνάω καμαρωτός με τη σκελέα και το ψαθάκι, άρχισαν να σφυρίζουν, να φωνάζουν. Φανταστείτε τώρα, ένας σκελετός με μακρύ σώβρακο, έτοιμο να πέσει, στο δρόμο. Σταματάω κι εγώ, κι αρχίζω να παίρνω πόζες, σα μποντιμπιλνεράς – μασίστες τους λέγαμε τότε…

Έγινε χαμός! Χειροκροτήματα, φωνές… Παίρνω από κάτω ένα ξυλαράκι και κάνω ότι το σηκώνω, άρση βαρών. Δεν τους έμεινε άντερο από τα γέλια! Βγαίνει κι ο κόσμος στα μπαλκόνια ένα γύρω, αρχίζουν και πετάνε κέρματα! Δε χάνω την ευκαιρία, βγάζω το ψαθάκι που φορούσα και λέω: - Ρίχτε, και θα σας κάνω κι άλλα! Άρχισαν να πέφτουν σύννεφο τα πενηνταράκια, οι κοσάρες –είχαν και τρύπα στη μέση – μέχρι και ολόκληρες δραχμές έπεσαν! Σχεδόν το ξεχείλισα το ψαθάκι.

Μόλις τέλειωσα τα νούμερα, γραμμή Μελενίκου και στο περίπτερο της Εθνικής Αμύνης, αυτό που είναι τώρα έξω από τη Φιλοσοφική. – Ένα πεντάρι, λέω στον περιπτερά, δηλαδή ένα πακετάκι με πέντε τσιγάρα σκέτα, αυτά καπνίζαμε τότε λόγω απενταρίας. Ο άνθρωπος με κοιτάζει από μέσα και μένει κόκκαλο, έβλεπα το χέρι του να ψάχνει στα τυφλά τα ράφια… Παίρνω τα τσιγάρα και επιστρέφω στο σπίτι, νικητής και τροπαιούχος!

Τα κέρδη από το στοίχημα και την παράσταση, τα μοιράσαμε στα τέσσερα, μεταξύ μας…

* * *

Σημείωμα των «μυστικών του Κόλπου»: Οι ιστορίες του Περικλή δεν τελειώνουν εύκολα, αλλά χάνουν πολύ όταν μεταφέρονται από τον προφορικό (του) λόγο σε γραπτό κείμενο. Είναι αδύνατο να αποδοθεί η πρόζα της αφήγησης, οι γκριμάτσες, οι εκφράσεις, η γλώσσα του σώματος. Όποιος δεν έχει παρακολουθήσει τον Περικλή να «παίζει» το γάτο και τη γάτα στα κεραμίδια, να αφηγείται τα πρώτα του καμάκια στην επαρχία και τη Θεσσαλονίκη, να παριστάνει ότι κάνει στριπτήζ, να λέει ιστορίες από τα παλιά ή έστω να λέει ανέκδοτα, έχει χάσει το γέλιο της ζωής του. Εξίσου απολαυστικός είναι όταν μας περιγράφει τις περιπέτειές του με τους διάφορους γραφειοκράτες των δημοσίων υπηρεσιών.

Όσοι τον γνωρίζουν καλύτερα, απορούν γιατί αυτός ο άνθρωπός δεν έγινε ηθοποιός – είναι ο ορισμός του ταλέντου. Μια μέρα τον ρώτησα στα ίσια και το ξεφούρνισε:

«Σπούδαζα ακόμα, όταν ο Νίκος, σου έχω πει, με έφαγε να πάω στον Κουν. Ξεκίνησα λοιπόν και κατέβηκα στην Αθήνα, στο υπόγειο που είχε… Μπαίνω μέσα, ησυχία, πολλά τσιγάρα, τον βλέπω σε μια γωνιά να κάθεται, του λέω ποιος είμαι, με βάζει να κάνω τον κουτσό, τον μεθυσμένο, με ρώτησε κάτι σχετικό με το χωριό μου, δε θυμάμαι καλά. Μην τα πολυλογούμε, του άρεσα και με πήρε…»

«Και…»

«Και …δεν πήγα!»

«Γιατί, ρε σκύλε;»

«Γιατί …φοβήθηκα την πείνα! Δούλευα τότε στις οικοδομές, είχα καλό μεροκάματο, που να τα παρατήσω και να κατέβω Αθήνα, σπουδαστής στον Κουν, δηλαδή πείνα εξασφαλισμένη…»

Έτσι ο Περικλής, μετά από χρόνια δουλειάς στον ιδιωτικό τομέα, κατέληξε δημόσιος υπάλληλος (και επιχειρηματίας)

(Και για όποιον δεν το κατάλαβε ακόμα, είναι ο ίδιος που αφηγήθηκε την «παλιομοδίτικη ιστορία», που υπάρχει στο θησαυροφυλάκιο των «μυστικών του Κόλπου»)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2005 | 4 σχόλια
Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2005
Ο Δημητράκης


(Γραμμένο τον Μάιο του 1985)

Είχα να συναντήσω τον Αλκίνοο καμπόσο καιρό, μπορεί πάνω από τρεις μήνες. Τη δεύτερη μέρα της επισκέψεώς του στην πόλη που τον ανέδειξε πτυχιούχο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου της, ήρθε και με βρήκε στο ρετιρέ μου, εμφανώς πεσμένος.

«Τι νέα;»

«Τρίχες»

«Πότε πας φαντάρος;»


«Σε έξι μέρες»

«Πως αισθάνεσαι;»

«Υπερήφανος που θα υπηρετήσω την πατρίδα...»

«Άλλο τίποτα;»

«Μπα...»

«Είδες κανέναν γνωστό στην Αθήνα;»

«Είδα, τον Απελλή.»

«Τι κάνει;»

«Άρχισε ειδικότητα, παθολογία»

«Του αρέσει;»

«Άστοχη ερώτηση... Η ιατρική σου αρέσει όσο έχεις να κάνεις με το μύθο της, αλλά αρχίζει να στην ψιλοδίνει όταν συνειδητοποιείς ότι η πραγματικότητα ουδεμία σχέση έχει με τον μύθο... Ο Απελλής είναι όπως όλοι οι γιατροί που ξεκινάνε ειδικότητα εν έτει 1985 - πανευτυχής, με την βοήθεια δηλαδή και ορισμένων αγχολυτικών...»

«Εσύ εξακολουθείς να χαπακώνεσαι;»

«Όχι, δηλαδή όχι συχνά... Και μην αρχίσεις πάλι τα ηθικοπλαστικά περί του χαπακώματος, δεν θα το αντέξω!»

«Καλά μωρέ, πως κάνεις έτσι...»

«Επειδή σε ξέρω τι μελό είσαι σε ό,τι αφορά τα χάπια... Στους ασθενείς σου, αλήθεια, γράφεις τίποτα καλά;»

«Σε απόλυτη ανάγκη, ασπιρίνη»

Ο Αλκίνοος γέλασε δυνατά, βγάλαμε καινούρια τσιγάρα, ανάψαμε. Εφτά χρόνια κολλητοί, δυο διαφορετικοί άνθρωποι, μονίμως ο ένας παρεξηγούσε τον άλλον, δηλαδή ερμήνευε με διαφορετική λογική τα ίδια γεγονότα – και κατέληγε σε παρόμοια συμπεράσματα. Είχαμε πιει, καπνίσει και συζητήσει μαζί περισσότερο απ' όσο μπορεί να φανταστεί κανείς. Εκείνο το βράδυ ήταν νευρικός και υπερκινητικός, ως συνήθως.

«Εσύ πως τα πας;»

«Πρίμα...»

«Χαίρω»

«Μη χαίρεις καθόλου, εννοώ πρίμα κατά διαβόλου»

«Δε σου φαίνεται. Όπως πάντα, μου δίνεις την εντύπωση Βούδα με τσιγάρο στο χέρι, ανθρώπου που διατηρεί πλήρη έλεγχο της καταστάσεως... Ξέρεις πότε χαπακώθηκα τελευταία;»

«Που να ξέρω;»

«Πριν λίγες μέρες»

«Έξοχα»

«Ένα αθώο centrac, κύριε πουριτανέ των υγειονομικών...»

Έπεσε σιωπή. Κοίταζα έξω, το σουρούπωμα. Ανακάτεψα μηχανικά το σωρό τα φωτοτυπημένα άρθρα που είχα μπροστά μου. Ο φίλος μου με ρώτησε αν έπρεπε να φύγει, για να δουλέψω. Απάντησα πως προτιμούσα να σουρουπωθούμε με καφέδες στο μπαλκόνι, όπως κι έγινε. Τα μεγάφωνα από το κοντινό εκλογικό κέντρο ακουγόντουσαν κάπως δυνατά, τα υπόλοιπα του σκηνικού ήταν άψογα.

«Σκέφτηκες ποτέ πόσο εύκολα μπορεί να λασκάρει η βίδα στον άνθρωπο;»

«Έχω ζωντανό παράδειγμα μπροστά μου...»

«Άσε τις κρυάδες, σου το αναφέρω για να σου εξηγήσω στη συνέχεια γιατί χρειάστηκα το centrac. Λοιπόν, είχα κατέβει στην Πύλο...»

«Όπου έκανες ουζοθεραπεία...»

«Ακριβώς... Λέω, πόσο εύκολα μπορεί να λασκάρει η βίδα. Όχι γιατί φταίει κάτι στην ποιότητα της βίδας, αλλά γιατί μπορούν να συμβούν σ' έναν άνθρωπο τερατώδη πράγματα. Συμφωνείς;»

«Δεν έχει νόημα, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στο στάδιο της αμπελοφιλοσοφίας. Προσπάθησε να έρθεις στα πρόσωπα και τα γεγονότα...»

«Περίμενε, να θυμηθώ πως έγινε... Α, ναι. Ήταν βράδυ, πριν καμιά βδομάδα. Η ώρα θα ήταν δύο, δυόμισι... Είμαστε με το Ιπποκράτη στο μόλο, έχοντας πιει κάμποσα καραφάκια. Σκεφτήκαμε να τα σβήσουμε με coca cola, πήραμε απόνα ντενεκέ ο καθένας, αράξαμε σ' ένα παραθαλάσσιο παγκάκι και καπνίζαμε...»

«Τι κάνει ο Ιπποκράτης;»

«Καμώνεται... Επαγγελματική επιτυχία, οικογενειακά βάσανα, πίνει τον ακατανόμαστο - και μου λέει τον πόνο του κάθε φορά που κατεβαίνω... Καθόμαστε στο παγκάκι και κουβεντιάζαμε για το φλέγον για μένα θέμα, το στρατό, αναρωτιόμουν πόσα κιλά αγχολυτικά καταναλώνει κάθε μέρα το στράτευμα και ο Ιπποκράτης μου διηγιόταν ιστορίες από τα ΣΤΕΠ και τα ιατρεία των νοσοκομείων που υπηρέτησε. Νάσου και φαίνεται από πέρα, από τη σκοτεινή και έρημη πλατεία των Τριών Ναυάρχων, κάποιος νάρχεται προς τα μας. Ερημιά τώρα, νύχτα. Ο τύπος μας φάνηκε παράξενος και τον κάναμε χάζι. Περπατούσε περίεργα, μια στεκόταν, μια προχωρούσε, κοιτούσε το νερό, ξανάρχιζε... Κάποτε πλησίασε προς το μέρος μας και τότε μας πρόσεξε. Ξιπάστηκε, στάθηκε για λίγο αναποφάσιστος, σα να το σκεφτόταν, κι ύστερα πλησίασε»

«Εμφάνιση;»

«Τα χάλια του. Φορούσε κάτι ρούχα τριμμένα και βρώμικα, αθλητικά παπούτσια ταλαίπωρα, χωρίς κάλτσες. Κάμποσες μέρες αξύριστος, μακριά μαλλιά, άλουστα για ακαθόριστο διάστημα. Ο Ιπποκράτης, ως οδοντίατρος, μου είπε αργότερα πως είχε και μια περιοδοντοπάθεια ξεγυρισμένη, βρώμαγε η ανάσα του. Μια αποτυχία, μ' ένα λόγο...»

«Αναρωτιέμαι αν ο Ιπποκράτης είναι σε θέση να διακρίνει την περιοδοντοπάθεια από την πλατυποδία, μια ζωή ντίρλα στο ούζο... Τι ηλικία είχε το άτομο;»

«Είκοσι οχτώ με τριάντα, κάπου εκεί. Πλησιάζει, κοντοστέκεται, χαμογελάει πλατιά, απλώνει το χέρι, μας χαιρετά δια επισήμου χειραψίας και συστήνεται: - Δημητράκης Αντιγόνου!. - Πως από δω ρε παλικάρι; τον ρωτάει ο Ιπποκράτης. - Πήγαινα στου αδερφού μου και μπερδεύτηκα, λέει αυτός. Έτσι γνωριστήκαμε με το Δημητράκη και λίγο αργότερα άρχισε να μας λέει την ιστορία του, δηλαδή δια της τεθλασμένης»

«Το οποίον;»

«Εκεί που μιλάγαμε ωραία και καλά, τον έπιανε το δικό του και μας ρώταγε αν αγαπάμε το "θεούλη", μας έλεγε πολύ σοβαρά ότι κουβεντιάζει κάθε μέρα με την "παναγίτσα" και, στα ξαφνικά, πως θα τον καλούσε ο "Αντρέας" να τον κάνει κι αυτόν πρόεδρο της Δημοκρατίας...»

«Και πως μπορέσατε να κουβεντιάσετε, αφού έλεγε τέτοια κι άλλα;»

«Μα δεν ήτανε έτσι όλη την ώρα, ξαφνικά του ‘ρχότανε και το αμόλαγε, την άλλη στιγμή ήταν και πάλι λογικός. Έπειτα, τον ξέρεις τον Ιπποκράτη τι μαφία είναι... Σε μισή ώρα μέσα τον είχε ξομολογήσει μέχρι το μεδούλι...»

