ι Τα μυστικά του Κόλπου
Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2006
Φύρδην, μίγδην, ΑΡΔΗΝ


(Rubens, the union of Earth and Water)

Κυκλοφόρησε το τεύχος 57-58 του ΑΡΔΗΝ, με το ερώτημα (ρητορικό, για το καλό περιοδικό το οποίο έχει πέσει με τα μούτρα να μπαλώσει την "αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού" από αριστερά): Ήταν Έλληνες οι Βυζαντινοί; Για το θέμα υπάρχουν κείμενα των Καραμπελιά, Σβορώνου, Ζιάκα, Παπαϊωάννου, Όλερ, Ράνσιμαν και Κοντογιώργη. Στο παρόν ποστ, θα σχολιάσουμε το απόσπασμα του ιστορικού Νίκου Σβορώνου. Στο διαδίκτυο θα το βρείτε ΕΔΩ

* * *

Νίκου Σβορώνου, Το Ελληνικό έθνος, γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού, πρόλογος Σπύρου Ασδραχά, Εκδόσεις “Πόλις” Αθήνα 2004, σσ. 58-70.

Η αμεσότερη επαφή με την αρχαία ελληνική δημιουργία που παρατηρείται τον 10ο και τον 11ο αιώνα, ύστερα από την "αναγέννηση" του 9ου αιώνα, αποτέλεσμα της πνευματικής αναταραχής που προκάλεσε η εικονομαχία, αρχίζει βέβαια να ξανασυνδέει* στη συνείδηση μερικών από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους της κίνησης αυτής το πολιτιστικό παρόν με την ελληνική παράδοση.

[*ξανασυνδέω = ενώνω κάτι που έχει διακοπεί, που έχει χάσει τη συνέχειά του. Ο Σβορώνος μιλάει για τον 10ο και 11ο αιώνα, οπότε άρχισε η «επανασύνδεση». Η διακοπή, από πότε χρονολογείται;]

----

Η έννοια Έλλην-ελληνικός, χωρίς να πάψει να σημαίνει κυρίως τον ειδωλολάτρη*, αρχίζει να ξαναποχτά για μερικούς το πολιτιστικό της περιεχόμενο.

[*Έλλην = κυρίως ο ειδωλολάτρης, ακόμα και στον 11ο αιώνα. Που σημαίνει ότι οι «μερικοί» ήταν πράγματι λίγοι – και ανίσχυροι]

----

Ήδη στον Φώτιο, καθαρότερα στους ανθρωπιστές του 11ου αιώνα με κύριο εκπρόσωπο τον Ψελλό, διακρίνουμε καθαρά μια σταθερή προσπάθεια αποκατάστασης της καταδικασμένης ως τα τότε ελληνικής παιδείας και γενικότερα της ελληνικής σκέψης*, με την προβολή των στοιχείων εκείνων που όχι μόνο δεν αντίκεινται στη χριστιανική πίστη αλλά κατά κάποιον τρόπο την προετοίμαζαν**.

[*Μπα, ώστε ήταν καταδικασμένη ως τον 11ο αιώνα η ελληνική παιδεία και η ελληνική σκέψη; Έτσι λέει ο Σβορώνος! Η αλήθεια είναι πως η ελληνική παιδεία και σκέψη παρέμεινε καταδικασμένη – με έργα, όχι μόνο με λόγια – για πολλούς αιώνες ακόμα, όσο ήταν στο χέρι της καθεστωτικής Ορθοδοξίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα, σε πρώτη ζήτηση.

* * Οι λόγιοι που κυκλοφορούσαν γύρω από το Παλάτι και τα αξιώματα που μοίραζε, φυσικά και θα πρόβαλαν εκείνα τα στοιχεία που υποτίθεται ότι κλπ. Σε αντίθετη περίπτωση, θα τους έτρωγε το μαύρο σκοτάδι]
.

----

Η αποκατάσταση όμως αυτή της ελληνικής παιδείας, που ξεχωρίζεται από την ελληνική θρησκεία, δεν μπορεί ακόμα να επιβληθεί γενικά* Η ελληνική παράδοση δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα ως προγονική κληρονομιά** Εξακολουθεί να προκαλεί την αντίδραση της μεγάλης μερίδας των βυζαντινών λογίων και κυρίως του ορθόδοξου κλήρου, που υποστηρίζεται από το επίσημο κράτος.*** Οι περισσότεροι από τους αντιπροσώπους της αναγεννητικής αυτής κίνησης, ο Λέων ο Μαθηματικός (9ος αι.), ο Φώτιος (9ος-10ος αι.), ο Ψελλός (11ος αι.) και άλλοι κατηγορούνται ως ελληνίζοντες και μάγοι και υποχρεώνονται να απολογηθούν και να τονίσουν όχι μόνο την απόσταση που χωρίζει τη χριστιανική πίστη από την ελληνική σκέψη, αλλά και την ανωτερότητα του δικού τους βυζαντινού χριστιανικού πολιτισμού,**** που στηρίζεται στην αλήθεια, εν σχέσει με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που, παρά τη θαυμαστή του λαμπρότητα της έκφρασης, εκήρυττε ψεύτικα ιδεώδη.*****

[* ένα το κρατούμενο

** δύο τα κρατούμενα

*** τρία τα κρατούμενα

**** του δικού τους βυζαντινού χριστιανικού πολιτισμού, βεβαίως!

***** εδώ γελάνε, όχι με το Σβορώνο, αλλά με τους θαυμαστούς «λογίους» της εποχής που περιγράφει]


----

Το επίσημο λοιπόν αυτό πολιτιστικό ρεύμα, που κατευθύνεται από τους αυλικούς και γενικότερα από τους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και μερικών άλλων μεγάλων κέντρων της Αυτοκρατορίας και απευθύνεται σε έναν περιορισμένο κύκλο γαιοκτημόνων-αξιωματούχων της Αυτοκρατορίας και της εκκλησίας*, με ποικίλη εθνολογική προέλευση, εκφράζει κατά πρώτο λόγο, με το περιεχόμενο του, τον οικουμενικό και χριστιανικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας.**

[* ο κύκλος της Εκκλησίας, γιατί ήταν «περιορισμένος»;

** η αυτοκρατορία είχε «οικουμενικό και χριστιανικό χαρακτήρα», για κάμποσους αιώνες ήδη. Κατά τον Σβορώνο, υπάρχει μια κίνηση Ελλήνων λογίων – που τα μασάνε κιόλας, όταν ζορίζονται – από τον 11ο αιώνα]


----

Συνοψίζοντας σε ένα γενικότατο διάγραμμα την ως εδώ εξέλιξη του Ελληνισμού διακρίνουμε στην εξέλιξη τούτη δύο κύριες κατευθύνσεις. Πρώτα-πρώτα μια σταθερή πορεία προς την ενότητα: συγχώνευση των διαφόρων ελληνικών φύλων με τα αυτόχθονα στοιχεία της κυρίως Ελλάδας και των νησιών της*, είσοδος στο πανελλήνιο τούτο σύνολο νέων βορειοτέρων λαών περισσότερο ή λιγότερο συγγενικών**, στενότερος σύνδεσμος των διαφόρων ελληνικών ομάδων που βρίσκονται ήδη από την αρχαιότητα διασκορπισμένες στα διάφορα σημεία της Ανατολής. Η πορεία προς την ενότητα δεν διακόπτεται με την εξάπλωση του Ελληνισμού σε όλο και μεγαλύτερους χώρους, γιατί συνοδεύεται με τον εξελληνισμό ενός μεγάλου μέρους των ξένων εθνολογικά λαών, που ανάμεσά τους εγκαταστάθηκε ο Ελληνισμός, και με μια όλο και πιο βαθειά πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ενότητα. Η πορεία τούτη οδήγησε στη δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού λαού, μιας ελληνικής εθνότητας, με συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας***.

[* τα οποία «ελληνικά φύλλα» είχαν να αντιληφθούν τον εαυτό τους ως τέτοια κάποιους αιώνες – μην το ξεχνάμε αυτό.

** «νέοι» λαοί, περισσότερο ή λιγότερο συγγενικοί; Τι θα πει αυτό;

*** διάφορα ελληνικά φύλλα + αυτόχθονα στοιχεία της κυρίως Ελλάδας και των νησιών + νέοι βορειότεροι λαοί περισσότερο ή λιγότερο συγγενικοί + ένα μεγάλο μέρος εξελληνισμένων ξένων εθνολογικά λαών ---> όλοι μαζί πορεύονται προς τη «δημιουργία ενός ενιαίου ελληνικού λαού, μιας ελληνικής εθνότητας, με συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας». Όπερ έδει δείξε!]


----

Έπειτα από την εμφάνιση μιας οικουμενικής τάσης, που αρχίζει να εμφανίζεται από την ελληνιστική εποχή, αναπτύσσεται κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και κυριαρχεί με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η ιδέα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο Χριστιανισμός που συνδέουν τώρα τον Ελληνισμό με τους άλλους λαούς που συγκροτούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, προκαλούν ένα σοβαρό ρήγμα στη συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας*, ρήγμα που φαίνεται καθαρότερα στον επίσημο πολιτισμό της Αυτοκρατορίας**, που, παρ' όλο το ελληνικό του υπόστρωμα***, θέλει να εκφράσει την οικουμενικότητα της Αυτοκρατορίας****, και που το πολιτιστικό χάσμα**** που τη χαρακτηρίζει, τον απομακρύνει όλο και περισσότερο από τις λαϊκές του ρίζες. Η αυτοκρατορική και χριστιανική αυτή οικουμενικότητα αναστέλλει για κάμποσους αιώνες την ανάπτυξη στον λαό αυτό, ή στην εθνότητα αυτή, μιας εθνικής συνείδησης και τη μεταβολή της σε τελειωμένο έθνος,****** δεν είχε όμως διασπάσει την ενότητα του ως λαού, ως εθνότητας.

