ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006
Θεσσαλονίκη: Εννέα ερωτήσεις και απαντήσεις για το αεροδρόμιο και τον Θερμαϊκό (updated)

Θεσσαλονίκη




(Το σκίτσο είναι δημιουργία του Βαλκάνιου Εικονοπλάστη με το όνομα που δε μπορούν να το γράψουν τα πληκτρολόγια και χρησιμοποιήθηκε για να εικονογραφήσει το κείμενο του δημοσιογράφου Γιάννη Μπογιόπουλου, στο περιοδικό ΓΑΛΕΡΑ)

ΕΝΑ

Είναι αλήθεια ότι το έργο της επέκτασης αποτελεί "ύψιστης σημασίας έργο" για τον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα για τη Βόρεια Ελλάδα, όπως ισχυρίζεται το ΥΠΕΧΩΔΕ;

Είναι απολύτως απαραίτητο ένα νέο, σύγχρονο αεροδρόμιο για τη Θεσσαλονίκη. Η μετάφραση αυτής της διαπίστωσης σε δήθεν αναπόφευκτη αναγκαιότητα για την επέκταση του υπάρχοντος αεροδρομίου μέσα στο Θερμαϊκό, με μπάζωμα του Κόλπου, είναι ψευτοδίλλημμα. Το πραγματικό ερώτημα αφορά τη θέση που θα πρέπει να επιλεγεί για το νέο αεροδρόμιο.

ΔΥΟ

Γιατί η θέση του υπάρχοντος αεροδρομίου δεν είναι κατάλληλη; Γιατί η βέλτιστη θέση του αεροδρομίου θα πρέπει να είναι στα δυτικά;


Το ΥΠΕΧΩΔΕ ορθά επισημαίνει την ιδιαίτερα λειτουργική αξία του αεροδρομίου για τις συνδυασμένες μεταφορές καθώς η Θεσσαλονίκη διαθέτει ανεπτυγμένη λιμενική, σιδηροδρομική και οδική υποδομή. Που βρίσκεται όμως αυτή η υποδομή;



Δυτικά της Θεσσαλονίκης, στο χωριό Κλειδί Ημαθίας έχουμε την διασταύρωση των δύο κυρίων οδικών αξόνων της χώρας , της ΠΑΘΕ (Ε75) και της Εγνατίας οδού (Ε90). Λίγο πιο πάνω, ανάμεσα στην Χαλάστρα και τα Μάλγαρα, ο ΠΑΘΕ κατευθύνεται προς τα βόρεια οδηγώντας προς τους Ευζώνους και τη FYROM. Παράλληλα με τον ΠΑΘΕ υπάρχει ο αντίστοιχος σιδηροδρομικός άξονας. Σιδηροδρομικός άξονας προβλέπεται να κατασκευαστεί παράλληλα με την Εγνατία οδό (Σιδηροδρομική Εγνατία)

Το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στην δυτική πλευρά της πόλης, και ήδη έχει κατασκευαστεί πρόσθετος οδικός άξονας που το συνδέει με την ΠΑΘΕ μέσω Καλοχωρίου και είναι ανεξάρτητος από την δυτική έξοδο της πόλης. Η βιομηχανική περιοχή της πόλης βρίσκεται και αυτή προς αυτήν την πλευρά, στην περιοχή της Σίνδου.

Με μια ματιά στον χάρτη βλέπει κανείς πως η βέλτιστη θέση για το Αεροδρόμιο είναι ανάμεσα στις δύο διασταυρώσεις των οδικών αξόνων. Η απόσταση του από την πόλη είναι 10 με 15 λεπτά. Έχοντας μικρές αποστάσεις από πόλεις όπως η Βέροια, η Κατερίνη και τα Γιαννιτσά, αλλά και δυνατότητα άμεσης προσπέλασης μέσω της Εγνατίας οδού και της ΠΑΘΕ από όλες τις πόλεις της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, το αεροδρόμιο θα είναι στα αλήθεια της Βόρειας Ελλάδας, καθώς θα είναι δυνατή η προσπέλαση του από παντού, σε δεδομένο χρόνο. Με την χρήση του υπάρχοντος σιδηροδρομικού δικτύου μπορεί να δρομολογηθεί και μια προαστιακή γραμμή που θα το συνδέει με την πόλη.

(Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την προτεινόμενη θέση του νέου αεροδρομίου, ας μη θεωρηθούν δεσμευτικά ως προς την επιλογή μιας συγκεκριμένης τοποθεσίας – πρόκειται για σκέψεις ενός «μη ειδικού» πολίτη. Δυτικά και βορειο-δυτικά της Θεσσαλονίκης υπάρχουν κι άλλα σημεία που θα μπορούσαν να υποδεχτούν το νέο αεροδρόμιο)

Το υπουργείο λέει: «Εχουμε ήδη ένα αεροδρόμιο που το βελτιώσαμε προσφάτως και, τι να κάνουμε εκεί πρέπει να συνεχίσουμε» Όμως στο ταλαίπωρο αυτό αεροδρόμιο, πρέπει να προστεθούν τόσες υποδομές για να μπορέσει να γίνει ένα αξιοπρεπές αεροδρόμιο μιας σύγχρονης Ευρωπαικής πόλης, που το επιχείρημα αυτό μόνον ως αστείο μπορεί να το πάρει κανείς. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να παρθεί η γενναία απόφαση για την μεταφορά του, αντί να αρχίσουμε να πετάμε τα χρήματά μας, καταστρέφοντας παράλληλα (οριστικά και αμετάκλητα) τον Θερμαϊκό;

Το υπάρχον αεροδρόμιο βρίσκεται μέσα σε κατοικημένη περιοχή. Είναι σε αντιδιαμετρική θέση με τους μεγάλους οδικούς άξονες (ΠΑΘΕ και Εγνατία), το σιδηροδρομικό δίκτυο και το λιμάνι – δηλαδή μακριά από όλες τις προσβάσεις προς το εξωτερικό και το εσωτερικό, πλην Χαλκιδικής. Όλες οι μετακινήσεις και οι μεταφορές από και προς το αεροδρόμιο περνούν υποχρεωτικά μέσα από την πόλη της Θεσσαλονίκης, επιβαρύνοντας το ήδη δυσεπίλυτο κυκλοφοριακό της πρόβλημα, τη ρύπανση της ατμόσφαιρας, την ηχορύπανση, την αισθητική υποβάθμιση του τοπίου και προκαλώντας ανυπολόγιστη σπατάλη σε χρόνο και ενέργεια. Ακόμα, η θέση αυτή στερεί το πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης από μια πολύτιμη έκταση γης, σε παραλιακή ζώνη δίπλα στην πόλη, της οποίας η αξιοποίηση θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό για την οικονομία, την ανάπτυξη αλλά και την ανακούφιση του πολεοδομικού αδιεξόδου της Θεσσαλονίκης.

(Υπό την προϋπόθεση ότι οι σχεδιασμοί θα γίνονται υπέρ των ανθρώπων και όχι υπέρ του αδηφάγου τριγώνου πολιτικοί – εργολάβοι – τοπικά και προσωπικά συμφέροντα)

ΤΡΙΑ

Με δεδομένο ότι το αεροδρόμιο βρίσκεται ήδη εκεί, γιατί να μην προκριθεί η επέκταση του διαδρόμου προσαπογειώσεων προς την ξηρά;


Για τους λόγους που αναφέραμε ήδη. Υπάρχουν ακόμα επιφυλάξεις για το αν η επέκταση προς τη στεριά θα εξυπηρετεί τις προσγειώσεις των μεγάλων αεροσκαφών, εξαιτίας των λόφων που υπάρχουν στην περιοχή. Η λύση αυτή, πάντως, προτείνεται και από πολιτικούς που έχουν ασχοληθεί με το πρόβλημα, όπως η βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Χρύσα Αράπογλου, η οποία μάλιστα υποστηρίζει πως το κόστος αυτής της επιλογής φτάνει μόλις το 1/10 εκείνου της επέκτασης μέσα στο Θερμαϊκό. Αλλά παραμένει ακατανόητο το γεγονός να συζητάμε εμείς οι Θεσσαλονικείς με μια τέτοια λογική, όταν σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις επιδιώκουν να βγάλουν τα αεροδρόμια έξω από την κατοικημένη περιοχή - και όταν αυτό το έχουν κάνει ήδη στην Αθήνα και στο Ηράκλειο. Είναι κρίμα, να χτίσουμε τώρα ένα πανάκριβο αεροδρόμιο καταστρέφοντας τη θάλασσά μας – και σε λίγα μόνο χρόνια να αρχίσουμε να συζητάμε για την αναγκαιότητα μεταφοράς του στα δυτικά…

ΤΕΣΣΕΡΑ

Το κομβικό σημείο της αντίδρασης στην επέκταση βρίσκεται στους κινδύνους για το θαλάσσιο περιβάλλον. Ωστόσο, υπάρχουν μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, τις οποίες ακόμα και το ΤΕΕ (Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας) χαρακτηρίζει «επαρκείς», αν και, χρησιμοποιώντας μια περίτεχνη βυζαντινή διπλωματική γλώσσα, φροντίζει στη συνέχεια να υποδείξει ότι τα πράγματα δεν έχουν ακριβώς έτσι.


Εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση, γιατί οι μελέτες αυτές (που έγιναν πριν 6-7 χρόνια) δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικές, καθώς δεν απαντούν σε βασικά ερωτήματα. Δε λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ο Θερμαϊκός είναι ουσιαστικά ένας κλειστός κόλπος, ο οποίος παραμένει ζωντανός και αυτοκαθαρίζεται χάρη στην κυκλοφορία των θαλάσσιων ρευμάτων. Τα ρεύματα (την κίνηση των οποίων θα επηρεάσει ο πρόβολος της επέκτασης) δε λαμβάνονται καθόλου υπόψη ως παράμετρος στις περίφημες αυτές μελέτες – αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό τους πρόβλημα. Ουσιαστικά δεν υπάρχει τεκμηρίωση ως προς τα απαιτούμενα προστατευτικά έργα. Αντ’ αυτού, περιέχεται σε αυτές η «πρόβλεψη» ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις θα μελετώνται και θα αντιμετωπίζονται καθώς θα εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου! Το έλλειμμα αυτό εμφανίζεται από την αρμόδια Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΥΠΕ) του ΥΠΕΧΩΔΕ ως πρόσθετο …πλεονέκτημα!

Λεπτομερή κριτική για τις συγκεκριμένες μελέτες, όσο μπορεί να γίνει από «μη ειδικούς» πολίτες, καθώς και παραδείγματα τραγικά αποτυχημένης εφαρμογής άλλων «μελετών προστασίας των ακτογραμμών» (πολλές φορές με συνοδό φωτογραφικό υλικό) σε λιμενικές κατασκευές της Θεσσαλονίκης, της Πιερίας και της Χαλκιδικής, μπορεί να βρει κάθε ενδιαφερόμενος στα ιστολόγια Τα μυστικά του Κόλπου και Ημίαιμος.

ΠΕΝΤΕ

Με δυο λόγια, τι προβλήματα θα δημιουργήσει η επέκταση μέσα στη θάλασσα;

Πρόκειται για μια συμπαγή κατασκευή που θα εκτείνεται σε βάθος ενός χιλιομέτρου, με πλάτος 400 μέτρα και συνολική έκταση πάνω από 400 στρέμματα στην επιφάνεια της θάλασσας – γιατί στο βυθό θα είναι πολύ μεγαλύτερη, για λόγους στήριξης. Το πρώτο, που παραδέχεται και η ίδια η μελέτη, είναι η εξάμμωση της ακτής, δηλαδή το φάγωμα της παραλίας κατά 1 με 2 μέτρα το χρόνο. Η άμμος αυτή θα σωρευτεί στον πρόβολο και θα δημιουργήσει σιγά σιγά ένα μεγάλο βουνό.

Ουσιαστικά κανείς δε γνωρίζει πως θα συμπεριφερθούν τα ρεύματα του κόλπου, η ύπαρξη των οποίων περιέργως αγνοείται και στις υπάρχουσες μελέτες και σε αυτή που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στο ΕΜΠ. Το πλέον δυσμενές, αλλά καθόλου απίθανο σενάριο, είναι πως ο Θερμαϊκός θα μεταβληθεί σε μια τεράστια χαβούζα. Το πλέον αισιόδοξο σενάριο, παραμένει εφιαλτικό και αφορά τις εξαμμώσεις και τις προσαμμώσεις: Οι γνωστοί τρόποι αντιμετώπισής τους, δηλαδή λιθορριπές, εγκάρσιοι κυματοθραύστες κλπ έχουν ήδη δοκιμαστεί σε λιμενικά έργα της περιοχής μας, με τραγικά (καταστροφικά) αποτελέσματα – για ορισμένα από τα οποία υπάρχει και φωτογραφικό υλικό στα δυο ιστολόγια που ασχολήθηκαν ως τώρα με το θέμα.

Μια τελευταία (;) απώλεια θα αφορά τρεις μοναδικές ποικιλίες οστρακοειδών που ενδημούν στο σημείο που θα κατασκευαστεί ο πρόβολος.

ΕΞΙ

Είναι αλήθεια ότι όλες οι διαδικασίες μελέτης, προκήρυξης και ανάθεσης του έργου είναι σύννομες;


Αυτό δέχεται το ΤΕΕ και ενισχύει με τις αποφάσεις του το Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκκρεμεί ακόμα η τοποθέτηση της Επιτροπής Περιβάλλοντος της ΕΕ, αλλά και αυτή θα έχει κυρίως πολιτική σημασία – αποφασιστική βέβαια, γιατί θα καθορίσει το αν θα υπάρξει ένταξη του έργου σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα χρηματοδότησης. Η κριτική που ασκείται δεν αφορά την νομιμότητα (καλύτερα: τη νομιμοφάνεια) των διαδικασιών, αλλά την πολιτική επιλογή. Δεν είναι πολιτικό θέμα, που απαιτεί πειστική πολιτική απάντηση, το γεγονός ότι ο ανάδοχος πήρε το έργο δίνοντας την πρωτοφανή έκπτωση 48,3%; Ότι αν η κατασκευή του έργου ματαιωθεί (πιθανή εξέλιξη, λόγω ύπαρξης της ΕΕ, η οποία είναι πολύ δύσκολο να χρηματοδοτήσει ένα έργο που ουσιαστικά στερείται μελετών για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις), οι εργολάβοι θα έχουν λαμβάνειν, ως αποζημίωση, 7 εκατομμύρια ευρώ; Ότι το ΥΠΕΧΩΔΕ υπέγραψε τη σύμβαση και έδωσε πράσινο φως για την έναρξη των εργασιών, την ίδια στιγμή που γινόταν ανάθεση πρόσθετης μελέτης, με μοντέλο προσομοίωσης, στο ΕΜΠ και τη στιγμή που εκκρεμούσε η εκδίκαση της προσφυγής του Δήμου Θερμαϊκού στο Συμβούλιο της Επικρατείας;

Είναι όλα αυτά δείγματα χρηστής διοίκησης, διαφανή, λογικά, αποτελέσματα σοβαρού σχεδιασμού και πολιτικής;

ΕΠΤΑ

Πως γίνεται και οι τοπικοί πολιτικοί παράγοντες, η τοπική αυτοδιοίκηση, ο νομάρχης, οι φορείς, επιθυμούν την πραγματοποίηση του έργου – ή τουλάχιστον δεν εκφράζουν την αντίθεσή τους;


Το έργο το συνέλαβαν και το προγραμμάτισαν κάποιοι «δημιουργικοί» πολιτικοί εγκέφαλοι – προφανώς οι ίδιοι που φαντάστηκαν και το τερατούργημα της υποθαλάσσιας αρτηρίας. Το έργο ωρίμασε επί ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ το προώθησε, με τη σειρά της. Το γεγονός ότι τα δυο μεγάλα κόμματα υποστηρίζουν το έργο είναι «καθοριστικής σημασίας» δημιουργεί δεσμευτικό – απαγορευτικό κλίμα σε ολόκληρο σχεδόν το έτσι κι αλλιώς ιδιαίτερα χαμηλής ποιότητας πολιτικό προσωπικό του νομού Θεσσαλονίκης, είτε πρόκειται για βουλευτές, είτε για τοπικούς άρχοντες. Ομοίως επηρεάζονται οι κρατικοί αξιωματούχοι σε εμπλεκόμενους φορείς (ακόμα κι όταν είναι ριζικά αντίθετοι, ποιούν την νήσσαν) και όσοι πανεπιστημιακοί των τεχνικών σχολών κερδίζουν το παντεσπάνι τους από τα διάφορα δημόσια έργα.

Επειδή δεν υπάρχει ακόμα κάποια σοβαρή πίεση από οικολογικές οργανώσεις, πολίτες κλπ, τα ΜΜΕ αποσιωπούν το θέμα, για την ακρίβεια το θάβουν, με εξαίρεση ένα πρόσφατο άρθρο γνώμης της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ. Δυστυχώς, ο μοναδικός πολιτικός που έχει θέσει δημόσια το θέμα της μεταφοράς του αεροδρομίου σε άλλο - κατάλληλο σημείο, είναι ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ, Γ. Καρατζαφέρης.

ΟΧΤΩ

Τα κόμματα της αριστεράς και οι οικολογικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης, τι θέση έχουν πάρει;


Ως τώρα, έχουν λάμψει δια της απουσίας τους - και εξακολουθούν να λάμπουν. Πιθανότατα θα "ανακαλύψουν" το ζήτημα λίγο πριν τις εκλογές, για να δείξουν και ..."οικολογικό" χαρακτήρα!

