ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006
Το Δρακοδόντι


Πνοή

Ακούγεται ο αγέρας που λυσσομανάει. Σιγά σιγά μπαίνουν τα όργανα για να μας υποβάλουν τη μεγάλη ανησυχία που κρύβει μέσα του ο αφηγητής. Κάτι τον βασανίζει, κάτι πέρα από τη βιοτή – δηλαδή τις καθημερινές έγνοιες τις ζωής. Κάτι που αφορά απευθείας το νόημα του βίου.

*

Δεν είναι έρημος, ξένος, μόνος, φτωχός, απελπισμένος. Είναι της αγάπης δουλευτής, δυνατός, αποφασισμένος, υπερήφανος. Η μουσική υλοποίηση είναι υποβλητική: ακούμε παράλληλα τον αφηγητή να τραγουδά σα να γράφει τις αναμνήσεις του και τον Ψαραντώνη - να δευτερώνει ελεύθερα, συνταιριασμένος με τις στιγμές της έντασης. Ο αρχέγονος μύθος της αναζήτησης, της ανταρσίας και της πρόκλησης αρχίζει να αναπτύσσεται…

Στου Πόθου τα Σκεπάσματα

Στου πόθου τα σκεπάσματα νύχτα μ’ αστραποβρόντι
έταξα στην αγάπη μου του Δράκοντα τ’ αδόντι

Και η καρδιά μου ελύσσαξε να δει και να γνωρίσει
που ‘ναι του Δράκου η φωλιά και του θεριού η βρύση

Ένας τρελός μου φώναξε σ’ έρημο μονοπάτι
Πως τη Δρακογενιά θα βρω στου ‘Αδη το παλάτι

Κι ο δρόμος ο τρισκότεινος είναι καλά κρυμμένος
τον ξέρει ο Γέρος του Βουνού ο Χαροξεχασμένος

Παίρνω τση μάνας μου ευχή κι απ’ την καλή μου δάκρυ
και φεύγω να ‘βρω το θεριό στων σκοταδιών την άκρη

*

Αναζήτηση


Ορχηστρικό. Περιγράφει την περιπλάνηση του παλικαριού, ενώ δε φεύγει απ’ το μυαλό του –το ακούμε κι εμείς, από τον Ψαραντώνη – η φράση του τρελού: το ξέρει ο Γέρος του Βουνού… Αυτός λοιπόν είναι ο στόχος της κουραστικής αναζήτησης, που ζωγραφίζεται μ’ ένα πλήθος ηχοχρώματα – με τις ανθρώπινες φωνές να κυριαρχούν όσο πλησιάζουμε προς το στόχο.

*

Και τότε, αλλάζει το κλίμα, με την πανηγυρική είσοδο της λύρας: η κούραση ξεχνιέται, ο μαχητής ετοιμάζεται, μέσα σε μια ηχητική πανδαισία, που εικονογραφεί τον ενθουσιασμό του, να μάθει αυτό που θέλει…



Ο Γέρος του Βουνού

Έφτασα εκεί που δε μπορεί ανθρώπου νους να φτάξει
να βρώ το Γέρο του Βουνού και να του πάρω πράξη

«Έλα» μου λέει μια φωνή κι έτρεξα προς το μέρος
να δω αν είν’ ανθρώπινος στην όψη του ο Γέρος

Ο αντίλαλος μ’ οδήγησε σ’ ενός γκρεμού τη σκίζα
κι εκεί πηγή ήταν της φωνής ενός φυτού η ρίζα

Είσ’ άνθρωπος του φώναξα ή μια φωνή που τρέμει
ή όνειρο μικρού παιδιού που το ‘ψησεν η θέρμη;

Κι αντί ν’ ακούσω τη φωνή απάντηση να λέει
νιώθω τη γεύση του φυτού στη γλώσσα μου να πλέει

Και πριν να πω του Γέροντα την αρμηνειά σου δως μου
βρέθηκα σ’ ερημόσπιτο στο ξέτελος του κόσμου