«Από τι έπασχε;»

«Κυρίως από γκαντεμιά και στραβή μοίρα… Άκουσε όμως την ιστορία του, όπως μας την διηγήθηκε ο ίδιος ο Δημητράκης : Είναι τρία αδέρφια, δηλαδή αγόρια - και δύο αδερφές, συν η μάνα τους, ο γέρος έχει πεθάνει εγκαίρως. Χρηματική στενότης, φτώχια καταραμένη. Παρόλα αυτά οι δυο κόρες παντρεύονται σε διπλανά χωριά και ξεμπερδεύουν. Ο μεγάλος αδερφός πάει μετανάστης στη Γερμανία, ο δεύτερος σκοτώνει κάποιον πάνω σ' έναν καυγά και τον κλείνουν ισόβια. Ο τρίτος είναι ο Δημητράκης , ο οποίος αποδεικνύεται ο διανοούμενος της οικογενείας, μιας και καταφέρνει να περάσει στην Πάντειο. Μένει σ' ένα δωμάτιο στα Εξάρχεια, τη βγάζει με αέρα κοπανιστό, όπως οι περισσότεροι επαρχιώτες φοιτητές, έχει στήσει κι έναν πειρατικό σταθμό και κάνει εκπομπές, ως εκκολαπτόμενος ροκάς»

«Καλά περνάει δηλαδή…»

«Προς το παρόν καλά περνάει. Μην ξεχνάς άλλωστε ότι αυτά διαδραματίζονται πέριξ του ‘76 – ‘77, τότε που ο ευδαιμονισμός δεν είχε ακόμα κυριεύσει τα στρώματα της σάπιας διανόησης…»

«’Επ, σύνελθε!»

«Συνέρχομαι. Όπως γνωρίζεις, ο πειρατικός σταθμός είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρος σε ό,τι αφορά το καμάκι…»

«Έπρεπε να είχαμε φτιάξει έναν, τόσα χρόνια… Μάγκες δηλαδή ήταν οι άλλοι στο Χαλάνδρι και έκαναν την Κοκκινοσκουφίτσα; Ας κάναμε κι εμείς τη Χιονάτη και τους εφτά νάνους!»

«Τώρα είναι αργά, πέταξε το πουλάκι… Ο Δημητράκης λοιπόν βρίσκεται στην Αθήνα, κάνει τις εκπομπές του και περνάει όμορφα. Κάποια μέρα που εκπέμπει, χτυπάει το τηλέφωνο και μπαίνει στη ζωή του η Φιλιώ»

«Τι μέρος του λόγου;»

«Δεκατριών χρονών, ξεσκολισμένη και θανατηφόρα…»

«Τι λες, ρε συ!»

«Ακριβώς έτσι. Ο Δημητράκης τώρα, άβγαλτος σχετικά, ζαχαρώνει σε πρώτη φάση και σε δεύτερη την πατάει άσχημα με το πορνίδιο, διότι συμβαίνει το απευκταίον και η μικρή γκαστρώνεται»

«Μάλιστα…»

«Πολλά φίλε μου έχουν ειπωθεί για το πρόβλημα της γυναίκας που πρέπει να κάνει έκτρωση, τίποτα όμως για το βάσανο του άντρα…»

«Ε, όχι κι έτσι!»

«Έτσι και χειρότερα. Σκέψου τώρα, η μικρή να μυξοκλαίει συνέχεια. Να μην υπάρχουν φράγκα για γυναικολόγο. Να μην ξέρεις τι να κάνεις… Πάνω στην απελπισία της η Φιλιώ τα λέει όλα στη μάνα της, την κάνουν μαύρη στο ξύλο και την πάνε εκεί που πρέπει. Από δω και πέρα όμως αρχίζει ο μπελάς του Δημητράκη»

«Γιατί;»

«Γιατί ο πατέρας της Φιλιώς του κάνει μήνυση για αποπλάνηση ανηλίκου και τον μπαγλαρώνουν το δυστυχή»

«Την είχε αποπλανήσει, τουλάχιστον;»

«Ποσώς… Αφού έλεγε ο άνθρωπος - σου μεταφέρω επακριβώς τα λόγια του, - ρε παιδιά, τι να σας πω, είχε ένα μουνί ξεχειλωμένο σαν πιάτο, τι παρθένα και μαλακίες; Κανείς όμως δεν δίνει δίκιο στον Δημητράκη, διότι έτσι έχουν οι νόμοι, τα ήθη και τα έθιμα σ΄ αυτόν τον έξοχο τόπο: Φυλακές Κορυδαλλού… Η μάνα του εν τω μεταξύ έρχεται στην Αθήνα, βρίσκει τον πατέρα της Φιλιώς, τα κανονίζουν, πουλάει αυτή ένα χωράφι στην Πύλο, παίρνει τα λεφτά ο γέρος και αποσύρει τη μήνυση, προς δόξαν των ηθών και των εθίμων του ενδόξου τούτου τόπου, τον οποίον θα κληθώ να υπερασπίσω εν όπλοις, από οποιονδήποτε κερατά ήθελε επιβουλευθεί το μεγαλείον…»

«Ψυχραιμία, μην απομακρύνεσαι από το θέμα!»

«Συγγνώμη. Ο Δημητράκης Αντιγόνου βγήκε μεν από τη φυλακή, βγαίνοντας όμως είχε προλάβει να μάθει τη σκόνη τη λευκή… Προσπάθησε να συνεχίσει τις σπουδές του, να βρει δουλειά, να κόψει τις ενέσεις, πλην επί ματαίω… Μη με ρωτήσεις τώρα γιατί όλα αυτά, ειλικρινά δεν ξέρω, κάνω απλώς υποθέσεις για να φωτίσω τα κίνητρα και τις πράξεις, υποθέσεις όμως μπορεί να κάνεις κι εσύ και οποιοσδήποτε άλλος, ακόμα και οι ψυχολόγοι. Η μάνα του Δημητράκη τον βοηθούσε συνέχεια, αλλά εκείνον τον καιρό πάντρευε και δυο κόρες, δεν υπήρχε και σοβαρή περιουσία, συνεπώς ο Δημητράκης έβλεπε τα πράγματα να βαδίζουν σ’ ένα χρόνιο αδιέξοδο και απάνω που κινδύνευε σοβαρά να περάσει στο περιθώριο, εμφανίστηκε η Μαρίνα, η οποία του έλυσε προσωρινά το πρόβλημα, αλλά τον χαντάκωσε μια για πάντα»

«Για εξηγήσου, γιατί η ιστορία σου έχει αρχίσει να αποκτάει ενδιαφέρον»

«Όπως πάντοτε… ρε συ, έχω αφηγηθεί εγώ ποτέ αδιάφορη ιστορία; Βέβαια γνώρισα τον Δημητράκη στην παρούσα φάση της εξαθλίωσης, αλλά τότε, εκείνον τον καιρό, πρέπει να περνούσε η μπογιά του στις γυναίκες. Η Μαρίνα τον καμάκωσε ένα βράδυ στα Εξάρχεια. Ήταν παντρεμένη μ’ ένα ναυτικό που ταξίδευε συνέχεια και της έστελνε επιταγές. Πήρε λοιπόν το Δημητράκη στο σπίτι, του πήρε μηχανάκι, τον έντυσε και τον κυκλοφορούσε. Εδώ γίνεται το θαύμα και ο Δημητράκης παίρνει τα πάνω του: Αφήνει την άσπρη και περιορίζεται μετά της Μαρίνας στο χασισάκι, μέχρι που αρχίζει να ξαναπηγαίνει στην Πάντειο και να παρακολουθεί μαθήματα»

«Ωραία!»

«Ωραία, αλλά δυστυχώς όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος. Αυτή τη φορά αιτία ήταν το φιλότιμο του Δημητράκη. Ο άνθρωπος δεν ήταν γεννημένος ζιγκολό, να βολευτεί σ’ αυτήν την κατάσταση και αρχίζει την προσπάθεια να πείσει τη Μαρίνα να αφήσει τον ναυτικό, να τον χωρίσει δηλαδή και να παντρευτούνε. Για τη Μαρίνα αυτό ήταν γελοίο, δεν θα άφηνε βέβαια τον άντρα της, που έστελνε ανελλιπώς τις επιταγές του και έκανε αυτή ζωή χαρισάμενη, με τα καμάκια, με τα χασίσια της, με τα βίτσια της, με τα όλα της, δεν θα τον άφηνε λοιπόν για να το παίξει με τον Δημητράκη ερωτευμένη και απένταρη. Έτσι ο δικός σου έβγαλε μοναχός του τα μάτια του και πήρε απολυτήριο από την κυρία»

«Αν έγινε έτσι, γιατί είπες πως η Μαρίνα τον κατάστρεψε;»

«Άκου να δεις… Χριστούγεννα του 1981, ο ναυτικός επιστρέφει, γδύνει τη γυναίκα του και βλέπει έκπληκτος κάτι ξυραφιές στην κοιλιά. Παθαίνει πλάκα ο άνθρωπος και η κυρία για να δικαιολογήσει το χάλι της, λέει πως της τα έκανε ο Αντιγόνου, όταν τη βίασε, πως τη φοβέριζε ότι θα τη σκοτώσει κλπ, αν τον μαρτυρούσε. Τα χάφτει αυτά ο ναυτικός, γίνεται Τούρκος, πάει βρίσκει τον Δημητράκη και τον σπάει στο ξύλο, πάνω στη σύρραξη όμως, του τραβάει και ο Δημητράκης μια σουγιαδιά, από το μάτι μέχρι το λαιμό, τους πιάνει η αστυνομία και τους δυο και τους χώνει φυλακή, ο ναυτικός έχει λεφτά, εξαγοράζει την ποινή και καθαρίζει, ο Δημητράκης όμως μένει μέσα, γιατί η μάνα του δεν έχει αυτή τη φορά λεφτά για να τον βγάλει»

«Καλά, και οι ξυραφιές; ποιος τις έκανε;»

«Όπως σου είπα κιόλας, η κυρία ήταν μυστήρια και βιτσιόζα. Σε κάποια φάση λοιπόν είχε βάλει το Δημητράκη να χαρακωθούν, για να ενώσουν, λέει, τα αίματά τους»

«Τι είναι αυτό πάλι;»

«Μια μαλακία είναι, τάχα σημαίνει παντοτινή ερωτική πίστη, αλλά ο Δημητράκης την πλήρωσε ακριβά. Δεν έχω κάνει, προς το παρόν, σε φυλακή, αλλά περίπου γνωρίζουμε τις συνθήκες που επικρατούν εκεί μέσα. Κάπου τον στρίμωξαν άγρια, είχε πάθει και συναισθηματική ζημιά απ’ όλη αυτή την ιστορία, ξαναγύρισε στην ηρωίνη, αλλά δεν είχε λεφτά να παίρνει τη δόση του, μια κατάσταση αδιέξοδη… Σε μια κρίση επάνω σπάει κάτι τζάμια και κόβει τις φλέβες του, αλλά τον προλαβαίνουν, στο τσάκ. Γίνεται διάγνωση ψυχοπάθειας και εφαρμόζεται η μοντέρνα θεραπευτική μέθοδος, με ξύλο, δέσιμο, ηλεκτροσόκ και άφθονα ψυχοφάρμακα…»

«Τι λες ρε συ... Σοβαρολογείς;»

«Έτσι μας είπε ο Δημητράκης και δεν έχω κανένα λόγο να μην τον πιστέψω, παίρνοντας υπόψη και όλα όσα έχουν βγει στη φόρα κατά καιρούς για τα τρελάδικα και τις μεθόδους που εφαρμόζονται εκεί… Έμεινε λοιπόν κάμποσο καιρό στην δικαιοδοσία ενός ψυχιάτρου, ο οποίος αν ήταν στην ομάδα του Μέγκελε θα έκανε μεγάλη καριέρα… Τέλος πάντων, κάποτε ξεμπέρδεψε με δαύτον, πήρε ένα χαρτί ότι είναι ακίνδυνος για τον εαυτό του και την κοινωνία και βγήκε έξω θεραπευμένος, καύχημα του σωφρονιστικού συστήματος και της ελληνικής ψυχιατρικής… Η μάνα του, εν τω μεταξύ, πέθανε και ο Δημητράκης έμεινε περίπου ξεκρέμαστος, γιατί τα αδέλφια του είχανε κι αυτά τα δικά τους προβλήματα… Γύρισε λοιπόν στο χωριό του, ένα χωριουδάκι κοντά στην Πύλο, και από τότε φυτοζωεί εκεί. Είναι ήσυχος, δεν θέλει ναρκωτικά, κάνει απλώς τράκα τσιγάρο. Δεν έχει βέβαια καμιά ασφάλεια, ευτυχώς η πρόνοια του καλύπτει τη θεραπεία του, δηλαδή largactil, artan, tavor και άλλα τέτοια»

«Και πως ζει;»

«Έχει το σπίτι της γριάς, κάνει κανένα θέλημα, τον φιλεύει ο κόσμος, ψαρεύει κιόλας - και περνάει. Όπως σου είπα και στην αρχή, έχει διαλείψεις και νομίζει πως μιλάει με τον θεό, την Παναγία, τον Ανδρέα κι έτσι… Υφίσταται την αναπόφευκτη καζούρα που τραβάει κάθε δυστυχής σαν κι αυτόν από τα πιτσιρίκια του χωριού, αλλά απ’ ότι μας είπε αυτό το έχει συνηθίσει και δεν τον πειράζει…»

«Είναι δυνατόν;»

«Τι να σου πω… Εκείνο το βράδυ είχε πάει τέσσερις η ώρα, ο Δημητράκης δεν είχε που να κοιμηθεί, γιατί όπως σου είπα είναι από γειτονικό χωριό. Ο Ιπποκράτης σκέφτηκε να τον πάμε στο Τμήμα για να κοιμηθεί εκεί, κι ο Δημητράκης, που μας είχε συμπαθήσει ιδιαίτερα, συμφώνησε και πήγαμε. Σαν το διάολο όμως, είχανε μαζέψει κάτι μεθυσμένους και δεν υπήρχε καθόλου χώρος. Έτσι, τι να κάνουμε, ξυπνήσαμε τον ταξιτζή και πήγαμε όλοι μαζί στο χωριό του Δημητράκη, όπου τον αφήσαμε επιτέλους να κοιμηθεί στο σπιτάκι του και γυρίσαμε στη βάση μας»

«Ο ταξιτζής τι είπε;»

«Πως είμαστε μαλάκες. Δεν τον ενδιέφερε τον άνθρωπο άλλωστε… Καταλαβαίνεις τώρα γιατί ως νομικός, ως άνθρωπος, ως πολιτικό υποκείμενο, ως υποψήφιος φαντάρος, ως ακροατής του Δημητράκη και ως αυτόπτης της κατάντιας του, καταλαβαίνεις γιατί χρειάστηκα εκείνο το βράδυ ένα αθώο centrac για να καλμάρω…»

«Τον ξαναείδες;»

«Όχι, την άλλη μέρα έφυγα για Αθήνα»


* * *

Κάμποση ώρα καπνίζαμε σιωπηλοί, χαζεύοντας τις αμέτρητες γόπες στο τασάκι. Τα μεγάφωνα από το εκλογικό κέντρο είχαν επιτέλους σωπάσει, αλλά από τις τηλεοράσεις της γειτονιάς ακουγόταν οι ήχοι της προεκλογικής συγκέντρωσης που είχε γίνει χθες, εδώ στη Θεσσαλονίκη.

