ι Τα μυστικά του Κόλπου
Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006
Ο Γητευτής


Όσο το αεροπλάνο πετούσε άκουγα απ’ τα ακουστικά το CD με τα καλύτερα τραγούδια τους, που είχε διαλέξει αυτή για μένα και το έφερε χθες άρον άρον η ACS, από την Αθήνα. Στο γραπτό μήνυμα ήταν κατηγορηματική: κοίτα μη και δεν έρθεις…

Τρεις μέρες, δυο νύχτες μαζί… Μια δαγκωμένη δικαιολογία που έγινε (;) πιστευτή, ένα σακίδιο με το γουώκμαν και δυο μπλουζάκια μέσα… Αύγουστος.

Όσο ν’ ακούσω τα τραγούδια, είχε γλιστρήσει ολόκληρο το Αιγαίο στραφταλίζοντας κάτω από τα μάτια μας – απ' τη Θεσσαλονίκη ως τα Χανιά.

Με περίμενε το νοικιασμένο αυτοκίνητο, ένα κόκκινο οπελάκι. Οδήγησα ως την πόλη κι ως τους ΔΟΓΗΔΕΣ, το αναπαλαιωμένο νεοκλασσικό στην παραλία. Εκεί, με καρτερούσε αυτή.

*

Το δόλωμα για να κατέβω, δηλαδή να ρισκάρω τα καταστροφικά αποκαλυπτήρια, ήταν η συναυλία στο Φραγκοκάστελλο. Σάββατο βράδυ, λέει, και πανσέληνος…

Το Φραγκοκάστελλο, στο Λιβυκό πέλαγος μπροστά – μεσαιωνικό, καλοδιατηρημένο, ό,τι πρέπει για συναυλίες με πανσέληνο παρά θιν' αλός. Όταν γίνεται ησυχία, ανάμεσα στα τραγούδια, ακούς το κύμα…

Περιμέναμε κι εμείς, για να βγάλουμε εισιτήρια, ποτισμένοι ως το μεδούλι από ευδαίμονα λήθη, ως μειράκια γελώντας ξέγνοιαστα, το αδυσώπητο μέλλον επιδεικτικά περιφρονώντας, στης ώρας τη χαρά παραδομένοι.

Ξάφνου μπροστά μας φασαρία και χλαλοή. Οι Χαΐνηδες έπαιξαν χθες, λέει. Σήμερα παίζουν διάφορα παραδοσιακά συγκροτήματα – άλλο αν η τοπική εξυπνάδα δεν το ξεκαθάριζε στην αφίσα, τους εκ Θεσσαλονίκης επιτούτου επισκέπτες παραπλανώντας άσπλαχνα, εντέλει.

*

Δέκα μέτρα παρέκει, η αμμουδιά ζεστή και φιλόξενη την ώρα που η αποχώρηση του άρχοντα της μέρας ανακάτευε τα χρώματα κι έφτιαχνε - με του πελάγου παίζοντας την πλάτη- μάγια των ματιών, της ψυχής μυρώματα.

Από δίπλα μια συντροφιά παιδιά με τσικουδιές, γέλια και μαντινάδες μας παρηγορούν, τους πολιτισμικούς πρόσφυγες. Πίνουμε μαζί και –σχεδόν – ξεχνώ το καζίκι με τη συναυλία.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα σα σηκωνόμαστε, τα βήματα μας φέρνουν στο ταβερνάκι, καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες κι αμέσως καταφθάνουν τα γυάλινα ποτηράκια με το καλωσορίσατε.

*

Είχα μάτια γι’ αυτήν μονάχα, αλλά η Πενθεσύλεια έχει ενσωματωμένο ραντάρ, όπως όλες οι γυναίκες. Ε, όχι! Δυο τραπεζάκια παρακεί έτρωγαν τρεις Χαΐνηδες με τις κοπελιές τους!