ΕΝΝΕΑ

Στο δήμο Θερμαϊκού, υπάρχει αντίδραση για το έργο;


Ο Δήμος έχει κάνει νομικό αγώνα, κατά της προκήρυξης (που κατέληξε στην ανάθεση) του έργου. Τα τοπικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στην περιοχή, είτε συμφωνούν με τις κεντρικές επιλογές των κομμάτων τους, είτε διαφωνούν και σιωπούν αιδημόνως, για να μην έρθουν σε αντίθεση με την κυρίαρχη κεντρική θέληση και τεθούν στο περιθώριο ενόψει των δημοτικών εκλογών.

Ο δήμαρχος Αντώνης Μαντζάρης είναι συνειδητά κατά του έργου και γνωρίζει σε βάθος τις καταστροφές που αυτό θα δημιουργήσει. Ατυχώς, για να μη δυσαρεστήσει τους δεξιούς συμβούλους της παράταξής του, αλλά και το ΠΑΣΟΚ από το οποίο προέρχεται πολιτικά και από το οποίο στηρίζεται εκλογικά, επέλεξε μια πολιτική ήπιων τόνων, η οποία ουσιαστικά έβγαλε από τη μέση τον μόνο παράγοντα που θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις, δηλαδή τους πολίτες που κατοικούν στην περιοχή.

Παράλληλα, για να μην τα φορτώνεται όλα ο δήμαρχος, πρέπει να τονιστεί ότι κανένας απολύτως επαγγελματικός ή επιστημονικός φορέας, σύλλογος, κομματική οργάνωση, δημοτική παράταξη, ένωση πολιτών, εφημερίδα κλπ της περιοχής δεν έχει δείξει ενδιαφέρον για την ανάδειξη του θέματος και την αποτροπή του περιβαλλοντικού και αναπτυξιακού εγκλήματος. Προβλέπεται οτι στο εγγύς μέλλον θα πραγματοποιηθεί κάποια εκδήλωση, με συμμετοχή του δήμου, φορέων, επιστημόνων κλπ, για την οποία θα μπορέσουμε να μιλήσουμε, όταν πραγματοποιηθεί.

*

Και για τις μηχανές αναζήτησης στα ιντερνέτια:

...κι απόψε τα μεσάνυχτα, θαρθώ Θεσσαλονίκη!





συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Μαρτίου 29, 2006 | 42 σχόλια
Τρίτη, Μαρτίου 28, 2006
Το ΠΕΧΩΔΕ απαντά στα μυστικά του Κόλπου
Προς μεγάλη μου έκπληξη έλαβα από την Ειδική Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΥΠΕ) του ΠΕΧΩΔΕ, με μέηλ, το ακόλουθο έγραφο, που υπογράφει ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας αυτής, ο κ. Ε. ΤΟΛΕΡΗΣ. Η απάντηση αφορά την επέκταση του διαδρόμου προσαπογειώσεων του αεροδρομίου Μακεδονία μέσα στο Θερμαϊκό. Επειδή το θέμα δεν αφορά εμένα προσωπικά, αλλά πολλούς ακόμα, το δημοσιεύω ως έχει, περιμένοντας τα δικά σας σχόλια και επιφυλασσόμενος να τοποθετηθώ και εγώ αναλυτικά. Όλα τα επιχειρήματα που επικαλείται το έγραφο της ΕΥΠΕ έχουν ήδη απαντηθεί στα "μυστικά του Κόλπου" (στήλη: 10-28, ο διάδρομος της απωλείας) αλλά και το ιστολόγιο του Ημίαιμου. Επειδή το θέμα το επιβάλλει, θα τα πούμε ακόμα μια φορά και θα τα λέμε, ώσπου να επικρατήσει η κοινή λογική. Αρκεί να προλάβουμε τις μπουλντόζες και τις φαγάνες...

* * *


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αθήνα, 27 Μαρτίου 2006
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Α.Π. οικ. 102592
ΕΥΠΕ (σχ. 149289/05)
(ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ)
ΤΜΗΜΑ A’
Ταχ. Δ/νση : Λ. Αλεξάνδρας 11 ΠΡΟΣ: Πάνο Α. Ζέρβα
Τ.Κ. : 114 73 e-mail: panosz@otenet.gr
Πληροφορίες: Χρ. Δούμα
Τηλέφωνο : 210χχχχχχχ
F.A.X. : 210χχχχχχχ



Θέμα : Επέκταση του αερολιμένα Μακεδονία της Θεσσαλονίκης

Σχετ.: Το με α.π. 5387/10.10.2005 έγγραφο του Γραφείου Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ (α.π. ΕΥΠΕ/149289/17.10.2005)

Σε απάντηση της από 7.10.05 επιστολής σας ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η οποία μας διαβιβάστηκε με το παραπάνω σχετικό έγγραφο, σας γνωρίζουμε τα εξής:

Α. Ιστορικό – Αναγκαιότητα έργου

Το έργο της επέκτασης του Αερολιμένα «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης μελετάται επί σειρά ετών, καθώς η λειτουργία του αερολιμένα στη σημερινή του μορφή δεν είναι δυνατή υπό όλες τις καιρικές συνθήκες και για όλους τους τύπους αεροσκαφών. Την πιο πρόσφορη λύση για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων, σύμφωνα με τις παραπάνω μελέτες, αποτελεί η εγκριθείσα λύση της επέκτασης του αερολιμένα.

Σημειώνεται ότι η απρόσκοπτη λειτουργία του Αερολιμένα «Μακεδονία» έχει εξαιρετική σημασία καθώς:
• το αεροδρόμιο Μακεδονία αποτελεί πύλη εισόδου τόσο για τη Βόρεια Ελλάδα όσο και την ενδοχώρα της Βαλκανικής χερσονήσου και
• η Θεσσαλονίκη παίζει ιδιαίτερα σημαντικό εμπορικό, επιχειρηματικό και πολιτιστικό ρόλο στα Βαλκάνια.

Επίσης επισημαίνεται ιδιαίτερα η λειτουργική αξία του αερολιμένα για τις συνδυασμένες μεταφορές, καθώς η Θεσσαλονίκη διαθέτει ανεπτυγμένη λιμενική, σιδηροδρομική και οδική υποδομή.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το έργο της επέκτασης του Αερολιμένα «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης αποτελεί ύψιστης εθνικής σημασίας έργο για τον Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα για την Βόρεια Ελλάδα.


Β. Γενικά Στοιχεία

1. Για το συγκεκριμένο έργο έχει κατατεθεί στην Ε.Υ.ΠΕ./Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. πλήρης, συνολική και ολοκληρωμένη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων βάσει των προβλέψεων του άρ. 2 της Οδηγίας 85/337/Ε.Ο.Κ., όπως αυτή τροποποιήθηκε από την Οδηγία 97/11/Ε.Κ.

2. Ως προς τις εναλλακτικές λύσεις, που εξετάστηκαν για τη θέση του νέου διαδρόμου προσαπογείωσης αεροσκαφών, κατά τη διαδικασία εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προέκυψε ότι η μοναδική περιοχή όπου είναι εφικτή η ανάπτυξη του Αερολιμένα είναι η Β.Α. περιοχή του έργου, εφόσον μόνο αυτή διαθέτει επαρκή και κατάλληλη επιφάνεια για πλήρη ανάπτυξή του, ενώ δε συμπεριλαμβάνει κτίσματα και δεν εκτελείται σε αυτή καμία κύρια δραστηριότητα της Πολεμικής Αεροπορίας.


Eπιπροσθέτως, της επισημαίνουμε ότι η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων υπόκειται σε πολύ μεγάλους περιορισμούς. Το έργο αφορά σε επέκταση υφιστάμενου διαδρόμου προσαπογείωσης σε υφιστάμενο και λειτουργούν αεροδρόμιο, στο οποίο τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικές επενδύσεις. Η λύση για την επέκταση του διαδρόμου της την ενδοχώρα, προκειμένου να αποφευχθεί η θαλάσσια πρόσχωση, εξετάσθηκε σε πρώιμο στάδιο σχεδιασμού του έργου και απορρίφθηκε για λόγους χρήσεων γης, καθώς και για γεωμορφολογικούς παράγοντες.

3. Τηρήθηκε απαρέγκλιτα η διαδικασία διαβίβασης της Μ.Π.Ε. σε όλα τα συναρμόδια Υπουργεία και φορείς, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν σχετικά, καθώς και η διαδικασία δημοσιοποίησης της Μελέτης της ενημέρωση του ευρέος κοινού και διατύπωση των απόψεών του.

4. Σε συνέχεια της σφαιρικής θεώρησης του έργου και της ενσωμάτωσης των τομεακών πολιτικών και έχοντας λάβει υπόψη της απόψεις των συναρμοδίων Υπουργείων και φορέων και των πολιτών, εκδόθηκε η Κ.Υ.Α. 105214/17.11.2000 Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων για την κατασκευή έργων βελτίωσης και τη λειτουργία του Αερολιμένα «Μακεδονία», η οποία υπήρξε καθ’ όλα νομότυπη, σύμφωνα με της διατάξεις του Ελληνικού και του Κοινοτικού δικαίου για το περιβάλλον.


Γ. Ακτομηχανική Διερεύνηση

1. Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι παρά το γεγονός ότι δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο από την Ελληνική ή την Ευρωπαϊκή Κοινοτική νομοθεσία έχει εκπονηθεί και κατατεθεί από κοινού με τη Μ.Π.Ε. ολοκληρωμένη μελέτη ακτομηχανικής διερεύνησης της περιοχής (παρατίθεται στο παράρτημα της Μ.Π.Ε.). Η μελέτη αυτή αναφέρεται ειδικά και αναλυτικά σε της της πιθανές επιπτώσεις επί της ακτογραμμής, αξιολογεί όλα τα θέματα που πιθανό να ανακύψουν και προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της.

2. Με την Κ.Υ.Α. 105214/17.11.00 επεβλήθησαν, μεταξύ άλλων, οι εξειδικευμένοι περιβαλλοντικοί όροι υπ’ αριθμ. 51 και 60 της αντιμετώπιση όλων των πιθανών αλλοιώσεων της ακτογραμμής, της προκύπτει από τα αποτελέσματα της ακτομηχανικής διερεύνησης. Σε της της όρους προτείνεται η συστηματική και ανελλιπής παρακολούθηση των επιπτώσεων του έργου στην ακτογραμμή (όρος αρ. 60), προκειμένου να κριθεί επί πραγματικών πλέον δεδομένων ο βαθμός επιβεβαίωσης των πορισμάτων της ακτομηχανικής διερεύνησης και των προσομοιώσεων που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτό το σκοπό, καθώς και η επιβολή ειδικών τεχνικών μέτρων αποκατάστασης. Της αναφέρεται τόσο στη Μ.Π.Ε., όσο και στον Περιβαλλοντικό Όρο αρ. 60 της ΚΥΑ Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, επιβάλλεται η υλοποίηση συγκεκριμένων έργων για την αντιμετώπιση των ενδεχομένων ακτομηχανικών προβλημάτων και στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο τεχνητός εμπλουτισμός ακτής, η κατασκευή κυματοθραυστών, η κατασκευή εγκάρσιων βραχιόνων κ.λ.π. Τα έργα αυτά είναι προφανές ότι θα υλοποιηθούν αφού αξιολογηθούν τα ευρήματα της παρακολούθησης της ακτογραμμής, προκειμένου ο οριστικός σχεδιασμός των έργων αντιμετώπισης των ακτομηχανικών προβλημάτων να γίνει επί πραγματικών δεδομένων μετρήσεων και όχι από στοιχεία προσομοιώσεων.


Είμαστε στη διάθεσή σας για κάθε πρόσθετη διευκρίνιση επί του θέματος.

Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΕΥΠΕ
Ε. ΤΟΛΕΡΗΣ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
1. Γραφείο Υπουργού ΥΠΕΧΩΔΕ
κ. Γ. Σουφλιά
2. Γρ. Γεν. Δ/ντή Περ/ντος ΥΠΕΧΩΔΕ
κ. Ι. Βουρνά
(σχετ. έγγραφο α.π. 2234/13.10.05)
3. ΕΥΔΕ Αεροδρομίων Βορ. Ελλάδας
Ναυαρίνου 28 και Καραολή-Δημητρίου
Τ.Θ. 20118
55131 Θεσ/νίκη

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΝΟΜΗ
1. ΕΥΠΕ
2. Χρον. Αρχείο
3. Τμήμα Α΄
4. Χρ. Δούμα

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Μαρτίου 28, 2006 | 10 σχόλια
Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2006
Ελιζαμπέτα ή ο έρως όταν δεν υπήρχαν κινητά τηλέφωνα


Μια μέρα, σ’ ένα διάλειμμα της δουλειάς, έτυχε οι τρεις παρευρισκόμενοι μαντράχαλοι να κάνουμε ταυτόχρονα την ίδια κίνηση: πλίκι πλίκι στο κινητό, να στείλουμε SMS, ο καθένας στην καλή του. Όταν τελειώσαμε, αφού γελάσαμε αφθόνως με τα χάλια μας, ο νευροχειρουργός μας αφηγήθηκε μια ιστορία έρωτος που έλαβε χώραν όταν οι τηλεπικοινωνίες ήταν ακόμα πρωτόγονες.

* * *

Ακούστε μια ιστορία που μου συνέβη την άνοιξη του ’83. Ήμουνα τότε τριτοετής, ετών είκοσι τριών – κι αυτή πρωτοετής του Οικονομικού της Νομικής, δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοχτώ, από την Αθήνα. Ελισάβετ την έλεγαν, αλλά εγώ τη φώναζα πάντα Ελιζαμπέτα…

Τη γνώρισα μέσω της συγκατοίκου της, και ήταν love at the first sight, κατά το κοινώς λεγόμενο… Δυο βδομάδες μετά ο έρως ολοκλήρωσε πλήρως τα δικαιώματά του – και μπήκα ζωντανός στον παράδεισο…

Ξαφνικά, πρόβλημα, τρομερό: μεταγραφή εν όψει! Ο μπαμπάς της ήταν γυμνασιάρχης, αυστηροτάτων αρχών, και δεξιός. ΠΑΣΟΚ είχαμε τότε, αλλά κίνησε γη και ουρανό, είχε τα κατάλληλα κονέ στο Υπουργείο Παιδείας - και παρόλο που η αίτηση της μεταγραφής ήταν εκπρόθεσμη και έλλειπαν δικαιολογητικά, την πέρασε…

Όταν έμαθα πως έρχεται η μαμά της στη Θεσσαλονίκη για να καταθέσει την αίτηση για τη μεταγραφή, που τη θεωρούσαν σίγουρη, πλάνταξα… να φύγει η Ελιζαμπέτα από τη Θεσσαλονίκη… να μη τη βλέπω, να μη της μιλάω… αδιανόητο! Έκλαιγε κι αυτή, αλλά δεν τολμούσε να εναντιωθεί στη θέληση του μπαμπά της, τι να του έλεγε κιόλας – δε θέλω μεταγραφή στην Αθήνα γιατί στη Θεσσαλονίκη βρήκα αυτόν τον τύπο με τα μούσια και τα μαλλιά και δε θέλω να κουνήσω ρούπι;

Έμεναν δυο μέρες, Πέμπτη και Παρασκευή και έληγε η προθεσμία. Μέσα στην απελπισιά μου σκέφτηκα πως η λύση του προβλήματος ήταν να κλείσει η Γραμματεία, για να μην ολοκληρωθούν εγκαίρως οι διαδικασίες. Κι επειδή δε μπορούσα να την κλείσω, είπα να την κάψω.

Πήγα λοιπόν πριν ξημερώσει Πέμπτη και έβαλα τρία γκαζάκια, μ’ ένα βραδύκαυστο φιτίλι, στην πόρτα της Γραμματείας. Τηλεφώνησα και στην Ελευθεροτυπία από ένα θάλαμο που υπήρχε εκεί κοντά και …το μπουμπούνησα! Άναψε φωτιά, ήρθε η Πυροσβεστική, η ασφάλεια, χαμός… Πάει η Πέμπτη, η Γραμματεία δε δούλεψε!

Το πρωί της Παρασκευής, εγώ απίκο να παρακολουθώ… Προς μεγάλη μου απογοήτευση, όλα λειτουργούσαν κανονικά… Τι να κάνω, ξαναπαίρνω τηλέφωνο στη Ελευθεροτυπία και λέω πως θα σκάσει μπόμπα… Σε λιγότερο από δέκα λεπτά, βλέπω το κτήριο να εκκενώνεται, μετά τα χθεσινά γκαζάκια πήραν το τηλέφωνο στα σοβαρά… Βλέπω και τη μαμά της Ελιζαμπέτας να κατεβαίνει από τη ράμπα τρεχάτη – και μαθαίνω αργότερα σε μια δίλεπτη συνάντηση μας στο κυλικείο της άτυχης Νομικής, ότι δεν είχε προλάβει να καταθέσει τη ρημάδα την αίτηση μεταγραφής και θα έφευγε άπρακτη για Αθήνα.

Θρίαμβος! Γύρισα αργά το βράδυ στο σπίτι, μπαρουτοκαπνισμένος – κατά κάποιον τρόπο… Εκείνη τη μέρα ήταν τα γενέθλιά μου, έκλεινα τα 23 και όπως πάντα οι γονείς μου το γιόρταζαν. Όλο το σόι, θείοι, θειάδες, ξαδέρφια είχε έρθει να μου ευχηθεί, όλοι ρωτούσαν που χάθηκα – αλλά εγώ έλειωσα όταν είδα μια ανθοδέσμη με είκοσι τρία κόκκινα τριαντάφυλλα και μια καρτούλα με ευχές, με την υπογραφή «Ε»…

*

Νόμισα πως είχα νικήσει το θηρίο, αλλά λίγες μέρες μετά η Ελιζαμπέτα έρχεται στην Ιατρική και μου λέει κλαίγοντας πως η μεταγραφή της εγκρίθηκε και θα έφευγε αμέσως, την άλλη μέρα δηλαδή, για Αθήνα!