[* όταν το λέω εγώ αυτό, δεν ακούγεται σοβαρό στα αυτιά ορισμένων. Να τώρα, που το γράφει ο Σβορώνος, τον οποίο αφελώς επικαλούνται οι «ορισμένοι» ως κορυφαίο υποστηρικτή της ελληνικής …διαχρονίας. Όταν γράφει «ρήγμα» και μάλιστα «σοβαρό» - πως θα το εννοήσουμε τάχα;

** ρήγμα= διακοπή της συνέχειας

*** μη λέμε και ό,τι θέλουμε: είκοσι (20) λαοί αποτελούσαν την αυτοκρατορία!

**** στη βάση της οικουμενικότητας της Ορθοδοξίας, για να είμαστε ακριβείς

***** πολιτιστικό χάσμα, λέει, χώριζε την επίσημη αυτοκρατορία και τη θρησκεία της από το λαό! Προσέξτε, δεν το γράφει ο ταπεινός ιστολόγος των «μτΚ» – το μπουμπουνίζει φαρδιά πλατιά κοτζάμ Σβορώνος!

****** η κοσμική και η χριστιανική εξουσία αναστέλλουν για «κάμποσους αιώνες» την ανάπτυξη μιας εθνικής συνείδησης, μας λέει ο Σβορώνος – για να μας προβληματίσει στη συνέχεια ισχυριζόμενος πως παρ’ όλα αυτά δεν είχε διασπαστεί η ενότητα της ελληνικής «εθνότητας». Περιμένουμε με ενδιαφέρον να το τεκμηριώσει, γιατί με βάση όσα ο ίδιος έχει γράψει ως τώρα, η τελευταία του διαπίστωση φαντάζει ως απόλυτο παράλογο]


----

Πράγματι, η εθνολογική διάκριση ανάμεσα στους διαφόρους λαούς-εθνότητες της Αυτοκρατορίας, έστω και λόγω των γλωσσικών τους διαφορών, που για τους συγχρόνους ήταν δείγμα περισσότερο ή λιγότερο εθνολογικών διαφορών, δεν είχε πάψει να υφίσταται.* Τα παραδείγματα αφθονούν. Απλή ανάγνωση των Βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων –το παράδειγμα του περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου είναι αρκετό– δείχνει τις εθνολογικές αυτές διακρίσεις.**

[* πολύ φυσικό, αλλά οι γλωσσικές διαφορές δεν είναι επαρκής τεκμηρίωση…

** υποθέτω πως στη συνέχεια θα μας παραθέσει κάποιο από τα άφθονα παραδείγματα]


----

Οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δίπλα στο κοινό όνομα Ρωμαίος (Ρωμιός), που δίνεται σε όλους του υπηκόους της Αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από εθνολογική προέλευση, χρησιμοποιούν ήδη από τον 6ο αιώνα τον όρο Γραικός, παλαιό όνομα των Ελλήνων, όταν θέλουν να δηλώσουν την ελληνική τους εθνότητα και να διακριθούν από τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας.*

[* ως εθνικό ή ως γεωγραφικό προσδιορισμό τον χρησιμοποιούν; Σε ποιες επαρχίες της αυτοκρατορίας; Να διακριθούν από τους μη ελληνικούς ή τους μη ελληνόφωνους πληθυσμούς; Πόσο διαδεδομένο είναι αυτό;]

----

Τον όρο Γραικός τον βρίσκουμε στον ιστορικό Πρίσκο (6ος αι.), που αναφέρει ότι κάποιος που μιλάει ελληνικά θεωρείται «Γραικός το γένος», στον Προκόπιο, που τον χρησιμοποιεί δίπλα στον όρο Έλλην για τους κατοίκους της Ελλάδας, στον Ησύχιο που ερμηνεύει «Γραικός, Έλλην», στον Θεόδωρο Στουδίτη, στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αι.), στον Κεδρηνό και σε άλλους. *

[* Πολύ απότομα πηδήξαμε από τον 6ο στον 10ο αιώνα… Αν αυτή είναι όλη κι όλη η απόδειξη του ισχυρισμού ότι διατηρήθηκε η ενότητα των Ελλήνων «ως λαού, ως εθνότητας» - πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν είναι καθόλου επαρκής και πειστική]

----

Στους μεταγενέστερους ιστορικούς ο όρος απαντά συχνότερα. Άλλωστε ο ίδιος ο όρος Έλλην, αν είχε χάσει την εθνολογική του σημασία για τους λογίους, είναι πολύ πιθανόν ότι διατηρήθηκε, δίπλα στον όρο Ρωμαίος, στον ελληνικό λαό, όπως φαίνεται από μερικά δημοτικά τραγούδια, που, μολονότι δεν είναι αρχαιότερα από τον 15ο αιώνα, μπορούν να απηχούν παλαιότερες καταστάσεις.* Ιδιαίτερα ο όρος φαίνεται να διατηρήθηκε στους κατοίκους της Ελλάδας, η οποία κράτησε άλλωστε το όνομα της ως όνομα γεωγραφικής ενότητας, και στην οποία το όνομα ελλαδικός που δίδεται στους κατοίκους ήδη πριν από τον 6ο αιώνα, υπενθυμίζει την ελληνική τους καταγωγή**• ακόμη, σε περιοχές όπως τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, και κυρίως τα παράλια του Πόντου***, όπου η ανάμνηση της ελληνικής καταγωγής των κατοίκων τους έμεινε ζωντανή.

[* ένα «πολύ πιθανόν» και στη συνέχεια ένα «μπορεί»… Με τέτοιες παραδοχές, η «απόδειξη» της ελληνικής διαχρονίας είναι παιχνιδάκι!

** για να πω την αμαρτία μου, δεν θυμάμαι ποιος, πότε και για πόσο διάστημα στα βυζαντινά χρόνια ονόμαζε ποια ακριβώς γεωγραφική ενότητα «Ελλάδα» - εκτός αν ο Σβορώνος εννοεί τη λαϊκή παράδοση, που είχε μυθοποιήσει τους «Έλληνες», τάχα ως υπεράνθρωπους.

*** για την ακρίβεια, τα παράλια του Πόντου ήταν η μόνη πάλαι ποτέ ελληνική περιοχή όπου διατηρήθηκε, κατά κάποιον τρόπο, η παλαιά ελληνικότητα – κυρίως για γεωγραφικούς λόγους. Ως εξαίρεση, που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Και εκεί όμως η ελληνική σκέψη υποκαταστάθηκε από τη χριστιανική. Ακόμα και σήμερα, οι Πόντιοι είναι οι ευλαβέστεροι των Ορθοδόξων, γιατί έχουν ταυτίσει την ελληνικότητά τους με την Ορθοδοξία περισσότερο από τα άλλα ελληνικά φύλλα, πολλά από τα οποία ρέπουν αυθορμήτως προς τον …γνωσιολογικό αναρχισμό]


----

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος διακρίνει εθνολογικά τους κατοίκους της Μάνης από τους γείτονες Σλάβους του Ταϋγέτου και ξέρει ότι κατάγονται «εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων», και, ακόμη, ότι στην εποχή του «παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται», γιατί σε παλαιότερα χρόνια ήταν ειδωλολάτρες «κατά τους παλαιούς Έλληνας».* Ο ίδιος, μιλώντας για το θέμα Παφλαγονίας και το «έθνος» των Παφλαγόνων, διακρίνει τις παραθαλάσιες πόλεις (Σινώπη Αμάσεια, Τήιον και Αμινσός), για τις οποίες γράφει: «Ελληνίδες εισί πόλεις και Ελλήνων άποικοι». Το θέμα Χαλδαίας και η Τραπεζούς «Ελλήνων εισί άποικίαι».** Ας προστεθεί, ακόμα, ότι η γλώσσα που μιλούν οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας δεν έπαψε να ονομάζεται ελληνική.

[* οι οποίοι δεν υπάρχουν πια, μας λέει ο Πορφυρογέννητος – για όποιον δεν κατάλαβε

** Φυσικά Ελλήνων, αλλά δε βλέπω τη σχέση που έχει αυτή η αναφορά με την απόδειξη της «ενότητας των Ελλήνων ως λαού και εθνότητας»]


----

Η χρήση αυτή του όρου Έλλην με την εθνολογική του σημασία και η κάποια ταύτιση του όρου Ρωμαίος με τον όρο Έλλην θα γενικευθούν στους κατοπινούς αιώνες. Από τους ελληνιστικούς λοιπόν χρόνους, και κυρίως από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ύστερα στο Βυζάντιο, η εξάπλωση του αρχαίου Ελληνισμού στην Ανατολή και η συνεχής αφομοίωση ξένων στοιχείων, εθνολογικών και πολιτιστικών, καταλήγει στον σχηματισμό μιας νέας ιστορικής σύνθεσης*, με διαφορετικές εθνολογικές αναλογίες** και διαφορετικό συνειδησιακό περιεχόμενο***, στον μεσαιωνικό ή βυζαντινό Ελληνισμό****.

[* ένα

** δύο

*** τρία

**** άλλη σύνθεση + άλλες εθνολογικές αναλογίες + διαφορετικό συνειδησιακό περιεχόμενο = βυζαντινός Ελληνισμός. Βυζαντινός ναι, ελληνισμός όχι. Ελληνισμός είναι μονάχα αν θέλουμε να τον βαφτίσουμε έτσι με το ζόρι – για να στηρίξουμε, τάχα, τη διαχρονία, που οδηγεί τους ιστορικούς στη δύσκολη θέση να επισημαίνουν σωστά την εξαφάνιση της κλασσικής ελληνικότητας, για να μας πουν στη συνέχεια ότι την αντικατέστησε απλώς η βυζαντινή ελληνικότητα]


----

Οι διαφορές αυτές, που τονίζονται άλλωστε από τον ίδιο τον βυζαντινό Ελληνισμό, ως το σημείο που να ξεχωρίσει ο ίδιος τον εαυτό του από τον αρχαίο, να απαρνηθεί το ίδιο του το όνομα και να διακόψει στη συνείδηση του την πολιτιστική του συνέχεια,

[* στα απλά ελληνικά: οι ίδιοι οι βυζαντινοί θεωρούσαν πως δεν είναι Έλληνες – κάτι που προσπαθούν εδώ και καιρό να τους το φορτώσουν με το ζόρι οι φίλοι του ΑΡΔΗΝ!]