*


Καμιά απάντηση δεν πήρε ο ήρωάς μας από το Γέρο – αλλά δεν προφταίνει να απογοητευτεί, καθώς παρασύρεται από δυνάμεις που δεν ελέγχει πια και βρίσκεται…

Στο Σπίτι της Ερήμου

Μπαίνω σε άδειες κάμαρες, ποιας μάγισσας χατίρι
του κόσμου αλλάζει πρόσωπο σε κάθε παραθύρι

Ανοίγω πόρτες και γυρνώ στο σπίτι της ερήμου
σε κάποια κοντοστάθηκα σα να ‘ταν η δική μου

Και με μιαν άλλη αίσθηση αιώνες κοιμισμένη
ένοιωσα πως στην κάμαρη κάποιος με περιμένει

Μπήκα και κάπου κάθισα κατάκοπος του δρόμου
και κοίταξα και ήτανε το νεκροκρέβατό μου


Είναι η ώρα που ο άνθρωπος πρέπει να αναμετρηθεί με την ιδέα και την αίσθηση και το βάρος του θανάτου. Η πάλη αυτή (που πρέπει οπωσδήποτε να είναι νικηφόρα) είναι προαπαιτούμενο για να μπορέσει να συνεχίσει την αναζήτηση… Αυτός που φοβάται το θάνατο, τη ζωή δεν πρόκειται ποτέ να την καταλάβει…

*

Η Αίθουσα του Θρόνου

Κι ανάδια, χρόνος ξύλινος στο χρώμα του χωμάτου
κι αριστερά και πιο ψηλά ο ήλιος του θανάτου

Κι από τον ήλιο κρέμονταν γυάλινη φυσαλίδα
που μέσα μ’ όψη νεκρική τον εαυτό μου είδα

Και τ’ άδειου θρόνου συντροφιά απ’ τη μεριά την άλλη
μορφή που μου ‘μοιασε πολύ με λιόπαρδου κεφάλι

*

Το Παράθυρο

Ψαχούλεψα ως μου φάνηκε το άνυδρό μου σώμα
σκληρό σα λέπι το ‘νοιωσα και φθινοπώρου χώμα

Γύρισα το κεφάλι μου προς το παράθυρό μου
και γέμισαν τα μάτια μου με τη μορφή του τρόμου


Έφτασε επιτέλους η ώρα να συναντήσει το Δράκοντα. Τα κρουστά δυνατά, επίμονα, χωρίς τη συνοδεία πνευστών και εγχόρδων – δίνουν την αίσθηση της αγωνιώδους αναμονής, ώσπου πάλι η πανηγυρική είσοδος της λύρας εκφράζει την ανακούφιση: ο στόχος βρέθηκε, η μάχη θα δοθεί!

*

Ο Δράκοντας

Στην απεναντινή κορφή του Δράκοντα η ράχη
και η βραχομουσούδα του ρουμπίνια μάτια να ‘χει

Κι απά στο κωλοράδι του σπυρί το ερημοκλήσι
κούφια ελπίδα, της οργής την ώρα να ξορκίσει

Ποτάμιζαν στα λέπια του χωριά, ελιές κι αμπέλια
κι ακούγονταν μόνο πουλιά και των παιδιών τα γέλια

Κι ο κόσμος εκυμάτιζε με την αναπνοή του
σα να ‘τανε μικρού παιδιού ο ύπνος, η ζωή του

Και τ’ όνειρο σαν το νερό απ΄ του μυαλού τις βρύσες
ξέφευγε και σχημάτιζε τον κόσμο στις αισθήσες


Η αναγνώριση της Καζαντζακικής επιρροής δε μπορεί να είναι τυχαία… Θα επιβεβαιωθεί απόλυτα στο επόμενο κομμάτι. Σημειώνω μονάχα τον έξοχο τελευταίο στίχο – συμπύκνωση μια ολόκληρης κοσμοαντίληψης.