Μου έκατσε η μπουκιά στο λαιμό, αλλά η κυρά πήρε στροφές επιτόπου. Σηκώνεται και πάει κοντά τους και τους λέει (την άκουγα) αυτός ήρθε από Θεσσαλονίκη για να σας ακούσει (δεν είπε πως η ίδια κατέβηκε από Αθήνα), θα μπορούσαν, τάχα, να μας παίξουν ένα δυο τραγουδάκια;

Σηκώνεται ο Δημήτρης ο Αποστολάκης κι έρχεται προς τα μένα, γελώντας. Μωρέ κουζουλέ, από Σαλονίκη ήρθες, εξεπιτούτου; Γελάω κι εγώ, καταλαβαίνει. Κοπιάστε με τ’ εμάς! Ήταν κι ο άλλος Δημήτρης, ο Ζαχαριουδάκης – κι ο Γιώργος ο Μανωλάκης.

Κι αρχίζουν να παίζουν για πάρτη μας και για πάρτη τους – της Παναγιάς τα μάτια. Με δικά τους ξεκίνησαν, τον μικρόν Αλή και την αγάπη που κάστρα καταλεί και τον ακροβάτη και την παραβολή του ασώτου… Κι αναμεσός, ριζίτικα και μικρασιάτικα και τα ματόκλαδά σου λάμπουν, που τα ζήτησα. Η συναυλία που χάσαμε, μας χαρίστηκε ουρανόθεν, στο πολλαπλάσιο…

*

Κάποια στιγμή η ταβέρνα έπρεπε να κλείσει, αλλά η δική μας η συντροφιά δεν είχε κορεστεί, διψούσε ακόμα. Πήραμε λοιπόν τρεις μποτίλιες ρακή και γυάλινα ποτηράκια και κάναμε πάλι δέκα αντίστροφα βήματα στην άμμο, καθώς η ολόγιομη μάγισσα του ουρανού μας έραινε χρυσάφια από ψηλά.

Τώρα, λέει ο Αποστολάκης, θα παίξομε καινούρια… Παίζουν το πανηγύρι του τρελού και τις συνταγές μαγειρικής κι ένα τραγούδι (η Αριάδνη), που ο τίτλος του κάνει την Πενθεσύλεια να γελάσει νευρικά. Και μετά σε εφτά ποτάμια μας δροσίζουν:

Ήλιε μου στρατολάτη ταξιδευτή
που μούδωσες τη χάρη του γητευτή
ο άνθρωπος γυρεύει για να γευτεί
απ’ το ζεστό μου αίμα να γιατρευτεί…


Απλώνω το χέρι και βουτάω το κεφαλομάντιλο στα νερά που ψιθύριζαν και κρατούσαν το ίσο, το δένω στην κεφαλή μου ολόγυρα και η δροσιά του θαλασσόνερου φτάνει ως της καρδιάς τα φύλλα. Μια από τις κοπελιές κερνά σε όλους ρόγες σταφύλι. Κι άλλη ρακή.

*

Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ’ άρμενα που φεύγουν
αφήνοντας στ’ απόνερα πυρόξανθη σκουριά
οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν
γι’ αυτό απόψε πάρε με κι ας φύγεις μακριά…


Η Πενθεσύλεια παραπονιέται: μα γιατί να τελειώνει η αγάπη; Γελάμε, κι ο Ζαχαριουδάκης λέει πως αυτή είναι η φύση των πραγμάτων, αλλά έχουνε, λέει, κι ένα τραγουδάκι που θέλει την αγάπη ζωντανή, για πάντα. Τα τραγούδια σου δίνουν ό,τι θες, συμπληρώνει ο σιωπηλός Μανωλάκης – αρκεί να μπορείς να το αντέξεις…

Όμορφη μικρή
μα ζωή πικρή
σε πολλών κρεβάτια
ήταν δηλαδή
γελαστό παιδί
με θλιμμένα μάτια


Κι ακούμε ένα απίστευα όμορφο ρεφραίν, με απλούστατο στίχο αλλά τόσο υπέροχη μελωδία - που δε χορταίναμε μετά να το λέμε, όλοι μαζί, στης ολόχρυσης Σελάνας το φως:

Σ’ αγαπώ
κι ό,τι έχεις αγαπήσει
θα το αγαπώ…


Η λύρα κλαίει το σκοπό – φαντάζομαί το να το παίζει ένα πνευστό, κλαρίνο μάλλον – λέει ο Αποστολάκης.