Πριν συνειδητοποιήσω τι γίνεται, βρισκόμαστε στο σιδηροδρομικό σταθμό να την αποχαιρετάω… Φιλιά, αγκαλιές, κλάματα… Έρχεται το τραίνο, μπαίνει μέσα… εγώ να τα έχω στυλώσει, σα να με βιδώσανε, σα να μπορούσα να το κρατήσω το ρημάδι, να μη φύγει…

Μένω στην έρημη αποβάθρα και παίρνω ευθύς την απόφασή μου: τρέχω στα εκδοτήρια και ρωτάω πότε έχει τραίνο για Αθήνα. Είχε - σε τέσσερις ώρες, βγάζω φοιτητικό, 295 δραχμές…

Με την κίνησή μου αυτή έχανα οριστικά το εργαστήριο της Ιστολογίας, στο οποίο δεν είχα κανένα περιθώριο απουσίας – ο Τσούρας έκλεινε την πόρτα στις οχτώ και τέταρτο το πρωί, κι όποιος μπήκε μπήκε, οι απέξω απουσία… Ολόκληρα σκηνικά είχαν στηθεί, να τον απασχολούν οι συνάδελφοι όσο έπαιρνε τις παρουσίες, για να προλαβαίνω να χώνομαι μέσα κι εγώ που έφτανα πάντα καθυστερημένος, άνοιγε η βοηθός – είναι καθηγήτρια τώρα - την πόρτα, στη ζούλα… Άγχος κάθε φορά… και μετά διαβάζαμε το ΠΟΝΤΙΚΙ, ανάμεσα στα μικροσκόπια, με την Κασσιανή. Τη ρωτάει μια φορά η βοηθός – δε σας ενδιαφέρουν όλα αυτά, κι αυτή απαντάει όχι, εγώ θα πάω στο ΙΚΑ…

*

Πήρα το επόμενο τραίνο λοιπόν και ακολούθησα την Ελιζαμπέτα στην Αθήνα. Έμενε Φυλής και Εορδαίας 2, κοντά στους Αγίους Πάντες - ή Άγιο Παντελεήμονα; - τρίτος όροφος… Η Φυλής είχε ακόμα αρκετά μπουρδέλα και το βράδυ η περασιά ήταν δύσκολη για τις κοπελιές από συντηρητικά και θεοσεβούμενα σπίτια…

Είχε φτάσει σούρουπο, έφτασα κι εγώ τέσσερις –πέντε ώρες αργότερα, νύχτα. Παίρνω τηλέφωνο από το θάλαμο της πλατείας, ευτυχώς το σηκώνει αυτή, φαίνεται οι δικοί της ήταν σε απόσταση ασφαλείας, σε πεθύμησα μου λέει – αν με πεθύμησες κατέβα να με δεις της λέω, που είσαι, απέναντι από το σπίτι σου, το βλέπω κιόλας, από το πλάι… μα πώς να βγω, τι να τους πω – τελικά εφευρίσκει μια επείγουσα επίσκεψη στο ψιλικατζίδικο και κατεβαίνει…

Την είδα λιγότερο από πέντε λεπτά – τα περάσαμε αγκαλιασμένοι, σε μια γωνιά…

Μένω μόνος, είναι αδύνατο να πάρω πάλι τηλέφωνο, τι να κάνω κι εγώ, αρχίζω να σουλατσάρω στη Φυλής. Τα κορίτσια από τις πόρτες με καλούν επίμονα να περάσω μέσα, αλλά εμένα το μυαλό μου στον τρίτο όροφο, γωνία με Εορδαίας… Αρχίζω να πεινάω κιόλας, δεν είχα βάλει τίποτα στο στόμα μου από την προηγούμενη μέρα, τσούκου τσούκου καμιά σαρανταριά λεπτά με το πόδι, φτάνω Ομόνοια, όπου αναστυλώνομαι σωματικά με δυο απανωτά πιάτα πατσά, στην Αγίου Κωνσταντίνου.

Επιστρέφω στη Φυλής με το πάσο μου, κοντεύει τέσσερις… Πιάνω παγκάκι, γιατί στις οχτώ το πρωί θα έβγαινε…

*

Βγαίνει – με τον πατέρα της μαζί… Γκαντεμιά… Παίρνουν ταξί, παίρνω κι εγώ το επόμενο, χωρίς άγχος - γιατί ξέρω τον προορισμό τους, η Γραμματεία της Νομικής… Πάνε μαζί στη Γραμματεία και μετά ο μπαμπάς φεύγει, αφού τη συνοδεύει ως την αίθουσα τάδε, που είχε μάθημα. Εγώ απέξω, μπάστακας!

Αργεί να βγει, δεν κρατιέμαι και μπαίνω. Μικρή αίθουσα, κάθομαι στην πίσω σειρά που είχε δυο τρία κενά καθίσματα και περιμένω μήπως και στρέψει το κεφάλι…

Κάποια στιγμή με βλέπει, σηκώνεται και βγαίνουμε έξω. Δεν έφυγες ακόμα; με ρωτάει. Καλυπτόμαστε πίσω από κάτι φυτά και φιλιόμαστε και χαϊδευόμαστε, για κανένα τέταρτο – έπρεπε να φύγει πάλι, ο μπαμπάς περίμενε. Όλα αυτά, εκεί - στο ηρωικό Θησείο…

Ίσα που πρόβαλα να της πω τη φαεινή ιδέα μου, να ξανακάνει αίτηση μεταγραφής για τη Θεσσαλονίκη, να κάνει τη στεναχωρημένη για να πείσει τους δικούς της. Μου λέει τα ίδια, πως φοβάται τον πατέρα της – θα τον σκίσω! ωρύομαι εγώ, βάζει τα κλάματα αυτή και πάνω στη σύγχυση της στιγμής της αποκαλύπτω πως εγώ είχα κάψει τη Γραμματεία στη Θεσσαλονίκη, για να εμποδίσω τη μεταγραφή της…

Με κοιτάζει με πελώρια μάτια και με αγκαλιάζει σφιχτά, αλλά μετά αρχίζει να φοβάται πάλι… κι αν τούτο κι αν εκείνο… και πρέπει να φύγει για το σπίτι της…

Γυρίζουμε μαζί, με τρόλευ και αστικό στη Φυλής, θα μείνω εδώ και θα σε περιμένω, απόγευμα και βράδυ - της λέω. Βγαίνει το απόγευμα για γάλα – τη βλέπω για πέντε λεπτά και μετά ξαναβγαίνει τάχα πρέπει να κατέβει στην αγορά για να αγοράσει μπότες, οπότε περνάμε μαζί μέχρι το σούρουπο και μετά δίνει ρεσιτάλ, καθώς εξασφαλίζει έξοδο από το μαντρόσκυλο με αιτιολογία ότι θα βγει με κάτι συναδέλφισσες για να πάρει τις σημειώσεις τους για τα μαθήματα.

Περνάμε μαζί λίγες ώρες, ούτε που σκέφτομαι να της προτείνω να μπούμε σ’ ένα ξενοδοχείο, όχι πως θα δεχόταν κι αυτή δηλαδή… Τη βγάζουμε σε καφετέριες και σουλατσάροντας… Επιστρέφουμε μετά τα μεσάνυχτα στη Φυλής, εγώ υποτίθεται πως θα πάρω το τραίνο, αλλά ποιο τραίνο; Το τελευταίο φεύγει στις έντεκα από το σταθμό…

Περνάω σ’ ένα από τα παγκάκια του Αγίου Παντελεήμονα, αν ήταν αυτός, και δεύτερο βράδυ.

*

Την άλλη μέρα το πρωί, μπάστακας πάλι έξω από το σπίτι της, με το γαλατάκι μου στο χέρι. Μα δεν έφυγες, έχασα το τραίνο, πάμε μαζί στη σχολή της, όπου αρχίζω να παρακολουθώ κι εγώ και να μαθαίνω οικονομικά… Να βρεθούμε - κι αν βρεθούμε τι θ’ αλλάξει; Αρχίζω να βλέπω τις πρώτες ρωγμές, αλλά είναι νωρίς ακόμα, ο έρωτάς μου υψώνεται υπερήφανος, κοτζάμ Ταζ Μαχάλ…

Το βράδυ όμως αποχαιρετιόμαστε στις δέκα και μισή και φεύγω σφαίρα, ποδαράτος, για Σταθμό Λαρίσης… Το τελευταίο τραίνο μόλις έχει αρχίσει να κινείται, πηδάω επάνω και πληρώνω και πρόστιμο επειδή δε είχα βγάλει εισιτήριο στα εκδοτήρια…

Φτάνω στο πατρικό μου στην Τούμπα, αντικρίζουν οι δικοί μου ένα ζόμπι, άπλυτο, άυπνο, ταλαίπωρο – καλά ρε συ, μου λέει ο πατέρας μου, εσύ μας είπες πως πας μέχρι το σταθμό να αποχαιρετίσεις κάποια φίλη σου, στο φεγγάρι πήγες; Με κοιτάζει αμίλητος καθώς αδειάζω τα πιάτα, τότε δεν το παίρνω χαμπάρι, δε λέει κι αυτός τίποτα βεβαίως, αλλά τώρα είμαι σίγουρος πως διαβάζοντας στη Μακεδονία για τα γεγονότα του Οικονομικού και συνδυάζοντάς τα με τις δικές μου κινήσεις κατάλαβε πως εγώ τα είχα κάνει όλα - και μάλιστα για λόγους καψούρας…

*

Μετά πέσαμε στα δύσκολα τηλέφωνα… να είμαι εγώ συνέχεια στο σπίτι, σκοπιά κανονική, για να πάρει αυτή όταν μπορέσει, από θάλαμο - γιατί από το δικό της σπίτι ήταν αδύνατο – η μάνα της ήταν πάντα εκεί, κέρβερος… Που είσαι ρε Κορωνιά με τη Βόνταφον; Κι όταν βρισκόμαστε τηλεφωνικά, να κλαίμε τη μοίρα μας…

Ήρθε στη Θεσσαλονίκη, μετά της μητρός βέβαια, για να μαζέψει τα πράγματά της… Τριγύριζα συνέχεια ένα γύρω, αλλά ελάχιστα μπορέσαμε να βρεθούμε – ούτε λόγος για σεξ βέβαια… Την παρακαλούσα να τα βροντήξει και να έρθει μαζί μου – τίποτα: ο μπαμπάς είχε την καρδιά του, θα πάθαινε… κατέβηκα δυο τρεις φορές στην Αθήνα, Σαββατοκύριακα και καθημερινές, αλλά μάλλον μας είχαν πάρει χαμπάρι οι δικοί της και σχεδόν της απαγόρευαν να βγαίνει από το σπίτι.

Από κει και πέρα, το Ταζ Μαχάλ του έρωτα της Ελιζαμπέτας άρχισε να γκρεμίζεται, στην αρχή κάτι σοφάδες, μετά οι στέγες, μετά όλο κάτω – σκέτα μπάζα… Κάποιες συναντήσεις του καλοκαιριού που τις περίμενα πως και πως δεν έγιναν ποτέ – αρρώστησε ο μπαμπάς… σε ό,τι πρότεινα η απάντηση ήταν όχι, όχι, όχι, δε μπορώ… και να κλαίει…

Απηυδησμένος κι εγώ έφυγα με φίλους για τα νησιά… Πάτμος, Κως, Κάλυμνος… στην Κάλυμνο έτυχε τώρα και συνάντησα μια Δανέζα, την ερωτεύτηκα - και ρεφάρισα ερωτικά για τα βάσανα του χειμώνα και της άνοιξης και του μισού καλοκαιριού…

*

Πόσα χρόνια περάσανε; Είκοσι τρία… Εκείνα τα είκοσι τρία τριαντάφυλλα που μου είχε στείλει στη γιορτή μου η Ελιζαμπέτα τα συντηρώ ακόμα… κι όταν με ρώτησε η γυναίκα μου της είπα πως μου τα είχε φέρει στη γιορτή μου ένας θείος μου που πέθανε και τα κρατάω αποξηραμένα - για ενθύμιο.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Μαρτίου 27, 2006 | 20 σχόλια
Κυριακή, Μαρτίου 26, 2006
Eryx-T: Εν τούτω νίκα
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Μαρτίου 26, 2006 | 2 σχόλια
Σάββατο, Μαρτίου 25, 2006
Ο Μίμης (ευλόγησον!) Ανδρουλάκης


Από το φίλο Σχολιαστή ήρθε το ακόλουθο σχόλιο, το οποίο αναβαθμίζω σε ποστ αποφεύγοντας τα πολλά πολλά – γιατί θ’ αρχίσω τα καλαματιανά, με τον …ευλογημένο:

Θυμάσαι Πάνο την απορία σου για το αν είναι αληθινή η είδηση για συνάντηση Ανδρουλάκη - Χριστόδουλου. Άκου τι είπε ο ίδιος ο Ανδρουλάκης: "Eγινε η συνάντηση, και μάλιστα αρκετοί ζηλεύουν. Τα θέματα που συζητήσαμε είναι το δημογραφικό και το ασφαλιστικό".

Τι λες παπά μου!!!

Να του αφιερώσω το τραγουδάκι του Σαβόπουλου για το Μητσοτάκη, "Ολο ζικ-ζακ".

Υποθέτω ότι στοχεύει στους θρήσκους πασόκες και συνασπιστές για τις επόμενες εκλογές!!!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Μαρτίου 25, 2006 | 10 σχόλια
Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006
Πιτσιρίκος

Ο πιτσιρίκιος τόμος έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από το βιβλίο της Κουρούνας – και αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, δεδομένου ότι:

α. πρόκειται για δυο ανθρώπους (εντελώς) διαφορετικού φύλλου, ο ένας άντρας και η άλλη γυναίκα – αν και ο Πιτσιρίκος δεν δημοσίευσε ούτε όνομα ούτε φωτογραφία, θέλοντας μάλλον να υπηρετήσει τον μύθο που τον περιβάλλει (ή δεν είχαν προλάβει να φυτρώσουν τα μαλλιά, μετά την εμφύτευση που έκανε, με έκπτωση 25% - εξ ου και η καθυστέρηση: τσιγγουνεύτηκαν στο λίπασμα…), και

β. πρόκειται για δυο ανθρώπους με εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα, ψυχοσύνθεση, ιστορικό λοιμωδών νοσημάτων, χρώμα ίριδος, ονόματα προγόνων, κατοικίδια ζώα, χορευτικές επιδόσεις (ο Πιτσιρίκος, ως γνωστόν, ειδικεύεται στο τάνγκο και στο χούλα χουπ, ενώ η Κουρούνα σε δημοτικούς χορούς, με προτίμηση το τσάμικο στα τρία).

*

Παρόλο που και η Κουρούνα είχε στο απώτατο παρελθόν (της ελληνικής μπλογκόσφαιρας) μια σχετική εμπειρία με κάποιον κομπλεξικό, ο Πιτσιρίκος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος στο να προκαλεί και να συντηρεί το ενδιαφέρον πολυπληθών πιτσιρικολόγων, οι οποίοι παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς και σε ημερήσια βάση τι θα ποστάρει, για να έχουν κι αυτοί οι δύστυχοι λόγο ύπαρξης. Η πιτσιρικολογία στη μπλογκοκενωνία που ζούμε είναι φαινόμενο ανάλογο της νταλαρολογίας που πλήττει την κανονική κοινωνία: όλοι μα όλοι αισθάνονται ψηλότεροι, ομορφότεροι, ερωτικότεροι, πιο μορφωμένοι, πιο κλασσάτοι (ευνόητοι οι …συνειρμοί) αν μπινελικώσουν το Νταλάρα! («Μεγάλος τραγουδιστής, αλλά πολύ κωλόπαιδο, δικέ μου!»)

Αλλά όπως στην άγρια φύση κάποια συμπαθητικά ζωάκια (ύαινες, τα λένε;) επιβιώνουν με τα αποφάγια των ζώων –κυνηγών, έτσι και στην άγρια φύση του μπλόγκιν: κάποιοι επιβιώνουν εντελώς παρασιτικά, αντί να στρώσουν τον κώλο τους να γράψουν κάτι της προκοπής – και άλλοι, περισσότεροι, νομίζουν ότι παίρνουν πόντους πιτσιρικολογώντας, εκφράζοντας την ξινίλα τους, αναλύοντας διεξοδικά το πόσο παλιοχαραχτήρας είναι ο λεγάμενος, πόσο το ένα, πόσο το άλλο… Είπαμε, σε προηγούμενο ποστ: για όλους αυτούς τους ξινούς, συνιστώνται σφηνάκια από ξυδάκι… Είναι πολύ αποτελεσματικά!