«Πάμε για καμιά μπύρα;»

«Πάμε, αλλά το άλλο δεν στο είπα…»

«Ποιο άλλο;»

«Όταν γυρίσαμε από το χωριό του Δημητράκη ήταν πια περασμένες τέσσερις, μάλλον κόντευε πέντε. Εμείς ανεβαίναμε την ανηφόρα για το σπίτι μου, ενώ ένας γέρος κατέβαινε φουριόζος προς την παραλία. Μόλις μας είδε, στάθηκε. Το μάτι του γυάλιζε. - Ρε παιδιά, μας λέει, είναι κανένα καφενείο ανοιχτό; Κι όταν τον ρωτήσαμε γιατί, τι μας απαντά;»

«Τι;»

«Εκείνη η πουτάνα η γυναίκα μου, τελείωσε το ούζο και δεν πήρε άλλο μπουκάλι. Βγήκα κι εγώ να βρω ούζο… Είναι κανένα καφενείο ανοιχτό;»

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2005 | 4 σχόλια
Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2005
Ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες



(Τις δορυφορικές φωτογραφίες του Θερμαϊκού μας τις έστειλε ένας φίλος ναυτικός, που υπογράφει “Willy, Jibouti”. Υποθέτω ότι δεν είναι ΚΑΙ μαύρος ΚΑΙ θερμαστής. Το «διάβασμά» τους το αφήνω σε σας - για τα σχόλια)

Ο Διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, λένε οι Άγγλοι. Ας δούμε μερικές από αυτές:

1. Η ανάδοχος εταιρεία (για την επέκταση μιλάμε πάντα…) έδωσε έκπτωση πάνω από 48%. Η εγγυητική επιστολή είναι το 45% του αρχικού προϋπολογισμού (πριν την έκπτωση). Με άλλα λόγια, η ανάδοχος χρηματοδοτεί, ουσιαστικά, από μόνη της το έργο! Είναι απλώς παράλογο – ή κάποτε θα τρίβουμε τα μάτια μας, όταν θα αποκαλυφθούν τα παρασκήνια;
2. Η ανάδοχος εταιρεία παραχώρησε το 30% του έργου σε θυγατρική του β’ μειοδότη. Γι αυτό άραγε ο β’ μειοδότης ΔΕΝ ΕΚΑΝΕ προσφυγή, όπως είχε δικαίωμα;
3. Αν το έργο ματαιωθεί ΠΡΙΝ υπογραφεί η σύμβαση, η εγγυητική επιστολή χάνεται για την εταιρεία. Αν το έργο ματαιωθεί ΜΕΤΑ την υπογραφή, προβλέπεται ΚΑΙ αποζημίωση. Αυτό μου το εξήγησε κάποιος που υποτίθεται ότι ξέρει λεπτομέρειες – ας έχουμε υπόψη μας και το ακόλουθο σενάριο: Κάποιοι, γνωρίζοντας καλύτερα από μας ότι το έργο είναι ΚΟΜΜΕΝΟ από χέρι (έτσι που έχει «μελετηθεί») προωθούν το σχέδιο: άρον άρον υπογραφή/ ματαίωση / (χοντρή) αποζημίωση – στην υγεία των κορόιδων. Αν στα κορόιδα συμπεριλαμβάνονται και οι πολιτικοί που προωθούν μετά μανίας το έργο, θα το δείξει η …νεκροψία.
4. Τα 1,2,3 συνδυάζονται μια χαρά – το παρόν σημείο απλώς υπενθυμίζει: η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων είναι του 1999 και (ουσιαστικά) προβλέπει ότι τα πάντα ΘΑ μελετηθούν μετά την έναρξη του έργου.
5. Τους ανθρώπους του ΚΚΕ δεν μπόρεσα ποτέ να τους καταλάβω – εννοώ τον τρόπο σκέψης τους. Εκείνα τα παλικάρια του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ (των κινημάτων και της Οικολογίας) όμως, τόσο πολύ απορροφημένα είναι με το ποιος θα είναι υποψήφιος δήμαρχος της Αθήνας – και δε δίνουν δεκάρα τσακιστή; Και καλά οι Αθηναίοι, στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει κανείς από δαύτους; Και η Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης – θα ασχοληθεί;
6. Είναι σύμπτωση ή το «θάψιμο» του θέματος από τα ΜΜΕ έχει σχέση με το γεγονός ότι τα αφεντικά τους είναι (ταυτοχρόνως) ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ δημοσίων έργων;
7. Προτελευταία λεπτομέρεια: από όλη την κουστωδία των πολιτικών, γνωρίζω μονάχα ΔΥΟ που προσπαθούν ΚΑΤΑ του εγκλήματος: Τη βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Χρύσα Αράπογλου και τον Δήμαρχο Θερμαϊκού Αντώνη Μαντζάρη. Αν υπάρχει και τρίτος, ας μας το πει όποιος το γνωρίζει.
8. Δυστυχώς, η κοινή γνώμη παραμένει χωρίς ενημέρωση και χωρίς παρέμβαση – προς μεγάλη χαρά των ενδιαφερομένων (να τα κονομήσουν ΧΟΝΤΡΑ και στη ΖΟΥΛΑ)

Με τις υγείες μας…

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2005 | 1 σχόλια
Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2005
Θα μπορούσε να είναι σενάριο comics - δεύτερη εκδοχή


(Νίκος Εγγονόπουλος: Ερωτικό ζεύγος)

Ένας φίλος έβαλε πάγο στον Πάνο: δε μπορείς, λέει, να δημοσιοποιείς στο Internet προσωπικές ιστορίες και βιώματα. Μεγάλη κουβέντα, που σηκώνει πολύ νερό. Έλα, όμως, που ο Πάνος τα πήρε - και κατέβασε το post… Αυτό δε μου άρεσε. Έχω φύγει δέκα χρόνια τώρα– και χάρηκα όταν είδα ότι με θυμούνται και ότι η θύμησή μου προκαλεί αισθήματα νοσταλγίας και συμπάθειας.

Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις – τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.

Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι ανύπαρκτος; Αφού βλέπω τη σκέψη μου να περνάει από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή στην οθόνη, και από κει, αν όλα πάνε καλά, στον τεχνητό, αλλά υπαρκτό και ζωντανό κυβερνοχώρο. Το πάω και πιο μακριά: ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλίζω μια παράταση της ύπαρξής μου, επ’ αόριστον; Το ίχνος μου θα μπορεί να εντοπιστεί, όσο θα υπάρχει κυβερνοχώρος. Δεν είναι κι αυτό μια αίσθηση (έστω, ψευδαίσθηση) αθανασίας;

Ιστορίες

Είμαστε συγκάτοικοι στο πρώτο έτος, σ’ ένα διαμέρισμα πίσω από τη φοιτητική λέσχη, το οποίο σε χρόνο μηδέν έγινε κέντρο διερχομένων (Μεσσηνίων – αργότερα παλαιοελλαδιτών) πρωτοετών.

Καπνίζαμε και πίναμε κονιάκ ΒΟΤΡΥΣ και ΜΕΤΑΞΑ. Ως νότιοι δεν περιφρονούσαμε το ούζο και το κρασί, αλλά η γνώση και η τσέπη μας ήταν προβληματικές ακόμα - και δηλητηριαζόμαστε με ρετσίνες (τότε κάποιος από εμάς έβγαλε το σλόγκαν: ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ, έμαθε τον κόσμο να πίνει μπύρα!)

Τηγανίζαμε πατάτες με αυγά, αγοράζαμε φέτα και ελιές από το ψιλικατζίδικο του κυρ –Γιάννη απέναντι, κρατούσαμε ψωμί από τη φοιτητική λέσχη.

Αγοράσαμε ψυγείο και ψευτο-στερεοφωνικά. Δεν πήραμε τηλεόραση. Τα ματς τα βλέπαμε σε μια πιτσαρία, εκεί κοντά, φτιάχνοντας μεγάλες ή τεράστιες κερκίδες (η χαρά του μαγαζιού)

Ήμουν απλός νέος, είχα μονάχα ένα πραγματικό πάθος: τις γυναίκες. Δεύτερη μέρα στη Θεσσαλονίκη (τέλη Οκτωβρίου) και είχα κιόλας κλείσει ραντεβού με τέσσερις (4) Σαλονικιές στην Καμάρα.

Όχι όλες για μένα – πάντα ήμουν για τους φίλους, ποτέ δεν ήμουν μοναχοφάης. Τις είχα γνωρίσει στην Καλαμάτα, στην πενταήμερη εκδρομή που είχαν κάνει τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς και είχα πάρει το τηλέφωνο της μιας. Επειδή οι ενδιαφερόμενοι Καλαματιανοί είμαστε τέσσερις, κανόνισα και ήρθαν ισάριθμες κοπέλες. Καλή τους ώρα!

Το είπα αυτό όχι για να παινευτώ (τι νόημα έχει; – τώρα είμαι υπεράνω, θέλοντας και μη) αλλά για να σας δείξω ότι στο θέμα «γυναίκα» δεν μπορούσε να με παρακολουθήσει κανείς.

Κολλούσα σε όποια έβλεπα μπροστά μου - και πολλές τσιμπούσαν. Από το Συντριβάνι μέχρι την Αριστοτέλους θα είχα μιλήσει σε τριάντα, θα είχα πάρει δυο τρία τηλέφωνα. Την άλλη μέρα τηλεφωνούσα – και προχωρούσα. Οι χυλόπιτες δεν με στεναχώρησαν ποτέ – ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δραστηριότητάς μου.

Όσοι απορείτε, απλώς δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ το καμάκι του δρόμου. Δε λέω ότι είναι εύκολο, πρέπει να έχεις συνέχεια κέφι, πρέπει να έχεις αυτοπεποίθηση – κυρίως όμως να έχεις καταλάβει τι σημαίνει γυναικεία ψυχολογία και γυναικείο μυαλό.

(Είναι –ήταν πάντα – το αγαπημένο μου θέμα, αλλά δε μας παίρνει ο χώρος να το αναλύσουμε εδώ)

Ο φίλος μου ο Πάνος, ας πούμε, έκανε το τραγικό λάθος ότι σεβόταν και εκτιμούσε υπερβολικά τις γυναίκες ως ανθρώπινες υπάρξεις. Αξιέπαινη στάση, μόνο που έχασε πολλές περιπτώσεις, εξαιτίας της.

(Τον βλέπω τώρα που πληκτρολογεί και δυσανασχετεί. Α, φίλε, σου θυμίζω ότι σήμερα γράφω εγώ!)

Προσπαθούσα να τους εξηγήσω: «Δε μ’ ενδιαφέρει το γαμήσι» έλεγα στους φίλους. «Όλη η καύλα είναι μέχρι να τη φέρω στο κρεβάτι και να δω τα δαχτυλάκια να πιάνουν το κυλοτάκι, να ανασηκώνεται το κωλαράκι, να το τραβάνε προς τα κάτω και να κατεβαίνει σιγά σιγά, να φανερώνεται μπροστά μου το μουνάκι… Αυτό με τρελαίνει! Τα υπόλοιπα είναι μέχρι αγγαρεία!»

κι άλλες ιστορίες

Στην απέναντι πολυκατοικία εντόπισα την Άννα, που ήταν μαθήτρια. Σε λίγες μέρες η Άννα βρισκόταν στο δωμάτιό μου, όταν η πόρτα άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ήταν η μάνα της, που την αναζητούσε με άγριες διαθέσεις.

Τα θυμάμαι και γελάω… Άνοιξε ο Πάνος. Αυτή νόμιζε ότι ήταν αυτός που πηδούσε την Άννα – και τον ρωτάει - είναι η Άννα εδώ; Κι ο Πάνος της λέει με το πιο φυσικό ύφος: μα τι λέτε κυρία μου, εδώ έχει μαυρίσει το μάτι μας για γυναίκα, ποια είναι αυτή η Άννα; Εμείς ακούγαμε από μέσα. Η κυρία κώλωσε, σου λέει λάθος θα έκανα. Ζήτησε συγγνώμη και έφυγε…

Πρωτοετής γνώρισα τη Νίκη, τη γυναίκα της ζωής μου. Πολύ ωραία κοπέλα, καταπληκτικός άνθρωπος, φοιτήτρια Γεωπονικής (του 10, γραμμή παρακάτω!). Η Νίκη ήταν του σπιτιού, εγώ του μαχαλά. Βολεύτηκα μια χαρά – εκμεταλλεύτηκα και το ΠΑΣΟΚ: «Μωρό, απόψε έχουμε συνάντηση της ΠΑΣΠ με τους πρωτοετείς / αφισοκόλληση / συνεδρίαση/ μοίρασμα προκηρύξεων» Ανάθεμα κι αν είχα πατήσει ποτέ – ο χρόνος μου ήταν αφιερωμένος αποκλειστικά στο κυνήγι των γυναικών.