----

επιβάλλουν βέβαια την ποιοτική διαφοροποίηση του μεσαιωνικού Ελληνισμού από τον αρχαίο (το επίθετο μεσαιωνικός δεν εκφράζει εδώ μόνο μια χρονολογική, αλλά και κάποια ποιοτική διαφορά). Όμως τα στοιχεία της αδιάκοπης πολιτιστικής και ως ένα σημείο της εθνολογικής συνέχειας,* που, έστω και λανθάνοντα στη συνείδηση του**, υπάρχουν και δρουν στην πραγματικότητα (το πιο χειροπιαστό είναι η ελληνική γλώσσα)***, εμποδίζουν να δούμε στον μεσαιωνικό Ελληνισμό έναν νέο λαό, μια καινούργια εθνότητα, άσχετη, ή με κάποια μόνο μακρινή σχέση με τον αρχαίο Ελληνισμό, αλλά μας κάνουν να βλέπουμε σε αυτόν μια νέα φάση του ίδιου λαού, που με την ενηλικίωση αλλάζει τη φυσιογνωμία του****.

[* από πού κι ως που αδιάκοπη πολιτιστική συνέχεια; Ο ελληνισμός έχασε τους ναούς του, τα αγάλματά του, τις βιβλιοθήκες του, τους δήμους του, τους αθλητικούς του αγώνες, τη θεατρική του ζωή. Κράτησε βέβαια πολλά από τα στοιχεία της δεισιδαιμονίας και του παγανισμού, προσαρμοσμένα ή λανθάνοντα μέσα στη χριστιανική υποχρεωτικότητα. Αλλά δεν αρκούν αυτά για να μιλάμε για «αδιάκοπη πολιτιστική συνέχεια»… Όσο για την εθνολογική συνέχεια, ο ίδιος ο Σβορώνος την έχει ουσιαστικά απορρίψει, λίγες αράδες παραπάνω. Το «ως ένα σημείο» είναι το ανάλογο του «ολίγον έγκυος». Η εθνολογική συνέχεια υπάρχει ή δεν υπάρχει - και η επιστημονική ακρίβεια επίσης.

** λανθάνοντα= οι άμεσα ενδιαφερόμενοι δεν κατανοούσαν την προέλευσή τους, δηλαδή – την ξέρουμε όμως εμείς οι …ξύπνιοι!

*** την οποία μιλούσε και έγραφε κάθε καρυδιάς καρύδι – για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν ήδη διεθνής γλώσσα, από τα ελληνιστικά χρόνια. Ακόμη και τα λατινικά των κυρίαρχων Ρωμαίων δε μπόρεσαν να την εκτοπίσουν από την ανατολική Μεσόγειο. Η συνέχειά της στα βυζαντινά χρόνια ήταν λογική και αναμενόμενη και βέβαια δεν αποδεικνύει απολύτως τίποτα σε σχέση με την «ελληνική διαχρονία»

**** Θυμίζω ότι μιλάμε για τους Έλληνες, έναν από τους είκοσι (20) λαούς της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – στην οποία εξέχοντα ρόλο έπαιξαν και άλλοι λαοί, τους οποίους στο παρόν κείμενο του Σβορώνου τους τρώει η ιστορική μαρμάγκα]


----

0 ίδιος αυτός λαός, η ίδια αυτή εθνότητα, όταν οι νέες συνθήκες θα προκαλέσουν το προοδευτικό αδυνάτισμα της Αυτοκρατορίας, ως τη διάλυση της, και κατά συνέπεια την υποχώρηση της οικουμενικής χριστιανικής ιδέας,* θα αρχίσει να παίρνει συνείδηση του εαυτού του και της ιστορικής του συνέχειας, να ξανασυνδέεται με τον αρχαίο Ελληνισμό** και, γεφυρώνοντας το πολιτιστικό του χάσμα, να δημιουργεί ξανά*** έναν πολιτισμό με λαϊκές ρίζες, με έναν λόγο να δημιουργεί ελληνική εθνική συνείδηση.

[* για την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης τουλάχιστον, η οικουμενικότητα παραμένει ως είχε: πολιτικό και ιδεολογικό πτώμα μεν, αλλά πάντα παρούσα!

** διάβαζε: να δημιουργείται ο βολικός για πολλούς (και για την Ορθοδοξία, πρώτα και κύρια) μύθος της αδιάσπαστης συνέχειας, ο οποίος ήρθε να επουλώσει κατά κάποιον τρόπο τα κόμπλεξ και τη δυσανεξία του Έλληνα γι’ αυτό που έχει και αυτό που (νομίζει ότι) του χρωστά η ανθρωπότητα και η ιστορία

*** ο ιστορικός δε μπορεί να ξεφύγει από την αλήθεια της γλώσσας, για μια ακόμα φορά. Να δημιουργεί ξανά = να δημιουργεί όχι σε συνέχεια, αλλά εξαρχής].


-------

Αυτά «γράφει» ο Νίκος Σβορώνος στο ΑΡΔΗΝ, σας τα παραθέτω μαζί με τα δικά μου σύντομα σχόλια – τα οποία φυσικά δεν απαρτίζουν μια ολοκληρωμένη θέση. Για το θέμα υπάρχουν ήδη σχετικά ποστ στα «μτΚ» - κι αν είμαστε καλά θα υπάρξουν και άλλα στο μέλλον.
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2006 |


5 Comments:


  • At 1:58 π.μ., Blogger Big Fat Opinion

    Υψηλού επιπέδου σχόλια! Επιτέλους λίγη σοβαρή κριτική σε αυτό τον τόπο.

    Ε, ω, ααα συγνώμη, λάθος ιστολόγιο!

    ;-)

     
  • At 9:58 μ.μ., Anonymous Γιάννης Τ.

    Πάνο,
    νομίζω ότι στο τεύχος αυτό του Άρδην, σελ. 53 υπάρχει μια ερώτηση που αξίζει να τίθεται σε όσους λεν ότι υπήρξε διακοπή της συνέχειας κάπου εκεί στον 6ο αι. και έχουμε ξανά επανεμφάνιση του Ελληνισμού τον 12ο ή τον 9ο (διίστανται οι γνώμες) αιώνα: "αν όντως δεχθούμε ότι έως τον Ιουστινιανό η σχέση με την παλαιά Ρώμη παραμένει ουσιώδης και μετά τον 10ο ή 11ο αιώνα τα ελληνικά στοιχεία γίνονται κυρίαρχα, τι άραγε μένει από αυτό το "Ανατολικό" Βύζάντιο; Μήπως οι δύο ή τρεις "σκοτεινοί αιώνες" που ακολουθούν τις αραβικές κατακτήσεις και η εικονομαχία;

    Πέρα απο το ερώτημα αυτό υπάρχουν και τα εξής:
    I)Τι συνέβη τον 9ο ή 12ο αι.;
    επαναστάτησαν οι Έλληνες και κατέλαβαν την εξουσία της αυτοκρατορίας; μήπως θα πούμε ότι επειδή υπήρξαν μη ελληνικής καταγωγής (Αρμένιοι, Σύροι) αυτοκράτορες, δεν ήταν ελληνική; Αν ναι, τότε και το "Βασίλειον της Ελλάδος" με τον Όθωνα δεν ήταν ελληνικό, αφού το μόνο ελληνικό ήταν η ονομασία του.

    II) οι Έλληνες είχαν διαλυθεί ώς τότε (9ος-12ος αι) στον πολτό της αυτοκρατορίας, αλλά επειδή κάποιοι λόγιοι άρχισαν να ξανααντιγράφουν τα αρχαία χειρόγραφα, σκέφτηκαν μερικοί του διαλυμένου και εντελώς σκορπισμένου μέσα στην Αυτοκρατορία λαού "αρχίζουμε να νοιώθουμε έλληνες" (κι όλα αυτά τη στιγμή που ο εκχριστιανισμός των Σλάβων της Ελλάδας μόλις είχε ολοκληρωθεί, οπότε υπήρχε ανομοιογένεια, η οποία έκανε την επανεμφάνιση "ελληνισμού" δυσκολότερη);

    III) ως προς την άποψη περί διακοπής της ελληνικότητας σκοτεινών αιώνων, αλήθεια, σε ποιον αιώνα ζούσε ο Δαμασκηνός ή ο Μάξιμος, πώς μορφώθηκαν και γιατί στο έργο τους υπάρχει -πέραν της βιβλικής σκέψης - ελληνικότητα κι όχι αραβικότητα ή αρμενικότητα ή λατινισμός ή σλαβικότητα; Γιατί λ.χ. ο Πισίδης θέλοντας να συγκρίνει τα κατορθώματα του Ηράκλειου, στις αρχές του 7ου αι. (όταν, βεβαίως, υποτίθεται ότι οι κάτοικοι του κράτους αυτού έχουν συνείδηση... βυζαντινή) ψάχνει στον Πλούταρχο και σ' άλλους; Γιατί όχι στην Παλαιά Διαθήκη ή στο Βιργίλιο;