*

Αποτελεί δείγμα της σοβαρότητος του εκδοτικού οίκου (Μαραθιάς) το γεγονός ότι παρόλο που τα δοκίμια πηγαινοερχόντουσαν παράλληλα, από πισί σε πισί, για όλο το χρονικό διάστημα της προετοιμασίας των βιβλίων, κανένα ποστ του Πιτσιρίκου δεν τυπώθηκε ως πόστ της Κουρούνας – και τούμπαλιν. Φανταστείτε τι είχε να γίνει αν χωνόταν στο βιβλίο του Πιτσιρίκου η ιστορία όπου η Κουρούνα περιγράφει την έλευση της περιόδου της…

*

Ο τρόπος γραφής του Πιτσιρίκου είναι πρωτεϊκός – προσαρμόζεται εύκολα από κομμάτι σε κομμάτι, ανάλογα με το θέμα. Αγαπημένα του αντικείμενα σάτιρας οι πάσης φύσεως αστέρες (πολιτικοί, τηλεοπτικοί, μουσικοί) όπως συμφύρονται μέσα από τις τηλεοπτικές οθόνες, στον ανεπανάληπτο νέο-ελληνικό αχταρμά. Πρέπει να επισημανθεί η μοναδική του ευχέρεια να βλέπει, εκεί που οι άλλοι απλώς κοιτάμε: αυτό είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό των γεννημένων σατιρικών, η οξύτατη παρατηρητικότητα, που μπορεί να αναλύει μια εικόνα στα ουσιώδη συστατικά της και στη συνέχεια να την ανασυνθέτει με σατιρικό λόγο, μεταπλάθοντας τη σοβαροφανή ανθρώπινη κωμωδία σε σάτιρα.

Αλλά και τα γήπεδα, η νυχτερινή ζωή, η εκκλησία, το θέατρο, οι έρωτες και τα πάθη των …τριών (ή τεσσάρων;) φύλλων, οι περιπέτειες στις διακοπές, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου ή κάποιοι ιδιαίτεροι άνθρωποι που συμπαθεί αποτελούν αντικείμενα των ιστολογικών του ενδιαφερόντων. Και καμιά φορά, δε διστάζει να κάνει τη μεγάλη ανατροπή γράφοντας με συγκλονιστική απλότητα για ένα τόσο προσωπικό θέμα όπως η πορεία του πατέρα του (στον οποίο αφιερώνει το βιβλίο του) προς το θάνατο…

*

Πολλές φορές έχω τσαντιστεί μαζί του – πχ στον τρόπο που χειρίστηκε τον Μίκη ή σε πολιτικά θέματα. Αλλά αν ήταν να συμφωνούμε με κάποιον για να τον παραδεχόμαστε, τότε δε θα έπρεπε να μιλάμε σε άνθρωπο, μονάχα ο καθρέφτης θα μας ικανοποιούσε – κι αυτό παίζεται…

*

Δεν έχει νόημα να τονίσω πως ο Πιτσιρίκος έχει …ταλέντο – αυτό είναι εμφανές, ακόμα και για τους πιτσιρικολόγους. Του αρέσει να γράφει, αυτός είναι ο τρόπος που διαθέτει για την προσωπική του διέξοδο. Και τώρα, ήρθε γι’ αυτόν η στιγμή που πολλοί μπλογκεράδες έχουν στο μυαλό τους: το πρώτο βιβλίο! Ο Πιτσιρίκος το χαίρεται με τον τρόπο του – εντελώς διαφορετικά από την Κουρούνα. Είπαμε, είναι δυο εντελώς διαφορετικοί άνθρωποι. Κατά βάθος όμως, η χαρά είναι η ίδια…

*

Είμαι σίγουρος πως και τα δύο βιβλία θα σκίσουν στην αγορά – το αξίζουν άλλωστε! Στη Γιάννα ευχήθηκα «καλοτάξιδη» - το επαναλαμβάνω και για τον Πιτσιρίκο. Και εις άλλα, με υγεία!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Μαρτίου 24, 2006 | 6 σχόλια
Πέμπτη, Μαρτίου 23, 2006
Κουρούνα


Αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεταμπλόγκιν, αλλά για …βιβλιοπαρουσίαση: κυκλοφόρησαν δυο βιβλία, από δυο εκλεκτά τέκνα (μάλλον …ιδρυτικά μέλη) της ελληνικής μπλογκόσφαιρας, την Κουρούνα και τον Πιτσιρίκο. Επόμενο είναι, κάποιος από το νοητό χωριό των μπλογκεράδων να γράψει δυο λογάκια παραπάνω για τα φρεσκότατα αυτά πονήματα! (σύντροφε Πιτσιρίκο, σαν καλός Ζακυνθινός τζέντλεμαν συμφωνείς πως οι κυρίες προηγούνται…)

Πρόκειται για ένα βιβλίο με ιστορίες – σε άλλες εποχές θα λέγαμε αβίαστα «μια κλασσική συλλογή διηγημάτων». Δεν είμαι σίγουρος πως έχει αλλάξει το παραμικρό, επί της ουσίας, στο τι είναι διήγημα, αλλά ας μη φάμε το χρόνο μας μ’ αυτό το θέμα.

Με τι ασχολείται η Κουρούνα; Άλλοτε επιστρέφει στην παιδική και εφηβική της ηλικία («Ζωγράφε μου, ζωγράφε μου», «Κόκκινη κλωστή δεμένη», «Σεξουαλική αγωγή», «Θες, καλόγερε, γυναίκα;») για να αφηγηθεί ιστορίες φαιδρών ή και τραγικών παρεξηγήσεων, ανάμεσα στο παιδί που μαθαίνει τον κόσμο και μαθαίνοντας κάνει λάθη - και στους μεγάλους, που υποτίθεται ότι γνωρίζουν, αλλά βρίσκονται μπλοκαρισμένοι σε έναν αστείο πουριτανισμό ή τα γνωστά θρησκευτικο-κοινωνικο-πολιτικά στερεότυπα. Κι όταν το παιδί μεγαλώσει και βγει στην πιάτσα για δουλειά, άλλες μεγαλειώδεις παρεξηγήσεις («There is no business like show –business”) ανάμεσα στη φιλότιμη μεταφράστρια και στους επιχειρηματίες που διακινούν ταινίες ακατάλληλες δι’ ανηλίκους. Κι άλλες ιστορίες παρεξηγήσεων του αιώνιου παιδιού και των αιώνιων «μεγάλων» - εν προκειμένω της μαμάς: «Survival kit»

Σε άλλα κομμάτια μας ξεναγεί, πάντα με σπαρταριστή αφήγηση, στα στερεότυπα των γυναικείων ερωτικών φαντασιώσεων («Μ’ ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι», «I put a spell on you», «Καλώς όρισες έρωτα…»). Αλλά και των αντρικών εμμονών, που τους οδηγούν καμιά φορά (σπανίως, αλλά …όλη την ώρα) να γίνονται σούργελα, κυνηγώντας το σεξ: «Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα» και «μούρχεται να κάνω νάζα… στην ποδιά σου τη γαλάζα»

Σε μια μίνι σειρά διηγημάτων (συγνώμη, ποστ ήθελα να πω) πρωταγωνιστής είναι ένας ανοικονόμητος σκύλος, ο Φιντέλ, που κάνει τη ζωή της εργένισσας που αναλαμβάνει τη φύλαξή του δύσκολη και …την περιγραφή της απολαυστική: «Hellhound on my tail» - σε τρεις συνέχειες.

Η Κουρούνα κάποτε ασθένησε και χρειάστηκε να κάνει μια επεμβασούλα. Τα αποτελέσματα, στο «Πάνω απ’ όλα η υγεία». Για το κομμάτι αυτό, μια μεγαλειώδη και μαστορική άσκηση σαρκασμού και αυτοσαρκασμού, θα γράψω μόνο ότι, όταν το πρωτοείδα στο ιστολόγιο μου άρεσε τόσο πολύ που το τύπωσα και το …κυκλοφόρησα στη δουλειά. Όσοι το διάβασαν, δεν είχαν λόγια να το παινέψουν!

Αλλά δεν είναι όλα τα κομμάτια χιουμοριστικά – κάποτε ξεχειλίζει ο καημός της σαραντάρας, για τα χρόνια που πέρασαν (που χάθηκαν;) Τότε βγαίνουν υπέροχα κείμενα σαν το «Μια ωραία πεταλούδα» ή την «Ολική επαναφορά» ή τη «Φθινοπωρινή μελαγχολία», με χαρακτηριστικό τους μια νοσταλγική, αλλά και εύθραυστη τρυφερότητα: η σατιρική Γιάννα δίνει τη θέση της σ’ έναν άλλο εαυτό, που δε διστάζει να μιλήσει για τον κόμπο που νοιώθει στο λαιμό και το λυγμό που είναι έτοιμος να ξεσπάσει. Αλλά το κάνει μαστορικά, χωρίς μελοδραματικές εξάρσεις, χωρίς κανένα στόμφο. Ο καημός της είναι βαθύ ποτάμι, μας τον δείχνει σεμνά, δισταχτικά, σχεδόν σα να ντρέπεται και να μετανοιώνει που μας στεναχωρεί. Φυσικά, για πολλούς ανθρώπους (του υπογράφοντος συμπεριλαμβανομένου) αυτά τα αφηγήματα λειτουργούν εξόχως λυτρωτικά – φανερώνουν υλικά από βιώματα που κρύβονται μέσα μας και μας έχουν συνδιαμορφώσει, αλλά τα απωθούμε, ο καθένας για δικούς του λόγους.

Δεν είναι μόνο ο παλιός χαμένος χρόνος που πικραίνει, αλλά κι αυτός ο χαμένος που τρέχει τώρα, ανάμεσα από τα στενά δρομάκια της μεγάλης πόλης. Η ζωή που υποτίθεται πως ζούμε, μια ζωή αφύσικη, αβάσταχτη, με μοναδική αχτίδα φωτός το όνειρο που εισβάλλει πανέμορφο για να μας λυτρώσει, προσωρινά έστω, από τη μαυρίλα… Ίσως το καλύτερο κομμάτι της συλλογής - ένα μικρό διαμάντι που μπορεί να στολίσει οποιαδήποτε ανθολογία: «Κυριακή πρωί στην πλατεία Αμερικής»

* * *

Η Γιάννα Αναστοπούλου ξεχωρίζει ανάμεσα σε όσους ανεβάζουν κείμενά τους στα ιστολόγια, για πολλούς λόγους: έχει υψηλή αίσθηση του χιούμορ, της σάτιρας και του αυτοσαρκασμού. Αφηγείται καλά (για την ακρίβεια, πολύ καλά). Ξέρει να περιγράφει την απόγνωσή της διακριτικά, αλλά αποτελεσματικά. Οι ιστορίες της είναι προσεγμένες - ως το τελευταίο κόμμα. Είναι απλούστατα η καλύτερη! Τώρα, στη διάθεση του μεγάλου κοινού που δε συχνάζει στα μπλογκοκαφενεία, εκεί που νερά είναι βαθειά και η στεριά ξεμακραίνει επικίνδυνα, από τις Εκδόσεις Μαραθιά. Καλοτάξιδη!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Μαρτίου 23, 2006 | 9 σχόλια
Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006
Το Δρακοδόντι


Πνοή

Ακούγεται ο αγέρας που λυσσομανάει. Σιγά σιγά μπαίνουν τα όργανα για να μας υποβάλουν τη μεγάλη ανησυχία που κρύβει μέσα του ο αφηγητής. Κάτι τον βασανίζει, κάτι πέρα από τη βιοτή – δηλαδή τις καθημερινές έγνοιες τις ζωής. Κάτι που αφορά απευθείας το νόημα του βίου.

*

Δεν είναι έρημος, ξένος, μόνος, φτωχός, απελπισμένος. Είναι της αγάπης δουλευτής, δυνατός, αποφασισμένος, υπερήφανος. Η μουσική υλοποίηση είναι υποβλητική: ακούμε παράλληλα τον αφηγητή να τραγουδά σα να γράφει τις αναμνήσεις του και τον Ψαραντώνη - να δευτερώνει ελεύθερα, συνταιριασμένος με τις στιγμές της έντασης. Ο αρχέγονος μύθος της αναζήτησης, της ανταρσίας και της πρόκλησης αρχίζει να αναπτύσσεται…

Στου Πόθου τα Σκεπάσματα

Στου πόθου τα σκεπάσματα νύχτα μ’ αστραποβρόντι
έταξα στην αγάπη μου του Δράκοντα τ’ αδόντι

Και η καρδιά μου ελύσσαξε να δει και να γνωρίσει
που ‘ναι του Δράκου η φωλιά και του θεριού η βρύση

Ένας τρελός μου φώναξε σ’ έρημο μονοπάτι
Πως τη Δρακογενιά θα βρω στου ‘Αδη το παλάτι

Κι ο δρόμος ο τρισκότεινος είναι καλά κρυμμένος
τον ξέρει ο Γέρος του Βουνού ο Χαροξεχασμένος

Παίρνω τση μάνας μου ευχή κι απ’ την καλή μου δάκρυ
και φεύγω να ‘βρω το θεριό στων σκοταδιών την άκρη

*

Αναζήτηση


Ορχηστρικό. Περιγράφει την περιπλάνηση του παλικαριού, ενώ δε φεύγει απ’ το μυαλό του –το ακούμε κι εμείς, από τον Ψαραντώνη – η φράση του τρελού: το ξέρει ο Γέρος του Βουνού… Αυτός λοιπόν είναι ο στόχος της κουραστικής αναζήτησης, που ζωγραφίζεται μ’ ένα πλήθος ηχοχρώματα – με τις ανθρώπινες φωνές να κυριαρχούν όσο πλησιάζουμε προς το στόχο.

*

Και τότε, αλλάζει το κλίμα, με την πανηγυρική είσοδο της λύρας: η κούραση ξεχνιέται, ο μαχητής ετοιμάζεται, μέσα σε μια ηχητική πανδαισία, που εικονογραφεί τον ενθουσιασμό του, να μάθει αυτό που θέλει…



Ο Γέρος του Βουνού

Έφτασα εκεί που δε μπορεί ανθρώπου νους να φτάξει
να βρώ το Γέρο του Βουνού και να του πάρω πράξη

«Έλα» μου λέει μια φωνή κι έτρεξα προς το μέρος
να δω αν είν’ ανθρώπινος στην όψη του ο Γέρος

Ο αντίλαλος μ’ οδήγησε σ’ ενός γκρεμού τη σκίζα
κι εκεί πηγή ήταν της φωνής ενός φυτού η ρίζα

Είσ’ άνθρωπος του φώναξα ή μια φωνή που τρέμει
ή όνειρο μικρού παιδιού που το ‘ψησεν η θέρμη;

Κι αντί ν’ ακούσω τη φωνή απάντηση να λέει
νιώθω τη γεύση του φυτού στη γλώσσα μου να πλέει

Και πριν να πω του Γέροντα την αρμηνειά σου δως μου
βρέθηκα σ’ ερημόσπιτο στο ξέτελος του κόσμου

*


Καμιά απάντηση δεν πήρε ο ήρωάς μας από το Γέρο – αλλά δεν προφταίνει να απογοητευτεί, καθώς παρασύρεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει πια και βρίσκεται…

Στο Σπίτι της Ερήμου

Μπαίνω σε άδειες κάμαρες, ποιας μάγισσας χατίρι
του κόσμου αλλάζει πρόσωπο σε κάθε παραθύρι

Ανοίγω πόρτες και γυρνώ στο σπίτι της ερήμου
σε κάποια κοντοστάθηκα σα να ‘ταν η δική μου

Και με μιαν άλλη αίσθηση αιώνες κοιμισμένη
ένοιωσα πως στην κάμαρη κάποιος με περιμένει

Μπήκα και κάπου κάθισα κατάκοπος του δρόμου
και κοίταξα και ήτανε το νεκροκρέβατό μου


Είναι η ώρα που ο άνθρωπος πρέπει να αναμετρηθεί με την ιδέα και την αίσθηση και το βάρος του θανάτου. Η πάλη αυτή (που πρέπει οπωσδήποτε να είναι νικηφόρα) είναι προαπαιτούμενο για να μπορέσει να συνεχίσει την αναζήτηση… Αυτός που φοβάται το θάνατο, τη ζωή δεν πρόκειται ποτέ να την καταλάβει…

*

Η Αίθουσα του Θρόνου

Κι ανάδια, χρόνος ξύλινος στο χρώμα του χωμάτου
κι αριστερά και πιο ψηλά ο ήλιος του θανάτου

Κι από τον ήλιο κρέμονταν γυάλινη φυσαλίδα
που μέσα μ’ όψη νεκρική τον εαυτό μου είδα

Και τ’ άδειου θρόνου συντροφιά απ’ τη μεριά την άλλη
μορφή που μου ‘μοιασε πολύ με λιόπαρδου κεφάλι

*

Το Παράθυρο

Ψαχούλεψα ως μου φάνηκε το άνυδρό μου σώμα
σκληρό σα λέπι το ‘νοιωσα και φθινοπώρου χώμα

Γύρισα το κεφάλι μου προς το παράθυρό μου
και γέμισαν τα μάτια μου με τη μορφή του τρόμου


Έφτασε επιτέλους η ώρα να συναντήσει το Δράκοντα. Τα κρουστά δυνατά, επίμονα, χωρίς τη συνοδεία πνευστών και εγχόρδων – δίνουν την αίσθηση της αγωνιώδους αναμονής, ώσπου πάλι η πανηγυρική είσοδος της λύρας εκφράζει την ανακούφιση: ο στόχος βρέθηκε, η μάχη θα δοθεί!

