ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006
Τρία ζεϊμπέκικα ή η φιλοσοφία στα 9/8
Από προχθές βράδυ άρχισα να διαβάζω το βιβλίο του Εμ. Λεβινάς «ολότητα και άπειρο» και σήμερα το πρωί ένοιωσα πως βρισκόμουν πλέον για τα καλά σε φιλοσοφικό κλίμα. Ίσως γι’ αυτό, καθώς οδηγούσα για τη δουλειά και άκουγα ένα CD με παλιά τραγούδια του Δημήτρη Μητροπάνου, αποφάσισα να γράψω ένα ποστ φιλοσοφικού περιεχομένου (sic!) για τρία ξεχωριστά, αλλά μάλλον άγνωστα ζεϊμπέκικα που υπήρχαν εκεί μέσα – και μου έφτιαξαν τη μέρα.

Πολλές φορές οι λαϊκοί δημιουργοί, συνθέτες και στιχουργοί, το «φιλοσοφούν» - και δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Τότε τους ανεβάζει στα νέφη ο Διόνυσος και φλερτάρουν επίμονα με τη λέξη «αριστούργημα». Αυτό βέβαια σπανιότατα επιτυγχάνεται – ο μόνος που το κατάφερε ξανά και ξανά σε τέτοιου είδους τραγούδια, που καταπιάνονται με θέματα αυτοκατάφασης, οντολογικά ερωτήματα, υπαρξιακές αγωνίες, πρόσωπα και σχέσεις και άλλα δύσκολα, ήταν ο Άκης Πάνου (το θολωμένο μου μυαλό, η ζωή μου όλη, τα όνειρα, ο τρελός – και άλλα πολλά). Ο Άκης Πάνου όμως, ήταν ο μεγαλύτερος λαϊκός δημιουργός στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα και, οπωσδήποτε, αποτελεί εξαίρεση.

Για να γίνει η δουλειά σωστή κατέφυγα στον σοφό μου σύμβουλο επί θεμάτων υψηλής τεχνολογίας, τον Λαμπρούκο, ο οποίος, αν και εμφανίζεται ως πίθηκος στα ιστολόγια, είναι τσακάλι σε ό,τι αφορά τα ιντερνέτια. Για πρώτη φορά λοιπόν στα χρονικά των «μτΚ» μπορείτε να ακούσετε κιόλας τα τραγούδια για τα οποία γίνεται λόγος – αλλά μόνο για 7 μέρες, λέει (μετά, αν ενδιαφέρεται κάποιος, ας μου στείλει μέηλ για να τα λάβει).

*

Το πρώτο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική Σπύρου Παπαβασιλείου και στίχους Βασίλη Μαρινάτου. Αφιερώνεται στον θείο Ισίδωρο, που φαίνεται στη φωτογραφία να φέρνει τις βόλτες του. Το κατεβάζετε με κλικ στην πρώτη λέξη του πρώτου στίχου.

Ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο…

Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου
ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο.

Ρεφραίν:
Κλαίει απόψε η γειτονιά, μαζί με την καρδιά μου
που είσαι αγάπη μου γλυκιά, να δεις τα δάκρυά μου.

Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, μία ψευτιά μεγάλη
και το δικό σου βάσανο, να δω που θα με βγάλει…

Το τραγούδι ξεκινάει με γκολ από τα αποδυτήρια (η αρχική σπαραχτική δήλωση + ο εκπληκτικός στίχος όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου) όπου δηλώνεται με απόλυτη σαφήνεια και αξιοθαύμαστη δραματουργική πυκνότητα ότι:
- η συγκεκριμένη ζωή (η ζωή μου) είναι δίχως νόημα, στο σύνολό της (όλη)
- ως στερούμενη νοήματος γίνεται συγγενική (ξαδέρφι) με τον θάνατο, ο οποίος εξ υποθέσεως δεν έχει νόημα στην αντίληψη του λαϊκού ανθρώπου
- μια τέτοια ζωή δεν είναι αξιοβίωτη (μια από τις κυρίαρχες ορίζουσες της νέας ελληνικότητας, η οποία εκτιμά μόνο την αξιοβίωτη ζωή)

Είναι λοιπόν δικαιολογημένη η επίκληση του θανάτου, ο οποίος θα λυτρώσει τον υπερήφανο ήρωα του τραγουδιού (με τον οποίο ταυτίζεται ο ακροατής / χορευτής) από μια ζωή που δεν του αξίζει – άρα κι αυτός δεν τη θέλει.