    IV) η πολυφυλετική Ρωσσική αυτοκρατορία ήταν ένα κράτος όπου ισότιμα αναπτύσσονταν κι εκπροσωούνταν οι υπόλοιποι λαοί, ή δεν μπορούμε να την αποκαλέσουμε "ρωσσική" επειδή ζούσαν 1000 καρυδιών καρύδια εκεί; Η Βρεττανική; «Στο σύνολο των διάφορων λαών που αποτελούν το Βυζάντιο πρέπει να ξεχωρίσουμε εκείνους που το διαποτίζουν πολιτιστικά από εκείνους που γεωγραφικά μονάχα ανήκουν σ’ αυτό. Να βάζουμε σε ίση μοίρα τους Έλληνες και τους άξεστους χωριάτες της Ισαυρίας ή τους φελάχους της ερήμου ή ακόμη τους Σύρους και τους Αρμένιους και να λέμε πως Βυζάντιο είναι η συνισταμένη των λαών αυτών, είναι ισχυρισμός πλανεμένος και αστήριχτος» (Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Πανεπιστημίου Καίμπριτζ, ελλ. εκδ. Μέλισσα, σ. 1,2). «Αλλά οι Αρμένιοι, οι σημαντικότεροι από τους «ξένους» που ανήλθαν στον βυζαντινό θρόνο, αν και σε ποικίλλοντα βαθμό προσηλωμένοι στους εθνικούς τους χαρακτήρες, έδρασαν ως Βυζαντινοί και όχι ως Αρμένιοι και στις κυριότερες εκφάνσεις του έργου τους θα ήταν αδύνατον να απομονωθούν σημαντικά πολιτιστικά στοιχεία, αρμενικής μάλλον παρά βυζαντινής προελεύσεως. Με τον ίδιο τρόπο, όταν βυζαντινοί τεχνίτες υιοθετούσαν διακοσμητικά στοιχεία αρμενικής, αραβικής ή περσικής προέλευσης, το τελικό έργο τέχνης δεν αποκτούσε εξ αιτίας αυτού αρμενικό, αραβικό ή περσικό χαρακτήρα, αλλά παρέμενε βυζαντινό ως προς το πνεύμα και την εκτέλεση» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε.,τ. Ζ’, σ. 309). = τα περί πολυφυλετικότητας στο Βυζάντιο, ώστε να αποδειχθεί μη ελληνικό έχουν τόση αξία, όσο να αποκαλέσουμε... τον Σβατζενέγκερ, κυβερνήτη της Καλιφόρνιας (Αυστριακό γεννηθέντα στην Αυστρία), "μη Αμερικάνο", και βεβαίως την Καλιφόρνια "Αυστριακή πολιτεία κάπου δίπλα στο Τυρόλο".

    V)ήταν κι ένοιωθαν κατεκτημένοι οι Έλληνες της βυζαντινής εποχής, ώστε να μην νοιώθουν το κράτος αυτό δικό τους; Υπήρχε κάποια κάστα ξένων εισβολέων που κράτησε (έστω) ώς τον 11ο αιώνα την εξουσία; Ή - όπως είναι σωστό- την εξουσία μπορούσε (όχι φυσικά, δημοκρατικά) να την αποκτήσει οποιοςδήποτε Ορθόδοξος (τα περί αποκλεισμού λόγω μη αποδοχής της επικρατούσας θρησκείας από τα δημόσια αξιώματα ακούγονται πολύ συγκινητικά για εμάς σήμερα, αλλά το ίδιο έκαναν και στην Αθήνα, βλ. Αριστοτέλη, Αθηναίων πολιτεία, 55)πολίτης ενός ελληνικού (στην πλειοψηφία του, μετά τα 650 μΧ) κράτους;

    VI) αυτοι οι παράξενοι βυζαντινοί (έστω και στο διάστημα ώς τον 9ο αι.) αλήθεια ήταν ο λαός φάντασμα που εξαφανίστηκε τον 11ο αιώνα για να παραχωρήσει ευγενικά τη θέση του στον νεοελληνικό; Μήπως επαναστάτησαν οι.. Χαμουτζίδες (Κατωτικοί) εναντίων των Σμυρνιών, Ποντίων, Καππαδοκών, Κωνσταντινοπολιτών εξουσιαστών τους; Ήταν η ηγετική τάξη... φερμένη από τη Ρώμη; Τι γινόταν λοιπόν σχετικά με όσους απ' τον λαό έπαιρναν αξιώματα; Μόλις οι ίδιοι άνθρωποι (Έλληνες) περνούσαν την πύλη του Παλατιού ή του Πατριαρχείου, έχαναν την ελληνικότητά τους (με οποιαδήποτε μορφή κι αν την είχαν αυτήν, προ της εισόδου τους στο Παλάτι) και γινόντουσαν «Βυζαντινοί»; Μυστηριώδη πράγματα, λοιπόν, πάθαινε κάθε Έλληνας μόλις περνούσε τις πύλες του επίσημου Βυζαντίου και γινόταν τμήμα του. Θα κάνει κάποιος συγκρίσεις με τους γενίτσαρους παρομοιάζοντας την παραπάνω κατάσταση με τους εξισλαμισμένους που γίνονταν Οθωμανοί αξιωματούχοι. Πάλι λάθος είναι κι αυτό. Οι άνθρωποι που αποκτούσαν τα αξιώματα του Βυζαντίου, στο Παλάτι και στην Εκκλησία, δεν άλλαζαν τίποτε (γλώσσα. θρησκεία. συνείδηση, έθιμα κ.ά.) από την (προ της εισόδου τους στο π.χ. Παλάτι) ταυτότητά τους, όπως άλλαζαν αυτοί που εξισλαμίζονταν (θρησκεία, έθιμα και εθνική ταύτιση). Παρέμεναν οι ίδιοι, όμοιοι με τους υπόλοιπους του «μη επίσημου Βυζαντίου» (Εκτός κι αν ο Μωάμεθ είχε σκοπό να εγκαθιδρύσει καμμία ελληνομουσουλμανική αυτοκρατορία, απλώς "ξέχασε", εντελώς τυχαία φυσικά, να θέσει σε ίσο καθεστώς τους Χριστιανούς, ώστε να έχουν όλοι, Έλληνες Ορθόδοξοι μαζί με τους Τούρκους Μουσουλμάνους, πρόσβαση στην εξουσία). Αλλά αφού στεγανά δεν υπήρχαν μεταξύ λαού-ηγετικής τάξης, αφού έχουμε το ίδιο όνομα με αυτούς, Ρωμιοί-Ρωμαίοι (δε νομίζω να αμφισβητείται ότι το όνομα έλληνας δεν υπάρχει παρά ελάχιστες φορές σε λαϊκά τραγούδια, σε αντίθεση με το Ρωμαίος-Ρωμηός: Ή μήπως οι Ρωμηοί της Τουρκοκρατιας δεν ήταν Έλληνες;), η ταυτότητα είναι προφανής.

    VII) έθνος υπάρχει μόνο όταν έχει συνείδηση του εαυτού του; Αλήθεια, αν ρωτούσαμε ένα Σπαρτιάτη ρωμαίο πολίτη του 2ου μ.Χ. αιώνα τι είναι, θα μας έλεγε "Έλληνας" ή Σπαρτιάτης; Ή Ρωμαίος; Επειδή θα έλεγε τα 2 τελευταία, δεν υπήρχε ελληνικό έθνος τότε; Με την ίδια λογική, δεν υπήρχε εργατική τάξη, προλεταριάτο, πώς το λέμε, ώς τον Μάρξ (και για αρκετό διάστημα μετά από αυτόν, αφού δεν έγιναν όλοι οι εργάτες μαρξιστές).