*

Ο Δράκοντας

Στην απεναντινή κορφή του Δράκοντα η ράχη
και η βραχομουσούδα του ρουμπίνια μάτια να ‘χει

Κι απά στο κωλοράδι του σπυρί το ερημοκλήσι
κούφια ελπίδα, της οργής την ώρα να ξορκίσει

Ποτάμιζαν στα λέπια του χωριά, ελιές κι αμπέλια
κι ακούγονταν μόνο πουλιά και των παιδιών τα γέλια

Κι ο κόσμος εκυμάτιζε με την αναπνοή του
σα να ‘τανε μικρού παιδιού ο ύπνος, η ζωή του

Και τ’ όνειρο σαν το νερό απ΄ του μυαλού τις βρύσες
ξέφευγε και σχημάτιζε τον κόσμο στις αισθήσες


Η αναγνώριση της Καζαντζακικής επιρροής δε μπορεί να είναι τυχαία… Θα επιβεβαιωθεί απόλυτα στο επόμενο κομμάτι. Σημειώνω μονάχα τον έξοχο τελευταίο στίχο – συμπύκνωση μια ολόκληρης κοσμοαντίληψης.

*

Ακούμε τον δίαυλο της περισυλλογής, ώσπου και πάλι η λύρα και τα μεγάλα πνευστά έρχονται να ζωγραφίσουν τη λαχτάρα και το κέρδος της γνώσης…

Μύριες Αρίθμητες Γενιές

Μύριες αρίθμητες γενιές ισόχρονες του κόσμου
και μύρια αγέννητα παιδιά περάσαν από μπρος μου

Κι είδα τον άνθρωπο γυμνό, σε δέντρο σα μαϊμούδι
κι ύστερα ν’ αντρειεύεται πάνω στης γης το φλούδι

Να γδέρνει και να πολεμά τα χώματα τα χέρσα
μέχρι στου Δράκου την κοιλιά να καταλήξει μέσα

Να δώσει πίσω του θεριού το χρωστικό που πρέπει
να φτιάξει για τη σάρκα του ένα καινούριο λέπι

Κι ένοιωσα πως δεν ημπορώ τση μοίρας να μακρύνω
και Δρακολέπι μιαν αυγή είναι γραφτό να γίνω


Ο ταξιδιώτης εντάσσει αρμονικά τον εαυτό του στην αιώνια μοίρα του ανθρώπινου γένους: συνειδητοποιεί πως προορίζεται να γίνει κι αυτός ένα ακόμα Δρακολέπι – όπως όλοι…

*

Η γνώση αυτή είναι πικρή, και ο θρήνος φυσιολογικός… και υπέροχος, καθώς χρησιμοποιείται λειτουργικότατα η ηπειρώτικη πολυφωνία…

Η Ματωμένη Βρύση

Κλαίγοντας θάφτω στης καρδιάς τη ματωμένη βρύση
προγόνους, φίλους και παιδιά κι ό,τι έχω αγαπήσει


*

Και πάλι, ο αναζητητής ρωτάει:

Το Ρώτημα

«Δώσε μου Γέρο απόκριση και την ψυχή μου σώσε
είναι το έχει σου η ζωή ή μήπως πάρε δώσε;»


*

Απάντηση και πάλι δεν υπάρχει. Η αναζήτηση όμως του παλικαριού, έχει ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα, το οποίο περιγράφεται με αδρές εικόνες Αποκάλυψης – και αντίστοιχους ήχους…

Ο Θάνατος του Δράκου

Τότε σκοτάδι απλώθηκε και γίνηκε η πλάση
μαύρο φαρί – κατάμαυρο έτοιμο ν’ αφηνιάσει

Κι απ’ τα κατάβαθα τση γης ο Δράκοντας σαλεύει
και με σαΐτες πύρινες την πέτσα του τοξεύει

Ανοίγει η γης κι οι ποταμοί τις όχθες αψηφούνε
φουσκώνουνε οι θάλασσες και τα βουνά χτυπούνε

Χώρες, χωριά γκρεμίζουνται, κουνιούνται τα θεμέλια
από το κλάμα των παιδιών και των τρελών τα γέλια

Ο ουρανός λυσσομανά, πετά αστροπελέκια
που τρων ανθρώπων χτίσματα και καταλούν τα πρέκια

Στον ουρανό πηδούν φωτιές, τα δάση λαμπαδιάζουν
και οι φωνές των αγριμιών τον άνεμο σπαράζουν

Τα κορφοβούνια σκίζουνται, πέφτουνε στα πελάγη
και τα χαράκια κουτουλούν σαν αγκρισμένοι τράγοι

*


Ο Θάνατος του Δράκου σημαίνει την καταστροφή της γης, που χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

Η Καρδιά του Θεού

Κι η γης κουβάρι γίνηκε και αστραποβολίδα
και μες στο σύμπαν χάνονταν σα φωτεινή κουκίδα

Μ’ άλλες κουκίδες φωτεινές σαν τα φλογάτα άτια
λες κι έσπασε Θεού καρδιά σε χίλια δυο κομμάτια

Κι όπως εξεμακραίνανε των αστεριών τα πλήθη
έμεινα μόνος και ψυχρός στ’ απέραντου τη λήθη

Και με του Δράκου τη φωνή και του Θεού τα στήθια
εμάζωξα τη δύναμη και φώναξα «βοήθεια!»

*


Όλα αυτά γινόντουσαν μέσα στ’ όνειρο, αυτού που ονειρευόταν πως ονειρεύεται… Η «φωνή» τον ξαναφέρνει στην πραγματικότητα (του πρώτου ονείρου), κι αφού το όνειρο είναι που σχηματίζει τον κόσμο στις αισθήσεις, ο κόσμος θεμελιώνεται εκ νέου. Αλλά, το βαθύ όνειρο άφησε κι αυτό ό,τι ήταν ν’ αφήσει, μπροστά στα πόδια του τολμηρού ονειρευτή: τη Δρακοπροβιά και του Θεού τα σπλάχνα…

Των Γερακιών οι Κύκλοι

«Έλα» ακούω τη φωνή να με προστάζει πάλι
και βγήκα από το όνειρο κι από την παραζάλη

Ο κόσμος ξετινάχτηκε κι ήρθε στα συγκαλά του
κι ο ήλιος ο απόκοσμος με τράβηξε κοντά του

Και βλέπω κύκλους γερακιών, τι να ‘ναι το ψοφίμι
Θέ μου μην είναι της καρδιάς τ’ ανήμερο τ’ αγρίμι

Κοιτάζω γύρω ερημιά, πια δεν ακούγεται άχνα
και κάτω η Δρακοπροβιά και του Θεού τα σπλάχνα

*


Η μυστική γνώση, που κατακτά ο ονειροταξιδευτής μετά από τόσους κόπους και αγώνες, δεν είναι τίποτε άλλο από το παμπάλαιο «εν το παν»:

Το Μυστικό

Τότε μου κράζει η φωνή «το μυστικό θα μάθει
μόνο αυτός που πάτησε της κόλασης τα βάθη

Όφις, Θεός και Άνθρωπος πολύ σε τούτο μοιάζουν
και μια του κύκλου εποχή ποκάμισο αλλάζουν

Σ’ αυτό τον κόσμο γίνεσαι ό,τι έχεις αγαπήσει
και παίρνεις προίκα σου στερνή αυτά που ‘χεις χαρίσει

Γιατρό με λένε και σκληρό, σοφό ή μπαγαπόντη
μ’ άκουσε: εσύ σαι ο Θεός κι εσύ το Δρακοδόντι!»


*

Ο ταξιδευτής δεν φοβάται και δε διστάζει: πετάει μακριά το παλαιό του είναι, το ανώριμο και το ατελές και συσσωματώνεται τολμηρά με το Δράκοντα και το Θεό. Αποκτάει έτσι όλα τα δικαιώματα, αλλά και όλες τις ευθύνες της ύπαρξης, μπορεί να γεύεται ταυτόχρονα το μέλι και το φαρμάκι της ελευθερίας… Και τον καινούριο του εαυτό, θα τον χαρίσει στην αγαπημένη του (η αγάπη παραμένει το έσχατο πεδίο άσκησης) – για να τον ξανακερδίσει στο τέλος του χρόνου, αφού στερνή μας προίκα είναι μονάχα όσα έχουμε χαρίσει…

Η Αναγέννηση

Και η φωνή σα σύννεφο στον ουρανό εχάθη
ή την εκάλεσε η γη στα άπατά της βάθη

Γδέρνω το δέρμα μου με μιας και βγάζω την καρδιά μου
και την πετώ όσο γίνεται πολύ πιο μακριά μου

Φορώ του Δράκου την προβιά και το Θεό εντός μου
χάρισμα στην αγάπη μου θα ‘ναι ο Εαυτός μου

*


Εδώ ο κύκλος κλείνει, με τον νυχτερινό αγέρα να μαίνεται – και τους δύο στίχους που άνοιξαν το μουσικό ταξίδι.



Ο Κύκλος

Στου πόθου τα σκεπάσματα νύχτα μ’ αστραποβρόντι
έταξα στην αγάπη μου του Δράκοντα τ’ αδόντι…


* * *

Παραμύθια, θα μου πείτε… Ναι, αλλά ωραία παραμύθια, για μεγάλα παιδιά, για τολμηρά παιδιά… Φυσικά, δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να δεχτεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο του μύθου – αλλά είναι καθένας ελεύθερος να χαρεί ένα ολοκληρωμένο, εμπνευσμένο έργο.

Ελευθερία, όχι από τίποτε άλλο, αλλά από την ασφυκτική επιρροή των σκουπιδιών – τύπου «βραβεία Αχρίων» και «γιουροβύζιον» - που κυριολεκτικά βουλώνουν τα αυτιά της ψυχής με άφθονα λιπαρά εκκρίματα… Σκεφτείτε ότι, κάποιος «μουσικοκριτικός» έγραψε παρουσιάζοντας το διπλό δίσκο των Χαΐνηδων, ότι το τραγούδι «συνταγές μαγειρικής» του «Γητευτή» είναι … «τσαχπίνικο τραγουδάκι»! Αυτός ο πανάσχετος τύπος είναι φυσικό να φρικάρει εντελώς όταν ακούει για «χαράκια», «άτια», «χωριά», «προβιές»… Δε γεννάται ζήτημα, θα συνέλθει αμέσως: για τα γούστα του φτιάχνεται το 99% της σύγχρονης μουσικής παραγωγής!

Στο ακριβό υπόλοιπο 1% της δισκογραφίας, οι Χαΐνηδες κατέχουν μια από τις δεσπόζουσες θέσεις – την κατέκτησαν με το σπαθί τους, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Το «Δρακοδόντι» είναι σίγουρα η πιο φιλόδοξη προσπάθεια που μας έχουν παρουσιάσει. Επιδιώκουν να εκφράσουν μέσα από την αφήγηση ενός μύθου μια ολοκληρωμένη θεώρηση των βασικών θεμάτων – αινιγμάτων: ζωή, θάνατος, Θεός, όνειρο…

Για το στιχουργικό μέρος - όλοι οι στίχοι είναι στη διάθεσή σας, στη ροή του κειμένου – θα σημειώσω ότι στηρίζει αποφασιστικά την απόπειρα, αλλά δεν είναι στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, αν σκεφτούμε παλαιότερες (της δεκαετίας του ’70) επιτεύξεις. Αλλά δε λείπουν και κάποιες στιγμές τρομερής συμπύκνωσης, όπου ο στίχος πραγματικά λάμπει.

Η μουσική επένδυση είναι η μεγάλη έκπληξη. Οι Χαΐνηδες χρησιμοποιούν ελεύθερα και δημιουργικά όχι μόνο την (απίστευτα πλούσια και αστείρευτη) κρητική παράδοση, αλλά και μουσικές παραδόσεις άλλων περιοχών (Θράκη, Πόντος, Ήπειρος κλπ) σε μια τολμηρή αλλά καλοδουλεμένη σύμμειξη. Είναι στιγμές που ο ήχος γίνεται κυριολεκτικά μαγευτικός… Παράλληλα ενσωματώνονται δημιουργικά πολλά νεωτερικά (έως αβαν-γκαρντ) στοιχεία.

Το ερώτημα –κλειδί είναι αν η μουσική μας παράδοση είναι ζωντανή, αν μπορεί να συνομιλήσει με τους σύγχρονους Έλληνες. Η απάντηση είναι ένα μεγάλο ναι: Κρητικοί και Πόντιοι (κυρίως αυτοί) αλλά και Θρακιώτες και Ηπειρώτες και άλλοι, συντηρούν ολοζώντανη και βιωματικά λειτουργική τη μουσική τους παράδοση – ελπίζω πως θα τους ακολουθήσουν κάποια στιγμή θαρρετά Μωραΐτες και Ρουμελιώτες. Πάνω σ’ αυτή τη ζωντανή και πολύφερνη κληρονομιά μπορεί κανείς να πατήσει για να δημιουργήσει έργο καινούριο, πρωτότυπο, ενδιαφέρον.

Το «Δρακοδόντι» πατάει γερά στην παράδοση (πρωταρχικά την Κρητική, αλλά συνομιλώντας με πολλές άλλες, της Ανατολικής Μεσογείου και της Βαλκανικής), ωστόσο την υπερβαίνει αποφασιστικά – και σ’ αυτή την υπέρβαση έγκειται η αξία του. Όμως δεν είναι «εύπεπτο» έργο, ούτε μια σειρά από ανώδυνα τραγουδάκια. Για να γευτείς το πεντανόστιμο μύγδαλο, πρέπει να μπορείς να σπάσεις το κέλυφος της ακαλαισθησίας και της αφασίας που το περιβάλλουν… Το έργο αντενδείκνυται απολύτως για φαστ-φουντ ακροάσεις επηρμένων και αγχωμένων γιάππηδων – θα τους στείλει αδιάβαστους!

Στο παρελθόν έγιναν κι άλλες απόπειρες σύζευξης του τοπικού μας ήχου με σύγχρονες (κυριαρχικές, όπως το ροκ) μουσικές προτάσεις – με κορυφαία και αξεπέραστα παραδείγματα το «Μπάλλο» και τη «Μαύρη Θάλασσα» του Διονύση Σαββόπουλου. Καλή δουλειά έχει αφήσει πίσω και ο Χριστόδουλος Χάλαρης («Δροσουλίτες») και άλλοι δημιουργοί. Η πρόταση των Χαΐνηδων με το «Δρακοδόντι» έρχεται, δυναμική και αξιοπρόσεχτη, πολλά χρόνια μετά, όταν όλα μοιάζουν να τα έχει σκεπάσει και μουμιοποιήσει η ζάχαρη άχνη του λαϊφστάιλ.

Δεν είναι έτσι – πάντα υπάρχει ένα χωριό με ανυπότακτους Γαλάτες, που εξακολουθεί να αντιστέκεται στις δήθεν ανίκητες λεγεώνες του Καίσαρα και ενίοτε να τις ξεφτιλίζει κιόλας! Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη μουσική και τα τραγούδια – αυτά είναι μονάχα η κορυφή του παγόβουνου. Μην περιμένετε όμως να τα πούμε όλα αυτά σε ένα ποστάκι…

*

(Ο πίνακας στη αρχή είναι του Van Gogh. Ακολουθεί ένα σκίτσο του Λεονάρντο. Τέλος, το τρίτο θέμα είναι του Oscar Kokoscha και το έκλεψα από τη Μιραντολίνα)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006 | 20 σχόλια
Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006
Ποστάκια και ξυδάκια
Εκείνο το έρημο το πολυπολιτισμικό μπλογκ Σωκράτης - Κώνειο 0-1, το ιδρυθέν υπό του alombar(είμαι ογκόλιθος!)42, το επισκέπτεται κανείς ή τσάμπα ποστάρωμεν;

*

Εντός των ημερών κάποιες ξινισμένες φατσούλες της μπλογκοκενωνίας θα ξινιστούν έτι περαιτέρω... Καλού κακού, οι ξινοί (δεν είναι και λίγοι...) ας έχουν πρόχειρα μερικά σφηνάκια ξύδι... Θα τους χρειαστούν!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Μαρτίου 18, 2006 | 27 σχόλια
Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006
Ο Γητευτής


Όσο το αεροπλάνο πετούσε άκουγα απ’ τα ακουστικά το CD με τα καλύτερα τραγούδια τους, που είχε διαλέξει αυτή για μένα και το έφερε χθες άρον άρον η ACS, από την Αθήνα. Στο γραπτό μήνυμα ήταν κατηγορηματική: κοίτα μη και δεν έρθεις…

Τρεις μέρες, δυο νύχτες μαζί… Μια δαγκωμένη δικαιολογία που έγινε (;) πιστευτή, ένα σακίδιο με το γουώκμαν και δυο μπλουζάκια μέσα… Αύγουστος.

Όσο ν’ ακούσω τα τραγούδια, είχε γλιστρήσει ολόκληρο το Αιγαίο στραφταλίζοντας κάτω από τα μάτια μας – απ' τη Θεσσαλονίκη ως τα Χανιά.

Με περίμενε το νοικιασμένο αυτοκίνητο, ένα κόκκινο οπελάκι. Οδήγησα ως την πόλη κι ως τους ΔΟΓΗΔΕΣ, το αναπαλαιωμένο νεοκλασσικό στην παραλία. Εκεί, με καρτερούσε αυτή.

*

Το δόλωμα για να κατέβω, δηλαδή να ρισκάρω τα καταστροφικά αποκαλυπτήρια, ήταν η συναυλία στο Φραγκοκάστελλο. Σάββατο βράδυ, λέει, και πανσέληνος…

Το Φραγκοκάστελλο, στο Λιβυκό πέλαγος μπροστά – μεσαιωνικό, καλοδιατηρημένο, ό,τι πρέπει για συναυλίες με πανσέληνο παρά θιν' αλός. Όταν γίνεται ησυχία, ανάμεσα στα τραγούδια, ακούς το κύμα…

Περιμέναμε κι εμείς, για να βγάλουμε εισιτήρια, ποτισμένοι ως το μεδούλι από ευδαίμονα λήθη, ως μειράκια γελώντας ξέγνοιαστα, το αδυσώπητο μέλλον επιδεικτικά περιφρονώντας, στης ώρας τη χαρά παραδομένοι.