*

Ακούμε τον δίαυλο της περισυλλογής, ώσπου και πάλι η λύρα και τα μεγάλα πνευστά έρχονται να ζωγραφίσουν τη λαχτάρα και το κέρδος της γνώσης…

Μύριες Αρίθμητες Γενιές

Μύριες αρίθμητες γενιές ισόχρονες του κόσμου
και μύρια αγέννητα παιδιά περάσαν από μπρος μου

Κι είδα τον άνθρωπο γυμνό, σε δέντρο σα μαϊμούδι
κι ύστερα ν’ αντρειεύεται πάνω στης γης το φλούδι

Να γδέρνει και να πολεμά τα χώματα τα χέρσα
μέχρι στου Δράκου την κοιλιά να καταλήξει μέσα

Να δώσει πίσω του θεριού το χρωστικό που πρέπει
να φτιάξει για τη σάρκα του ένα καινούριο λέπι

Κι ένοιωσα πως δεν ημπορώ τση μοίρας να μακρύνω
και Δρακολέπι μιαν αυγή είναι γραφτό να γίνω


Ο ταξιδιώτης εντάσσει αρμονικά τον εαυτό του στην αιώνια μοίρα του ανθρώπινου γένους: συνειδητοποιεί πως προορίζεται να γίνει κι αυτός ένα ακόμα Δρακολέπι – όπως όλοι…

*

Η γνώση αυτή είναι πικρή, και ο θρήνος φυσιολογικός… και υπέροχος, καθώς χρησιμοποιείται λειτουργικότατα η ηπειρώτικη πολυφωνία…

Η Ματωμένη Βρύση

Κλαίγοντας θάφτω στης καρδιάς τη ματωμένη βρύση
προγόνους, φίλους και παιδιά κι ό,τι έχω αγαπήσει


*

Και πάλι, ο αναζητητής ρωτάει:

Το Ρώτημα

«Δώσε μου Γέρο απόκριση και την ψυχή μου σώσε
είναι το έχει σου η ζωή ή μήπως πάρε δώσε;»


*

Απάντηση και πάλι δεν υπάρχει. Η αναζήτηση όμως του παλικαριού, έχει ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα, το οποίο περιγράφεται με αδρές εικόνες Αποκάλυψης – και αντίστοιχους ήχους…

Ο Θάνατος του Δράκου

Τότε σκοτάδι απλώθηκε και γίνηκε η πλάση
μαύρο φαρί – κατάμαυρο έτοιμο ν’ αφηνιάσει

Κι απ’ τα κατάβαθα τση γης ο Δράκοντας σαλεύει
και με σαΐτες πύρινες την πέτσα του τοξεύει

Ανοίγει η γης κι οι ποταμοί τις όχθες αψηφούνε
φουσκώνουνε οι θάλασσες και τα βουνά χτυπούνε

Χώρες, χωριά γκρεμίζουνται, κουνιούνται τα θεμέλια
από το κλάμα των παιδιών και των τρελών τα γέλια

Ο ουρανός λυσσομανά, πετά αστροπελέκια
που τρων ανθρώπων χτίσματα και καταλούν τα πρέκια

Στον ουρανό πηδούν φωτιές, τα δάση λαμπαδιάζουν
και οι φωνές των αγριμιών τον άνεμο σπαράζουν

Τα κορφοβούνια σκίζουνται, πέφτουνε στα πελάγη
και τα χαράκια κουτουλούν σαν αγκρισμένοι τράγοι

*


Ο Θάνατος του Δράκου σημαίνει την καταστροφή της γης, που χάνεται μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

Η Καρδιά του Θεού

Κι η γης κουβάρι γίνηκε και αστραποβολίδα
και μες στο σύμπαν χάνονταν σα φωτεινή κουκίδα

Μ’ άλλες κουκίδες φωτεινές σαν τα φλογάτα άτια
λες κι έσπασε Θεού καρδιά σε χίλια δυο κομμάτια

Κι όπως εξεμακραίνανε των αστεριών τα πλήθη
έμεινα μόνος και ψυχρός στ’ απέραντου τη λήθη

Και με του Δράκου τη φωνή και του Θεού τα στήθια
εμάζωξα τη δύναμη και φώναξα «βοήθεια!»