    VIII) Πόσο αληθεύει η περίφημη άποψη ότι ο Χριστιανισμός εναντιώθηκε στην ελληνικότητα κι ότι εξαιτίας του χάθηκε το "παλιό" ελληνικό έθνος τον 6ο αι. Μήπως πριν το 212 δεν έτρεχαν οι έλληνες να αποκληθούν Ρωμαίοι πολίτες; Μήπως δεν έλαβαν το 212 με χαρά τον τίτλο αυτό; Μήπως επαναστάτησαν κάποια (καμμία, η αλήθεια) φορά εναντίον των Ρωμαίων μετά το 88 πΧ; Μήπως η αποδοχή του ονόματος Ρωμαίος λοιπόν συνέβη πολύ πριν το Χριστιανισμό και το Έλληνας χάθηκε οριστικά ακριβώς εξαιτίας του γεγονότος ότι την Αυτοκρατορία την έφτιαξαν Ρωμαίοι και όχι Έλληνες; Θεωρείται ότι ο Χριστιανισμός έπαιξε τον κυρίαρχο ρόλο στο συνειδησιακό διχασμό των Ελλήνων. Όμως, εκείνη την εποχή το δίλημμα ήταν συγκεκριμένο: αν ο Ελληνισμός προσχωρούσε στον Μιθραϊσμό και τη θεουργία, την οποία προωθούσαν οι Νεοπλατωνικοί κι ο Ιουλιανός, δε θα έμενε ούτε ίχνος ελληνικότητας μπροστά στον «περσισμό» και τον χαλδαϊσμό της νεοπλατωνικής-ιουλιανικής κοσμοθεωρίας (να υπενθυμίσουμε, πως κυρίαρχη τάση του Νεοπλατωνισμού ήταν η θεουργική του Σύριου Ιάμβλιχου κι όχι εκείνη του Πορφύριου: μαγεία και άγιος ο θεός). Ο Παγανισμός (ως το αντίθετο του Χριστιανισμού) εκείνης της εποχής ήταν ασιατικός, περσικός και βαβυλωνιακός. Οι θεοί του Δωδεκάθεου είχαν γίνει σκόνη από τους εξ Ανατολών, πολύ πριν τον Χριστό: κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει στα σοβαρά αυτό. Ήταν απείρως αν-ελληνικότερος του Χριστιανισμού. Είναι απίθανο οι Πέρσες λόγιοι με τη θρησκεία τους να διέσωζαν τον ελληνισμό, τη στιγμή που η ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία και η Περσία ήταν σε συνεχείς διαμάχες. Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε, ότι στον 4ο αι. δεν υπήρχε ως σκέψη, στο παγανιστικό στρατόπεδο, μόνο πρόγραμμα «εξελληνισμού». Υπήρχε και πρόγραμμα εκλατινισμού, ο οποίος παράλληλα με τον εκπερσισμό και τη θεουργία, θα απέφεραν το οριστικό πλήγμα στη συνέχεια του ελληνισμού. Στο επιτελείο, δηλαδή, του Ιουλιανού, υπήρχαν και ελληνιστές, αλλά υπήρχαν και αυτοί που επιθυμούσαν τον εκλατινισμό της Ανατολής. Ο Χριστιανισμός με τη χρήση της ελληνικής και τη γνώση της φιλοσοφίας απέτρεψε αυτήν την εξέλιξη. Απέναντι στους Γρηγόριο Νανζιανζηνό και Βασίλειο, τι Έλληνες είχε να επιδείξει η Ιουλιανική θρησκεία; Τον αστρολόγο-θεουργό Μάξιμο; Το ρήγμα, λοιπόν, οφείλεται απλώς στην ίδια τη ρωμαϊκή κατάκτηση του 2ο π.Χ. αι., για την οποία, στο κάτω-κάτω, φταίει ο παγανιστικός ελληνισμός˙ αλλά χάρη στο Χριστιανισμό, ο οποίος απέτρεψε τόσο τον εκλατινισμό – αφού οι περισσότεροι Πατέρες περιφρονούσαν τα λατινικά – όσο και τον περσισμό-χαλδαϊσμό (μιθραϊσμός-βαβυλωνιακή θεουργία), το μόνο «ρήγμα» ήταν η αλλαγή του εθνικού ονόματος. Κι αυτό, όμως, το καινούργιο όνομα, κατέληξε αποκλειστικά ελληνικό. Καλύτερα, λοιπόν, «Ρωμαίος» ελληνόφωνος, με ελληνική παιδεία, ελληνικό πολιτισμό κι έναν Χριστιανισμό εξηγημένο με ελληνικές κατηγορίες, εν τέλει Έλληνας δίχως ζυγό Ιταλών, παρά «Ρωμαίος», με λατινική γλώσσα, Ιρανική θρησκεία και βαβυλωνιακή θεουργία.
    Υπάρχει, βέβαια, και το επιχείρημα, ότι ναι μεν διάβαζαν τα αρχαία κείμενα οι ελληνόφωνοι Ορθόδοξοι, ναι μεν τα συντηρούσαν, τα αντέγραφαν, αλλά δεν τα έβλεπαν ως δικά τους˙ τα έβλεπαν ως «θύραθεν», ως κάτι ξένο, που το θεωρούν καλό και το συντηρούν και μόνο μετά τον 11ο αι. τα θεωρούν δικά τους. Αυτό το επιχείρημα δεν είναι σωστό. Ήδη ο Ιουστίνος τον 2ο αι. λέγοντας «όσα καλά είπε ο Πλάτωνας είναι δικά μας» (κι εδώ δεν τίθεται εδώ θέμα "δικαιολόγησης πνευματικής κλοπής", αλλά υπόμνησης ότι - όποιος θέλει το πιστεύει, είναι όμως η χριστιανική άποψη - όσα είναι καλά είναι δοσμένα από τον Θεό, που φυσικά είναι Θεός όλων κι όχι μόνο των Εβραίων), απορρίπτει μια τέτοια θεώρηση. Ειδικότερα ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιτάχθηκε σφόδρα στον Ιουλιανό, αναφορικά με την μονοπώληση της ελληνικότητας από τον δεύτερο. «Δικό σου είναι το ελληνίζειν;», τον ρωτάει. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη μιας «ελληνορθόδοξης» συνείδησης ήδη από τον 4ο αι. Άλλο πράγμα, λέει ο Γρηγόριος, ο ελληνικός λόγος κι άλλο πράγμα η ειδωλολατρία. Κι εφόσον ο Γρηγόριος θεωρεί δικό του τον ελληνικό λόγο, δεν μπορεί να θεωρηθεί μη Έλληνας, απλώς επειδή είναι Χριστιανός. Η θέση ότι δεν είναι ανάγκη ούτε το όνομα Έλλην να υπάρχει ως εθνικό ούτε η ειδωλολατρία, δεν είναι ούτε προϊόν κάποιας γερμανικής αντικειμενικής-«ρομαντικής» αντίληψης περί έθνους ούτε προσπάθεια οικειοποίησης ξένου αγαθού ούτε πρωτοδιατυπωμένη από εμάς άποψη. Είναι θέση ιστορικά διατυπωμένη και πραγματωμένη από τον Γρηγόριο το Θεολόγο, τον Φώτιο, τον Παλαιολόγο, τις εθνοσυνελεύσεις της Επανάστασης του 1821. Δεν ήρθε κανένας «ελληνοχριστιανισμός» ως κρατική ιδεολογία του ελλαδικού κράτους να τα δημιουργήσει αυτά (το αντίθετο έγινε: τα διέστρεψε). Ας αφαιρέσουν την ελληνική γλώσσα και παιδεία από το Βυζάντιο όσοι λεν πως δεν ήταν ελληνικό. Μπορούν να φανταστούν πώς θα ήταν, τι θα ήταν.

    Και λέω ότι δεν ήρθε κανένας άνωθεν παράγοντας (άντε πάλι, ο σχεδόν μεταφυσικός μπαμπούλας της "κακής εξουσίας. τι να γίνει όμως, ας πω και γι' αυτό) να επιβάλλει συνειδησιακή ταύτιση με το Βυζάντιο, δεδομένου ότι πριν τον Παπαρηγόπουλο/Ζαμπέλιο, πριν τον Όθωνα, ενάντια στον Κοραή, ενάντια στους δυτικιστές διανοούμενους του 19ου, οι επαναστατικές εθνοσυνελεύσεις συνεχώς αναφέρονται στους "αείμνηστους ημέτερους Χριστιανούς (ή Βυζαντινούς) αυτοκράτορες της Ελλάδος/της Κωνσταντινουπόλεως". Αυτό το πράγμα, ο "ελληνοχριστιανισμός" υπήρχε. Άλλο αν δεν υπήρχε όνομα γι' αυτό. Αλλο τι έκαναν οι δικτατορίες αργότερα. Άλλο το ποια ακριβώς έννοια έχει αυτός

    (είτε έχει την έννοια που εσύ, Πάνο, δίνεις, ένας χαλαρός χριστανοπαγανισμός, είτε αν έχει την έννοια που οι νεοορθόδοξοι δίνουν, και με την οποία συμφωνώ περισσότερο, εκτός από την εξιδανίκευση του Βυζαντίου ως τόπο της πραγματωμένης Ορθοδοξίας καθώς και τον αντιδυτικισμό τους για παλιές έχθρες και προσβολές-ειδικά όταν αυτός γίνεται φιλοτουρκικός, σκεφτόμενος τους χιλιάδες νεομάρτυρες, το λαό που δεν αλλαξοπιστούσε για να πάψουν να του αρπάζουν το παιδί, να του παίρνουν τη σύζυγο την πρώτη νύχτα του γάμου, να του βάζουν βαρείς φόρους, και σκεπτόμενος τους δεκάδες αγίους, συγγραφείς, υμνολόγους, ζωγράφους, αρχιτέκτονες, ποιητές, φιλοσόφους Πατέρες, που ταυτίστηκαν με την Ορθοδοξία).

    Για να μην αναφερθούμε και στα ακριτικά τραγούδια φυσικά ή στην άποψη των αγωνιστών του 1821.

    IX) για το επιχείρημα ότι οι Βυζαντινοί το ριξαν στον ελληνισμό (κι έτσι εξελληνίστηκαν) για να νοιώσουν ανώτεροι, όταν πλέον τα όπλα τους δεν κατανικούσαν τους Δυτικούς, τι να πω; Ότι εντελώς τυχαία είχαν (ως συνεχιστές του ελληνορωμαϊκού κόσμου της Αρχαιότητας) ελληνική καταγωγή (με τις γνωστές και φυσιολογικότατες επιμιξίες), εντελώς τυχαία μιλούσαν την ελληνική πάντα, εντελώς τυχαία πάντοτε διάβαζαν (ακόμη και απλώς για να μάθουν να διαβάζουν κι όχι για να βρουν την "κρυμμένη αρχαία σοφία") στα δημοτικά τους τους Αρχαίους, ενώ οι Αγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί κ.ά. διόλου δεν είχαν τέτοιο υπόβαθρο, και άλλωστε το ριξαν στον ελληνισμό όταν επεκτείνονταν (14ος-19ος αι), ενώ (ΑΝΤΙΘΕΤΑ από το Βυζάντιο)σήμερα, που είναι καρικατούρες του κοσμοκρατορικού παρελθόντος τους, το 'χουν ρίξει στον "πολυπολιτισμό" ήτοι ίσα ο Πλάτωνας ίσα οι Ζουλού, μη τους πουν - και με το δίκιο τους-(τόσα αγαθά που προσέφεραν στους Ζουλού, άλλωστε οι Άγγλοι) ρατσιστές. Κανονικά θα 'πρεπε να το ρίξουν οι Ευρωπαίοι στον Αριστοτέλη σήμερα, αφού είναι το κλωτσοσκούφι των ΗΠΑ και αργότερα και της Κίνας, έτσι ώστε να νοιώσουν "ανώτεροι πνευματικά" από τους υλικώς ανωτέρους τους Αμερικάνους/Κινέζους. Α) πράττουν αντίθετα με τους δήθεν όψιμα εξελληνισθέντες Βυζαντινούς, Β) δεν έχουν κανένα εθνοτικό ελληνικό (ήθη, έθιμα, γλώσσα, καταγωγή κ.ά.) υπόβαθρο, πάλι αντίθετα με τους δήθεν όψιμα εξελληνισθέντες Βυζαντινούς.
    Γ) όσοι Δυτικόί έχουν εμμονή με την πνευματική ανωτερότητα της Δύσης βασίζονται κυρίως στον καθολικισμό και στον "γερμανοϊουδαϊσμό" (=Προτεσταντισμός και Παλαιά Διαθήκη) και δευτερευόντως στους Αρχαίους.

    X)Τι επιτέλους είναι ελληνικό; Το αρχαιοελληνικό; Η ενασχόληση με τον Πλάτωνα και η αντιγραφή των έργων του; ΟΧΙ, ΟΧΙ.

