ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Απριλίου 18, 2006
Μικρή ανθολογία

*

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

(ΑΜΟΡΓΟΣ)
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πούνε στους αντρειωμένους το καλωσόρισες.

Ε.Χ. ΓΟΝΑΤΑΣ

(ΑΝΑΣΚΑΦΗ)
Υπομονή. Θα πήξει το δάκρυ, θα γίνει νησί.

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΔΕΤΖΩΡΤΖΗ

(ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ)
Περνάω από το δρόμο σου
και αργά
σέρνω τα δάχτυλα νερό
στις κλειστές σου γρίλιες.

(ΠΙΝΑΚΙΔΑ)
Σ αυτό τον κάμπο
είναι απλωμένα τα μαλλιά μου.
Προσέξτε μην τα πατήσετε.
Δεν έχω ακόμα πεθάνει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
έχεις μιλήσει ελληνικά
ως "εις τον έπειτα χρόνον"

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ


(DE RERUM NATURA)
Τα έχουμε όλα και μας έχουν.
Είμαστε από ύλη κι ασήκωτο φτερό,
τα κόκαλά μας από θάλασσα κι ασβέστη.

Είμαστε κι εδώ κι εκεί, περνούμε
ένας αγέρας μας ξεσηκώνει
μαζί με τα πράγματα και τα βουνά.

Αν όλα λείψουν, θα μείνει το άρωμά μας.
Αν ακουστεί η φωνή μας, θα ΄ναι τα δέντρα.

Ένας ήλιος ακόμα, ένας χαμός,
όπως αλλάζει η μέρα με τη νύχτα.
Ένας χορός, μια κίνηση μέσα στο χώρο.
Μια έκπληξη ακόμα, μια πέτρα στο νερό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

(ΣΤΡΟΦΕΣ)
Είκοσι χρόνια παίζοντας
αντί χαρτιά βιβλία
είκοσι χρόνια παίζοντας
έχασα τη ζωή.

(ΥΠΝΟΣ)
Γλυκά θα κοιμηθούμε σαν παιδάκια
που όλη μέρα κλάψαν κι αποστάσαν.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ


(ΘΕΛΩ)
Θέλω να προσευχηθώ
Με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

(ΤΟ ΨΩΜΙ)
Ας μην το κρύβουμε
διψάμε για ουρανό!

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

(ΑΙ ΓΕΝΕΑΙ ΠΑΣΑΙ)

Εις τας ηπείρους και τα κύματα
εις τα βουνά και τις σποράδες
όπου τα πάντα σφύζοντα προσμένουν
τους οργασμούς του θέρους

Στάζουν τα έλατα
κορέννυμι στο ανάβρυσμα των ποιημάτων
δροσιά του νάματος και των θαυμάτων
πηγές και πράξεις υακίνθων.

Στην εναρμόνισι της ηδονής ξεχνά κανείς τις μαστιγώσεις
της βιοπάλης και της μοίρας.

Η εσωτερική μας όψη είναι το σύννεφο
που διαρκώς αλλάζει σχήμα.

Μείνε γυμνή
τα ρούχα της ημέρας
είναι βαρύτερα και από τις φωλιές του πεπρωμένου.

(ΣΤΕΑΡ)
Και ιδού πως επιτυγχάνουμε και πάλι
αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

(ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΜΙΛΑΣ)
Έτσι που μιλάς
σταματάς τα νερά
κι ακούω το τρίξιμο του κόσμου.

(Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ)
ωραία μουσική φέρνουν οι άντρες απ' τα καράβια
κι απ' τις γλυκές πλαγιές τους οι γυναίκες.

(ΩΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ)
Με τη βροχή το κορμί σου γίνεται νησί
κι ως σπηλιά σε βρίσκω στα σκληρά του κόσμου,
να τρέφω τα λουλούδια του βοριά
κι ακρογιαλιές θανάτου.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

(ΗΡΕΜΕΣ ΧΑΡΕΣ)
Χαίρομαι να τους βλέπω ευτυχισμένους
έστω από κουταμάρα.

(ΔΙΠΛΗ ΣΕΛΗΝΗ)
Δυο μάτια που όσο απομακρύνονται
τόσο και περισσότερο με ορίζουν.

(ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ)
Γυναίκες, σας περιγράφουμε όπως μας αρέσει
κι εξοργιζόμαστε που δεν χωράτε στις περιγραφές μας.

(ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ)
Το πρόβλημα του νερού παραμένει ανοιχτό.

Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

Κι εγώ π΄ αγάπησα τόσο τη θάλασσα
Κι εγώ π΄ αγάπησα τα πλοία που σφυρίζουνε στη βραδινήν ομίχλη
Κι εγώ που ήμουνα πάντα ένα μαντίλι στο ψηλότερο κατάρτι
Κι εγώ π΄ αγκάλιασα το καθετί που πέρασε μπροστά μου
Αυτήν που ζητούσα δεν τη συνάντησα ούτε στα πιο μεθυσμένα μου όνειρα.

Νόμισε πως όλα τα είχε γράψει για κείνην – μα
Εκείνη δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΔΡΟΣ

Έπεφτε η νύχτα πάνω στα ίδια κύματα
που κάποτε έσβηναν στις αμμουδιές του Κίμωνα.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

Έρχεται η βροχή ξυπόλυτη κι όλο πίσω από τζάμια

Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς.
Μας τουφεκίζουν έναν έναν
σαστισμένους λαγούς.