*


Όλα αυτά γινόντουσαν μέσα στ’ όνειρο, αυτού που ονειρευόταν πως ονειρεύεται… Η «φωνή» τον ξαναφέρνει στην πραγματικότητα (του πρώτου ονείρου), κι αφού το όνειρο είναι που σχηματίζει τον κόσμο στις αισθήσεις, ο κόσμος θεμελιώνεται εκ νέου. Αλλά, το βαθύ όνειρο άφησε κι αυτό ό,τι ήταν ν’ αφήσει, μπροστά στα πόδια του τολμηρού ονειρευτή: τη Δρακοπροβιά και του Θεού τα σπλάχνα…

Των Γερακιών οι Κύκλοι

«Έλα» ακούω τη φωνή να με προστάζει πάλι
και βγήκα από το όνειρο κι από την παραζάλη

Ο κόσμος ξετινάχτηκε κι ήρθε στα συγκαλά του
κι ο ήλιος ο απόκοσμος με τράβηξε κοντά του

Και βλέπω κύκλους γερακιών, τι να ‘ναι το ψοφίμι
Θέ μου μην είναι της καρδιάς τ’ ανήμερο τ’ αγρίμι

Κοιτάζω γύρω ερημιά, πια δεν ακούγεται άχνα
και κάτω η Δρακοπροβιά και του Θεού τα σπλάχνα

*


Η μυστική γνώση, που κατακτά ο ονειροταξιδευτής μετά από τόσους κόπους και αγώνες, δεν είναι τίποτε άλλο από το παμπάλαιο «εν το παν»:

Το Μυστικό

Τότε μου κράζει η φωνή «το μυστικό θα μάθει
μόνο αυτός που πάτησε της κόλασης τα βάθη

Όφις, Θεός και Άνθρωπος πολύ σε τούτο μοιάζουν
και μια του κύκλου εποχή ποκάμισο αλλάζουν

Σ’ αυτό τον κόσμο γίνεσαι ό,τι έχεις αγαπήσει
και παίρνεις προίκα σου στερνή αυτά που ‘χεις χαρίσει

Γιατρό με λένε και σκληρό, σοφό ή μπαγαπόντη
μ’ άκουσε: εσύ σαι ο Θεός κι εσύ το Δρακοδόντι!»


*

Ο ταξιδευτής δεν φοβάται και δε διστάζει: πετάει μακριά το παλαιό του είναι, το ανώριμο και το ατελές και συσσωματώνεται τολμηρά με το Δράκοντα και το Θεό. Αποκτάει έτσι όλα τα δικαιώματα, αλλά και όλες τις ευθύνες της ύπαρξης, μπορεί να γεύεται ταυτόχρονα το μέλι και το φαρμάκι της ελευθερίας… Και τον καινούριο του εαυτό, θα τον χαρίσει στην αγαπημένη του (η αγάπη παραμένει το έσχατο πεδίο άσκησης) – για να τον ξανακερδίσει στο τέλος του χρόνου, αφού στερνή μας προίκα είναι μονάχα όσα έχουμε χαρίσει…

Η Αναγέννηση

Και η φωνή σα σύννεφο στον ουρανό εχάθη
ή την εκάλεσε η γη στα άπατά της βάθη

Γδέρνω το δέρμα μου με μιας και βγάζω την καρδιά μου
και την πετώ όσο γίνεται πολύ πιο μακριά μου

Φορώ του Δράκου την προβιά και το Θεό εντός μου
χάρισμα στην αγάπη μου θα ‘ναι ο Εαυτός μου

*


Εδώ ο κύκλος κλείνει, με τον νυχτερινό αγέρα να μαίνεται – και τους δύο στίχους που άνοιξαν το μουσικό ταξίδι.