    «Δεν βλέπουν την ελληνικότητα στη θεολογία, στη γλώσσα, στη ζωγραφική, στην αρχιτεκτονική, στη μουσική και σε άλλα μνημεία. Θα έλεγε πως ο Πλάτων επέζησε στην ασκητική θεολογία, με τη διδασκαλία για τη μεταμόρφωση του λογιστικού, του θυμοειδούς και του επιθυμητικού, και όχι στα χειρόγραφα και στους σχετικούς σχολιασμούς χωρίων» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής-Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 320).

    «Όπως στην περιοχη της τέχνης πραγματώθηκε μια πρωτότυπη δημιουργία, όπου μαζί με όλα τα ανατολικά στοιχεία και το περιεχόμενο του χριστιανικού κηρύγματος αφομοιώθηκε η ιδιοφυΐα της ελληνικής τεχνοτροπίας, έτσι και στη διατύπωση του δόγματος η ελληνική φιλοσοφία με άλλα πολιτιστικά στοιχεία μπολιάζεται κατά τον εγκεντρισμό «της αγριελαίου εις καλλιέλαιον»» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 333).

    «Το μπόλιασμα λοιπόν της φιλοσοφικής γλώσσας στο περιεχόμενο της εκκλησιαστικής εμπειρίας αποτελεί μια από τις ρωμαλεότερες πνευματικές συνθέσεις της ιστορίας. Αξιόλογη πνευματική ζωή και αναγέννηση των γραμμάτων δεν είναι, καταπώς ισχυρίζονται πλείστοι όσοι ερευνητές, μόνο η Α ή Β ενασχόληση με ελληνικά έργα και με σχετικούς σχολιασμούς, αλλά κυρίως και κατεξοχήν η δημιουργική αφομοίωση της ελληνικής γλώσσας και η μετάπλαση των τεχνικών και θεολογικών όρων. Στα διλήμματα που έθεσε και θέτει η επιστημονική έρευνα, αν η θεολογία είναι εξελληνισμός του Χριστιανισμού ή εκχριστιανισμός του Ελληνισμού ή κατά βάση κυριαρχία του Ιουδαϊσμού οφείλει κανείς να σταθεί με πολύ σκεπτικισμό. Ανεξάρτητα από το ότι μπορεί κανείς να εντοπίσει ισχυρά ή ασθενή επιχειρήματα στους μεν ή στους δε, τελικά η όλη προβληματική είναι σε εσφαλμένο δρόμο. Με άλλα λόγια η θεολογία, που εκφράζει την εκκλησιαστική πείρα, κατά κανένα τρόπο δεν φτιάχνει συμπιλήματα μήτε ωθείται σε μια συγκρητιστική λειτουργία, αλλά αποτελεί πρωτότυπη, ελεύθερη και δημιουργική οικοδόμηση ενός πνευματικού και πολιτιστικού έργου. Πολύ σωστά επισημαίνεται καταρχήν ότι το δόγμα μορφολογικά αναπτύσσεται με τη φιλοσοφική γλώσσα του περιβάλλοντος˙ ότι οι πατέρες στοχαζόμενοι δεν παράγουν το δόγμα συλλογιστικά και διαλεκτικά, αλλά το διατυπώνουν μ’ έναν τέτοιο τρόπο˙ ότι επομένως ο πυρήνας κατά βάση και κατ’ ουσία είναι χριστιανικός. Ωστόσο τούτη η σωστή τοποθέτηση, αν εξεταστεί προσεκτικότερα μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο. Με άλλα λόγια, πώς είναι δυνατόν να χωρίσει κανείς τη μορφή από το περιεχόμενο και να εντοπίσει του καθενός πράγματος τα όρια; Πρόκειται για συγκόλληση δύο πραγμάτων; Εξάπαντος η απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα, αν όχι αδύνατη, είναι πολύ δύσκολη. Οι τεχνικοί φιλοσοφικοί όροι και το περιρρέον πολιτιστικό κλίμα, που μπολιάζονται στην πείρα της εκκλησιαστικής κοινότητας, δεν είναι απλώς κάποια μορφολογικά στοιχεία. Και η φιλοσοφική γλώσσα καθεαυτή έχει ένα περιεχόμενο. Στην κίνηση της ζωής και της ιστορίας τούτα τα πράγματα δεν χωρίζονται παρά μόνο θεωρητικά στη σκέψη. Επομένως με τούτο το μπόλιασμα έχουμε μετάπλαση όρων και περιεχομένου. Μπροστά μας κείται μια νέα δημιουργία αυθύπαρκτη, όπως αυθύπαρκτο είναι ένα βυζαντινό κομψοτέχνημα, ανεξάρτητα από τα στοιχεία που επισημαίνονται: ελληνικά, χριστιανικά, ανατολικά και άλλα. Η λογική και επιστημονική ανάλυση δεν μπορεί να ξεχωρίσει και ν’ απομονώσει τούτα τα στοιχεία, επειδή μπροστά μας υπάρχει ένα αυτοτελές, αυθύπαρκτο δημιούργημα» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, 334-336).

    «Συνήθως λέγεται με αρκετή δόση προχειρολογίας ότι οι Καππαδόκες έκαναν επιτυχή σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Πέρα από την ασάφεια μιας τέτοιας άποψης και από τον προφανή πανηγυρικό της τόνο, η ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας δεν ανέμενε να δει εκείνα τα χρόνια, μετά τέσσερις περίπου αιώνες, μια τέτοια «σύνθεση» ή «συγκόλληση» Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Τέτοιο φαινόμενο δεν παρατηρήθηκε. Η αφομοίωση των πολιτιστικών στοιχείων, όπως ειπώθηκε κιόλας, είχε αρχίσει να συντελείται ευθύς εξαρχής. Οι Καππαδόκες στην προκείμενη περίπτωση συνεχίζουν και παγιώνουν τούτη τη μετάπλαση της φιλοσοφικής γλώσσας και του πολιτιστικού περιεχομένου της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, συμβάλλοντας βέβαια στον πλουτισμό της ορθόδοξης πνευματικότητας» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής-Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 398-399).

    Όταν αντιμετωπίζουμε την ελληνικότητα ως κάτι στατικό, αναλλοίωτο από τον Πλάτωνα και μετά, «οδηγούμαστε στο σταθερό δόγμα ότι αναγέννηση ελληνική έχουμε μόνο όταν στο πανεπιστήμιο κάποιοι λόγιοι σχολιάζουν πλατωνικά και αριστοτελικά χειρόγραφα, και δεν είναι διόλου ελληνικότητα η μετάπλαση της φιλοσοφικής γλώσσας σε άλλες δημιουργικές μορφές μέσω της θεολογίας, όπως, λόγου χάρη, συνέβη με το Διονύσιο Αρεοπαγίτη, Μάξιμο Ομολογητή και Ιωάννη Δαμασκηνό. Μια τέτοια θεώρηση, από την άποψη της ιστορίας του πολιτισμού, τη θεωρώ άκρως εσφαλμένη. Άλλωστε η μετάπλαση αυτή δεν έχει συμβεί μόνο στο χώρο της θεολογίας, αλλά κατά τον ίδιο γόνιμο και δημιουργικό τρόπο σε κάθε μορφή της βυζαντινής τέχνης. Επομένως την άνθιση των ενδιαφερόντων δεν μπορούμε να την εντοπίζουμε μονάχα στους εραστές και σχολιαστές των ελληνικών χειρογράφων, αλλά και σε όλους τους δημιουργούς του λόγου και της τέχνης, οι οποίοι διαμέσου όλων των αιώνων όχι μόνο διαφύλαξαν αλλά και αξιοποίησσαν με θαυμαστές επιδόσεις το σπόρο της ελληνικής ιδιοφυΐας» (Ν. Α. Ματσούκα, Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, εκδ. Πουρναράς, σ. 430-431).