Ως εδώ το ζεϊμπέκικο με τους στίχους, τη μελωδία του και τον δυναμικό του ρυθμό, που εκφράζει έξοχα την ανήσυχη εσωτερική κατάσταση του ήρωα, ξεδιπλώνεται με υποβλητικό, αριστουργηματικό τρόπο. Παρ’ όλη τη μετριότατη ενορχήστρωση, όπου πίσω από το μπουζούκι ασχημονεί μια ενοχλητική ντραμς, αταίριαστη και παράταιρη (Βέβαια η φωνή και η ερμηνεία του Μητροπάνου ισοπεδώνει αυτή τη λεπτομέρεια…)

Ατυχώς, αμέσως μετά, καθώς ακούγονται το ρεφραίν και το δεύτερο κουπλέ, το τραγούδι πέφτει (σε νόημα). Εκεί που είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε μια συνέχεια αντάξια της εισαγωγής, ο στίχος γίνεται κοινότοπος και αφελής: όλη η φιλοσοφική / ψυχική διεργασία που είναι έτοιμη να οδηγήσει στην αβίαστη επιλογή του θανάτου ή σε μια δραματική ανατροπή, τελικά οφείλεται /καθρεφτίζεται / επεξηγείται σε μια …γκόμενα, που λείπει! (Να γιατί ο Άκης Πάνου, από τους στίχους του οποίου μάλλον εμπνεύστηκε ο στιχουργός, είναι ένας και μοναδικός…)

Έστω κι έτσι όμως, το ζεϊμπέκικο παραμένει πανέμορφο! Άλα της, θείε Ισίδωρε!

*

Το δεύτερο ζεϊμπέκικο είναι σε μουσική και στίχους του Τάκη Μουσαφίρη. Αφιερώνεται στους φίλους ιστολόγους που ακούνε όπερα – ιδιαίτερα στον μάγειρά μας τον Αθήναιο, ο οποίος θα το έχει ακούσει στις λαϊκές αγορές που τα πίνει. Το κατεβάζετε, ξέρετε πως.

Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα
κι έβλεπα από την αρχή πως ξαναγεννήθηκα
- πως ξαναγεννήθηκα.

Έβλεπα φωτιές στο δρόμο, έβλεπα παντού φωτιές
πως καιγόνταν τα κορμιά μας, μέναν μόνο οι ψυχές
και δεν είχαν ούτε πόνο, ούτε και λαβωματιές
να ‘μενα στον Άλλον Κόσμο, να μην ξύπναγα ποτές.

Σε μια στοίβα καλαμιές αποκοιμήθηκα
σαν με ξύπνησε η βροχή, αχ πόσο λυπήθηκα
- αχ πόσο λυπήθηκα…

Εδώ ο στίχος μας υποβάλει εξαρχής την ιδέα ότι ο ήρωας είναι σε φάση φυγής, μακριά από τους ανθρώπους: καλαμιές στην πόλη δε βρίσκεις και μάλιστα σε τέτοιο μέρος που να μπορέσεις να κοιμηθείς πάνω σε μια στοίβα. Είναι λοιπόν κυριολεκτικά φευγάτος και κουρασμένος. Τι πιο φυσιολογικό από το να ονειρευτεί ότι ξαναγεννιέται, σ’ έναν κόσμο (= τρόπο ύπαρξης) της αρεσκείας του.

Το όνειρο είναι εντυπωσιακά υποβλητικό: η άλλη ζωή πραγματώνεται μέσω της φωτιάς (το Ηρακλείτειον πυρ, σ’ έναν αξιοπρόσεχτο αταβισμό!) Η φωτιά εξαφανίζει τα σώματα, δηλαδή τον υλικό τρόπο ύπαρξης, ο οποίος μας υποχρεώνει να πονάμε και να υποφέρουμε. Και βέβαια, το παρανάλωμα γίνεται στο δρόμο, δηλαδή εντός της πόλεως, καθώς (μια ακόμα σύμπτωση!) ο λαϊκός στιχουργός ονειρεύεται έξω από την πόλη (στις καλαμιές) αλλά το όνειρό του εκτυλίσσεται εκεί που πραγματώνεται η ζωή - μέσα στην πόλη (στο δρόμο) Θεωρείται αυτονόητο πως όπου κι αν πας, η πόλις θα σ’ ακολουθεί. Όποιος έχει αμφιβολίες για την ορθότητα αυτής της ερμηνείας, ας προσέξει πως ο στίχος μιλάει για τα κορμιά μας. Το ολοκαύτωμα λοιπόν αφορά πολλούς ανθρώπους (την πόλη) και όχι έναν μονάχα, για να μπορεί να επισυμβεί οπουδήποτε.

Ενώ θα περίμενε κανείς να αντικρίσει μια φρικιαστική εικόνα φλεγόμενης σάρκας, συνοδευόμενη από θρήνους και οιμωγές, αντ’ αυτών προβάλει θριαμβευτικά και ανακουφιστικά το ζητούμενο: οι ψυχές επιβιώνουν και ο τρόπος ύπαρξης μεταφέρεται σε ένα ανώτερο επίπεδο, όπου δεν υπάρχει ούτε πόνος, ούτε και λαβωματιές. Η φιλοσοφική διάνοιξη του λαϊκού στιχουργού έχει το χαρακτηριστικό ότι αντιλαμβάνεται τον Άλλο Κόσμο σύμφωνα με την κλασσική ελληνική παράδοση (επιβίωση της ψυχής, απάθεια) και αγνοεί παντελώς τις χριστιανικές απόψεις περί παραδείσου – κολάσεως και αναστάσεως των ψυχών και των σωμάτων ημών!