Ο Κύκλος

Στου πόθου τα σκεπάσματα νύχτα μ’ αστραποβρόντι
έταξα στην αγάπη μου του Δράκοντα τ’ αδόντι…


* * *

Παραμύθια, θα μου πείτε… Ναι, αλλά ωραία παραμύθια, για μεγάλα παιδιά, για τολμηρά παιδιά… Φυσικά, δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να δεχτεί το φιλοσοφικό υπόβαθρο του μύθου – αλλά είναι καθένας ελεύθερος να χαρεί ένα ολοκληρωμένο, εμπνευσμένο έργο.

Ελευθερία, όχι από τίποτε άλλο, αλλά από την ασφυκτική επιρροή των σκουπιδιών – τύπου «βραβεία Αχρίων» και «γιουροβύζιον» - που κυριολεκτικά βουλώνουν τα αυτιά της ψυχής με άφθονα λιπαρά εκκρίματα… Σκεφτείτε ότι, κάποιος «μουσικοκριτικός» έγραψε παρουσιάζοντας το διπλό δίσκο των Χαΐνηδων, ότι το τραγούδι «συνταγές μαγειρικής» του «Γητευτή» είναι … «τσαχπίνικο τραγουδάκι»! Αυτός ο πανάσχετος τύπος είναι φυσικό να φρικάρει εντελώς όταν ακούει για «χαράκια», «άτια», «χωριά», «προβιές»… Δε γεννάται ζήτημα, θα συνέλθει αμέσως: για τα γούστα του φτιάχνεται το 99% της σύγχρονης μουσικής παραγωγής!

Στο ακριβό υπόλοιπο 1% της δισκογραφίας, οι Χαΐνηδες κατέχουν μια από τις δεσπόζουσες θέσεις – την κατέκτησαν με το σπαθί τους, δεκαπέντε χρόνια τώρα. Το «Δρακοδόντι» είναι σίγουρα η πιο φιλόδοξη προσπάθεια που μας έχουν παρουσιάσει. Επιδιώκουν να εκφράσουν μέσα από την αφήγηση ενός μύθου μια ολοκληρωμένη θεώρηση των βασικών θεμάτων – αινιγμάτων: ζωή, θάνατος, Θεός, όνειρο…

Για το στιχουργικό μέρος - όλοι οι στίχοι είναι στη διάθεσή σας, στη ροή του κειμένου – θα σημειώσω ότι στηρίζει αποφασιστικά την απόπειρα, αλλά δεν είναι στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, αν σκεφτούμε παλαιότερες (της δεκαετίας του ’70) επιτεύξεις. Αλλά δε λείπουν και κάποιες στιγμές τρομερής συμπύκνωσης, όπου ο στίχος πραγματικά λάμπει.

Η μουσική επένδυση είναι η μεγάλη έκπληξη. Οι Χαΐνηδες χρησιμοποιούν ελεύθερα και δημιουργικά όχι μόνο την (απίστευτα πλούσια και αστείρευτη) κρητική παράδοση, αλλά και μουσικές παραδόσεις άλλων περιοχών (Θράκη, Πόντος, Ήπειρος κλπ) σε μια τολμηρή αλλά καλοδουλεμένη σύμμειξη. Είναι στιγμές που ο ήχος γίνεται κυριολεκτικά μαγευτικός… Παράλληλα ενσωματώνονται δημιουργικά πολλά νεωτερικά (έως αβαν-γκαρντ) στοιχεία.

Το ερώτημα –κλειδί είναι αν η μουσική μας παράδοση είναι ζωντανή, αν μπορεί να συνομιλήσει με τους σύγχρονους Έλληνες. Η απάντηση είναι ένα μεγάλο ναι: Κρητικοί και Πόντιοι (κυρίως αυτοί) αλλά και Θρακιώτες και Ηπειρώτες και άλλοι, συντηρούν ολοζώντανη και βιωματικά λειτουργική τη μουσική τους παράδοση – ελπίζω πως θα τους ακολουθήσουν κάποια στιγμή θαρρετά Μωραΐτες και Ρουμελιώτες. Πάνω σ’ αυτή τη ζωντανή και πολύφερνη κληρονομιά μπορεί κανείς να πατήσει για να δημιουργήσει έργο καινούριο, πρωτότυπο, ενδιαφέρον.