    Η σύνθεση του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, τονίζει ο καθηγητής θεολογίας Νίκος Ματσούκας «δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που νεότεροι ερευνητές και πολιτικοί έπλασαν, δηλαδή τον άτυχο νεολογισμό που είναι γνωστός ως «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός». Με τον όρο αυτό περισσότερο νοείται, στη θεωρία και την πράξη, μια ηθικολογία ή ένα σύστημα αξιών, και όχι ένας πολιτισμός με την παράδοσή του. Έτσι πολλοί, κάνοντας λόγο για «ελληνοχριστιανικό πολιτισμό» και επιδιώκοντας μια χρήση ή μια εφαρμογή καταφεύγουν στην απαρίθμηση στοιχείων μιας ηθικολογίας ή κοινότοπης αξιολόγησης. Όμως στο βυζαντινό πολιτισμό, δηλαδή στην ελληνορθόδοξη παράδοση με τα μνημεία της, δεν κυριαρχεί μήτε μια ηθικολογία μήτε ένα τυποποιημένο σύστημα αξιών. Πρόκειται για τρόπο ζωής με δημιουργικό προχώρημα, που τελικά αφήνει σε κάθε φάση της ιστορίας τα προϊόντα της δημιουργίας. Γι’ αυτό οι Νεοέλληνες δεν είναι μπορετό να επικοινωνούν με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό μέσω κακέκτυπων απομιμήσεων ή μιας ανόητης νοσταλγίας και αισθηματολογίας για τα επιτεύγματα της Αρχαιότητας˙ τον Ελληνισμό μπορούν να τον βρουν και να τον ζήσουν στο προχώρημά του, γόνιμα και δημιουργικά, μέσω του βυζαντινού πολιτισμού, εφόσον εξακολουθήσουν να παράγουν πολιτισμό με τον τρόπο ζωής που κληρονομούν.
    Πάντοτε υπάρχει χώρος για πρωτοτυπία και δημιουργικότητα. Η πρώτη σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, λόγου χάρη, που έγινε, ποτέ δεν έμεινε στατική. Σ’ όλες τις μορφές ζωής παρουσίαζε επί αιώνες πορεία, που έδειχνε ότι κάθε φορά υπήρχε δύναμη αφομοιωτική και θαυμαστό αποτέλεσμα. Πάντοτε υπήρχε πετάπλαση της ίδιας πραγματικότητας, οπότε και η παράδοση ζούσε και ο τρόπος ζωής της κοινότητας προχωρούσε δημιουργικά. Λένε ότι ο Ελληνισμός στη θεολογία έγινε απλώς η μορφή ή το ένδυμα του χριστιανικού δόγματος. Τούτο καταρχήν είναι σωστό, όμως είναι απαραίτητο να κατανοηθεί στις σωστές του διαστάσεις. Με άλλα λόγια η ελληνική φιλοσοφία μεταπλάσσεται, γίνεται οργανικό στοιχείο της διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει μορφή ή ένδυμα από το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας. Και το πράγματι δημιουργικό γεγονός σ’ αυτή τη μετάπλαση βρίσκεται στο ίδιο το αποτέλεσμα, όπου η μορφή δεν ξεχωρίζει από το περιεχόμενο, είναι οργανικό στοιχείο του όλου, και συνάμα το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας παραμένει ατόφιο, ακέραιο και πλήρως αποσαφηνισμένο. Αν τούτο δυσκολεύεται κανείς να το καταλάβει πώς συντελείται στη θεολογία, και πώς δεν αλλοιώνει το χριστιανικό δόγμα κανένας υποστηριζόμενος εξελληνισμός, είναι μπορετό να βοηθηθεί καλύτερα, αν λόγου χάρη, μελετήσει μια μορφή της βυζαντινής τέχνης, την εικόνα. Ενώ η ελληνική τεχνοτροπία και ιδιοφυΐα, στο φώς και στα χρώματα, με στοιχεία ανατολικά καθορίζει τη μαστοριά των αγιογράφων, θα ‘ταν αδιανόητο να υποστηρίξει κανείς ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε απομίμηση ή εξελληνισμό μιας υπάρχουσας χριστιανικής ζωγραφικής. Μήτε μπορεί κανείς να ξεχωρίσει το ελληνικό στοιχείο από το χριστιανικό. Γιατί πρόκειται για μια πρωτότυπη δημιουργία με δύναμη άκρως αφομοιωτική και μεταπλαστική. Το ίδιο πραγματώνεται και σ’ όλες τις λοιπές μορφές τέχνης. Έτσι η αφομοιωτική και δημιουργική δύναμη απέκρουσε το άγαλμα της Αρχαιότητας και εν πολλοίς το γλυπτό, μια και ο ορθόδοξος πολιτισμός διαφορετικά θα πρόδιδε το περιεχόμενό του. Και αν δεν ήταν ένας πρωτότυπος και δημιουργικός πολιτισμός, ίσως υιοθετούσε το άγαλμα με μια τάση κακέκτυπης απομίμησης. Κατά συνέπεια η ίδια λειτουργία συντελείται και στο χώρο της θεολογίας, όπου η πρόσληψη της ελληνικής φιλοσοφίας συντελείται δημιουργικά και μεταπλαστικά. Το χριστιανικό δόγμα και η συνολική διδασκαλία, ενώ έχουν αδιάσειστο το βιβλικό υπόβαθρο και την αποστολική απλότητα, εκφράζονται με μια μεταπλασμένη φιλοσοφική γλώσσα, ακόμη κι όταν δεν πλάθονται νέοι τεχνικοί όροι και παραμένουν ακέραιοι οι φιλοσοφικοί όροι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά και ο δημιουργικός και δυναμικός χαρακτήρας της θεολογίας, που κοιταγμένος με τέτοια ματιά παύει να φαίνεται μια τυποποιημένη αλήθεια και ένα κλειστό μορφολογικό σύστημα» (Ιστορία της Φιλοσοφίας, Αρχαίας Ελληνικής- Βυζαντινής-Δυτικοευρωπαϊκής, Ν. Α. Ματσούκα, εκδ. Πουρνάρας, σ. 483-485).

    Συνέχεια θα πει ζωή.

    Πρέπει μήπως να δούμε τις άπειρες διαφορε΄ς (και φυσικά, την έλλειψη εθνικής συνείδησης) στους Αρχαίους; Να δούμε ότι δεν φιλοσοφούσαν όλοι (ή οι πιο πολλοί), δεν δημοκρατούνταν όλοι (ή οι πιο πολλοί), δεν είχαν καμμία ιδέα περί ισηγορίας στη Σπάρτη, δεν μοιράζονταν τις ίδιες απόψεις οι φιλόσοφοι (προφανώς θα έχεις ακούγει για τα απερίγραπτα βρισίδια μεταξύ φιλοσόφων, που εμένα μου θυμίζουν τα παιδιά του δημοτικού που κατατρέχουν τους φιλάσθενους ή με αστείο επίθετο συμμαθητές τους: κι αυτό καταρρίπτει την άποψη περί δογματικόυ χριστιανισμού και ανεκτικής, αδογμάτιστης φιλοσοφίας), δεν συμμερίζονταν τις απόψεις των φιλοσόφων οι λαϊκές μάζες (απόδειξη: οι διωγμοί φιλοσόφων από Αθήνα και Ρώμη);

    Έχω την εντύπωση ότι έγινε λόγος για "ελληνικό", λες και τα εθνικά ονόματα έχουν μέσα τους κάποιο DNA, λες και είναι καμμία ουσία, λες και το "ελληνικό" κατέβηκε απ' τον ουρανό, το σχηματοποίησε έπειτα ο Πλάτωνας κι ο Πλωτίνος, κι από τότε "μη τυχόν, (πολιτισμικά) ανέλληνες Ορθόδοξοι, το αγγίξετε, ντροπή σας". Ε, όχι. Τι πάει να πει λ.χ. επειδή ο Μυκηναίος δε θασκάμπαζε γρι από τον Επίκουρο και αντιστρόφως; Ότι μιλάμε για άλλο λαό; Εκτός κι αν έλληνες είναι οι "των ημετέρων αρχαίων θεών συλλατρευτές", πείτε το, να το ξέρουμε δηλαδή (Τώρα, αν, όπως είπα, ήδη π.Χ. οι θεοί της Ελλάδας έγιναν σκόνη απ' τους ανατολικούς θεούς, αυτό είναι άσχετο), να μη παιδευόμαστε με ελληνουσίες. Θα πεις, "κι οι της Ζωής που λεν ότι όποιος δεν είναι Ορθόδοξος δεν είναι Έλληνας;" Κακώς κι αυτοί, γιατί δεν δηλώναν με έγγραφο οι αγωνιστές του 1821, μόνο που, όπως και να το κάνουμε, αυτό το "Ορθόδοξος" έχει να κάνει με εκείνο που ίσως να έλεγες "χριστιανοπαγανισμός". Ελληνικότητα δεν υπάρχει δίχως Ορθοδοξία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Μπορεί να απομείνει μόνο το αρνί το Πάσχα - μπορεί και όχι. Ο καθένας εκεί που ετάχθη. Ακόμη κι αν απομείνει μόνο το αρνί, Πάνο, αυτό που θα βγει δε θα είναι ούτε νίκη του απορθοδοξοποιημένου/απελευθερωμένου ελληνισμού, αλλά του Star channel.

    Για την προσφορά των Ρωμηών, για το ότι πάνω απ' τα 3/4 των ελληνικών συγγραφέων μας έγιναν γνωστοί μέσω αυτών, αυτά τα λεν κι άλλοι. ΓΕγονός είναι ότι ακριβώς οι Βυζαντινοί παρέλειψαν να αντιγράφουν έργα όπως (συνήθως, όχι πάντα, αλλά ας μη ξεχνάμε και το 1204, 1453) μαγικά ξόρκια, παιδοφιλικά ποιήματα (η Παλατινή απλώς ήταν για δείγμα), ό,τιδήποτε ανορθολογικό και επέμειναν στους ορθολογιστές, με αποτέλεσμα σήμερα οι φιλοδυτικοί και αντορθδόξοι να ονειρεύονται την "ορθολογική ΑΡχαία Ελλάδα" (ενάντια στον ανορθολογικό Χριστιανισμό), ενώ τέτοια χώρα δεν υπήρξε ούτε καν στον Χρυσό Αιώνα, ήταν δημιούργημα των Βυζαντινών (κι οι ίδιοι άλλωστε έχαψαν το παραμύθι, αφού το δημιούργησαν).

    (Ειλικρινά, αν οι Deschner-Ρασσιάς είναι σοβαροί συγγραφείς, τότε προτιμώ να πιστέψω ότι δια της προσευχής έπεσαν οι ναοί. Μεταμοντέρνοι είμαστε, ό,τι θέλουμε πιστεύουμε. Συνωμοσίες αυτοί, θαύματα εμείς).

    Τώρα αν κρίνεις ότι δεν αρκεί η "φιλοσοφούσα θεολογία", αυτό νομίζω οφείλεται απλώς στο ότι διαφωνείς με το περιεχόμενό της. Μα και οι (νεο)Ορθόδοξοι τα ίδια λεν, απλώς απ' την αντιπέρα όχθη: ότι δεν αρκεί η φιλοσοφία, αν και έχει ψήγματα αλήθειας. Ο αδογμάτιστος δογματισμός δεν διαφέρει και πολύ απ' τον δογματικό. Υπό μια έννοια ρατσιστές είναι όλοι, αφού επιλέγουμε και αξιολογούμε, άλλα πράγματα ως ανώτερα κι άλλα ως κατώτερα, λιγότερα καλά, χειρότερα, απαίσια. Τι να γίνει! Δεν είναι τόσο κακό! Απ' τον Ηράκλειτο είναι έτσι η κατάσταση αυτή (όταν έβριζε Ξενοφάνη, Πυθαγόρα, Όμηρο, Εκαταίο). Άλλο οι προτιμήσεις μας, άλλο η εκτίμησή μας για το πνευματικό έργο κάποιων. Βέβαια, δεν έχει ηττηθεί ο Χριστιανισμός, οι εξερευνήσεις του Καραμπελιά είναι πολύ καλές ως αρχή, αλλά γούστα είναι αυτά. Αν λ.χ. είσαι βέρος Αριστερός και δεν αντέχεις τα ράσα, τι να σου κάνει ο άνθρωπος που έχει ξεβάψει και δεν είναι τόσο Αριστερός ή έχει χάσει κατά τη γνώμη σου το μπούσουλα με τέτοιες συμμαχίες; Περί ορέξεως...