Όταν κάποτε με έκανε τσακωτό και με χώρισε, κόντεψα να τρελαθώ. Ο Πάνος θυμάται που πήγα στο σπίτι του (δεν ήμαστε πια συγκάτοικοι) έκλαιγα και χτυπιόμουν: «Τι να κάνω, την αγαπάω!». Όντως την αγαπούσα – αλλά πώς να χαλιναγωγήσω την τάση μου για πολυγαμία;

Παρακάλεσα, υποσχέθηκα (τα αδύνατα) – και πήρα χάρη. Εξακολούθησα να αναζητώ εναγωνίως «κάλυψη».

(Όλοι το ίδιο κάνουν. Κάποτε ήμουν σ΄ ένα φίλο οδοντίατρο, έρχεται ένας άλλος φίλος, γιατρός - και λέει: βάλε μου γρήγορα δυο ράμματα στα ούλα, είπα ότι ήμουν σε σένα και μου έκανες επέμβαση… Πήγε στο σπίτι και αντί να τ’ ακούσει - έδειξε τα ράμματα και βγήκε κι από πάνω!)

Χρόνια αργότερα, η Νίκη έκανε το διδακτορικό της στη Γερμανία και εγώ υπηρετούσα (ως δόκιμος) τη θητεία μου. Τότε, είχα όλο το χρόνο δικό μου – και το αποτέλεσμα ήταν, σε κάποια φάση να έχω ταυτοχρόνως εφτά γκόμενες, η καθεμιά από τις οποίες νόμιζε ότι ήταν η μοναδική.

«Πως τα καταφέρνεις, ρε συ Κωστή, και δεν τα μπερδεύεις – τι λες στη μία και τι λες στην άλλη;» με ρωτούσε ο Πάνος.

«Και ποιος σου είπε ότι δεν τα μπερδεύω; Για να τα μπαλώσω μετά, λέω ό,τι μαλακία μου περάσει απ΄ το μυαλό και τα πράγματα γίνονται χειρότερα…»

Η πολυγαμία έχει και τα προβλήματά της.

Πολλές εκατοντάδες γυναίκες. Φοιτήτριες, μαθήτριες, παντρεμένες, εργάτριες, σερβιτόρες, πωλήτριες, άνεργες, ομορφούλες, ασχημούλες – δεν είχε σημασία. Τις άλεθα όλες.

Μια από αυτές ήταν επαγγελματίας πουτάνα – την είχε βγάλει η μάνα της στο κλαρί, γύρω στα δεκαοχτώ. Δεν το ήξερα στην αρχή, το κατάλαβα πιο ύστερα. Έλεγε πως με ερωτεύτηκε και με παρακαλούσε επίμονα να γίνω νταβατζής της – και μου έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα. Για ευνόητους λόγους αρνήθηκα αυτή την επαγγελματική προοπτική, αλλά η περίπτωση με απασχόλησε για καιρό – ήταν το κάτι άλλο στα πριν το κρεβάτι…

Ένας άλλος κουλτουριάρης φίλος μου, που την είχε δει, τη χαρακτήρισε «σεξουαλικό κτήνος- όπως οι γυναίκες που σκιτσάρει ο Crumb!». (Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αυτός ο Crumb. Τώρα, υποτίθεται ότι ξέρω, γιατί εμείς που έχουμε φύγει, μη έχοντας άλλη δουλειά να κάνουμε, μαθαίνουμε τα πάντα).

Με τη Νίκη κάποια στιγμή σταμάτησα- δεν επικοινωνήσαμε για χρόνια. Έπρεπε να παντρευτούμε, να πάω στις Σέρρες (Στρατηγέ, τι δουλειά έχεις στις Σέρρες, εσύ, ένας Καλαματιανός;) Εκ των υστέρων, ήταν το λάθος της ζωής μου. - Χαίρω πολύ!

(Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη τελικά στη ζωή μου, τι ήταν η ζωή μου. Δε βιάζομαι – έχω όλο τον καιρό μπροστά μου για να το αναλύσω)

Όταν υπηρετούσα το αγροτικό μου στην Ικαρία, αναγκάστηκα να αρραβωνιαστώ κιόλας μια Αθηναία, μέχρι να περάσει η μπόρα (το γνωστό, στρίβειν δια του αρραβώνος)

Εξακολούθησα την ίδια τακτική ως το τέλος. Επειδή όμως ζούσα πια στην Αθήνα, πώς να σας αφηγηθώ τα εκεί συμβάντα; Ο βιογράφος μου δεν κούνησε ρούπι από τη Θεσσαλονίκη.

περισσότερες ιστορίες

Άκουγα τα πάντα, ακόμα και Πλέσσα (το «άγαλμα»), αλλά η αγάπη μου ήταν τα λούμπεν λαϊκά, με προτίμηση στον Μιχαλόπουλο (έβαλε ο Διαβολάκος/ την ουρά του πάλι/ και σου πήρε τα μυαλά σου/ μεσ’ απ΄ το κεφάλι). Ήταν κι άλλοι: Ζαγοραίος, Νικολαΐδης, Καφάσης…

Μου άρεσαν τα χασικλίδικα (όταν πεθάνω θάψτε με/ σε μια γωνιά μονάχο/…βάλτε μου δυο καναβουριές/ να κάνουν κανναβούρια/ να έρχονται οι φίλοι μου/ να γίνονται μαστούρια!).

Όχι ότι κάπνιζα φούντα, αλλά ήταν η δική μου αναρχική διαφυγή (όλοι δεν έχουν ανάγκη από ένα αναρχικό παραμυθάκι διαφυγής; Για να το ανακαλύψουν, άλλοι χώνονται στα βιβλία, άλλοι στα σκυλάδικα – το ρεζουμέ όμως είναι το ίδιο: όλοι ψάχνουν το παραθυράκι προς το άλλο, το φευγάτο…)

Έκανα άσχημο μεθύσι. «Έχω πειράξει κανέναν; Σε πείραξε κανένας;» ρωτούσα συνέχεια. Τα μαγκάκια του χωριού μου με είχαν μάθει να βάζω στο μέσα μέρος της κάλτσας ένα μαχαίρι. Ο Πάνος είχε φρίξει – και με κατσάδιαζε. Το κρατούσα, όμως, κάτω από το στρώμα -όταν «μεγάλωσα», το παράτησα.

(Είπαμε, τα παραμύθια της διαφυγής απαιτούν και κάποια απτά, πραγματικά αντικείμενα. Το μαχαίρι ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για το μάγκα που φαντασιωνόμουν πως είμαι – συνηθίζεται εξάλλου, όπως τα λέει κι ο Καββαδίας σε εκείνο το ωραίο ποίημά του).

Μια φορά, μεθυσμένος, ανέβηκα τα σκαλάκια ως την αγίου Δημητρίου (είκοσι μέτρα από το σπίτι) και προσπαθούσα να ξεριζώσω τα φρεσκοφυτεμένα δεντράκια, μαζί με τους πασσάλους τους.

Παίζαμε χαρτιά - πόκα ή στούκο (21). Έπαιζα συντηρητικά και γι αυτό έχανα σπάνια. Δηλαδή, τι σπάνια… Ο παίζων χάνων και ο πίνων μεθών!

Άνοιξε το ΧΑΡΑΜΑ, μια ταβέρνα με ρεμπέτικα και λαϊκά, εκατό μέτρα από το σπίτι μας, στην Κονίτσης (νυν Λαμπράκη). Με τον Θεμιστοκλή, τον τρίτο συγκάτοικο, πήγαιναμε πέντε ή έξι φορές την εβδομάδα (αυτό που λέμε, εμείς το χτίσαμε αυτό το μαγαζί – όντως). Μία ή δυο φορές τη βδομάδα ερχόταν κι ο Πάνος.

Εννοείται ότι δεν υπήρξε ούτε μία από τις (αμέτρητες) κοπελιές που έφταναν ως εκεί που να μην την είχα καμακώσει. Ποτέ όμως δεν χτυπούσα συνοδευόμενη γκόμενα – την κατέγραφα στο αρχείο και περίμενα στη φέρμα.

Βουτιά προς τα μέσα

Ήμουν πάντοτε αντι –πνευματικός τύπος, αλλά μη νομίσετε ότι ήμουν και ανεπρόκοπος. Πήρα δυο πτυχία (Οδοντιατρική και Ιατρική) τελείωσα και την ειδικότητα – Οφθαλμίατρος.

Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ γιατί άφησα την πρώτη σχολή για τη δεύτερη. Γιατί, δυο σκασίλες είχα, η μια ήταν η Ιατρική.

Κι όμως, όλα έχουν το γιατί τους… Η πρώτη σχολή δεν ήταν αρκετή για να αποδείξω σε εκείνον ότι άξιζα, ότι δεν ήμουν ένας αλητάκος. Χρειαζόμουν κάτι παραπάνω.

Δεν πήγα να ζήσω με τη Νίκη στις Σέρρες και να γίνω τσιφλικάς του κάμπου, - με θερμοκήπια, με καλλιέργειες, με τα όλα μου – γιατί σκεφτόμουν ότι εκείνος θα έλεγε πως κατάντησα σώγαμπρος.

Μιλάω για τον πατέρα μου.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είχα τέτοιες ενοχές, τέτοιο δέος απέναντί του. Όσο ζούσα.

Ήμουν το πρώτο παιδί. Η μάνα μου κούτσαινε, είχε γεννηθεί με βλάβη στο ισχίο. Ο πατέρας μου ήταν λεβεντάνθρωπος. Καταλάβατε;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντέχω το σοβαρό, αυστηρό του βλέμμα, που μου έλεγε «αν δεν ήσουν εσύ…». Φυσικά, ποτέ δεν ξεστόμισε το παραμικρό.

Ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει αν όλα αυτά ίσχυαν στην πραγματικότητα ή τα έπλαθε η φαντασία μου καθώς έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους να κινούνται μέσα στο σπίτι. Εκείνος σαν αητός – και η μάνα μου σαν πληγωμένο περιστέρι.

Δεν πήγα σε καλά σχολεία. Από μικρός γούσταρα τις παρέες με τους μαγκίτες, τους αναρχικούς της ζωής. Τελείωσα το Λύκειο με δώδεκα και κάτι.

Κι όμως, με τέτοιες ανύπαρκτες βάσεις, κατάφερα τη δεύτερη χρονιά να περάσω – κι ας έγραψα έκθεση 10! Καταλαβαίνετε τι υπερ –προσπάθεια έκανα, σχεδόν όλα εικοσάρια!

Αλλά είχε χαραχτεί πια πάνω μου, με ανεξίτηλες βαφές: Ήμουν για πάντα ο μικρός αλήτης που τριγυρνούσε στα σκυλάδικα της επαρχίας με τους άλλους αλήτες, κι αυτό έκανε τον πατέρα να ντρέπεται και να θυμώνει - και τη μάνα να ντρέπεται και να πονάει…

Τώρα καταλαβαίνω πόσο παράλογα ήταν όλα αυτά. Μήπως δεν είχα αδερφό και αδερφή; Μήπως σπούδασαν; Με το ζόρι τελείωσαν το Λύκειο. Αλλά, είπαμε, εγώ ήμουν ο πρωτότοκος, εκείνος που έβλεπε να τον κοιτάζει ο πατέρας με το αυστηρό του βλέμμα…

Και για τις γυναίκες, για το ατελείωτο, το αξεδίψαστο κυνήγι των γυναικών, εκεί βρίσκεται η αιτία: Εκείνος είχε μία – και την παντρεύτηκε. Εγώ θα τις είχα όλες – και δεν θα παντρευόμουν καμία. Ούτε τη Νίκη.

Θα απόδειχνα έτσι ότι όχι μονάχα δεν ήμουν κορόιδο – αλλά ήμουνα και πιο ξύπνιος απ’ αυτόν! Θα αποκαθιστούσα έτσι, ταπεινώνοντας τον πατέρα, την πληγωμένη υπερηφάνεια της μάνας μου.

Γι’ αυτό καταδίκασα τον εαυτό μου να τρέχει σα μανιακός πίσω από κάθε χαζογκόμενα, από κάθε τσουλίτσα, όταν εκείνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να είμαι με τη Νίκη. Γι’ αυτό βαριόμουν κάθε φορά που είχα πλέον πετύχει το στόχο μου, δηλαδή όταν τις είχα κάνει και κατέβαζαν το κυλοτάκι τους για χάρη μου.

Το μαντάτο

Πριν δέκα χρόνια, αρχές Δεκεμβρίου, ο Πάνος με πήρε στο τηλέφωνο για να με καλέσει στο γάμο του. Είπα ότι θα πάω, οπωσδήποτε.

Λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και είπα ότι δεν ένοιωθα καλά – να μου χρεώσουν μια μέρα αναρρωτική άδεια. Μετά πήρα το αμάξι και έφυγα προς το Σούνιο.

Σε κάποια στροφή του δρόμου (όπου γυριζόντουσαν κάποτε οι σκηνές αυτοκινήτου στις ελληνικές ταινίες) ξέφυγα και καρφώθηκα με μεγάλη ταχύτητα σ’ ένα βράχο. Δε φορούσα ζώνη.

Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τι δουλειά είχα στο Σούνιο… Αφού δεν το ξέρω εγώ ο ίδιος! Γι’ αυτό, όσα λένε για μένα - είναι τρίχες.

Εκείνο που έχει σημασία είναι αν ήταν ατύχημα, λόγω θολούρας - ή αυτοκτονία. Δουλεύω πάνω σ’ αυτό – στοχάζομαι εντατικά.