Μάτια μου μελιά
σύννεφα πουλιά
κι όνειρα περνούνε,
μάτια μου μην κλαις
μέσα σου να λες
οι αγάπες ζούνε

Μέσ’ απ’ την πληγή μου
ουρανέ και γη μου
κρύφιες κι άδηλες πνοές
μακρινές θεές
ρίξανε στη λίμνη,
στη βαθειά μου μνήμη,
αλλονών ζωές


Και πάλι το σαγηνευτικό σ’ αγαπώαυτός είναι ο ακάθιστος ύμνος των ερωτοχτυπημένων, ψιθυρίζω στης Πενθεσύλειας τ’ αυτάκι.

*

Τα κατοπινά, καλά δεν τα θυμούμαι – τα θόλωσε η ρακή… Κάτι σα να χόρευα στην άμμο την ώρα που το φεγγάρι θάμπωνε, οράματα έβλεπα, λέει η Πενθεσύλεια – τον Αθανάσιο με τη Δίχτυνα στο κατόπι να περνούν παρέκει τραγουδώντας, τον άλλο φίλο μου το Ρωμανό με την καλή του χεραγκαλιά, τον άλλο απ’ την Κάλυμνο, τον άλλον απ’ τη Σκόπελο, κι εκείνον που σεργιανά ο ίσκιος του στις συντυχιές μας, με το χαρέμι του πλήρες…

Εφτά η ώρα το πρωί το διαλύσαμε. Ήταν η ώρα που τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές…, όπως τραγούδησε ένας παλιός της ποίησης αγαπημένος, ξεχασμένος πια.

*

(Αφιερωμένο …to whom it may concern!)

 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2006 |


27 Comments:


  • At 7:53 μ.μ., Blogger Mirandolina

    Μπράβο, Πάνο!
    είχα μια αγάπη που σπουδαζε μαζί τους, ήτανε φίλοι, τρομερό σχολιό, τρομεροί δάσκαλοι και τρομερότεροι μαθητές κεινο τον καιρό. Που λες, μου φερνε τις κασσέτες τότε - πριν κάνουν "κανονικό" δίσκο - πάντα τους αγαπούσα αλλά μου κλέψαν για πάντα την καρδιά με το τραγούδι για τον αδικοχαμένο δάσκαλό τους

    Θε μου σαν ποθάνω κάμε με δεντρό
    και παρέκει βρύση με κρυγιό νερό
    νά 'ρχουνται οι έμορφες να λούζουνται
    και στον ασκιανό μου να δροσίζουνται.

    Να σαι καλά, Πάνο!

     
  • At 10:05 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Γοητευτική ιστορία.

    Σχολιαστής

     
  • At 10:44 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Δέκα μέτρα παρέκει, η αμμουδιά ζεστή και φιλόξενη την ώρα που η αποχώρηση του άρχοντα της μέρας ανακάτευε τα χρώματα κι έφτιαχνε - με του πελάγου παίζοντας την πλάτη- μάγια των ματιών, της ψυχής μυρώματα

    ..ποτισμένοι ως το μεδούλι από ευδαίμονα λήθη, ως μειράκια γελώντας ξέγνοιαστα, το αδυσώπητο μέλλον επιδεικτικά περιφρονώντας, στης ώρας τη χαρά παραδομένοι.

    Απλώνω το χέρι και βουτάω το κεφαλομάντιλο στα νερά που ψιθύριζαν και κρατούσαν το ίσο, το δένω στην κεφαλή μου ολόγυρα και η δροσιά του θαλασσόνερου φτάνει ως της καρδιάς τα φύλλα.

    Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ’ άρμενα που φεύγουν
    αφήνοντας στ’ απόνερα πυρόξανθη σκουριά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύουν..

    Ήταν η ώρα που τα κορίτσια μπαίνανε να κοιμηθούν, κι οι μάνες ξαλλάζανε να παν στις εκκλησιές….




    Πάνο, έχω μείνει άφωνος.

     
  • At 10:49 μ.μ., Blogger nik-athenian

    Πάνο, μόνο ένας Μωραϊτης ριζωμένος στη Μακεδονία μπορεί να μιλήσει με τέτοιο τρόπο για τον ευλογημένο τόπο και τους τραγουδιστάδες του.
    Νομίζω ότι ένιωσες για τα καλά τη μαγεία που κρύβει το Φραγγοκάστελο και τα "στοιχειά" του.
    Τέλος Μάρτη στην άνω πόλη της πόλης σου και Μάης στο Λιβυκό. Στιγμές μέθεξης.
    Η ποντιακή και η Κρητική λύρα συνομιλούν.

     
  • At 11:05 μ.μ., Blogger Athanassios

    γεια σου Πενσυλθένεια με τις πεννιές σου.... σιγά Ιχνηλάτη μην έμενες άφωνος αν ο μπλογκάρχης δεν είχε έμπνευση από πλάσμα....
    Τους είδα σε μια παρόμοια φάση... σ' ενα καφενεδάκι να κάθονται στα βουβά αρχοντικά της Πράσινης γραμμής στη Λευκωσία... μπλε καρέκλες καφενείου, μεζές και πρόβα... κάθισα στα σκαλιά τ' αρχοντικού και άκουσα...
    " στο ερειπωμένο καπιλιό ένα μου όνειρο παλιό έχει 'πομείνει"

    Γειά σου Ηλία Γητευτή!!

     
  • At 11:11 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Πάνο, επανέρχομαι γιατί διαβάζω και ξαναδιαβάζω και δεν χορταίνω.

    Πέρα από την υπέροχη λογοτεχνική σου περιγραφή, παραθέτεις και ένα αριστούργημα :

    Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ’ άρμενα που φεύγουν
    αφήνοντας στ’ απόνερα πυρόξανθη σκουριά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύουν
    γι’ αυτό απόψε πάρε με κι ας φύγεις μακριά…


    Σε παρακαλώ βοήθησε με να βρω και τους υπόλοιπους στίχους του τραγουδιού και τον ποιητή.
    Μιλάμε για στίχους αντάξιους του Ερωτικού Λόγου του Σεφέρη !

     
  • At 11:29 μ.μ., Blogger Athanassios

    Ιχνηλάτη αυτό το λέει ο "ένρινος"... Παντελής Θαλασσινός
    Είναι από τον " Γητευτή" των Χαίνηδων:
    Η νοτιά
    Στα χείλη φύσηξε η νοτιά κι άφησε ένα χάδι
    και κάνω ξόρκι του βοριά απόψε να μη 'ρθει
    που τ' άστρα χαμηλώσανε στης νύχτας το σκοτάδι
    κι ανοίχτηκαν τα όνειρα σε πέλαγο βαθύ

    Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ' άρμενα που φεύγουν
    χτενίζοντας της θάλασσας τ' αφρόλουστα μαλλιά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν
    γι' αυτό απόψε πάρε με με χάδια και φιλιά

    Κι αν λες καρδιά μου η μοναξιά πως έσταξε φαρμάκι στο άνυδρο το χώμα σου και πόνεσες βαθιά
    μια νύχτα του καλοκαιριού σ' αγάπησαν λιγάκι κι ανθίσαν στο ξημέρωμα της νιότης τα κλαδιά

    Σαν τα καράβια που γυρνούν
    και τ' άρμενα που φεύγουν
    αφήνοντας στ' απόνερα πυρόξανθη σκουριά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν γι' αυτό απόψε πάρε με κι ας φύγεις μακριά