    Α! Και το τελευταίο. Το "οικουμενικό" δεν είναι διόλου κακό - ίσα ίσα αυτή είναι η πιο ωραία πτυχή της Ορθοδοξίας, όπως ήταν και των αρχαίων φιλοσόφων επιδίωξη (π.χ. Στωικοί, Επικούρειοι κ.ά.), ότι δεν αφορά το έθνος, αλλά μια οικουμενική πρόταση. Άλλο αν διαφωνεί κανείς με την πρόταση αυτή, του Ζιάκα, του ΚΑραμπελιά κ.ά..

    Είναι πραγματικά, πολύ καλό αυτό, που δείχνει την οικουμενικότητα: «(..) Ο ελληνισμός έχει αποκτήσει αιώνιον χαρακτήρα μέσα εις την Εκκλησίαν˙ έχει ενσωματωθεί εις την σάρκα της˙ έχει γίνει αιώνια κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως. Δεν εννοώ φυσικά τον ελληνισμόν ως εθνικήν ιδέαν ή τον ελληνισμόν της συγχρόνου Ελλάδος ή εκείνον τον καθυστερημένον και κάθε άλλο παρά νόμιμον ελληνικόν «φυλετισμόν». Εννοώ την χριστιανικήν αρχαιότητα, τον ελληνισμό των δογμάτων, τον ελληνισμόν της λατρείας, τον ελληνισμόν της εικόνος. Η χριστιανική λατρεία έχει σφραγισθεί δια παντός με το ελληνικό ύφος της ευσέβειας των μυστηρίων. Και αυτό έχει γίνει μέχρι τοιούτου βαθμού, ώστε να μη μπορόύμεν να διεισδύσωμεν εις τον ρυθμόν της λειτουργικής μυσταγωγίας, εάν προηγουμένως δεν υποβληθώμεν εις ένα είδος μυστικού «εξελληνισμού». Μόνο παράφρονες θα απεφάσιζαν ποτέ να «αφελληνίσουν» την Λειτουργίαν και τας άλλας εκκλησιαστικάς ακολουθίας και να δώσόυν εις αυτάς ένα ύφος περισσότερον «σύγχρονον». (...) Ο ελληνισμός δεν είναι απλώς μια φάσις της εκκλησιαστικής ιστορίας, ένας σταθμός εις την πορείαν της Εκλλησίας. Όταν ο θεολόγος αρχίζει να πιστεύει ότι αι «ελληνικαί κατηγορίαι» έχουν ξεπερασθεί, αυτό σημαίνει απλούστατα ότι ο ίδιος έχει εξέλθει από τον ρυθμόν της εκκλησιαστικής κοινωνίας, ότι ο ίδιος έχει χάσει το αίσθημα της εκκκλησιαστικής ζωής. Ένας μόνον τρόπος υπάρχει δια να είναι η θεολογίας μας καθολική: να είναι ελληνική. Μόνον έν τω ελληνισμώ ημπορεί να είναι κανείς αληθώς καθολικός. Αυτό το τελευταίον είναι κάπως διφορούμενον. Το αντιχριστιανικόν στοιχείον εδέσποζεν, ως γνωστόν, εις το αρχαίον πνεύμα. Ακόμη και σήμερον πολυάριθμοι είναι εκείνοι που καταφεύγουν εις τον ελληνισμόν, δια να υψώσουν το ανάστημά των και να καταπολεμήσουν τον Χριστιανισμόν. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι ο ελληνισμός ενεσωματώθει εις την Εκλησίαν. Αυτό ακριβώς είναι το ιστορικόν νόημα της πατερικής θεολογίας. Και αυτή η ενσωμάτωσις του ελληνισμού εις την Εκκλησίαν εχάραξεν επί του σώματος της ιστορίας μίαν μόνιμον και οριστικήν τομήν πασίδηλον σημείον της οποίας παραμένει το ευαγγελικόν κήρυγμα, η ιστορική φανέρωσις του σαρκωθέντος Λόγου. Ο χριστιανικός ελληνισμός, ο μεταμορφωθείς δια της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύματος, είναι πλέον εξ ολοκλήρου γεγονός της ιστορίας. Όλα τα λάθη, όλαι οι πλάναι, όλοι οι πειρασμοί ενός υπερβολικού εξελληνισμού του Ευαγγελίου, φαινόμενον αρκετά συχνόν κατά την διάρκειαν των αιώνων, δεν είναι δυνατόν να εξασθενήσουν τη σημασίαν του θεμελιώδους αυτού γεγονότος: δια την κήρυξιν και την διάδοσιν του χαρμοσύνου αγγέλματος της εν Χριστώ σωτηρίας, δια την έκθεσιν και την διατύπωσιν της χριστιανικής θεολογίας εχρησιμοποιήθησαν ευθύς εξ αρχής κατηγορίαι ελληνικαί. Πατερική θεολογία και καθολικότης, ελληνισμός και ιστορικότης αποτελούν τας συζύγους όψεις ενός μοναδικού και αδιαιρέτου δεδομένου» (π. Γ. Φλορόφσκυ, «Η πορεία της Ρωσσικής Θεολογίας» εν Θεολογία, Αλήθεια και Ζωή, Αθήναι 1962, σελ. 32 ε. στον Θ. Ν. Ζήση, Επόμενοι τοις θείοις πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, εκδ. Βρυέννιος, σ. 71, 72).

    Αλλιώς, για να ξαναγυρίσουμε στα της ελληνουσίας, ας πάμε καλύτερα να λατρεψουμε τις θεές Πο.σι.δα.ε.jα, Α.σι.Fι.ja και Δα.που.ρι.το.jο πο.τι.νι.jα., πράγμα που κοιτώντας στα πεταχτά το μπλογκ σου, είδα ότι δεν έχεις καμμιά διάθεση να κάνεις.
    Αυτά τα διόλου ολίγα. ΤΑ λοιπά είναι στον ιστότοπο.
    Γιάννης

     
  • At 10:53 μ.μ., Blogger Πάνος

    Αγαπητέ Γιάννη, ευχαριστώ ειλικρινά για το σχόλιο - κρίμα που δεν έγινε όταν το ποστ ήταν "φρέσκο" για να το δουν και οι λίγοι (αλλά καλοί) επισκέπτες των "μτΚ".

    Θα δοθεί σίγουρα και πάλι ευκαιρία για συζήτηση γύρω από το θέμα της συνέχειας του ελληνισμού και της νέας ελληνικότητας. Αν είμαστε καλά, πολύ ευχαρίστως να τα δούμε όλα εξαρχής, τότε (δηλαδή ...σύντομα)

    Οι απόψεις μου είναι μάλλον ασυνήθεις, δεν τις έχω "δει" γραμμένες αλλού ως τώρα, με τον τρόπο τουλάχιστον που αντιμετωπίζω εγώ το θέμα. Αλλά (νομίζω πως) απαντούν αρκετά καλά σε ερωτήματα που αλλιώς μένουν μετέωρα και αναπάντητα.

    Είμαι αγνωστικιστής (δηλαδή καταδικασμένος από χέρι να βρίσκομαι σε μια μικρή μειοψηφία - συνήθως μόνος), λατρεύω την Ελλάδα και την ελληνικότητα, δεν είμαι "βέρος" αριστερός, με την κλασσική έννοια τουλάχιστον, αλλά θέλω μια αριστερά για το μέλλον που δεν μπορώ να την περιγράψω με κάθε λεπτομέρεια - και συνήθως ...παρεξηγούμαι, είτε ως "αρχαιολάτρης" είτε ως "αντιδραστικός", είτε ως "μαρξιστής" - ανάλογα με το τι έχει στο κεφάλι του ο καθένας - ερήμην των όσων γράφω εγώ.

    Τον ιστότοπο τον έχω "ξεκοκκαλίσει" εδώ και πολύ καιρό (πριν 1 1/2 με 2 χρόνια) - αλλά δεν τον έχω επισκεφτεί τελευταία, πράγμα που θα κάνω σύντομα. Διαφωνώ βέβαια ριζικά (γιατί δε βλέπω την ελληνισμό μέσω της Ορθοδοξίας, αλλά την Ορθοδοξία ως μερικότητα του ελληνισμού - και πολλές φορές αντίπαλό του), αλλά πολλά "κομμάτια" με βοήθησαν να καταλάβω καλύτερα πράγματα (προσεγγίσεις) που δεν είχα ξεκαθαρίσει. Επιπλέον, είναι σπουδαίο οτι υπάρχει πολύ καλή βιβλιογραφική τεκμηρίωση.

    Να είσαι καλά!

     
  • At 11:34 μ.μ., Anonymous Γιάννης Τ.

    Εντάξει τότε, αν είναι δυνατόν, θα ήταν καλό. Έπεσα στα μτΚ ψάχνοντας για τον Κονδύλη. Τα θέματα είναι ενδιαφέροντα, κι ας διαφωνώ με τις απόψεις σου, απ' όσο βλέπω υπάρχει μια πολιτισμένη "ατμόσφαιρα" κατάλληλη για συζητήσεις. Η "αρχαιοπληξία" στο διάστημα του 1-2 χρόνων αυτών ανανεώθηκε πολλές φορές, οπότε ίσως βρεις νέο υλικό.
    Γιάννης

     
  • At 2:14 μ.μ., Blogger roidis

    αγαπητέ Πάνο, μπράβο σου που ασχολήθηκες με αυτό το άρθρο του Άρδην, "που με το στανιό..." όπως είπες, και μάλιστα από "αριστερά" του Καραμπελιά....