(Μια φορά, σε μια ταβέρνα, ο Πάνος και ο Σταμάτης είχαν περάσει τη βραδιά συζητώντας για την περίφημη φράση ενός καποιανού Αλμπέρ Καμύ, ότι το μοναδικό σοβαρό φιλοσοφικό ερώτημα είναι εκείνο σχετικά με την αυτοκτονία. Επειδή μου αρέσει η φιλοσοφία, τους είχα παρακολουθήσει για λίγο - αλλά ήρθαν στο διπλανό τραπέζι τρεις γκομενίτσες με έναν μονάχα αρσενικό μαζί τους- και έστρεψα την προσοχή μου προς τα κει. Έχασα έτσι την ευκαιρία να εμβαθύνω στα περί αυτοκτονίας – και να έχω τώρα τις απαραίτητες θεωρητικές βάσεις)

Δε νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία, έτσι κι αλλιώς το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Η κηδεία θα γινόταν την άλλη μέρα, στο χωριό μου, στη Μεσσηνία.

Εγώ ταξίδεψα με την άνεσή μου, αφού πρώτα με ταλαιπώρησαν οι ιατροδικαστές – και με περιποιήθηκαν οι μάγκες του γραφείου τελετών.

(Μου άρεσε ιδιαίτερα στο κορακάδικο, γιατί όταν με έφτιαχναν είχαν ανοιχτό το ραδιόφωνο και άκουγαν Κατερίνα Στανίση και Πίτσα Παπαδοπούλου. Αυτό ο Πάνος δεν το ήξερε, του το αποκάλυψα εγώ)

Όταν φτάσαμε στη Θουρία ζορίστηκα ή τουλάχιστον μου φάνηκε. Γιατί είχα να αντιμετωπίσω και πάλι κάτι που απεχθανόμουν πάντοτε – δηλαδή αμείλικτα προσωπικά ερωτήματα: Κωστή μου, γιατί;

Ρωτούσε η μάννα μου. Ο πατέρας ήταν σωριασμένος – και σιωπηλός, για μια ακόμα φορά. Μονάχα που έκλαιγε σιγανά και κάθε λίγο χτυπούσε το κεφάλι με τις γροθιές του.

Στεναχωριόμουν - και είπα να εκμεταλλευτώ τις νέες μου ιδιότητες, όσο να έρθει η ώρα της κηδείας. Σηκώθηκα λοιπόν και άρχισα να επιθεωρώ τους δρόμους.

Είδα στον Ισθμό τη Νίκη, που ερχόταν από τις Σέρρες (είχαμε ξαναβρεθεί, τον τελευταίο καιρό). Είδα το Θεμιστοκλή, που είχε ξεκινήσει από την Πάτρα. Στην Κόρινθο είδα ένα πούλμαν γεμάτο με το προσωπικό της Κλινικής – επικεφαλής ο καθηγητής. Είδα αρκετά αυτοκίνητα να ξεκινούν από Αθήνα. Είδα και το μικρό Citroen με τον Πάνο, το Γιάννη και τον Σταμάτη, να αγκομαχάει στα στροφιλίκια της Τρίπολης.

Μου φάνηκε πως άκουσα γέλια μέσα – και παραξενεύτηκα. Περνούσαν από κάποιο χωριό της Αρκαδίας, ο Σταμάτης διάβαζε στην ταμπέλα μιας ψησταριάς: Γίδα βραστή. Σουβλάκι. Κοίταξε με απορία τον Πάνο. «Τι κάνετε ρε σεις οι Αρκαδομεσσήνιοι; Γίνεται η βραστή γίδα σουβλάκι;». Γέλασα κι εγώ – κι έμεινα μαζί τους όσο να φτάσουμε.

Όταν φτάσαμε, μας κόπηκαν τα γέλια.

Το ξόδι

Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Στο κεφάλι μου (δηλαδή σε αυτό που κάποτε ήμουν εγώ) δυο μαυροφόρες: η μάνα μου – και η Νίκη. Κάθε τόσο με φιλούσαν – και με μοιρολογούσαν. Έβλεπαν για πρώτη φορά η μία την άλλη – κι αυτό με έκανε να νοιώσω άβολα, μέχρι που σκέφτηκα ότι στη νέα μου κατάσταση δεν χωράνε έγνοιες – τις άφησα όλες στους ζωντανούς.

Ζύγωσα για να με δω, τελευταία φορά. Δε μου άρεσε αυτό που αντίκρισα.
Φαινόταν μόνο το κεφάλι, όλο ράμματα. Ήταν κομμένο παντού – και γεμάτο μώλωπες που δεν μπόρεσαν να καλύψουν. Το υπόλοιπο σώμα δεν το είδα, ήταν σκεπασμένο με λευκά τριαντάφυλλα.

Με ενόχλησε κάπως η ασπρίλα – ήταν και το φέρετρο λευκό…

Γύρισα ένα γύρω το βλέμμα και είδα τους φίλους μου να κλαίνε, όπως και οι χωριανοί μου. Έκλαιγαν και τρεις νοσοκόμες που τα είχα μαζί τους – και είχαν έρθει με το πούλμαν της κλινικής. Ήταν καμιά δεκαριά παπάδες – έκλαιγαν κι αυτοί.

Άρχισα να εκνευρίζομαι. Οι επικήδειοι έκαναν τα πράγματα χειρότερα.

Τους παράτησα όλους και ασχολήθηκα με δυο γκομενάκια του χωριού, μικρά, δεν τα ήξερα, δεν τα είχα ξαναδεί. Φορούσαν μινάκια, μαύρα καλσόν και κολλητές μπλούζες. Η ώρα πέρασε ευχάριστα.

Τα χούγια μου δεν άλλαξαν ούτε στην κηδεία μου.

Επίλογος

Χρόνια μετά, ο Σταμάτης είχε την ιδέα να γίνει ένα μνημόσυνο για μένα στη Θεσσαλονίκη. Το κάνανε στη μονή Βλατάδων, ήρθαν καμιά δεκαπενταριά συμφοιτητές, μερικοί από γειτονικούς νομούς. Φυσικά, τριγύριζα κι εγώ εκεί ένα γύρω.

Μου έκανε εντύπωση πως είχαν γεράσει όλοι. Εντάξει, όχι γεράσει – ωριμάσει. Εγώ έμεινα για πάντα νιάτο.

Εκείνο που χάρηκα περισσότερο ήταν το βράδυ: Η παρέα βρέθηκε στα ΚΕΠΕΓΚΙΑ – και ξεσαλώσαμε όλοι με τα μπουζούκια του Χρήστου Μητρέντζη.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 17, 2005 | 7 σχόλια
Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2005
Η Χρύσα για την επέκταση
ΘΕΜΑ: ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Χρύσα Αράπογλου
Βουλευτής Θεσσαλονίκης

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2005

Το θέμα του Αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης απασχολεί, εντατικά, τους φορείς της πόλης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Ο στόχος της ανάδειξης της, ως σημαντικού ευρωπαϊκού περιφερειακού κέντρου, ταυτίζεται με το αίτημα υλοποίησης πολλών και σημαντικών υποδομών, μεταξύ των οποίων και η λειτουργία ενός νέου και σύγχρονου Αεροδρομίου.
Από την αρχή η συζήτηση επικεντρώθηκε στη λογική της νέας χωροθέτησης, δυτικά, ώστε να εξυπηρετούνται καλύτερα οι νέοι οδικοί άξονες (Εγνατία οδός, ΠΑΘΕ κλπ)
Από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας η προοπτική αυτή εγκαταλείφθηκε και προκρίθηκε η λύση του εκσυγχρονισμού και της επέκτασης του υπάρχοντος Αεροδρομίου «Μακεδονία».
Το συγκεκριμένο έργο έχει προγραμματιστεί από το 1993 αλλά η υλοποίηση του, έχει σκαλώσει μέχρι σήμερα σε γνωστούς και άγνωστους παράγοντες. Πέραν των προβλημάτων που προκύπτουν από τους όρους και τους τρόπους της προκήρυξης του έργου, που αφορούν στη λειτουργία του Υπουργείου και τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο του ΥΠΕΧΩΔΕ, η μάλλον, με αφορμή όλα αυτά, πιστεύω ότι πρέπει να επανεξεταστεί το δίλημμα για την προοπτική της Θεσσαλονίκης, που συνοψίζεται ως εξής: επέκταση του υπάρχοντος ή χωροθέτηση νέου σύγχρονου Αεροδρομίου εκτός οικιστικής ζώνης; Και εάν καταλήγουμε ως πόλη στην ειλημμένη απόφαση της Περαίας, γνωρίζουμε τα προβλήματα που θα προκύψουν από την κατασκευή του;
1. Σύμφωνα με εκτιμήσεις μελετητών αλλά και τη διεθνή εμπειρία, η κατασκευή ενός τόσο μεγάλου διαδρόμου στη θάλασσα είναι πιθανόν να προκαλέσει τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα στην ευρύτερη περιοχή.
2. Η τοποθεσία του υπάρχοντος αεροδρομίου κρίνεται για πολλούς λόγους προβληματική
3. Στην κατασκευή του υπό την παρούσα μελέτη, εκφράζουν έντονο προβληματισμό πολλοί φορείς της πόλης μεταξύ των οποίων και το ΤΕΕ Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο και έχει συστήσει ειδική επιτροπή για το θέμα.
4. Οι λανθασμένοι χειρισμοί και οι συνεχόμενες αστοχίες που έχουν αναδειχθεί σε πολλά λιμενικά έργα στην περιοχή, πολύ μικρότερης μάλιστα κλίμακας και τα οποία κατά σύμπτωση υπογράφονται από τους ίδιους μελετητές, προκαλούν ανησυχία για την ίδια τη μελέτη.
Πρόσφατα, ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ Γιώργος Σουφλιάς ανακοίνωσε την έναρξη υλοποίησης του έργου. Στη συνέχεια ακύρωσε δύο φορές τις διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη.

Είναι σίγουρο ότι ο νόμος που ψήφισε η ΝΔ, εις το όνομα της διαφάνειας, δημιουργεί επιπλέον εμπόδια στη γρήγορη και με εγγυήσεις κατασκευή μεγάλων έργων.
Προσωπικά εξέφρασα τις ανησυχίες που θα σας αναφέρω παρακάτω, όταν η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου κατατέθηκε για έγκριση στο Νομαρχιακό Συμβούλιο, πριν έξι περίπου χρόνια. Σήμερα, και με δεδομένα τα προβλήματα που προκύπτουν στη δημοπράτησή του, επαναφέρω το θέμα, ακόμα και εάν φαίνεται ότι είναι αργά, θεωρώντας ότι τα μεγάλα έργα στη Θεσσαλονίκη είναι το ίδιο απαραίτητα με την εγγύηση της ορθής λειτουργίας τους για τις επόμενες δεκαετίες, όπως και ότι η προστασία του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος είναι προυπόθεση ανάπτυξης και όχι πολυτέλεια. Σε κάθε περίπτωση οι πολίτες της Θεσσαλονίκης έχουν ΔΙΚΑΙΩΜΑ να γνωρίζουν τι θα προκύψει από την ολοκλήρωση ενός μεγάλου έργου το οποίο και καλούνται να πληρώσουν. Όσα ακολουθούν αποτελούν προϊόν προσωπικής έρευνας και επιδέχονται αντίκρουσης, καθώς η αγωνία μου δεν είναι η ακύρωση του έργου αλλά η αποτελεσματικότητά του.
Σήμερα όμως είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ να δοθεί μια ειλικρινής απάντηση στους πολίτες της Θεσσαλονίκης : ποιο είναι Σχέδιο για την ανάπτυξη της πόλης, στο πλαίσιο του οποίου θα ενταχθεί και η κατασκευή ενός νέου Αεροδρομίου.

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Η περιοχή στην οποία λειτουργεί σήμερα το Αεροδρόμιο Μακεδονία και στην οποία προβλέπεται η επέκταση του, παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:
 Είναι μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη οικιστικά περιοχή, λειτουργία αποτρεπτική για την ύπαρξη ενός μεγάλου και σύγχρονου Αεροδρομίου.
 Βρίσκεται σε σημαντικά μεγάλη απόσταση από τους διευρωπαϊκούς άξονες (Εγνατία, ΠΑΘΕ), από τους σιδηροδρομικούς άξονες και από το λιμάνι και, παρά τα σημαντικά οδικά έργα διασύνδεσής του με αυτούς, δεν είναι το καλύτερο σημείο για τη χωροθέτηση Αεροδρομίου.
 Αποτελεί, σύμφωνα με τις απόψεις έγκυρων Πανεπιστημιακών «το επίκεντρο» της ομίχλης της ευρύτερης περιοχής.
 Εκτός από το Νομό Χαλκιδικής, από όλη την υπόλοιπη χώρα η προσέγγιση του αεροδρομίου (θα) γίνεται δια του οδικού δικτύου του πολεοδομικού συγκροτήματος, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το έντονο κυκλοφοριακό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης.