Το «Δρακοδόντι» πατάει γερά στην παράδοση (πρωταρχικά την Κρητική, αλλά συνομιλώντας με πολλές άλλες, της Ανατολικής Μεσογείου και της Βαλκανικής), ωστόσο την υπερβαίνει αποφασιστικά – και σ’ αυτή την υπέρβαση έγκειται η αξία του. Όμως δεν είναι «εύπεπτο» έργο, ούτε μια σειρά από ανώδυνα τραγουδάκια. Για να γευτείς το πεντανόστιμο μύγδαλο, πρέπει να μπορείς να σπάσεις το κέλυφος της ακαλαισθησίας και της αφασίας που το περιβάλλουν… Το έργο αντενδείκνυται απολύτως για φαστ-φουντ ακροάσεις επηρμένων και αγχωμένων γιάππηδων – θα τους στείλει αδιάβαστους!

Στο παρελθόν έγιναν κι άλλες απόπειρες σύζευξης του τοπικού μας ήχου με σύγχρονες (κυριαρχικές, όπως το ροκ) μουσικές προτάσεις – με κορυφαία και αξεπέραστα παραδείγματα το «Μπάλλο» και τη «Μαύρη Θάλασσα» του Διονύση Σαββόπουλου. Καλή δουλειά έχει αφήσει πίσω και ο Χριστόδουλος Χάλαρης («Δροσουλίτες») και άλλοι δημιουργοί. Η πρόταση των Χαΐνηδων με το «Δρακοδόντι» έρχεται, δυναμική και αξιοπρόσεχτη, πολλά χρόνια μετά, όταν όλα μοιάζουν να τα έχει σκεπάσει και μουμιοποιήσει η ζάχαρη άχνη του λαϊφστάιλ.

Δεν είναι έτσι – πάντα υπάρχει ένα χωριό με ανυπότακτους Γαλάτες, που εξακολουθεί να αντιστέκεται στις δήθεν ανίκητες λεγεώνες του Καίσαρα και ενίοτε να τις ξεφτιλίζει κιόλας! Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη μουσική και τα τραγούδια – αυτά είναι μονάχα η κορυφή του παγόβουνου. Μην περιμένετε όμως να τα πούμε όλα αυτά σε ένα ποστάκι…

*

(Ο πίνακας στη αρχή είναι του Van Gogh. Ακολουθεί ένα σκίτσο του Λεονάρντο. Τέλος, το τρίτο θέμα είναι του Oscar Kokoscha και το έκλεψα από τη Μιραντολίνα)
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Μαρτίου 21, 2006 |


20 Comments:


  • At 7:55 μ.μ., Anonymous flip!

    Canto sul cavallo

    Cordoba.
    Solitaria e lontana.

    Cavallo nero, luna grande,
    e olive nel mio sacco di sella.
    Benchè conoscendo i cammini,
    a Cordoba non arriverò mai.

    Attraverso il piano e 'l vento,
    cavallo nero, luna rossa.
    La morte mi sta mirando
    dalle torri di Cordoba.

    O il cammino com' è lungo!
    O mio cavallin così bravo!
    O già la morte mi aspetta,
    prima che arrivo a Cordoba!

    Cordoba.
    Solitaria e lontana.


    ...kai h metafrash...an kai o Lorka sta agglika..ginetai ligo 3enerwtos...

    Horseman's Song

    Cordoba.
    So distant and lonely.

    Black little horse, and big moon,
    and in my saddlebag olives.
    Though the ways are familiar,
    at Cordoba I will never arrive.

    Across the plain, through the wind,
    black little horse, and red moon.
    Death keeps staring at me,
    down from Cordoba's towers.

    Oh, how the way's dragging on!
    Oh, so patient my brave little horse!
    Oh, that death waits for me,
    before Cordoba will ever be reached!

    Cordoba.
    So distant and lonely.