     
  • At 11:31 μ.μ., Blogger Πάνος

    Ιχνηλάτη, το τραγούδι επιγράφεται "η νοτιά" και υπογράφεται από τον Αντώνη Σκαμνάκη, που παίζει κονταμπάσσο στους Χαΐνηδες. Για χάρη σου, αντιγράφω όλους τους στίχους από το ένθετο που έχει το CD:

    Στα χείλη φύσηξε η νοτιά κι άφησε ένα χάδι
    και κάνω ξόρκι του βοριά απόψε να μη ΄ρθει
    που τ' άστρα χαμηλώσανε στης νύχτας στο σκοτάδι
    κι ανοίχτηκαν τα όνειρα σε πέλαγο βαθύ.

    Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ' άρμενα που φεύγουν
    χτενίζοντας της θάλασσας τ' αφρόλουστα μαλλιά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν
    γι' αυτό απόψε πάρε με με χάδια και φιλιά.

    Κι αν λες καρδιά μου η μοναξιά πως έσταξε φαρμάκι
    στο άνυδρο το χώμα σου και πόνεσες βαθιά
    μια νύχτα του καλοκαιριού σ' αγάπησαν λιγάκι
    κι ανθίσαν στο ξημέρωμα της νιότης τα κλαδιά.

    Σαν τα καράβια που γυρνούν και τ' άρμενα που φεύγουν
    αφήνοντας στ' απόνερα πυρόξανθη σκουριά
    οι αγάπες ρίχνουν άγκυρα για λίγο και μισεύγουν
    γι' αυτό απόψε πάρε με κι ας φύγεις μακριά.


    Τραγουδάει ο Παντελής Θαλασσινός.

    ΥΓ. Πάρε το CD...

     
  • At 11:34 μ.μ., Blogger Athanassios

    Είμαστε για γέλια πάμε για ύπνο..

     
  • At 11:52 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Πάνο και athanassios, ευχαριστώ.

    Το CD θα το πάρω ΑΥΡΙΟ.

    ΥΓ
    athanassios, ελεύθερο παιδί και πας για ύπνο τόσο νωρίς παρασκευή βράδυ ; ! τσ τσ τσ :)

    Καληνύχτα σε όλους.

     
  • At 11:57 μ.μ., Blogger Athanassios

    Ιχνηλάτη η ελευθερία είναι σαν τη πυρόξανθη σκουριά του τραγουδιού...
    η καληνύχτα ύποδηλώνει ότι πήραμε αυτό που θέλαμε... ουκ εν τω πολλώ το ευ ... όπως έλεγε κι ο πρόγονος

     
  • At 11:59 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Αγόρι μου κεντάς! Είσαι γεννημένος ποιητής.
    Πανθεσύλεια αδιόρθωτε Παθο-λόγε!Ασπασμούς..

    Ηλίας

    Υ.Γ Αν η Πανθεσύλεια είναι όπως τη φαντάζομαι θάπαιζα και ούτι στη θέση σου..

     
  • At 12:03 π.μ., Blogger Athanassios

    Σκοτώσαμε το όνομα Ηλία και θα μας μαλώσει ο ποιητής-μπλογκάρχης... άλλά τέτοια ώρα ονόματα θα θυμόμαστε? βαλε του δράκου την προβιά.//// εγώ τη φοράω ήδη

     
  • At 12:14 π.μ., Blogger Athanassios

    Χαϊδευτικά πάντως την Πανθεσύλεια επιτρέψτε μου να τη φωνάζω " Σεσίλ"

     
  • At 12:22 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Μμμ δεν ξέρω άν συμφωνεί ο μπλογκάρχης αλλά το"Σεσίλ" παραπέμπει σε άλλη τεχνοτροπία.

    Ηλίας

     
  • At 12:35 π.μ., Blogger Πάνος

    Μετά από μια μποτίλια ρακί, μπορεί ο Athanassios να τη λέει όπως γουστάρει...

     
  • At 3:48 π.μ., Blogger FUFUTOS

    ΥΠΕΡΟΧΟ!!!