Ξάφνου μπροστά μας φασαρία και χλαλοή. Οι Χαΐνηδες έπαιξαν χθες, λέει. Σήμερα παίζουν διάφορα παραδοσιακά συγκροτήματα – άλλο αν η τοπική εξυπνάδα δεν το ξεκαθάριζε στην αφίσα, τους εκ Θεσσαλονίκης επιτούτου επισκέπτες παραπλανώντας άσπλαχνα, εντέλει.

*

Δέκα μέτρα παρέκει, η αμμουδιά ζεστή και φιλόξενη την ώρα που η αποχώρηση του άρχοντα της μέρας ανακάτευε τα χρώματα κι έφτιαχνε - με του πελάγου παίζοντας την πλάτη- μάγια των ματιών, της ψυχής μυρώματα.

Από δίπλα μια συντροφιά παιδιά με τσικουδιές, γέλια και μαντινάδες μας παρηγορούν, τους πολιτισμικούς πρόσφυγες. Πίνουμε μαζί και –σχεδόν – ξεχνώ το καζίκι με τη συναυλία.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα σα σηκωνόμαστε, τα βήματα μας φέρνουν στο ταβερνάκι, καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες κι αμέσως καταφθάνουν τα γυάλινα ποτηράκια με το καλωσορίσατε.

*

Είχα μάτια γι’ αυτήν μονάχα, αλλά η Πενθεσύλεια έχει ενσωματωμένο ραντάρ, όπως όλες οι γυναίκες. Ε, όχι! Δυο τραπεζάκια παρακεί έτρωγαν τρεις Χαΐνηδες με τις κοπελιές τους!

Μου έκατσε η μπουκιά στο λαιμό, αλλά η κυρά πήρε στροφές επιτόπου. Σηκώνεται και πάει κοντά τους και τους λέει (την άκουγα) αυτός ήρθε από Θεσσαλονίκη για να σας ακούσει (δεν είπε πως η ίδια κατέβηκε από Αθήνα), θα μπορούσαν, τάχα, να μας παίξουν ένα δυο τραγουδάκια;

Σηκώνεται ο Δημήτρης ο Αποστολάκης κι έρχεται προς τα μένα, γελώντας. Μωρέ κουζουλέ, από Σαλονίκη ήρθες, εξεπιτούτου; Γελάω κι εγώ, καταλαβαίνει. Κοπιάστε με τ’ εμάς! Ήταν κι ο άλλος Δημήτρης, ο Ζαχαριουδάκης – κι ο Γιώργος ο Μανωλάκης.

Κι αρχίζουν να παίζουν για πάρτη μας και για πάρτη τους – της Παναγιάς τα μάτια. Με δικά τους ξεκίνησαν, τον μικρόν Αλή και την αγάπη που κάστρα καταλεί και τον ακροβάτη και την παραβολή του ασώτου… Κι αναμεσός, ριζίτικα και μικρασιάτικα και τα ματόκλαδά σου λάμπουν, που τα ζήτησα. Η συναυλία που χάσαμε, μας χαρίστηκε ουρανόθεν, στο πολλαπλάσιο…

*

Κάποια στιγμή η ταβέρνα έπρεπε να κλείσει, αλλά η δική μας η συντροφιά δεν είχε κορεστεί, διψούσε ακόμα. Πήραμε λοιπόν τρεις μποτίλιες ρακή και γυάλινα ποτηράκια και κάναμε πάλι δέκα αντίστροφα βήματα στην άμμο, καθώς η ολόγιομη μάγισσα του ουρανού μας έραινε χρυσάφια από ψηλά.

Τώρα, λέει ο Αποστολάκης, θα παίξομε καινούρια… Παίζουν το πανηγύρι του τρελού και τις συνταγές μαγειρικής κι ένα τραγούδι (η Αριάδνη), που ο τίτλος του κάνει την Πενθεσύλεια να γελάσει νευρικά. Και μετά σε εφτά ποτάμια μας δροσίζουν:

Ήλιε μου στρατολάτη ταξιδευτή
που μούδωσες τη χάρη του γητευτή
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί
απ’ το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί…


Απλώνω το χέρι και βουτάω το κεφαλομάντιλο στα νερά που ψιθύριζαν και κρατούσαν το ίσο, το δένω στην κεφαλή μου ολόγυρα και η δροσιά του θαλασσόνερου φτάνει ως της καρδιάς τα φύλλα. Μια από τις κοπελιές κερνά σε όλους ρόγες σταφύλι. Κι άλλη ρακή.

*

Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ’ άρμενα που φεύγουν
αφήνοντας στ’ απόνερα πυρόξανθη σκουριά
οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν
γι’ αυτό απόψε πάρε με κι ας φύγεις μακριά…


Η Πενθεσύλεια παραπονιέται: μα γιατί να τελειώνει η αγάπη; Γελάμε, κι ο Ζαχαριουδάκης λέει πως αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, αλλά έχουνε, λέει, κι ένα τραγουδάκι που θέλει την αγάπη ζωντανή, για πάντα. Τα τραγούδια σου δίνουν ό,τι θες, συμπληρώνει ο σιωπηλός Μανωλάκης – αρκεί να μπορείς να το αντέξεις…

Όμορφη μικρή
μα ζωή πικρή
σε πολλών κρεβάτια
ήταν δηλαδή
γελαστό παιδί
με θλιμμένα μάτια


Κι ακούμε ένα απίστευα όμορφο ρεφραίν, με απλούστατο στίχο αλλά τόσο υπέροχη μελωδία - που δε χορταίναμε μετά να το λέμε, όλοι μαζί, στης ολόχρυσης Σελάνας το φως:

Σ’ αγαπώ
κι ό,τι έχεις αγαπήσει
θα το αγαπώ…


Η λύρα κλαίει το σκοπό – φαντάζομαί το να το παίζει ένα πνευστό, κλαρίνο μάλλον – λέει ο Αποστολάκης.


Μάτια μου μελιά
σύννεφα πουλιά
κι όνειρα περνούνε,
μάτια μου μην κλαις
μέσα σου να λες
οι αγάπες ζούνε

Μέσ’ απ’ την πληγή μου
ουρανέ και γη μου
κρύφιες κι άδηλες πνοές
μακρινές θεές
ρίξανε στη λίμνη,
στη βαθειά μου μνήμη,
αλλονών ζωές


Και πάλι το σαγηνευτικό σ’ αγαπώαυτός είναι ο ακάθιστος ύμνος των ερωτοχτυπημένων, ψιθυρίζω στης Πενθεσύλειας τ’ αυτάκι.

*

Τα κατοπινά, καλά δεν τα θυμούμαι – τα θόλωσε η ρακή… Κάτι σα να χόρευα στην άμμο την ώρα που το φεγγάρι θάμπωνε, οράματα έβλεπα, λέει η Πενθεσύλεια – τον Αθανάσιο με τη Δίχτυνα στο κατόπι να περνούν παρέκει τραγουδώντας, τον άλλο φίλο μου το Ρωμανό με την καλή του χεραγκαλιά, τον άλλο απ’ την Κάλυμνο, τον άλλον απ’ τη Σκόπελο, κι εκείνον που σεργιανά ο ίσκιος του στις συντυχιές μας, με το χαρέμι του πλήρες…

Εφτά η ώρα το πρωί το διαλύσαμε. Ήταν η ώρα που τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές…, όπως τραγούδησε ένας παλιός της ποίησης αγαπημένος, ξεχασμένος πια.

*

(Αφιερωμένο …to whom it may concern!)


συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006 | 27 σχόλια
Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2006
Χθες ήταν πανσέληνος...

(Γράφει ο Athanassios)

Παρακολουθώ τα φεγγάρια εδώ και πολλά χρόνια… ίσως από τότε που γεννήθηκα, δεν έχω τόσες ιστορικές πληροφορίες.

Είχε πέσει συννεφιά στην πόλη, αλλά χθες φύσηξε βαρδάρης... καθάρισε ο ουρανός και βγήκε το πιάτο…

Ωραίο το φεγγάρι... θρύλοι... λυκάνθρωποι, ο δράκουλας, ο άνθρωπος που το περπάτησε (θυμάστε εκείνες τις εικόνες από το APOLLON 11;) οι ερωτευμένοι, οι σεληνιασμένοι... τα ψάρια που δεν πιάνονται στην τράτα... άγγελοι να χορεύουν στο ασημένιο ταψί... χίλιες εικόνες... και το παλικάρι που διώχνει τη λύπη και καλεί την καλή του για μια βόλτα στο φεγγάρι... βέβαια.

Μια ανοιξιάτικη πανσέληνος, εφάμιλλη της αυγουστιανής.... υπάρχει όμως μια διαφορά... στην ανοιξιάτικη δεν μπορείς να κολυμπήσεις (νύχτα εννοώ, υπό το φως του φεγγαριού) ενώ στην αυγουστιάτικη είναι αυτονόητο… μόνο έτσι βιώνεις την αυγουστιάτικη πανσέληνο... με νυχτερινό θαλασσινό μπάνιο…

Αφιερώνω λοιπόν γι’ αυτή την ξεχωριστή πανσέληνο ένα ωραίο τραγούδι... είναι του Μίκη σε στίχο του Ερρίκου Θαλασσινού... το έκανα παραγγελιά στον Κορακάκη κι έπαιξε αγίους:

Φεγγάρι μάγια μού ’κανες
και περπατώ στα ξένα
κι είναι το σπίτι ορφανό
αβάσταχτο το δειλινό
και τα βουνά κλαμμένα

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
Να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου
ένα πουλί, ένα χελιδονάκι
Να πάει να κτίσει τη φωλιά,
στου κήπου την κορομηλιά
δίπλα στο μπαλκονάκι

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί
Να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει στη μάνα υπομονή
δεμένη στο μαντήλι
Προικιά στην αδελφούλα μου
Και στη γειτονοπούλα μου
γλυκό φιλί να στείλει


Και να συμπληρώσω...
όποιος βλέπει ακόμα τα φεγγάρια είναι ζωντανός...

* * *

(Στη φωτογραφία η Δίχτυνα, νεότερη εξαδέλφη της Αριάδνης. Ενώπιόν της ο Athanassios έδινε χθες παραγγελιές...)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2006 | 27 σχόλια
Τρίτη, Μαρτίου 14, 2006
Ο Μπαταριάς
(Στον ακριβό φίλο Ιχνηλάτη, για να βρει το κέφι του)

Σήμερα είναι μεγάλη μέρα για τα σκυλιά, θα διαλέξουν το «τραγούδι» που θα πάει εκεί που είναι να πάει. Το κρυφό σχολειό των «μτΚ» έχει σήμερα για σας ένα καθαρό κομμάτι ουρανό – ένα ποίημα του Μιλτιάδη Μαλακάση, δημοσιευμένο στα 1920 – που μιλάει για νιάτα, γλέντια και τραγούδια. Ανθρώπων.

* * *

Ο Μπουκουβάλας ο μικρός κι ο Κλής του Τσαγκαράκη
κι ο Νίκος του Βρανά
Σάββατο βράδυ κάποτε το ΄ριχναν στο μεράκι
στου Βλάχου κουτσοπίνοντας κρυφά.

Κι ως ήσανε αρχοντόπουλα κι οι τρεις, στο κέφι επάνω
στέλναν για τα βιολιά,
και να, σε λίγο βλέπανε τον Κατσαρό τον Πάνο,
και πίσω το Γιωργή το Μπαταριά.

Κι αμέσως με το βιολιτζή και με το λαουτέρη
και μ’ έναν πιφιρτζή,
για το βελούχι κίναγαν του Κώστα Καλιαντέρη,
που σίγουρα τον έβρισκαν εκεί.

Κι ο Κώστας λαγοκοίμητος, πάντα με την ποδιά του,
τους δέχονταν ορθός,
και το τραπέζι ετοίμαζε προς τ’ αρμυρίκια κάτου,
στης άπλας λιμνοθάλασσας το φως.

Κι ως να στρωθεί και να σιαχτεί, και να συγκαιριστούνε
τ’ άργανα σιγαλά
τα λιανοτράγουδα άρχιζαν, τα γιαρεδάκια, oπού ‘ναι
καθώς τα προσανάμματα στη στιά.

Μα στο τραπέζι ως κάθουνταν, κι άνοιγεν η φωνή σου,
μεγάλε Μπαταριά!
στο τρίτο κρασοπότηρο, πουλιά του Παραδείσου
ξυπνούσανε κι αηδόνια στα κλαδιά.

Και λίγο λίγο ως γύριζες μες το τραγούδι, ώ θάμα!
παλληκαριές, καημούς,
τ’ αρματολίκι ανέβαζες και την αγάπη αντάμα
στ’ αστέρια, στο φεγγάρι, στους θεούς.

Και κείθε που δεν έφτανε κανένας, κι η ανάσα
πιάνονταν ως κι αυτή,
κι εκείθε, αλέγρα, παίζοντας, σκαλί σκαλί τα μπάσα
κατέβαινε η γαλιάντρα σου η φωνή.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοια γλέντια να ‘ναι
καλοκαιριού χαρά,
και ο κόσμος έξω, τα νερά κι οι κάμποι να ευωδάνε,
κι όλα μαζί να σπρώχνουν δυνατά

και την πιο λίγο ανάθαρρη παρέκει να πατήσει,
ν’ ακούσει και να δει –
δεν έμενε εικοσάχρονη που να μη ξεπορτίσει
και χήρα νιά στο δρόμο να μη βγει.

Κι όσες ακόμα, οι άπλερες, δε βόλειε να φτερίσουν
σε μάντρες και σε αυλές,
τα κοχυλάκια αυτάκια τους στυλώναν να γρικήσουν,
τα μάτια τους να ρίξουν σαϊτιές.

Και τα τραγούδια, αέρηδες δροσιάς μαζί και λαύρας,
- ο δόλιος ο σεβντάς!
πότε τις φλόγες έφερναν και πότε μιας ανάβρας
το ράντισμα στα φύλλα της καρδιάς.

Μα εκεί που πέλαγο η φωνή σάλευε πια τα φρένα,
κι ο πλανταγμένος νους
που πήγαινε δεν ήξερε, με τα φτερά χαμένα
σ’ αναθυμιές και πόθους ωκεανούς,

καθώς η νύχτα εθάμπιζε και της αυγής η χάρη
σπίθιζ’ αντικρινά,
ξάμωνε ο Μπαταριάς μεμιάς και πέταε το δοξάρι,
με το στερνό του βόγκο, στα νερά.

Και ασηκωμένος, γνεύοντας να ετοιμαστούν και οι άλλοι,
και σκύβοντας στους τρεις
νιόβγαλτους καλεστάδες του, που ‘χανε το κεφάλι
γεμάτο από καπνούς αποβραδίς,

τους έλεγε, ξενέρωτος, πως δεν ήταν η τάξη
πρωί και Κυριακή
να δουν παιδιά που τάχανε μη βρέξει και μη στάξει
μπλεγμένα στα βιολιά και στο κρασί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, κι οι γύρω παρωρίτες,
σαν σ’ υπνοφαντασιά,
παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες,
κι οι κάτω στα ντερσέκια τα στενά,

μέσα στ’ ανάφλογο το φως άρχιζαν κι οι καμπάνες,
που φάνταζαν χρυσές,
και τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες
ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές…

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Μαρτίου 14, 2006 | 12 σχόλια
Δευτέρα, Μαρτίου 13, 2006
O καπετάν Θοδωράκης
Επειδή το καλό πρέπει να λέγεται - και λόγω των ημερών, ιδού ένα ροκ κείμενο του Γιάννη (Μπαχ) Σπυρόπουλου, στη Γαλέρα, για τον καπετάν - Θοδωράκη της ψυχής μας. (Ο Γιάννης εξακολουθεί να κάνει καταπληκτικές εκπομπές στο δεύτερο πρόγραμμα, ώρα μεσάνυχτα, εναλλάξ με άλλα θηρία, όπως ο Κώστας Τριπολίτης και η Στέλλα Βλαχογιάννη)

YΓ. Αγοράστε το περιοδικό! Το χαρτί δεν έχει καμιά σύγκριση με την οθόνη! (Όχι ρε, δε μου δίνουν ποσοστά...)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Μαρτίου 13, 2006 | 2 σχόλια
Κυριακή, Μαρτίου 12, 2006
Το κρυφό σχολειό

(Sean Kerman, τα κρυφά βιβλία)

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο σημαντικότερος εν ζωή Έλληνας δημιουργός. Έδωσε μια συνέντευξη, που αναδημοσιεύει η Ελευθεροτυπία, στην οποία λέει πολλά (με τα οποία συνήθως διαφωνώ, αλλά δεν είναι της ώρας). Ξεχώρισα για σχολιασμό στα «μτΚ» μια απάντηση του:

-Πώς θα χαρακτηρίζατε την ελληνική μουσική παραγωγή σήμερα; Βρίσκεται σε τέλμα;


Έχει εξευρωπαϊστεί πλήρως... Αυτά ως προς εκείνη τη μουσική που προβάλλεται. Υπάρχει όμως και η underground μουσική, η δική μας.... Πάντως, προς το παρόν, το πρόσφατο CD "Ερημιά" είναι εδώ και ένα μήνα πρώτο σε πωλήσεις... Εδώ όμως θα πρέπει να πούμε ότι η ελληνική οικογένεια παραμένει πάντα δεμένη και δυνατή, και εξακολουθεί να λειτουργεί ως ο βασικός θεματοφύλακας των παραδόσεων, των αξιών και ιδιαίτερα του ελληνικού πολιτισμού, παραδοσιακού και πρόσφατου.