     
  • At 8:01 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Πραγματικά εξαιρετικό κείμενο-κριτική πού διαβάζοντάς το κάποιοι μουσικοκριτικοί θάπρεπε να κρυφτούνε.
    Τώρα άς αντιδιαστείλει κάποιος αυτή τη κριτική με του Παπαδάκη στην "Ελευθεροτυπία", πού καθαρίζει με το έργο σε δέκα παρανοϊκές αράδες.

    Ηλίας

     
  • At 8:04 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Θύμησέ μου σούχω ξαναπεί καλή κουβέντα;

    Ηλίας

     
  • At 8:24 μ.μ., Blogger Πάνος

    flip!

    το κομμάτι (Κόρντομπα, μακρινή και μόνη) το έχει αποδώσει στα ελληνικά ο Γλέζος νομίζω - και το τραγουδάει ο Πουλόπουλος, σε μετάφραση ...θα μας πει ο Athanassios ποιανού.

    *

    Ηλία,

    έχεις ξαναπεί καλή κουβέντα στο ποστ για το Γητευτή, των Χαϊνηδων επίσης. Στα μουσικά φαίνεται συμφωνούμε, εκτό αν πρόκειται για τον Μίκη (όπου εκδηλώνεις τις γνωστές μονομανίες σου, ως άλλος Παπαδάκης...) ή τον Μαρκόπουλο (που δεν τον αντέχω με τίποτα). Θα το εκτιμούσα πολύ αν έγραφες ένα σχόλιο - συμπλήρωμα του ποστ, σχετικά με τα μουσικά υλικά που χρησιμοποιούν οι Χαϊνηδες. Για παράδειγμα, το φτωχό μου αυτί "ακούει" μέσα σ' όλα κι έναν αυθεντικό βυζαντινό ήχο (και πολλά ακόμα...) περί των οποίων δεν έκανα νύξη - για ευνόητους λόγους...

     
  • At 8:32 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Λευτέρη Παπαδόπουλου είν'η μετάφραση σ'αυτή τη δουλειά τού Γλέζου.


    Υ.Γ Θα επανέλθω

    Ηλίας

     
  • At 8:59 μ.μ., Anonymous flip!

    sumfwnw gia markopoulo...

     
  • At 9:01 μ.μ., Anonymous flip!

    oson afora thn ellhnikh apodosh..panta pisteua..oti o Lorca eidika xanei,sta ellhnika..polu

     
  • At 10:21 μ.μ., Blogger Athanassios

    Πάνο εξαιρετικό το κείμενο... δεν έχω να προσθέσω κάτι.... φορώ του δράκου την προβιά και τ' ακούω (μελετώ) πάλι..
    flip για την απόδοση στα Ελληνικά του Λόρκα από τον Παπαδόπουλο νομίζω ότι τουλάχιστο στο συγκεκριμένο τραγούδι υπερτερεί της αγγλικής...
    Ακουσε επίσης Lorca στο " Θρήνο για Ιγνάθιο Σάντσες Μειχίας" του Ξαρχάκου σε απόδοση Νίκου Γκάτσου... εκεί ίσως είναι καλύτερη κι από το πρωτότυπο...

     
  • At 10:38 μ.μ., Blogger Athanassios

    Θα ήθελα να επισημάνω τη φοβερή γυναικεία φωνή της Μαρίας Κώττη...τέτοιες εκπομπές ηχοχρωμάτων έχω πολλά χρόνια ν' ακούσω...
    Οι Χαίνηδες έχουν και σε προηγούμενους δίσκους πειραματιστεί ξεφεύγοντας από την Κρητική παράδοση... κορυφαία στιγμή τους σ' αυτόν τον πειραματισμό νομίζω είναι το χασάπικο "ο ξένος" από τον " Ξυπόλητο πρίγκηπα" ... οι δε συνταγές μαγειρικής δεν είναι τραγουδάκι..