Η σκοπιμότητα κατασκευής του μεγάλου διαδρόμου– όπως έχει εκφραστεί μέχρι σήμερα- είναι η προσέλκυση των υπερατλαντικών non- stop πτήσεων και η αύξηση της διακίνησης εμπορευμάτων από την πόλη της Θεσσαλονίκης.
 Σε ότι αφορά στην προσέλκυση υπερατλαντικών πτήσεων η διεθνής τουριστική αγορά και οι ιδιαιτέρως ανταγωνιστικές τιμές των αεροπορικών εταιριών και λιμένων του εξωτερικού δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια βελτίωσης της υπάρχουσας κατάστασης.
 Σε ότι αφορά στο στόχο της αύξησης της διακίνησης των εμπορευμάτων εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί δεν προωθείται, κατ αρχήν, μια τέτοια αναπτυξιακή διάσταση από το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Σε κάθε περίπτωση, ποιο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης διαμετακομιστικού κέντρου εξυπηρετεί το έργο; Σύμφωνα δε με τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο, οι εμπορευματικοί σταθμοί πρέπει να συνδυάζονται με τις μεταφορές. Υπάρχει περίπτωση να γίνει εμπορευματικό κέντρο στα ανατολικά της πόλης; Δηλαδή, ποια είναι η μελέτη για το διάδρομο απογείωσης υπερατλαντικών πτήσεων που θα εξυπηρετεί μεταφορά εμπορευμάτων;


ΚΙΝΔΥΝΟΣ 1: ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΡΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΙΣΧΥΡΟΥΣ ΑΝΕΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΝΕΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ

Σύμφωνα με την υπάρχουσα εμπειρία, οποιαδήποτε κατασκευή γίνεται σε μια ισορροπημένη παραλία, έχει σαν αποτέλεσμα να διαταράσσονται οι δίοδοι των ρευμάτων της περιοχής και να παρασύρονται χαλαρά υλικά. Το αποτέλεσμα είναι πιο έντονο όταν συνδυάζεται με έντονο κυματισμό ισχυρών ανέμων.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι είναι άγνωστες οι επιπτώσεις που μπορούν να έχουν τα ισχυρά θαλάσσια ρεύματα σε συνδυασμό με τους ανέμους:
Α. στο ίδιο το έργο, τη χρηστικότητα και τη λειτουργικότητα του
Β. στη διατάραξη του θαλασσίου οικοσυστήματος
Γ. στις παρακείμενες και ίσως γειτονικές περιοχές.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν το έργο κατασκευάζεται σε έναν κόλπο που είναι ιδιαίτερα στενός και όταν δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία από παρόμοια κατασκευή, ώστε να μπορούν να είναι προβλέψιμες οι όποιες επιπτώσεις και αποτρέψιμοι οι πιθανοί κίνδυνοι.
Μια λύση θα ήταν να κατασκευαστεί η προέκταση πάνω σε πυλώνες. Αυτό όμως αυξάνει απαγορευτικά το κόστος του (πολλοί λένε ότι θα είχαμε να κάνουμε με μία νέα γέφυρα Ρίου- Αντίρριου, μέσα στο Θερμαϊκό Κόλπο!!!)
Η δεύτερη και λογικότερη λύση, θα ήταν να προηγηθεί της κατασκευής του προσομοίωση σε εξειδικευμένο εργαστήριο του εξωτερικού.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ 2: ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΣΤΑΣΤΡΟΦΗ

Η μελέτη προβλέπει επέκταση του διαδρόμου απογειώσεων – προσγειώσεων σε μήκος 900 μ. μέσα στον Θερμαϊκό και με πλάτος 400 μ. Δηλαδή προσμετρώντας και τη σχετική εμβάθυνση μέσα στη θάλασσα, περισσότερο από 500 στρέμματα μέσα στη θάλασσα.
Επομένως για την κατασκευή του απαιτούνται κατά προσέγγιση 4 εκατομμύρια κυβικά μέτρα χώμα!!! , τα οποία σύμφωνα με τη μελέτη πάντοτε, θα μεταφερθούν από την περιοχή του Αγίου Αντωνίου. Ο Δήμος της περιοχής προσέφυγε στα δικαστήρια επικαλούμενος ότι εκτός από το… σεληνιακό τοπίο που θα προκύψει και την διατάραξη του οικοσυστήματος της περιοχής, θα γίνει ζημιά και στην παρακείμενη πηγή της Σουρωτής και δικαιώθηκε….
Από την κατασκευή του επομένως προκύπτει διπλή οικολογική καταστροφή: στο οικοσύστημα της θάλασσας καθώς και στις γειτονικές περιοχές
Ειδικότερα, για τη διάβρωση των γειτονικών ακτών, η οποία μπορεί να θεωρηθεί από μόνη της ο μεγαλύτερος ίσως κίνδυνος, για την αποτροπή του οποίου θα αναγκαζόμαστε να πληρώνουμε ετησίως μεγάλα ποσά «αποκατάστασης», δηλαδή να κατασκευάζουμε προστατευτικά, αλλοιώνοντας εντελώς τη φυσική διαμόρφωση των ακτών Καλαμαριάς, Πυλαίας, Θερμαϊκού, αναφέρω τα παρακάτω:

ΚΙΝΔΥΝΟΣ 3: ΔΙΑΒΡΩΣΗ ΓΕΙΤΟΝΙΚΩΝ ΑΚΤΩΝ

Τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο οποιαδήποτε κατασκευαστική παρέμβαση έγινε επί της ακτογραμμής, είχε σαν αποτέλεσμα τη διάβρωση της ακτής. Η διάβρωση εξαρτάται από το μήκος της κατασκευής, επηρεάζοντας μια περιοχή πολλαπλάσια του μήκους της κατασκευής και από τις δύο πλευρές. Οι φερτές ύλες μεταφέρονται κοντά στην κατασκευή και από τις δύο πλευρές, όμως η διάβρωση και η προσάμμωση γίνεται συνήθως πιο έντονη στη μία από τις δύο πλευρές , λόγω των θαλάσσιων ρευμάτων και των κυματισμών από ισχυρούς ανέμους που επικρατούν στην εκάστοτε περίπτωση.

Ο Δήμαρχος Θερμαϊκού κ. Αντώνης Ματζάρης και η υπογράφουσα κατά τη διάρκεια συζήτησης στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης, έδειξαν στους μελετητές το
φωτογραφικό υλικό και οι μελετητές ΠΑΡΑΔΕΧΘΗΚΑΝ ότι η ακτογραμμή του Δήμου Θερμαϊκού, μετά την κατασκευή του έργου, θα διαβρώνεται 2 έως 3 μέτρα ετησίως. Αποτέλεσμα, σε 10 χρόνια να υπάρχει πρόβλημα στις παρακείμενες ακτές όχι μόνον για την παραλία αλλά και για τους δρόμους και πιθανόν για τα σπίτια.
Μοναδική λύση: Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΙΧΙΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΑΛΛΟΙΩΣΟΥΝ ΤΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΛΟΥ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ

Με την τεράστια έκταση των ακτογραμμών στη χώρα μας και τη σημασία που θα έπρεπε να έχει η θάλασσα στην τοπική ανάπτυξη, θα έπρεπε να εξάγουμε τεχνογνωσία σε ό,τι αφορά στην κατασκευή και λειτουργία λιμενικών έργων.
Άλλωστε, ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΚΟΙΝΟΣ ΤΟΠΟΣ ΟΤΙ Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΥΡΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΡΕΨΟΥΝ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΝΤΙ ΝΑ ΤΗΣ ΕΧΟΥΝ ΓΥΡΙΣΜΕΝΗ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ. ΑΥΤΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ.
Τι έχει γίνει όμως μέχρι σήμερα;
Πολλά από τα λιμενικά έργα που έχουν κατασκευαστεί και τα οποία κατά σύμπτωση υπογράφονται από τους ίδιους μελετητές,
 Παρουσιάζουν πολλές τεχνικές και λειτουργικές ατέλειες
 Χρήζουν συνεχών παρεμβάσεων και επιδιορθώσεων , προκειμένου να είναι χρηστικά και να επιτελέσουν το σκοπό της κατασκευής τους
 Έχουν προκαλέσει πολλά περιβαλλοντικά προβλήματα στις παρακείμενες περιοχές.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΡΓΩΝ

ΕΡΓΟ 1: ΑΛΙΕΥΤΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΣΚΑΛΑΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΕΡΓΟ 2: ΛΙΜΑΝΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΑ ΠΙΕΡΙΑΣ

ΕΡΓΟ 3: ΑΛΙΕΥΤΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΛΙΤΟΧΩΡΟΥ ΠΙΕΡΙΑΣ

ΕΡΓΟ 4: ΑΛΙΕΥΤΙΚΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΝΕΩΝ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΔΗΜΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ

ΕΡΓΟ 5: ΠΛΩΤΟΣ ΚΥΜΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ ΝΕΟΥ ΜΑΡΜΑΡΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ

(Σημ. "μυστικών του Κόλπου": το σχετικό φωτογραφικό υλικό, λόγω τεχνικών δυσχεριών, θα αναρτηθεί προσεχώς)

Με βάση τα παραπάνω εύλογα προκύπτουν τα ερωτήματα:
1. Έχει ποτέ αξιολογηθεί η χρηστικότητα και η λειτουργικότητα των έργων των συγκεκριμένων μελετητών;
2. Γιατί δεν πρόβλεψαν στη μελέτη τους για το συγκεκριμένο έργο της επέκτασης του Αεροδρομίου το κίνδυνο διάβρωση των γειτονικών ακτών, ενώ το παραδέχθηκαν δημόσια;
3. Ποιος μπορεί να διασφαλίσει και να εγγυηθεί την ανθεκτικότητα και τη λειτουργικότητα του έργου, χωρίς την ανάγκη συνεχών και μεγάλου κόστους διορθωτικών παρεμβάσεων;

Η ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗΣ

Η αναπτυξιακή προοπτική της Θεσσαλονίκης, είναι σαφές ότι συνδέεται με την ύπαρξη και λειτουργία ενός διεθνούς και σύγχρονου Αεροδρομίου.
Η Θεσσαλονίκη είναι σήμερα μια πόλη που κινείται με ταχύτατους ρυθμούς.
Η πόλη επεκτείνεται ανατολικά και δυτικά.
Μεγάλα πολυεθνικά σχήματα δραστηριοποιούνται και επενδύουν στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή.
Όλα αυτά της προσφέρουν μια ιδιαίτερη ευκαιρία που αν δεν αξιοποιηθεί με το σωστό τρόπο μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα για το περιβάλλον, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, την ποιότητα ζωής των κατοίκων της.
Πιστεύω ότι είναι η ώρα να προχωρήσουμε τη συζήτηση στο πλαίσιο ενός συγκροτημένου Σχεδίου για την πόλη, την προοπτική κατασκευής ενός νέου Αεροδρομίου στη δυτική πλευρά της.
Στην περίπτωση που επιλεγεί το συγκεκριμένο έργο:
1. Πριν την υλοποίησή του θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ειδικό εργαστήριο του εξωτερικού διαδικασία προσομοίωσης ώστε να αναδειχθούν οι όποιοι κίνδυνοι προαναφέρθηκαν
2. Μέχρι την ολοκλήρωση της παραπάνω διαδικασίας, να προχωρήσουν άμεσα τα έργα που αφορούν στην κατασκευή κτιριακών εγκαταστάσεων (καινούριος πύργος ελέγχου κτλ) και στην προμήθεια του αναγκαίου εξοπλισμού (παρά τη λειτουργία του ραντάρ, υπάρχουν προβλήματα με καιρικά φαινόμενα)
3. Μήπως πρέπει να επανεξεταστεί το θέμα της επέκτασης προς την αντίθετη κατεύθυνση, με απαλλοτρίωση οικοπέδων και ταυτόχρονη «βύθιση» της οδού προς Περαία-Μπαξέ (υπάρχει έτοιμη μελέτη από την Περιφέρεια); Εκτός από την αποφυγή της οικολογικής καταστροφής, το κόστος μειώνεται στο 1/10

(Σημ. "μυστικών του Κόλπου": με την τελευταία θέση διαφωνούμε, για πολλούς λόγους!)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2005 | 1 σχόλια
QUIZ!
ΠΣΚ να σου πετύχει…

Συναντήσεις για το Α/Δ, αλληλογραφία για το Α/Δ, γράψιμο κειμένων για το Α/Δ, μια «ζωντανή» παρέμβαση στη λογοδοσία του δημάρχου για το Α/Δ – και τώρα, βραδάκι Κυριακής, πάλι για το Α/Δ γράφω!

(Αντί να ανεβάζω τις ιστορίες μου και τα άλλα ψυχωφελή κειμενάκια, που μαραζώνουν στο περίμενε…)

Μέχρι τώρα προκύπτουν τα εξής: Από όλους τους πολιτικούς της Θεσσαλονίκης, της Βουλής και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με το θέμα της επέκτασης έχουν ασχοληθεί σοβαρά, δηλαδή προσπαθώντας να αποτρέψουν το έγκλημα, ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ (αν υπάρχει και τρίτος, θα χαρώ πολύ να το μάθω):

1. Η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χρύσα Αράπογλου, και

2. Ο Δήμαρχος Θερμαϊκού Αντώνης Μαντζάρης

(Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν, προφανώς υπάρχουν κάποιοι δημοτικοί σύμβουλοι που τον στηρίζουν, αλλά δε γνωρίζω λεπτομέρειες)

Παρακάμπτω (προς το παρόν) τα σημεία διαφωνίας ως προς την τακτική, γιατί, από εκεί και πέρα:

ΟΥΔΕΙΣ βουλευτής ή ευρωβουλευτής καταδέχτηκε ως τώρα να ασχοληθεί με το θέμα – πολύ περισσότερο να το υποστηρίξει. Δύο μονάχα, ο υπουργός κ. Σιούφας και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κ. Τσιόκας απάντησαν ευγενικά, ότι έλαβαν το κείμενο που τους στείλαμε και το «μελετούν»

Βουλευτές, Ευρωβουλευτές, τοπικοί παράγοντες, δημοσιογράφοι της «αριστεράς», οικολογικές οργανώσεις; Το ΑΛΛΟ ανέκδοτο, με τον Τοτό, το ξέρετε;

Επιμύθιο: Αν δεν πάρουν την υπόθεση στα ζεστά οι πολίτες, δεν τη γλυτώνει ο Θερμαϊκός. Ευτυχώς, από αυτή την πλευρά τα σημεία είναι ενθαρρυντικά.

Και τώρα, το ΚΟΥΪΖ:

Σε ποια χώρα του κόσμου δημοπρατείται ένα μεγάλο έργο, κατακυρώνεται στον α’ μειοδότη και στη συνέχεια μαθαίνουμε (από τον τύπο) ότι αυτός, ως ανάδοχος πλέον, εκχωρεί το 30% του έργου (έτσι λέει ο τύπος) σε θυγατρική του β’ μειοδότη – και νυν …συν-αναδόχου;

Α. Στη χώρα των Μάο- Μάο
Β. Στο βιλαέτι των Μασάι
Γ. Στη Ντίσνευ-λάντ
Δ. Στην Ελλάδα (– Ελλαδάρα μας!)