    Είδες τι κάνει το ενσωματωμένο ραντάρ;;;

     
  • At 9:00 π.μ., Blogger Αθήναιος

    Τί να πω τώρα.

    Του " Χαίνηδες" τους πρωτάκουσα κ εγώ χάρις σε μια μεγάλη αγάπη που'χα, από την Πελοπόνησσο. Εκείνη τους άκουγε συνέχεια μαζί με τους " Ξέμπαρκους" που είχαν μελοποιήσει Καββαδία.

    Στην αρχή με είχαν ξενίσει αλλά οι στιγμές που περάσαμε με...μουσική υπόκρουση τους Χαίνηδες ( ειλικρινά δεν ξέρω τί να πρωτοθυμηθώ μιας κ είμασταν κ οι δύο της φύσης κ τα βράδια --ακόμη κ εδώ στην Αθήνα--με τράβαγε στην κυριολεξία στα βουνά, τα λαγκάδια, τις παραλίες, να μου δείξει θέες, φεγγάρια, αστέρια)είναι τόσες πολλές κ τόσο ευτυχισμένες που μου είναι αδύνατον να μην ακούσω Χαίνηδες χωρίς να πάθω κάτι.

    Πριν από εδβομάδες που δεν ήμουν κ στο τσακίρ κέφι( πως κ έτσι δεν ξέρω...), περνούσα από τον " Ιανό" στη Σταδίου όπου είχαν καλύψει τη βιτρίνα του με τους δίσκους των Χαίνηδων κ απέστρεψα το βλέμα λες κ με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

    Πολλές αναμνήσεις τελικώς σε αυτά τα ιστολόγια κ δεν ξέρω πόσο καλό μας κάνουν ( σε μένα τουλάστον).

     
  • At 3:14 μ.μ., Anonymous flip!

    pws fainetai oti exei mpei h anoi3h:)!

     
  • At 4:11 μ.μ., Anonymous flip!

    Εχω μια τιγρη μεσα μου
    αγρια λυμμασμενη
    Που ολο με περιμενει
    και ολο τη καρτερω
    Τηνε μισω και με μισει
    Θελει να με σκοτωσει
    Μα ελπιζω να φιλιωσει
    καιρο με το καιρο

    Εχει τα δοντια στη καρδια
    Τα νυχια στο μυαλο μου
    Και εγω για το καλο μου
    Για κεινη πολεμω
    Κι ολου του κοσμου τα καλα
    με κανει να μισησω
    για να τσης τραγουδησω
    το πιο βαρυ καημο

    ονειρα χαδια και γκρεμνα
    με σπρωχνει να περασω
    για να την αγκαλιασω
    στο πιο τρελο χορο
    κι οταν τσις κρυες τις βραδιες
    θυμαται τα κλουβια τση
    μου δινει τη προβια τση
    για να τηνε φορω

    καμια φορα που το πιοτο
    πεφτουμε μεθυσμενοι
    σκεφτομαι αγαπημενη
    θα’ρθεις να κοιμηθεις
    και μοιαζει τουτη η σιωπη
    με λιγο πριν τη μπορα
    σαν τη στερνη την ωρα
    που θα επιτεθει

     
  • At 4:24 μ.μ., Anonymous flip!

    ...duskolo na breis spiti,kalokairi sth mhlo...
    eutuxws..h koinothta proeblepse..na dwsei ston agrotiko giatro stegh,se ena xwro pou problepotan gia ghrokomeio...me 8ea ton adamanta...
    kai to pio uperoxo..na filo3enei ston idio xwro..ton loudobiko.me to sugkrothma tou..pou 8a ekane sunaulia..gia to kentro ugeias thn epomenh..
    eixame loipon koino mpalkoni..eixe bgalei to krebati tou e3w..na koita thn augh..
    kai to prwi pou guriza,apo to 3enuxti..akouga melwdies..
    8alassa,ouranos kai to pio eustoxo nanourisma,eishthrio..gia ton paradeiso...pros timh tou,to epomeno:
    TO OXI ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ

    Ανάμεσα στο οχι
    και στο κρυμμένο ναι
    χάθηκε η ζωή μου
    μεγάλε ουρανέ.