Άλλωστε η περίπτωσή μου είναι χαρακτηριστική. Ενώ η μουσική μου εκδιώχθηκε από τα κρατικά και τα ιδιωτικά ραδιόφωνα για λόγους πολιτικούς, τα τραγούδια μου παραμένουν ζωντανά σε όλες τις γενιές, ακόμα και στα μικρά παιδιά. Το ερώτημα είναι: "Πού τα ακούνε"; Και η απάντηση είναι, μέσα στο σπίτι, μέσα στην οικογένεια, μαζί με τους δίσκους και τα βιβλία μου. Το ίδιο γίνεται και με τα υπόλοιπα τραγούδια και άλλων συνθετών, τουλάχιστον αυτά που αγάπησε και εξακολουθεί να αγαπά ο λαός μας. Δηλαδή τα λαϊκά της δεκαετίας του '50 και τα έντεχνα λαϊκά της δεκαετίας του '60 και πέρα. Από τα σημερινά μένουν όσα έχουν αξία, σοβαρότητα και προ παντός ελληνικότητα. Σε αντίθεση με όσα προβάλλουν τα ΜΜΕ, που είναι προϊόντα μιας χρήσεως.


Μπορεί πολλοί να παραξενεύονται, αλλά ο Μίκης έχει δίκιο: τα τραγούδια του, περίπου απαγορευμένα – όχι για άλλο λόγο, αλλά εξαιτίας της απίστευτης ευτέλειας που επικρατεί στις τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα – ακούγονται πραγματικά μόνο στα σπίτια. Και όχι μόνο τα τραγούδια του Μίκη, αλλά και του Χατζιδάκι και του Λοΐζου και του Λεοντή και τόσων ακόμα δημιουργών. Και για να μην περιοριζόμαστε στους παλιούς, δεν θα ακούσουν συχνά (πρακτικά: δεν θα ακούσουν καθόλου) Χαϊνηδες, Μικρές Περιπλανήσεις, Σωκράτη Μάλαμα κλπ. Ούτε δημοτικά τραγούδια.

Η κακιά σκουριά της ευτέλειας δεν μπορεί πια να πιάσει σ΄ εμάς τους παλιότερους, που μάθαμε αλλιώς. Αν πάτε όμως σ’ να παιδικό πάρτυ, σε μια σχολική γιορτή (πχ απόκριες) μια σχολική εκδρομή με λεωφορείο κλπ θα φρίξετε με τον ηχητικό καρκίνο που επιτίθεται στα παιδιά του δημοτικού. Με εξαίρεση το μάθημα της μουσικής, όπου ακούγονται τραγούδια και όχι ξεράσματα, η κατάσταση είναι τραγική: τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ ένα περιβάλλον ηχητικής οργουελικής αφασίας, μαθαίνοντας ότι τραγούδι είναι ο ορισμός του μη – τραγουδιού!

Μοναδική περίπτωση να ακούσουν τα παιδιά Μπιθικώτση, Καζαντζίδη, Μοσχολιού, Νταντωνάκη, Νίνου, Παπασιδέρη, - είναι οι σπιτικές δισκοθήκες. Το πρώτο τραγούδι που έγινε οικιακό μας σουξέ ήταν το εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσών, που τραγουδούσα στην κόρη για να ησυχάζει – εναλλάξ με το θάλασσα τους θαλασσινούς που της έλεγε η μαμά της. Τώρα, στα 10, ξέρει κάμποσες από τις αηδίες (νάμπερ ουάν και της θείας τους το ίτενο) αλλά τραγουδάει και τη Τζαμάικα. Το μεγάλο μπαμ όμως έγινε όταν άκουσαν, μαζί με τον εφτάχρονο αδερφό της, στο αυτοκίνητο, τα τραγούδια του Κηλαηδόνη: ξετρελάθηκαν και τα ζητάνε συνέχεια - τα τραγουδάνε κιόλας!

Αν δεν λειτουργήσει αυτό οικιακό κρυφό σχολειό, πάει, πέταξε το πουλάκι. Μεγαλώνοντας τα παιδιά θα υποστούν και τα σκουπίδια της διεθνούς παραγωγής, τα πανομοιότυπα αγγλόφωνα κωλάδικα δηλαδή και η καταστροφή θα ολοκληρωθεί: θα έχουν πια μεταβληθεί σε κουφούς ακροατές ανοησιών, σε ανόητα πλάσματα δηλαδή, επειδή δε θα έχει καλλιεργηθεί μέσα τους η ομορφιά, αλλά το αντίθετό της.

Από εκεί και πέρα, δεν πρόκειται ποτέ να ακούσουν (γιατί δεν θα είναι ικανά να το κάνουν) ούτε Kinks, ούτε Pink Floyd, ούτε Jethro Tull, ούτε Beatles. Ούτε Νίνο Ρότα, Νικόλα Πιοβάνι, Ελένη Καραΐνδρου. Ούτε αυθεντικές λαϊκές μουσικές της Κούβας και της Νότιας Αμερικής, της Ινδίας. Δε θα μπορέσουν ποτέ να νοιώσουν την απεριόριστη μαγεία της jazz, δε θα γνωρίσουν τον Τσάρλυ Πάρκερ και τον Μάιλς Ντέιβις. Φυσικά, θα προσπεράσουν απαθώς τα κουαρτέτα του Μπετόβεν, τις μουσικές του Βόλφραγκ Αμαντέους. Όρια ποιότητας θα είναι κάτι σαν την πληθωρική Σακίρα και την αποστεωμένη Βανέσσα Μέι.

Το εισιτήριο για το μαγικό κόσμο του πολιτισμού περνάει για εμάς μέσα από το νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Μέσα από το Βυζαντινό Εσπερινό, το Ξεκίνημα, τον Μεγάλο Ερωτικό και τον Διόνυσο. Αλλά, σε φυσιολογικές εκτελέσεις: Αν ακούσει κανείς το θρυλικό Ρέμα του Τσιτσάνη στα μαγαζιά της συφοράς που μαζεύουν τον κόσμο, δε θέλει και πολύ να τον εξομοιώσει με τον οποιονδήποτε …ακατονόμαστο. Αν δεν δουλέψει το σπιτικό κρυφό σχολειό στον τομέα της μουσικής και του τραγουδιού, ξεχάστε και όλες τις άλλες μορφές τέχνης: τελικά ο Ρέμος (θα) καθορίζει το απώτατο της αισθητικής – μέχρι να θεωρηθεί ότι κι αυτός παραείναι ποιοτικός και να τον αντικαταστήσει ο Σώτης Βολάνης ή η Βέρα Λάμπρου (αν λέω σωστά τα ονόματά τους)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Μαρτίου 12, 2006 | 49 σχόλια
Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006
Τι τραβάει κι ο Χριστόδουλος...
Περνούσα μπροστά από το περίπτερο και ένας τίτλος της εφημερίδας «Ορθόδοξος Τύπος» (10/3/2006) τράβηξε την προσοχή μου: Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος ΝΟΥΝΤΣΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ;

Θα μου πείτε, κάτι έπαθε η Εμινέ, στο Γενί Τζαμί… Σύμφωνοι, αλλά ΠΟΙΟΣ γράφει το κείμενο; Ο κ. Ιωάννης Κορναράκης, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών! Οι ιστολόγοι με πολύ καλό θυμητικό, θα θυμούνται το κείμενο του ιδίου, που είχε ανεβάσει προ καιρού ο συναθλητής εν ιστολογίοις Γεώργιος Χοιροβοσκός, με τίτλο Ευρώπη και σχιζοφρένεια . Στο εν λόγω κείμενο ο κ. Κορναράκης τα έβαζε με την παραδοσιακή ελληνική έννοια της αυτονομίας, ταυτίζοντάς την αυθαίρετα (ετσιθελικά) με το κάνε ό,τι σου καπνίσει - και κατήγαγε λαμπρή νίκη εις βάρος ανύπαρκτων ανεμόμυλων. Ο Google προσφέρει ποικιλία πνευματικών πονημάτων του κ. Καθηγητού, αλλά ας περιοριστούμε στα φρέσκα κουλούρια.

* * *

Ο ΕΡΩΤΑΣ που τρέφει ο Μακαριώτατος κ. Χριστόδουλος προς τον Παπισμό, φαίνεται να είναι μανικός! Όντως’ «με καλπάζοντας ρυθμούς», προχωρεί η Ελλαδική Εκκλησία προς τας αγκάλας του Παπισμού»! Και ο πρωτεργάτης και ρυθμιστής … των ρυθμών αυτών Μακαριώτατος, ομολογεί […] ότι’ «Οι αμοιβαίες επισκέψεις των τελευταίων ετών, χάρη στα ανοίγματα, τα οποία και η Ελλαδική Εκκλησία έχει κάνει προς την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μας έχουν πείσει ότι υπάρχει κοινή επιθυμία για την ενότητα των χριστιανών[…] ώστε να συναντηθούμε σε έναν κοινό τόπο» Ο κοινός δε αυτός τόπος, κατά τον Μακαριώτατο, «είναι η κοινή μας πίστη στην διάρκεια των οκτώ πρώτων αιώνων».

Αλλά ο Μακαριώτατος κ. Χριστόδουλος κάνει ασυγχώρητο έγκλημα, λόγω ακριβώς του μανικού προς τον παπισμό έρωτά του, να βαπτίζει στο ίδιο αιρετικό κρίμα Ορθοδοξία και Παπισμό! Επισημαίνει στους παπικούς επισκέπτες του, ότι Ορθοδοξία και Παπισμός πρέπει να επιστρέψουν στην κοινή αυτή βάση, στην κοινή πίστη των οκτώ πρώτων αιώνων! «Εάν είχαμε (είπε) το θάρρος να επιστρέψουμε όλοι (;) σ’ αυτή την κοινή βάση, θα είχαμε αυτομάτως την εν πίστει ενότητα»

Αλήθεια, γιατί Μακαριώτατε, ταυτίζετε ανεπίτρεπτα, ως μη ώφειλε, την Ορθοδοξία με το παπικό χρέος, να επιστρέψει κι’ αυτή, στην κοινή πίστη; Αν δεν αισθάνεσθε ως νούντσιος του Πάπα, δεν θα χρησιμοποιούσατε τον πληθυντικό της εξισώσεώς μας με την παπική αίρεση. Εξάλλου, αν είχατε το θάρρος του ομολογητού της Ορθοδοξίας, θα υποδεικνύατε στους παπικούς φίλους σας την υποχρέωσή τους να επιστρέψουν στην αμώμητη πίστη της Μιάς, Αγίας, καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού! Αυτή ακριβώς η έλλειψη της ορθοδόξου ομολογίας, σας ταυτίζει αυτονόητα με την παπική κακοδοξία και σας αποξενώνει προσωπικά από την πίστη και την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εσείς προσωπικά πρέπει πράγματι να επιστρέψετε στην πίστη και στην πατερική, ιδιαίτερα, παράδοση της Ορθοδοξίας! Τα απερίσκεπτα και ασύστολα ανοίγματά σας προς τον παπισμό και τον προτεσταντισμό, δηλ. τον άκρατο οικουμενισμό, σας θέτουν αυτομάτως εκτός της πίστεως της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Το γεγονός αυτό το αντιλαμβάνεται το μεγαλύτερο μέρος του λαϊκού πληρώματος της Εκκλησίας, στα μάτια του οποίου έχετε χάσει την έξωθεν καλήν μαρτυρίαν.

[…]

Μη προβάλλετε το αίτημα της αγάπης, ως κύριο μέσο προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών. Της αγάπης πρέπει να προηγείται ο σεβασμός της Αληθείας, σε μία σχέση που πρέπει να βιώνεται εν Αγίω Πνεύματι […] Στην αδελφοποίηση επομένως με τους αιρετικούς η πρόταξη της αγάπης, αντί της αληθείας, χρησιμοποιείται ως επιχείρημα παγιδεύσεως των ορθοδόξων χριστιανών στην παπική αίρεση!

Μακαριώτατε,
Με το ζήλο σας και την πληθωρική κινητικότητά σας, κατά τις σχέσεις σας με τον παπισμό, δείχνετε ότι είσθε περισσότερο νούντσιος του Πάπα στην Αθήνα, παρά Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος! Δουλεύετε για τον Πάπα, και χωρίς ίσως να το σκέπτεσθε ή να το θέλετε, συνεργάζεσθε με τον Πάπα, προάγοντας τους σκοπούς και της παπικής Ουνίας! Θλίψη και αγωνία γεμίζει τις ψυχές του ποιμνίου σας!

Παρακολουθούν τη μεθόδευση των εναγκαλισμών σας με τον παπισμό και διερωτώνται, που άραγε οδηγείτε την Εκκλησία! Ανησυχούν για την επιμονή σας να θέλετε να παραδώσετε την Ορθοδοξία στην παπική αίρεση και απορούν για τη σιγουριά, που αισθάνεσθε, ότι θα πετύχετε τους ολέθριους σκοπούς σας!

Θυμηθείτε, όμως, ότι ο ευαγγελικός λόγος, για κάθε ανόσια σιγουριά, έχει επισημάνει’
ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση (Α’ Κορ.10, 12)!

-------

Σκέφτηκα να το σχολιάσω το κείμενο – αλλά δεν υπάρχει λόγος, τα λέει όλα από μόνο του!

Οι πατερικοί αναρχικοί – τι λένε για όλα αυτά;

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006 | 7 σχόλια
Sex και βάρκες
Επειδή το sex το ξετίναξαν ο alombar42 και ο Λαμπρούκος, για τα "μτΚ" έμειναν οι βάρκες. Πρωτοχρονιά του 1996, Πήλιο. Κανονικό ποστ, όταν περάσει η γρίπη.






συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Μαρτίου 11, 2006 | 4 σχόλια
Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006
Φλασάκι


Όταν πρωτοήρθαν (1928) στην περιοχή οι πρόσφυγες, τα πάντα ήταν άγρια φύση. Έπρεπε να ξεχερσώσουν, για να μπορέσουν να φυτέψουν, έπρεπε να χτίσουν τα σπίτια τους. Κουβαλούσαμε την άμμο με ντενεκέδες, από το ρέμα – κουβάληναμε άμμον σην πλάτην εμούν, με τενεκέδας άσο ρέμαν» έλεγε ο μακαρίτης παππούς Γιώργος (Γιωρίκας - 102 έφτασε και ήταν ανώτερος ήρως, γιατί έστειλε πρώτα τη γιαγιά Δέσποινα –Πινίκα, που έφυγε νεοτάτη, στα 96 της).

Έξι μέρες τη βδομάδα δούλευαν μέρα νύχτα, μικροί μεγάλοι, για να μπορέσουν να σταθούν και να επιβιώσουν. Και την Κυριακή πήγαιναν στην εκκλησία. Επειδή δική τους δεν είχαν, κατέβαιναν στο γειτονικό χωριό – δέκα λεπτά δρόμος – όπου κατοικούσαν ντόπιοι και άλλοι πρόσφυγες, βουλγαρόφωνοι Έλληνες Ορθόδοξοι, που είχαν έρθει με τα νοικοκυριά τους από χωριά της Βουλγαρίας. (Στο καλοκαιρινό τους πανηγύρι χορεύουν όμορφους «θρακιώτικους» χορούς – καμιά σχέση με τα ποντιακά ξεφαντώματα των γειτόνων τους)

Για να πάρετε μια ιδέα τι συνέβη στην περιοχή, κάτω από τη σκιά του Ολύμπου, λίγα χιλιόμετρα από την Κατερίνη (καθώς στην υπόλοιπη Μακεδονία) – λίγους λόφους παραπέρα είναι χτισμένος ο Κούκος, ομόλογο προσφυγοχώρι, με κατοίκους …τουρκόφωνους (αποκλειστικά, τότε) πόντιους. Αυτοί στον Εμφύλιο ήταν κόκκινο πανί για τον ΕΛΑΣ, ο οποίος εκτέλεσε 52 στον Κούκο, αφού είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί. Οι τουρκόφωνοι είχαν πάει αποκλειστικά με τα Τάγματα, οι ελληνόφωνοι είχαν μοιραστεί – αν και οι περισσότεροι ήταν μάλλον με τον Τσαούς – Αντών.

Πήγαιναν λοιπόν οι πόντιοι της Νέας Τραπεζούντας (προερχόμενοι από το χωριό Όφις της Τραπεζούντας, τη γενέτηρα των Υψηλάντηδων) στον Κάτω Αγιάννη, για να εκκλησιασθούν τις Κυριακές. Οι ντόπιοι δεν έβλεπαν τους νεοφερμένους με καλό μάτι (κάτι θυμίζει αυτό…) αλλά δε σήκωνε κιόλας να τους εμποδίσουν να μπαίνουν στην εκκλησία τους.

Ώσπου μια Κυριακή ένας πρωινός πόντιος γέροντας έχει πιάσει ένα από τα στασίδια, όταν μπαίνει στην εκκλησιά ο ντόπιος γέρος που καθόταν μονίμως εκεί – όπως συνηθίζεται στα χωριά. Γίνεται έξαλλος, στέκεται μπροστά στον ξένο, τον αρπάζει από τα πέτα και του φωνάζει:

- Σήκω και φεύγα, ρε – τη σπορά σας μέσα!

Οι πόντιοι που ήταν στην εκκλησία κοιταζόντουσαν παγωμένοι – οι ψαλμουδιές σταμάτησαν. Ώσπου ένας ηλικιωμένος πόντιος είπε το αμίμητο:

- Την Παναγία τους! Ανάγκη δεν τους έχουμε, θα χτίσουμε δική μας εκκλησία! - Την Παναΐατ’ς! Ανάγκην κι έχουμάτ’ς, να φκιάμε τεμέτερον την εκκλησίαν!