Ο ευρών κερδίζει μια σύνθεση του διάσημου γλύπτη Γιώργου Καραμανλή (από πλαστικό) με τίτλο Η ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ

(μας μάρανε…)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2005 | 1 σχόλια
Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2005
Έγκλημα αδιαφορίας!


Πραγματικά, έγκλημα αδιαφορίας!

Με τα Σαββατιάτικα ψώνια βρήκα στο σούπερ μάρκετ το δεύτερο φύλλο του ΔΗΜΟΤΗ.

Είναι η εφημερίδα του συλλόγου των ανθρώπων που φιλοδοξούν να συμβάλλουν αποφασιστικά στην αναμόρφωση του Δήμου Θερμαϊκού.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, η εφημερίδα δεν έχει ΟΥΤΕ ΛΕΞΗ για το υπ΄ αριθμ. 1 πρόβλημα της περιοχής, την επέκταση του αεροδρομίου μέσα στο Θερμαϊκό!

Και τα έργα αρχίζουν στο τέλος Οκτωβρίου!

Καλά κάνουμε και ασχολούμαστε με τις διάφορες γάτες (τα προβλήματα του Δήμου) αλλά όχι και να παριστάνουμε οτι δε βλέπουμε την πεινασμένη τίγρη που έρχεται να κατασπαράξει τον τόπο μας!

Εκτός αν οι φίλοι του ΔΗΜΟΤΗ δεν αξιολογούν ως σοβαρό το πρόβλημα.

Πάντως, είχαν λάβει από μένα ΕΓΚΑΙΡΑ σχετικές "ενοχλήσεις" - περισσότερες από μία φορές.

Δεν θα μπω στον πειρασμό να ερμηνεύσω τα ανεξήγητα, ελπίζω μόνο ότι θα το σκεφτούν καλύτερα και (σύντομα) θα πρωτοστατήσουν κατά της επέκτασης.

Αλλιώς... κρίμα!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2005 | 3 σχόλια
Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2005
Καλόπιστοι Θεατρίνοι


"Οι φασουλήδες του Κατσιπόρα": Εικόνα από το φινάλε

Πάνε τρία χρόνια τώρα, δεν τους είχα δει να παίζουν στη σκηνή, αλλά ήξερα ότι υπάρχουν. Πήγα και τους βρήκα. Είχαν κι ένα ωραίο όνομα για την ομάδα τους: Καλόπιστοι Θεατρίνοι. Ενσωματώθηκα κι εγώ.

Έψαχναν έργο – πολύ δύσκολη φάση: Να ταιριάζουν (αριθμητικά, κατ’ αρχήν) οι ρόλοι με τους διαθέσιμους ηθοποιούς. Να είναι αποδεκτό από όλους /όλες της ομάδας, που σημαίνει να μην θεωρείται προκλητικό ή ακαταλαβίστικο (γι’ αυτό απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων και το καταπληκτικό «Ωραίος και σέξυ» του Γούντυ Άλλεν) Να κάνει κλικ στη Τζένη, την αρχηγό και σκηνοθέτη – και στα παιδιά της ομάδας, ταυτόχρονα.


Τα «παιδιά» – η Δέσποινα, η Βασιλική, η Μαρία, η Μερόπη, ο Βαλάντης, ο Λευτέρης και ο Πάνος. Την άλλη χρονιά ήρθε και η Νατάσσα – και ο Ταξιάρχης, αυτός πραγματικός (συνταξιούχος) ηθοποιός. Κάποιοι ακόμα, ερχόντουσαν και έφευγαν.

Την πρώτη χρονιά διαλέξαμε ένα άγνωστο έργο του Ψαθά (δεν έγινε ποτέ ταινία) – το «Προίκα μου αγαπημένη». Τη δεύτερη, τρία μονόπρακτα. Την τρίτη χρονιά υπήρξε λειψανδρία – και η ομάδα οδηγήθηκε υποχρεωτικά στο γαλλικό «8 γυναίκες», με οχτώ γυναικείους ρόλους. Ευκαιρία λοιπόν για φιλική συμμετοχή σε μια άλλη θεατρική ομάδα, του Πλαγιαρίου, με το περίφημο «Δεσποινίς ετών 39» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου.

Τρία χρόνια, τρεις παραστάσεις, τέσσερις διαφορετικοί ρόλοι: Ο βιομήχανος σάπωνος και αρωμάτων Ιάκωβος Πολυζώης , έδωσε τη θέση του σε δυο Ισπανούς: στον Δον Γκονζάλο («Ηλιόλουστο Πρωινό») και στο Δον Κριστομπίτα («Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα»). Αυτοί άφησαν τη σκυτάλη στον κ. Κρίτωνα Στεφανή, το συνταξιούχο που πήγαινε για γαμπρός της Δεσποινίδος – και ερωτεύτηκε τη χήρα ξαδέρφη της.

Σιγά τα έργα – θα πείτε. Είπαμε, η επιλογή είναι δύσκολος συγκερασμός πολλών παραγόντων. Σαν θεατρικά έργα, πράγματι δε λένε τίποτα το ιδιαίτερο, αλλά το καθένα έχει το κάτι τις του.

Όλα όμως είχαν μια κοινή πορεία: Στην αρχή τα διαβάζαμε γύρω από το τραπέζι. Μετά, ανεβαίναμε στη σκηνή – με τα χαρτιά στα χέρια. Σιγά σιγά μαθαίναμε τους ρόλους, δοκιμάζαμε τις διάφορες σκηνοθετικές ιδέες, κάποιοι πειραματιζόντουσαν, κάποιοι προσπαθούσαν να κάνουν αυτό ακριβώς που τους υπόδειχνε η σκηνοθεσία. Συνεχείς παρεξηγήσεις, καμιά φορά φωνές, πολλές φορές μούτρα – ελάχιστες φορές τρομεροί καυγάδες (που στην επόμενη συνάντηση είχαν ξεχαστεί) Έτσι δεν είναι όλες οι ζωντανές ομάδες; Όλοι ήθελαν να γίνει μια καλή παράσταση – γι αυτό ξεπερνούσαν, έστω και δύσκολα, τον εγωισμό τους (όχι πάντα: ο Θ. έπαιξε στην πρεμιέρα της «Δεσποινίδος» - και μετά, μην τον είδατε!).

Άλλοι έδειχναν μεγάλη ευχέρεια, άλλοι αγκομαχούσαν να βγάλουν από το στόμα τους τρεις ατάκες. Αλλά ποτέ η παράσταση δεν ήταν δουλεμένη όπως έπρεπε, στην πρεμιέρα. Έτσι, τουλάχιστον, μας φαινόταν.

Γιατί το άγχος, η αγωνία, το τρακ είναι πάντοτε στα ύψη – σε όλους!

Απόψε έχουμε παράσταση!

Κάποιοι εθελοντές φτιάχνουν και στήνουν τα σκηνικά. Μισθώνεται φωτιστικός και ηχητικός εξοπλισμός. Οι ηθοποιοί, πίσω από το σκηνικό, περνούν την τελευταία ώρα της δοκιμασίας.

«Δε θυμάμαι τίποτα…»

«Δε μου πάει αυτή η στολή, με παχαίνει πολύ…»

«Έλα να σου κάνω ρυτίδες… Γέρος είσαι στο έργο, πως θα βγεις με τέτοια φράπα;»

«Δε θυμάμαι τίποτα…»

«Για δες, ήρθε κόσμος;»

«Η ψείρα μου δε δουλεύει! Η ψείρα μου δε δουλεύει!! Η ψείρα μου…»

«Που έβαλα το δίσκο με τα φλιτζάνια; Δίσκος με φλιτζάνια;»

«Έλα να πούμε ξανά την πρώτη σκηνή»

«Νερό! Κάποιος να φέρει νερά, σκάσαμε…»

«Δε θυμάμαι τίποτα…»

«Εγώ κατουριέμαι πάλι… Πριν δέκα λεπτά πήγα τουαλέτα…»

Πάντα μπαίνει στα παρασκήνια κάποιος γνωστός – και προξενεί πρόσθετο εκνευρισμό: Οι ηθοποιοί στην τσίτα, ούτε στην Επίδαυρο να έπαιζαν!

«Γιατί καθυστερούμε ν’ αρχίσουμε;»

«Δε θυμάμαι τίποτα…»

«Σκάσε, επιτέλους!»

Κάποια στιγμή, μετά τους απαραίτητους δεκάρικους από τους προέδρους των συλλόγων και άλλους σοβαρούς ανθρώπους, αρχίζουμε. Βαθειά ανάσα – και ορμάς στη σκηνή.

Δε θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη μου εμπειρία στη σκηνή, όπου ο βιομήχανος Ιάκωβος και η γιατρίνα αδερφή του ξεκινούσαν την παράσταση με …χορευτικό! (Ευτυχώς, δε μας πήραν με τις ντομάτες). Ως Κριστομπίτα πάλι, έπρεπε να τραγουδήσω …όπερα!

Σε μια απόλυτη επιβεβαίωση του νόμου του Μέρφυ, σε όλες τις παραστάσεις κάποιος ξεχνάει την ατάκα του, συνήθως σε διαφορετικό σημείο από εκείνο που τον μπέρδευε στις πρόβες ή σε προηγούμενη παράσταση. Όσοι ακούμε πίσω από τη σκηνή δαγκωνόμαστε. Τώρα; Ψυχραιμία! Ατελείωτα δευτερόλεπτα αμηχανίας. Στο τέλος τα πράγματα πάντα μπαλώνονται – κι αν ο ερασιτέχνης ηθοποιός έχει ετοιμότητα ή τον βοηθήσει ο παρτεναίρ του, εννιά στις δέκα φορές οι θεατές δεν παίρνουν χαμπάρι ότι μεσολάβησε πατάτα.

Συνέχεια γίνονται φάλτσα. Ένα ταμπλώ μπαίνει ανάποδα – και το σκηνικό γίνεται άλλα αντ’ άλλων. Οι σκηνές έχουν διαφορετικό μέγεθος, χάνεις τα βήματά σου. Οι προβολείς σε τυφλώνουν και σε αποσυντονίζουν. Κάθε τρεις και λίγο τα παίζει μια ψείρα (το φορητό ασύρματο μικρόφωνο) και δεν ακούγεσαι από κάτω (ή βγαίνεις με κλειστό το μικρόφωνο). Άλλοτε οι πίσω από τη σκηνή μιλάνε δυνατά, με τις ψείρες ανοιχτές – και γίνεται του Κουτρούλη ο γάμος.

Η παράσταση συνεχίζεται.

«Χάλια είμαστε σήμερα…»

«Κι ο κόσμος, ψυχρός ρε παιδί μου…»

«Πως ήμουν; πώς ήμουν;»

«Κοίτα τι πήγα και ξέχασα, η ηλίθια…»

«Γρήγορα, αλλάζεις φόρεμα!»

«Είναι εντάξει η γραβάτα μου;»

«Έλα να βοηθήσεις με το σεντούκι!»

«Μα κοίτα τι πήγα και ξέχασα, η ηλ…»

«Σεντούκιιιι!!»

«Σιγά ρε, έχεις την ψείρα ανοιχτή!»

Κάποτε η παράσταση τελειώνει, μέσα σε θερμά χειροκροτήματα.

Ένας ένας βγαίνει μπροστά, παίρνει το γενναιόδωρο αντίδωρο για το μεράκι και την τέχνη του. Όλοι μαζί τώρα, πιασμένοι απ’ τα χέρια. Μια, δυό, τρεις υποκλίσεις. Η αποθέωση της ομάδας. Έρχονται ανθοδέσμες – από τους κιμπάρηδες συλλόγους για όλους τους ηθοποιούς, από τους άλλους - μία μονάχα. Κάποιος πετάει μια ατάκα, γέλια πάνω και κάτω στη σκηνή. Οι θεατές απομακρύνονται από τις καρέκλες τους, αλλά δε φεύγουν, πολλοί θέλουν να συγχαρούν τους ηθοποιούς.

«Είσαστε καταπληκτικός!»

«Ευχαριστώ πολύ…»

«Μα είσασταν τέλειοι! Απίθανοι!»

«Ευχαριστούμε…»

«Καλύτεροι από επαγγελματίες!»

«Αυτό να λέγεται…»

Δεν υπάρχει ερασιτέχνης που να σνομπάρει αυτές τις φιλοφρονήσεις. Υποθέτω, ούτε επαγγελματίας. Το σανίδι είναι το συνώνυμο του ψώνιου – με την καλή έννοια (ας πούμε…)

Ακολουθεί, συνήθως, τραπέζωμα του θιάσου – από τον φιλοξενούντα σύλλογο. Όλα στα κάρβουνα, κρασιά, μπύρες, σχόλια για την παράσταση, ανέκδοτα, καλαμπούρια. Επιστροφή στην Περαία, (πολύ) περασμένα μεσάνυχτα, με το ίδιο πούλμαν που μας είχε πάρει το απόγευμα.

Περαία, Πλαγιάρι, Νέοι Επιβάτες, Βασιλικά, Νέα Πλάγια, Νεοχωρούδα, Πανόραμα, Κολινδρός, Επανωμή – και άλλα μέρη. Κάποιοι διαθέτουν κλειστές αίθουσες (της Επανωμής, μακράν η κορυφαία) αλλού οι παραστάσεις δίνονται σε ανοιχτά θεατράκια ή αυλές σχολείων. Κάθε παράσταση και μια διαφορετική εμπειρία. Άλλες δυσκολίες – άλλοι άνθρωποι. Η ίδια αγωνία, η ίδια ανακούφιση στο τέλος: αποφύγαμε την καταστροφή - όλα πήγαν καλά.