    Δεν κρύβεται στη νύχτα
    το άσπρο γιασεμί.
    Λύγισε η αγάπη όταν είπες μη,
    λύγισε η αγάπη όταν είπες μη.

    Βγαίνω στον αέρα
    με χάρτινο φτερό.
    Μακριά σου δεν αντέχω,
    κοντά σου δε μπορώ.
    Κοντά σου δεν αντέχω,
    μακριά σου δε μπορώ.

    Χαμήλωσε τα φώτα
    μεγάλε ουρανέ,
    το οχι αποκοιμήθηκε
    στην αγκαλιά του ναι,
    το οχι αποκοιμήθηκε
    στην αγκαλιά του ναι.

     
  • At 6:08 μ.μ., Blogger Athanassios

    Ανοιξες και καλοκαίρια έχω την εντύπωση ότι μας τιμωρούν...
    " Στου πόθου τα σκεπάσματα, νύχτα μ' αστραποβρόντι έταξα στην αγάπη μου του Δράκοντα τ' αδόντι".

     
  • At 1:14 π.μ., Blogger alombar42

    Λοιπόν... μου άρεσε τόσο πολύ και ζήλεψα ακόμα πιο πολύ που δεν ήξερα τι να σχολιάσω.
    Βρήκα κάτι να κλέψω πάντως:

    Πάλι μεθυσμένος είσαι,
    δυόμιση ώρα της νυχτός.
    Κι άν τα γονατά σου τρέμαν,
    εκρατιόσουνα στητός
    μπρος στο κάθε τραπεζάκι.
    "-Γειά σου Κωσταντή βαρβάτε!"
    "-Καλησπερούδια, αφεντικά,
    πώς τα καλοπερνάτε;"


    (Απόσπασμα, Βάρναλης)

     
  • At 10:38 π.μ., Blogger Αθήναιος

    Έτσι είστε; Θα σας φτιάξω εγώ.

    Όσο βαρούν τα σίδερα
    βαρούν τα μαύρα ρούχα
    γιατί τα φόρεσα κ εγώ,κόσμε ψεύτη
    για μια αγάπη που'χα...

     
  • At 11:00 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Κάθε χρόνο στο Φραγκοκάστελο τις νύχτες στο τέλος της άνοιξης ή τον Ιούνιο, πριν την ανατολή, κάνουν τη βόλτα τους έφιπποι και αρματωμένοι οι Δροσουλίτες, οι σκιές των παληκαριών του Χατζημιχάλη Νταλιάνη, που σκοτώθηκαν μέσα στο φρούριο του Φραγκοκάστελου το 1828...Μα φαντάζομαι πως όλο και κάποιος βρέθηκε να σας το πει και τότε.

     
  • At 11:08 π.μ., Blogger Πάνος

    Ανώνυμε, για τους Δροσουλίτες μας είχε "ενημερώσει" πρώτος ο Χάλαρης, εδώ και πολλά πολλά χρόνια... Σκέφτηκα να τους βάλω κι αυτούς στην αφήγηση, αλλά δε μου "δένανε" καλά με τα υπόλοιπα, γιατί η παρουσία τους είναι τόσο δυνατή και θα τα θάμπωνε...

     
  • At 11:29 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Είπα να πω την εξυπνάδα μου σαν καλή τοπικίστρια. :-) Και επειδή πολύ ζήλεψα, αναρωτιέμαι πώς θα γινόταν να πειστούν οι Χαΐνηδες και όλη η καταπληκτική παρέα του νέου CD να επαναλάβουν μια παρόμοια συναυλία. Πουθενά δεν είναι πιο μαγικό το φεγγάρι του Αυγούστου από τις παραλίες της Κρήτης στο Λυβικό.