     
  • At 10:48 μ.μ., Blogger Athanassios

    Για τον Μαρκόπουλο Πάνο και flip
    έχω να πω ότι τα έργα του Ιθαγένεια και Θητεία κατά πρώτο λόγο και Χρονικό, Οροπέδιο και ο Στρατής ο Θαλασσινός ανάμεσα στους αγαπάνθους, κατά δεύτερο, είναι από τα πιο αξιόλογα έργα της ελληνικής δισκογραφίας..
    Ο πολύς πειραματισμός στη συνέχεια εκφύλισε το Γιάννη...

     
  • At 10:59 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Ωπ!Παθολόγε από σένα;Ζεϊμπέκικο κι' όχι χασάπικο ο¨"Ξένος".Καταπληκτικό τραγούδι!

    Ηλίας

     
  • At 11:04 μ.μ., Blogger Athanassios

    Τυπογραφικό λάθος Ηλία... αργό ζεϊμπέκικο με καταπληκτικό στίχο, τον οποίο στον αφιερώνω... σου πάει...

     
  • At 8:35 π.μ., Blogger Λαμπρούκος

    Πάνο τι να πω...

    Είσαι σπουδαίος, είσαι ο λόγος που υπάρχουμε όλοι μας στα ιστολόγια, και περιφέρουμε χωρίς τύψεις την ελαφρότητα μας δεξιά και αριστερά. Γιατί ξέρουμε πως υπάρχεις και συ, αντίβαρο στην κενότητα.

    Οι στίχοι θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι λιμπρέτο στη πιο μαγική όπερα του κόσμου.

    Κρατώ όμως έναν ο οποίος με συγκλόνισε (και συγχωρήστε μου το βαρύγδουπο της έκφρασης):
    >Σ' αυτό τον κόσμο γίνεσαι ό,τι έχεις αγαπήσει
    και παίρνεις προίκα σου στερνή αυτά που ‘χεις χαρίσει"

     
  • At 9:44 π.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Πολύ όμορφο post!

     
  • At 11:10 π.μ., Blogger Μαύρο πρόβατο

    εξαιρετική η ανάλυση! Θα το πάρω!

     
  • At 8:00 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Flip, εξαιρετικό το ποίημα του Lorca... ομως και τα δύο είναι μεταφράσεις ... το πρώτο στα Ιταλικά και μετά στα Αγγλικά ... οπου πράγματι ξενερώνεις

    Ιδού το αυθεντικόν ποίημα στα Ισπανικά


    Cordoba.
    Lejana y sola.

    Jaca negra, luna grande,
    y aceitunas en mi alforja.
    Aunque sepa los caminos
    yo nunca llegare' a Cordoba.

    Por el llano, por el viento,
    jaca negra, luna roja.
    La muerte me esta' mirando
    desde las torres de Cordoba.

    Ay que camino tan largo!
    Ay mi jaca valerosa!
    Ay que la muerte me espera,
    antes de llegar a Cordoba!

    Cordoba.
    Lejana y sola.


    Γιώργας

     
  • At 8:16 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    και πράγματι ... χάνει στα Ελληνικά ο Lorca... κατα την γνώμη μου μόνον ο Ελύτης τον παίζει στα ίσια στην μετάφραση
    του Antonio Torres Heredia, οπου ο Ελύτης έχει ξεφύγει απο το κείμενο του Lorca, αλλα το συναίσθημα που βγάζει είναι το ίδιο .. και το ίδιο έντονο

    Γιώργας

     
  • At 10:46 μ.μ., Blogger Πάνος

    Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Ειδικά εσύ, υιέ μου Λαμπρούκο, κόψε κάτι...

     
  • At 10:48 μ.μ., Blogger Λαμπρούκος

    Nαι καλά... υπερέβαλα λίγο... αλλά τι να κάνω πατέρας μου είσαι. Άμα δε πω εγώ το καλό το λόγο ποιος θα τον πει. Ο ξένος;

     
  • At 2:30 μ.μ., Anonymous flip!

    pros Giwrgas
    ..to au8entiko sigoura einai a3eperasto...alla epeidh,oi gnwseis mou ftanoun mexri ta italika..auto pou antilambanomai kalutera..kai to ais8anomai panw apo ola..kalutera..einai to italiko..