Έλαμψαν τα μάτια τους – αυτό ήταν! Έφυγαν αμέσως κι έτρεξαν στο χωριό τους και παρευθύς μοίρασαν το έργο: άλλοι να σκάψουν τα θεμέλια, άλλοι να κουβαλήσουν άμμο από το ρέμα, άλλοι ν’ ανοίξουν λάκκο για τον ασβέστη και να τον σβήσουν, άλλοι να συγκεντρώσουν πέτρες και να τις πελεκήσουν, άλλοι στα γύρω δάση του Ολύμπου να ετοιμάσουν ό,τι χρειαζόταν για τις ξυλοδεσιές, κι όλοι μαζί να καταθέτουν το κατά δύναμιν στο ταμείο της εκκλησιάς τους, για να αγοράσουν τα απολύτως απαραίτητα – εικόνες, ιερά σκεύη και βιβλία.

Οι άρχοντες είχαν έτοιμη την πρώτη τους Ζωοδόχο Πηγή, σε λίγες μονάχα βδομάδες. Έμενε το τελευταίο:

- Να πάμε στο Δεσπότη, να ζητήσουμε έναν παπά, να λειτουργεί. - Να πάμε σο Δεσπότην να γερεύομεν έναν ποπά, να φκιάει τη λειτουργίαν.

Όπερ και εγένετο.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Μαρτίου 08, 2006 | 24 σχόλια
Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006
Πατέρες και γυιοί


H Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) μου ‘φαγε τ’ αυτιά: «ορκίζεται το παιδί μας, πρέπει να πάμε οπωσδήποτε, τι πατέρας είσαι συ» κλπ.

Για όλα φταίει μια τρελή βραδιά καρναβαλιού (που λέει και ο Λαμπρούκος) πριν είκοσι ένα χρόνια. Τότε η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ήταν ακόμα στη σχολή, ήταν αρραβωνιασμένη μ’ ένα συνάδελφό μου, αυτός της έκανε μούτρα, αυτή ήθελε να ανταποδώσει – η κατάρα τόφερε και βρέθηκα εγώ εκεί, στον έκτο όροφο της σχολής που γινόταν το πάρτυ (της ΠΑΣΠ Οικονομικού) πήγαμε με την Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) γιούργια στον ταβλά με τα κουλούρια, λεπτομέρειες δε χρειάζονται - και λίγους μήνες μετά, αυτή η φυσική καταστροφή υπανδρεύθη έγκυος τον άλλονα. Εννέα μήνες ακριβώς μετά την τρελή βραδιά καρναβαλιού (που λέει κι ο Λαμπρούκος), ήρθε στον κόσμο ένας εύρωστος μπέμπης που εβαπτίσθη Συμεών, διότι έτσι έλεγαν τον πατέρα του πατρός του (όχι το δικό μου πατέρα – εγώ ήμουν ο πατέρας του βιολογικώς, άλλος όμως ήτο πατέρας από απόψεως Οικογενειακού Δικαίου – λήμμα πατέρες)

Δε θα το κάνω σήριαλ: πέρασαν τα χρόνια και δι ευχών των αγίων πατέρων ημών εγώ κράτησα άμυνα όσο μπόρεσα, αλλά στο τέλος έγινα πατέρας των νομίμων παιδιών μου, τα οποία υπεραγαπώ, αν και ενίοτε μου πρήζουν το συκώτι. Ο πατέρας του Συμεών, όμως, πήγε να συναντήσει τον πατέρα του, τον Συμεών, πριν της ώρας του και ο Συμεών (ο νεότερος, μη μπερδευόμαστε) που είχε καλομάθει με πατέρα, έμεινε χωρίς πατέρα, αλλά για καλή του τύχη είχε πατέρα, ο οποίος (όπως καλώς ενθυμείτο η Κατρίν - από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ήμουν εγώ.

Από εφεδρικός πατέρας λοιπόν προβιβάστηκα (στο μυαλό της Κατρίν -από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) σε κανονικό. Δε μπορούσα να κάνω και πολλά, δεδομένου ότι από καιρού εις καιρόν ευρισκόμεθα με την Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) - με την βιβλικήν έννοιαν του ρήματος, αν και πρόσεχα να μην ξαναματαγίνω πατέρας εξ απροσεξίας και μόνον. Χηρεύσασα η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) έκλαυσε πικρώς, διότι ο πατέρας του παιδιού της (ο βάσει του Οικογενειακού Δικαίου -λήμμα πατέρες) της άφησε μεν ένα σπίτι, αλλά και μια δωδεκάδα χρεωμένες κάρτες και καταναλωτικά δάνεια – για τα οποία οι σεβαστές Τράπεζες δεν χαρίζονται ούτε στον πατέρα τους, ως γνωστόν.

Το χειρότερο είναι πως δεν υπάρχει χημεία ανάμεσα σε μένα και στο ορφανό από πατέρα παιδί μου. Ανάθεμα τον πατέρα του (τον βάσει τουΟικογενειακού Δικαίου – λήμμα πατέρες) έγινε ίδιος με δαύτον: με το ζόρι τελείωσε το Λύκειο, έγινε δυό μέτρα μαντράχαλος αλλά το μυαλό του δεν παίρνει εύκολα στροφές. Στο μεταξύ, ούτε να τον αποφεύγω επιθυμώ (βλ. λήμμα «πατρικό φίλτρο» στην Βικυπαίδεια) αλλά και κάθε φορά που τον βλέπω αναθεματίζω τις τρελές νύχτες καρναβαλιού (που λέει κι ο Λαμπρούκος). Μετά από τρία λεπτά συζήτηση μεταξύ πατέρα και γυιού, σκέφτομαι αυθόρμητα «να σου χέσω τον πατέρα!» - εννοώ τον βάσει του Οικογενειακού Δικαίου πατέρα – λήμμα πατέρες, όχι τον βιολογικό πατέρα, δηλαδή τον εαυτό μου. Αν και δε μπορώ να αποφύγω το βασανιστικό φιλοσοφικό ερώτημα, που απευθύνω εις εαυτόν: «χάθηκε ένα durex»;

Συνοδεύοντας λοιπόν τη χήρα μάνα Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) ο (βιολογικός) πατέρας του Συμεών βρέθηκε στη Ρεντίνα, μαζί με πολλούς άλλους υπερήφανους πατέρες, για να παρακολουθήσει (-θήσω, δηλαδή) την ορκωμοσία του νεοσυλλέκτου υιού του πατέρα του, Συμεών του Λοκατζή. Για να το πετύχω αυτό αναγκάστηκα να πω ένα κάρο ψέματα στη μητέρα των νόμιμων παιδιών μου, τα οποία αν έβλεπαν τον πατέρα τους να ψεύδεται έτσι ασυστόλως, ότι πηγαίνει τάχα να συνδράμει τον υποψήφιο νομάρχη (και πατέρα του πατέρα μου) Λαμπρούκο στην προεκλογική του εκστρατεία (αυτό προβλέπω ότι θα σώσει πολλούς πατέρες το επόμενο διάστημα – είναι το τέλειο άλλοθι!) και επιπλέον ότι είναι πατέρας (βιολογικός) ενός δίμετρου Λοκατζή ο οποίος πήρε όλα τα πάντα του από τον βάσει του Οικογενειακού Δικαίου –λήμμα πατέρες -πατέρα του, τα παιδιά μου λέγω – θα είχαν κάθε δικαίωμα να μου απευθύνουν το ήκιστα τιμητικόν «φτού σου, πατέρα!»

* * *

Κάνοντας αυτές τις βαθυστόχαστες σκέψεις, ενώ παρίστανα ότι πρόσεχα τα λόγια της Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας) η οποία δεν έβαλε γλώσσα μέσα της σε όλη τη διαδρομή, φτάσαμε στη Ρεντίνα και στο στρατόπεδο Καμπάνη, το πάρκιν του οποίου είχε περισσότερα αυτοκίνητα και από το «Μεντιτεράνιαν Κόσμος», Σάββατο μεσημέρι.

Ένα κορδόνι και καμιά εβδομηνταριά μέτρα χώριζαν τους γονείς (πατέρες και μητέρες) τους λοιπούς συγγενείς (παππούδες, θείους /θειάδες) αρραβωνιαστικές (ελάχιστες) γκόμενες (ευάριθμες) γκόμενους (δεν εξεδηλώθη κανένας, αλλά στατιστικώς – όλο και κάποιος θα υπήρχε) κλπ των νεοσυλλέκτων. Οι οποίοι νεοσύλλεκτοι είχαν κουρευτεί όλοι προ διημέρου με την ψιλή, στεκόντουσαν κλαρίνο από τις 9 η ώρα (ήδη πλησίαζε 11) με τα μάτια γουρλωμένα και το βλέμμα να ατενίζει με μια κλίση περίπου 14 μοιρών προς τα άνω το γαλανό του ουρανού, είχαν λάβει οδηγίες να κουνάνε τα δάχτυλα των ποδιών τους μέσα στις αρβύλες για να αποφεύγονται οι λιποθυμίες, ήταν σκοπίμως νηστικοί και διψαλέοι για να μη χρειάζονται κατούρημα. Στοιχημένοι με απόλυτη τάξη, καμιά πεντακοσαριά λεβεντόπαιδα, από οποιαδήποτε γωνία κι αν τους κοιτούσες, λες και τους είχαν αλφαδιάσει με ράμμα!

Κόντεψα να μείνω ξερός από τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά των γονέων – εννοείται ότι τον τόνο τον έδιναν οι σεβαστές μητέρες, αλλά και οι πατέρες σιγοντάριζαν:

«Ποιο είναι το παιδί μου;»

«Αχ, όλα ίδια είναι, σαν τα κρεμμύδια στο μπαξέ… Ποιος είναι ο δικός μου;»

«Νάτος, νάτος, εκεί, στην πρώτη σειρά!»

«Τι λες ρε γυναίκα, στην πρώτη σειρά είναι οι νταγλαράδες, ο δικός μας είναι ένα κι εβδομήντα!»

«Άσε με συ… δεν ξέρω εγώ το παιδί μου;»

Όλοι κοιτούσαν με ζήλια εκείνους που είχαν προβλέψει και είχαν φέρει μαζί τους κιάλια, με τα οποία προσπαθούσαν να εντοπίσουν τα βλαστάρια τους. Όσο περνούσε η ώρα οι μανάδες ξεσάλωναν εντελώς:

«Καρδούλα μου, που είσαι;» (Ποίος είσαι, μεταξύ των εν χρώ;)

«Γιέ μ’ η μάνα σου είμαι!» (Καλά ντε, κι εμείς τι είμαστε; Είναι ανάγκη να φωνάζεις;)

Σπάραζε η καρδιά τους των μανάδων, καθώς έβλεπαν κάποιους από τους νεοσύλλεκτους να λιποθυμάνε και να σωριάζονται κατάχαμα. Όλοι είχαν λάβει οδηγίες, αν συμβεί κάτι τέτοιο να μη κουνήσουν ούτε βλέφαρο. Πράγματι, ερχόντουσαν από πίσω οι εκπαιδευτές και τους τραβούσαν καροτσάκι προς το βάθος των πραγμάτων, χωρίς να χαλάει ούτε στιγμή η τάξη της παρατάξεως. Οι μανούλες όμως δάγκωναν τα χείλη, τα δάχτυλα, τις καρδιές των πατεράδων:

«Κι αν είναι ο δικός μας;»

Μια κοντούλα από τη Λάρισα δίνει μια, σηκώνει το κορδόνι και περνάει στον απαγορευμένο χώρο. Ένας παπάς – πατέρας νεοσυλλέκτου βάζει τις φωνές:

«Που πάτε, κυρία μου; Απαγορεύεται, θα μας διώξουν όλους!»

Γυρίζει και τον κοιτάζει με βλέμμα ατρόμητης καραγκούνας:

«Παπά, κόφτου! Ιδώ δεν είνι ‘κκλησία, να κάν'ς κουμάντου! Κει πέρα είνι του πιδί μ’!»

Ο άντρας της (τι να κάνει ο άνθρωπος…) καβαλάει το κορδόνι, και την αρπάζει από το μπράτσο:

«Ιέλα μέσα μαρή, ριζίλι γίναμι!»

Η δόλια μάνα υπακούει και ξαναπερνούν το κορδόνι, αντίστροφα.

Καιρός ήταν. Τα μεγάφωνα αναγγέλλουν:

- Άφιξις του Ιερού Ευαγγελίου!

Το τύμπανο χτυπάει (παράπαπαμ, παράπαπαμ, παπαμ…) και ο αρχιλοχίας δίνει το σύνθημα:

- Ένοπλοι! Παρουσιάστε ό –πλα!

Ακούγεται ένα χράαπ, χρούπ, χράπ, χωρίς την παραμικρή ηχητική ή οπτική παραφωνία.

- Νέο –σύ- λλεκτοί! Προ-σοχή!

Οι νεοσύλλεκτοι τεντώνονται κι άλλο (πόσο, πια;). Το Ιερόν Ευαγγέλιον παίρνει τη θέση του.

- Άφιξις τιμωμένου προσώπου!

Η διαδικασία «παρουσιάστε» κλπ επαναλαμβάνεται. Είναι ένας ταξίαρχος των ΛΟΚ, ο οποίος κατευθύνεται προς τη σημαία, ενώ τον ακολουθούν με βήμα παρελάσεως ένας Σ/χης, ένας Αν/χης και ο Διοικητής της μονάδας. Στέκεται μπροστά στη σημαία, βαράει μια άψογη προσοχή και στη συνέχεια επιθεωρεί το τάγμα των νεοσυλλέκτων, οι οποίοι τον ακολουθούν με το βλέμμα, από δεξιά μέχρι τέρμα αριστερά – και απότομη επαναφορά, χράπ!

Οι νεοσύλλεκτοι ορκίζονται να φυλάττουν «πίστιν εις την Πατρίδα, υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους… να εκτελώ ευσυνειδήτως τα καθήκοντά μου ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης». Ο ταξίαρχος βγάζει λόγο, δεκαπεντάλεπτο, στον οποίο θα άξιζε να αφιερωθεί ένα ολόκληρο ποστ, μια άλλη φορά.

Τώρα έχουμε την παρέλαση των νεοσυλλέκτων, οι οποίοι περνάνε από μπροστά μας καμαρωτοί καμαρωτοί, το χέρι ψηλά, το βήμα ζωηρό και φωνάζουν ομοθυμαδόν (κατόπιν παραγγέλματος):

- Ψηλά, ψηλά - τα πράσινα μπερέ!

Παρελαύνουν ως το απέναντι υψωματάκι, ενώ οι γονείς έχουν λυσσάξει:

«Μα ποιος είναι ο δικός μας;»

Ελάχιστοι έχουν καταφέρει να εντοπίσουν τον υιό (τους) λοκατζή, μέσα στην απόλυτη τάξη και ομοιομορφία. Οι νεοσύλλεκτοι επιστρέφουν τώρα και ο λαός των συγγενών πηδάει (πατάει) το κορδόνι και τρέχει προς το μέρος τους. Διαδραματίζονται σκηνές απείρου κάλλους. Ο μαντράχαλος ηλιοψημένος λοκατζής να μη χάνει με τίποτα το βήμα του, ενώ η δόλια μάνα (που επιτέλους έχει αναγνωρίσει τον κανακάρη της) να τον ακολουθεί κατά πόδας φωνάζοντας:

«Αγάπη μου, αγάπη μου, αγάπη μου…»

Μητέρες βάζουν τις φωνές:

- Μιχάληηηη…

- Συμεώωωωων…

Επιτέλους, νάτος ο Συμεών! Πως διάολο δεν τον είχαμε εντοπίσει τόση ώρα – είναι ο μοναδικός μαύρος μεταξύ των νεοσυλλέκτων. Ξέχασα να σας πως η Κατρίν (από την οποία πήρε το όνομα ο καταστροφικός τυφώνας της Λουϊζιάνας, αν δεν σας το είπα ως τώρα) είναι από το Σουδάν και ο γυιός μας πήρε το χρώμα της. Αλλά έτσι που μαύριζαν και οι υπόλοιποι, που να τον ξεχωρίσεις;

Μάνα και γυιός αγκαλιάζονται. Καθώς δεν ασχολούνται μαζί μου, βρίσκω την ευκαιρία να αποσυρθώ διακριτικά και να ανάψω τσιγάρο, χαζεύοντας τον κόσμο. Και τότε, τους βλέπω: Είναι οι δίδυμοι λοχίες – εκπαιδευτές Πέτρος και Παύλος, προερχόμενοι από μια άλλη νύχτα τρελού καρναβαλιού (που λέει κι ο Λαμπρούκος) – συγκεκριμένα από τα Ραγκουτσάρια στην Καστοριά , όπου βρέθηκα δευτεροετής φοιτητής, στα 1981. Με πλησιάζουν και μου λένε, ντουέτο, με δάκρυα στα μάτια:

«Πατέρα, συναντιόμαστε, επιτέλους!»

*

Τώρα αναρωτιέμαι τι θα βρω να ξεφουρνίσω στη μητέρα των νόμιμων παιδιών μου, που έρχεται ολοφυρόμενη να συναντήσει τον πατέρα τους, ο οποίος υπέστη ελαφρύ έμφραγμα και νοσηλεύεται στο «Παπανικολάου», με τιμητική φρουρά τους Πέτρο και Παύλο, αμφοτεροπλεύρως. Παππού Λαμπρούκο, σώσε με!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Μαρτίου 07, 2006 | 15 σχόλια