«Την άλλη φορά, που παίζουμε;»

ΑΥΛΑΙΑ

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2005 | 4 σχόλια
Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2005
Στου κουφού την πόρτα;


Έτος 2026 μΧ. Μόλις έχουν ολοκληρωθεί τα έργα επέκτασης του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης μέσα στο Θερμαϊκό. Όπως ξέρουμε όλοι, την έναρξη των έργων ακολούθησε ραγδαία "ανάπτυξη" της περιοχής. Βλέπετε στην εικόνα, τον Δήμαρχο της μεγάλης και πλούσιας πόλης μας, καθώς πηγαίνει πρωί πρωί στο Δημαρχείο, κάπου ανάμεσα σε Περαία και Νέους Επιβάτες, για να σχεδιάσει το μέλλον.

(Η φωτογραφία είναι του Scott Mutter και βρίσκεται στις σελίδες του American Museum of Photography - μπορείτε να το καλέσετε από τους συνδέσμους. Το κείμενο που ακολουθεί στάλθηκε για δημοσίευση στην εφημερίδα του Δήμου Θερμαϊκού Η ΦΩΝΗ, η οποία ελπίζω οτι δεν θα αρνηθεί να το φιλοξενήσει)


ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΕΡΜΑΪΚΟ:
ΒΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Ή ΜΑΤΑΙΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ;


Σε λίγο θα αρχίσουν τα έργα της επέκτασης του διαδρόμου προσαπογειώσεων 10-28 μέσα στο Θερμαϊκό, αν και η προσφυγή του Δήμου Θερμαϊκού στο ΣτΕ θα εκδικαστεί τον Φεβρουάριο του 2006. Το θέμα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά τους κατοίκους του Δήμου μας, έστω και την ύστατη ώρα.

Το οικολογικό πρόβλημα

Η κίνηση των ρευμάτων του Κόλπου γίνεται προς δύο κατευθύνσεις, εναλλάξ: Για έξι μήνες τα νερά εισέρχονται από Καραμπουρνού, προχωράνε σε Αγία Τριάδα, Νέους Επιβάτες, Περαία, Καραμπουρνάκι, λιμάνι, Καλοχώρι, Δέλτα Αξιού και εξέρχονται στις ακτές Πιερίας – και άλλους έξι μήνες αντίστροφα.

Η κίνηση αυτή μεταφέρει τεράστιες ποσότητες άμμου, τις οποίες η σοφία της Φύσης έχει προνοήσει ώστε να αναπληρώνονται, όταν έρθει η ώρα της αντίστροφης κίνησης των νερών. Έτσι, οι ακτές διατηρούν το φυσικό τους ανάγλυφο και δεν «τρώγεται» η ακτογραμμή.

Αν παρεμβληθεί ένα τεχνητό εμπόδιο μέσα σε αυτό το ζωντανό θαλάσσιο σύστημα (πχ ένα αλιευτικό καταφύγιο) τα αποτελέσματα μπορεί να τα δει με τα μάτια του καθένας από εμάς: Πηγαίνετε στη σκάλα των Νέων Επιβατών, προχωρήστε ως τον παράλληλο στη στεριά άξονά της και παρατηρείστε τις προσχώσεις και από τις δύο πλευρές του έργου.

Θα διαπιστώσετε εύκολα ότι η στεριά έχει ήδη επεκταθεί πολλά μέτρα προς το νερό, σαν ορθογώνιο τρίγωνο από κάθε πλευρά. Σημειωτέον ότι έχει ήδη γίνει στο σημείο αυτό εκσκαφή -απομάκρυνση υλικού, πριν λίγα χρόνια, αλλά φυσικά τα ρεύματα συνεχίζουν να κάνουν αυτό που ξέρουν, χωρίς να υπολογίζουν τις «μελετημένες» ανθρώπινες παρεμβάσεις. Οι όγκοι της άμμου που εναποτίθενται στη σκάλα των Νέων Επιβατών λείπουν από κάπου αλλού, που σημαίνει ότι η πλησίον ακτογραμμή υφίσταται διάβρωση χωρίς καμιά δυνατότητα αποκατάστασης – και αυτό θα συνεχίζεται επ’ αόριστον.

Ακριβώς απέναντι από μας, στην Πιερία, έκαναν και πάλι ένα αλιευτικό καταφύγιο. Επειδή η διάβρωση της ακτογραμμής απείλησε τις κατοικίες, αλλά και τη σιδηροδρομική γραμμή, αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο κατασκευάζοντας λιθορριπές, δηλαδή κάθετους προβόλους από μεγάλες πέτρες στη συνέχεια του αρχικού έργου. Εις μάτην όμως, γιατί η διάβρωση απλώς μεταφέρεται παραδίπλα –και αντιμετωπίζεται με νέες λιθορριπές, ώσπου να φτάσουν κάποτε …στη Θεσσαλονίκη. Το μόνο που κατάφεραν τα «αντιδιαβρωτικά έργα» ήταν να καταστρέψουν αισθητικά και λειτουργικά μια από τις ομορφότερες ακτές της πατρίδας μας.

Φανταστείτε τώρα την οικολογική καταστροφή που περιμένει ολόκληρη την ανατολική ακτή του Θερμαϊκού, μετά την δημιουργία του τεράστιου προβόλου (900 μέτρα μήκος) για την επέκταση του αεροδρομίου. Η «αντιμετώπιση» των συνεπειών προϋποθέτει τεράστια έργα, σε μεγάλη έκταση και από τις δύο πλευρές. Είναι όμως κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι τα έργα αυτά θα αποδειχθούν απολύτως αναποτελεσματικά. Το μόνο που θα καταφέρουν (ίσως) θα είναι να μεταφέρουν τη διάβρωση από την Περαία στους Νέους Επιβάτες, κι αν καταστρέψουμε και τους Νέους Επιβάτες με τεράστιες λιθορριπές και τσιμεντώματα της ακτογραμμής, τότε το πρόβλημα θα πάει στην Αγία Τριάδα. Αντίστοιχα, από την άλλη μεριά, θα υποστούν τις συνέπειες οι ακτές που ανήκουν στους Δήμους Πυλαίας και Καλαμαριάς.

Το οικολογικό πρόβλημα δεν περιορίζεται μονάχα στο θέμα της διάβρωσης και των προσαμμώσεων, αλλά ο χώρος δεν επιτρέπει να επεκταθούμε εδώ στα θέματα του αυτοκαθαρισμού των υδάτων του κόλπου, της ευστάθειας του οικοσυστήματος κλπ.

Το πρόβλημα της θέσης του αεροδρομίου

Η θέση του υπάρχοντος αεροδρομίου αποτελεί εξαρχής λανθασμένη επιλογή. Το ανάγλυφο του εδάφους και τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά της περιοχής έχουν ως αποτέλεσμα τις γνωστές συχνές ομίχλες, οι οποίες δυσχεραίνουν την ομαλή κίνηση των αεροσκαφών. Ακόμα, οι λόφοι που υπάρχουν στη συνέχεια του αεροδρομίου δυσχεραίνουν και ίσως καθιστούν προβληματική τη διαδικασία «τυφλής προσγείωσης» σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές ασφαλείας, τουλάχιστον για τα μεγάλα αεροσκάφη. Αν ισχύει αυτό, τότε θα έχουμε εμείς την τιμή να αναβιώσουμε στον 21ο αιώνα την ιστορία της υδατοδεξαμενής των αρχαίων Αβδήρων.

Δεύτερο στοιχείο που υποδηλώνει την μη καταλληλότητα τη θέσης είναι η γοργή οικιστική επέκταση της Θεσσαλονίκης προς την ανατολική ακτή. Ήδη η περιοχή είναι κατοικημένη και η κάλυψη των κενών χώρων συνεχίζεται με ταχύτατους ρυθμούς. Αν υποθέσουμε ότι θα έρθει στην περιοχή μας και το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, τότε είναι προφανές ότι θα έχουμε πια μια περιοχή με πυκνή δόμηση, ακατάλληλη για να λειτουργεί εκεί ένα πολυσύχναστο αεροδρόμιο.

Ήδη αντίστοιχα αεροδρόμια στη χώρα μας (Ελληνικό, Ηράκλειο) αλλά και στην Ευρώπη μεταφέρθηκαν ή μεταφέρονται σε άλλες θέσεις, έξω από τα οικιστικά σύνολα. Αυτό που είναι προφανές για τους Αθηναίους ή τους Κρητικούς, γιατί να μην είναι και για τους Μακεδόνες;

Η πιεστική οικιστική επέκταση της Θεσσαλονίκης θα κάνει σε λίγα μόνο χρόνια το «νέο» αεροδρόμιο να ασφυκτιά – και τότε θα συζητάμε και πάλι για την ανάγκη δημιουργίας καινούριου αεροδρομίου, σε άλλο σημείο. Μόνο που τότε θα είναι αργά για το Θερμαϊκό.

Η επέκταση θα έχει και μια ακόμα παρενέργεια: Η ευημερία του Δήμου Θερμαϊκού βασίζεται στην ήπια εκμετάλλευση της θαυμάσιας ακτής του, από την Περαία ως την Αγία Τριάδα. Εκατοντάδες επιχειρήσεις, χιλιάδες εργαζόμενοι συντηρούνται από τους Θεσσαλονικείς, αλλά και τους ξένους τουρίστες /επισκέπτες της περιοχής. Η δραματική αισθητική και λειτουργική αλλοίωση της ακτογραμμής με τα αναπόφευκτα «προστατευτικά» έργα, όχι μόνο θα αναστείλει την περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη της περιοχής μας, αλλά θα θέσει σε κίνδυνο και αυτό που ήδη υπάρχει- και πρέπει να το βοηθήσουμε να αναπτυχθεί περαιτέρω.

Ο περιορισμός του χώρου δε μας επιτρέπει να θίξουμε και άλλα σχετικά θέματα, όπως οι πραγματικές επιχειρησιακές –οικονομικές δυνατότητες του «νέου» αεροδρομίου, θέματα ασφαλείας, το τεράστιο ζήτημα της πρόσθετης μόλυνσης από τα καυσαέρια, την ηχορύπανση, τις αναμενόμενες επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων κλπ.

Το πολιτικό πρόβλημα για το Δήμο Θερμαϊκού

Δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος με στοιχειώδη λογική, ο οποίος να υποστηρίζει ενσυνείδητα την επέκταση του αεροδρομίου μέσα στον Θερμαϊκό. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι αυτό ισχύει και για το Δήμαρχο Αντώνη Μαντζάρη.

Ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα και ο Δήμαρχος εγκλωβίστηκε στην κατ’ αρχήν αποδοχή της απόφασης ότι θα γίνει η επέκταση μέσα στον κόλπο. Από τότε κάνει έναν μεγάλο και δύσκολο αγώνα για να πείσει τους υπεύθυνους της κεντρικής εξουσίας να αποδεχθούν το στοιχειώδες αυτονόητο: πρώτα πρέπει να μελετηθούν /αξιολογηθούν /αντιμετωπιστούν οι συνέπειες που θα υπάρξουν για τις ακτές – και στη συνέχεια να ξεκινήσει το έργο.

Δεν υποτιμάμε τη μεγάλη προσπάθεια του Αντώνη Μαντζάρη, αλλά δε μπορεί να μας έχει στο πλευρό του γιατί πιστεύουμε ότι στην πραγματικότητα ουδεμία «εξασφάλιση» ή «εγγύηση» μπορεί να δοθεί – και ο βασικότερος λόγος γι’ αυτό είναι η κίνηση των ρευμάτων του Θερμαϊκού. Αντίθετα, ακόμα κι αν όλα πάνε κατ’ ευχήν και αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις σεβαστούν μέχρι κεραίας τις ανησυχίες – απαιτήσεις του Δημάρχου, ακόμα και τότε το αποτέλεσμα θα είναι καταστροφικό για τον Θερμαϊκό και την ποιότητα ζωής όλων των κατοίκων του.

Όλοι κάποτε βρισκόμαστε στο δίλημμα για το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο ΟΧΙ. Ο δήμαρχος είναι ίσως ο μοναδικός παράγοντας του Δήμου Θερμαϊκού που διαθέτει κύρος, πρόσβαση στα κέντρα αποφάσεων και στα ΜΜΕ, έχει δυνατότητα άμεσης επαφής με τους κατοίκους του Δήμου, αλλά και τους Δημάρχους των γειτονικών περιοχών. Είναι ο καταλληλότερος άνθρωπος για να αναδείξει το θέμα και να τεθεί επικεφαλής της προσπάθειας για να αποτραπεί το έγκλημα που απειλεί να υποβαθμίσει δραματικά τον τόπο που επιλέξαμε να ζήσουμε. Μετά από τόσα χρόνια θητείας στα δημοτικά πράγματα, είναι καιρός να προβληματιστεί και για την ίδια την υστεροφημία του.

Αν το κάνει, προσωπικά δηλώνω δημόσια ότι θα σταθώ στο πλευρό του με όσες δυνάμεις διαθέτω. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα «ξεχάσω» και τα θέματα της τοπικής μας γκρίνιας και κριτικής: σκουπίδια, πεζοδρόμια, αποχέτευση, υποδομές κλπ. Το θέμα του αεροδρομίου είναι τόσο σημαντικό ώστε υπερκαλύπτει τα πάντα.

Αν όμως ο Δήμαρχος επιμείνει στον σκληρό, αλλά άνευ αντικειμένου αγώνα του, ώστε να πάρει κάποιες προφορικές ή γραπτές «διασφαλίσεις», τότε οι δρόμοι μας θα είναι οριστικά αντίθετοι. Εγώ αλλά και άλλοι, θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να αναδείξουμε το θέμα και να ενημερώσουμε όσο μπορούμε καλύτερα τους πολίτες της περιοχής. Θα εξαντλήσουμε κάθε νόμιμο μέσο που μας παρέχει η Ελληνική Δημοκρατία, αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, για να αποτρέψουμε την παράλογη, αντι- αναπτυξιακή, οικολογικά καταστροφική και τεχνικά μη ανατάξιμη επέκταση.

Κείμενα και συζήτηση σχετικά με το θέμα μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, ξεκινώντας από την ιστοσελίδα «Τα μυστικά του Κόλπου» (http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2005 | 3 σχόλια