Ζυγώνει το μέλλον, σφραγισμένη μποτίλια.
Αδειανή ή γεμάτη, ρωτούν οι γονείς.
Μαύρη, παιδιά μου, μαύρη τους λέω.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΞΕΝΟΣ

(ΔΟΥΝΑΙ ΚΑΙ ΛΑΒΕΙΝ)
Μα τι να κάνω που ‘χουνε αυτοί
Υπηρεσίες, Τεχνολογία και Παρελάσεις
κι εγώ ένα - δυο φίλους χρεωμένους
που περιμένουν κάποιο θαύμα να ρεφάρουν.

(ΕΡΩΤΙΚΟ – ΙΙ)
Μικρός άκουγα
Βαμβακάρη
και Καζαντζίδη.
Τώρα

οκτάβες χαμηλές
πιάνο, μπάσο, πριόνι
το βιολί στη θήκη του
μοναχό.

Έχεις διευθύνει κι άλλα
ρέκβιεμ δωματίου;

(ΑΡΙΑΔΝΗ)
Κι αν σε πρόδωσα
Αριάδνη
δε σε ξέχασα.
Δεν ξαστοχώ
κάθε που σε συλλογίζομαι
εν συντριβή
να δακρύζω.

(ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΟΝΑΧΟΥ)
Νοτισμένη ψυχή
δαγκωμένα χείλη
μισό χαμόγελο
μίζερη αμαρτία

κι εγώ
έφηβος δόκιμος βυζαντινός
σε αγαπούσα
πιο πολύ
κι απ' τον Εσταυρωμένον.
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Απριλίου 18, 2006 |


5 Comments:


  • At 8:40 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου...

    (Οδυσσέας Ελϋτης)


    Γιώργας

     
  • At 11:31 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Πάνο, εδώ είμαι και διαβάζω φυσικά όλα τα τελευταία ποιητικά σου.
    Απλά υποσχέθηκα στον Μιχάλη να μη γράψω σχόλιο αλλού μέχρι να γυρίσει :)


    ΥΓ
    Εντάξει, έχεις συλλέξει μια εξαιρετική ανθολογία. Οι μεμονομένοι στίχοι όμως, όσο όμορφοι και να είναι, μένουν λειψοί χωρίς το υπόλοιπο.. φυσικό τους περιβάλλον. Του Καρυωτάκη ειδικά είναι δύσκολο να τους εκτιμήσει κανείς αν δεν έχει διαβάσει τα ποιήματα-αριστουργήματα απ'όπου τα πήρες.

     
  • At 4:56 π.μ., Anonymous Θειος Ισιδωρος

    Ω ! My Lord !


    Κατω απ΄τα τείχη στέκεται,
    ξενάκι είνα και βρέχεται,
    ο ποιητής ο Βύρων
    φλεγματικός και είρων!

    Και ηγούμενος 40 ανδρών
    ο ηγούμενος Παλαιών Πατρών
    του λέει.
    -Αν είναι να πεθάνουμε για τη γλυκεία πατρίδα
    και να διώξουμε την ξένη ακρίδα
    -εν οίδα ότι ουδέν οίδα-
    ω! Άγγλε ευπατρίδα.
    Έλληνες πιάστε τ΄άρματα
    γαμήστε τα καθάρματα!

    Και ο Άγγλος του λέει:
    -Δέσποτα,
    σφάχτ΄τα σκυλιά τα΄αδεσποτα!

    Τώρα αυτό δικό μου είναι; Του Μανόλη Αναγνωστάκη ειναι; Δεν θυμάμαι.
    (αν σ΄άρεσε να σου γράψω και άλλο)

     
  • At 8:07 π.μ., Blogger Πάνος

    Θείε Ισίδωρε, τα σατιρικά παρα-ποιήματα τα χαίρεται όποιος αγαπά την ποίηση!

    Το συγκεκριμένο δεν είχα υπόψη μου.

    Πρόταση: αν διαθέτεις καλή συλλογή από ανάλογα, στείλε τη - να προσθέσω κι εγώ ό,τι έχω και να γίνει ένα ...χορταστικό ποστ!

     
  • At 2:55 μ.μ., Anonymous Θειος Ισιδωρος

    Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ

    Σηκώνει άγκυρα το πλοίο και σαλπάρει
    και κάθομαι μονάχη στα μουράγια
    τον σκέφτομαι χωμένο μες το αμπαρι
    και όλο τον βρίζω τον παλιοκανάγια.

    Με πλάνεψε παιδούλα το καθίκι
    και μ΄άφησε στους δρόμους, όπου λάχει
    μα υπάρχει εκεί ψηλά και θεια δική
    να τον δικάσει τον κακοχρονάχει.

    Εγώ ήμουνα τριαντάφυλλο, μπουμπούκι,
    που στόμα είχα και μιλιά δεν είχα,
    από τα χείλη μου δεν έβγαινε πουστλούκι
    και στους νταβάδες έκοβα το βήχα.

    Η μανά μου με είχε στα όπα-όπα
    και να πως με κατάντησε το κτήνος,
    μα στους άγιους τ΄ ορκίστηκα και τόπα,
    πως θα τον κάψει η Παναγία της Τήνος