Όπως και στο πρώτο τραγούδι, η ενθαδική ζωή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, επειδή δεν είναι αξιοβίωτη: πόνος και λαβωματιές! Υποδηλώνεται και εδώ η αντίληψη της νέας ελληνικότητας περί του ζην. Αντίθετα όμως με το πρώτο, αυτό το τραγούδι ολοκληρώνεται αριστουργηματικά: η βροχή δίνει τέλος στο όνειρο και ο ονειροβάτης επιστρέφει στη σκληρή πραγματικότητα του βίου. Λυπάται γι’ αυτό, αλλά το αριστουργηματικό ρεφραίν επαναλαμβάνεται θριαμβικά, επιτελώντας με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή του: το όνειρο δεν πήγε χαμένο, αφού λειτουργεί (και θα λειτουργεί ες αεί) ως παραμυθία και δυνατότητα, αλλά και ως διαφυγή και αποφόρτιση από τον παρόντα βίο. Ως σοφή ανθρώπινη παρέμβαση προκειμένου ο ενθαδικός τρόπος ύπαρξης να γίνεται υποφερτός και –γιατί όχι- ποιητικός ή με άλλα λόγια αξιοβίωτος, παρ’ όλα τα βάσανά του. Αυτός άλλωστε δεν είναι ο λόγος που μας κάνει να λατρεύουμε τα λαϊκά τραγούδια, όπως και τις άλλες μορφές υψηλής (δηλαδή αυθεντικής) τέχνης;

*

Το τρίτο ζεϊμπέκικο με τη φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου είναι σε μουσική Βασίλη Κουμπή και στίχους Κώστα Γεωργουσόπουλου (ναι, δε διαβάσατε λάθος…) Αφιερώνεται στον εκλεκτό «συνεργάτη» των «μτΚ» (και πάνω απ’ όλα ακριβό φίλο) Αθανάσιο (Athanassios). Κι αυτό κατεβαίνει, όπως τα προηγούμενα.

Όταν κλαίει ένας άντρας, ασ’ την πόρτα σφαλιστή
μην τρυπώσει ξένο μάτι, μεσ’ την κάμαρη και δει.

Άναψέ του το τσιγάρο, κάτσε δίχως να μιλάς
κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς.

Αν χτυπήσουνε οι φίλοι, δως τους τόπο να σταθούν
πιάστε δυνατό τραγούδι, οι φωνές να σκεπαστούν.

Όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός
κι αν ορφάνεψ’ από φίλους, ξαγρυπνάει ο Θεός.


Το τραγούδι αυτό, αν και με στίχους γραμμένους από έναν κλασσικό διανοούμενο, δεν έχει τις φιλοσοφικές φιλοδοξίες των άλλων δυο, αλλά είναι εξίσου ενδιαφέρον. Κατ΄ αρχήν δε δηλώνεται πουθενά ο λόγος για τον οποίο μπορεί να κλαίει ένας άντρας, πραγματώνεται δηλαδή μια αξιοπρόσεχτη γενίκευση. Δεν ξέρουμε το λόγο, αναγνωρίσουμε όμως ατόφιο το Ομηρικό κήδος: η διαφύλαξη της αντρικής αξιοπρέπειας παραμένει υψηλό ζητούμενο και για τη νέα ελληνικότητα.

Ο ήρωας θεωρεί αυτονόητο ότι μπορεί να κλάψει και να σπαράξει, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει ως αδιανόητη την πιθανότητα αυτό να συμβαίνει ενώπιον μαρτύρων. Το κλάμα και ο σπαραγμός αναγνωρίζονται ως αναπόφευκτες ανθρώπινες λειτουργίες – αδυναμίες, αλλά πάνω από αυτές, για πάρα πολλούς λόγους που δεν μας παίρνει ο χώρος να αναλύσουμε, αξιολογείται η δημόσια εικόνα του άντρα, η οποία έχει φιλοτεχνηθεί με κόπο και συνέπεια και είναι άτοπο να αμαυρωθεί με τη δημοσιοποίηση της απελπισίας και του αδιεξόδου του. Δεν διευκρινίζεται (άλλη μια ιδιοφυής αμφισημία / σκόπιμη ασάφεια του στιχουργού) αν τον άντρα που κλαίει τον συντροφεύει η γυναίκα του ή ο πιο έμπιστος φίλος του, ο αδερφοποιητός του.

Το πρόσωπο αυτό (ο παραστάτης) οφείλει να έχει συγκεκριμένη συμπεριφορά: Να δείχνει ότι νοιάζεται και φροντίζει (άναψέ του ένα τσιγάρο) να τηρεί τον απαράβατο όρο της σιωπής (κάτσε δίχως να μιλάς) για να μην παρεμβάλει παράσιτα στο εξελισσόμενο δράμα του κεντρικού ήρωα – και ακόμα να είναι απολύτως διακριτικός (κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς). Στα καθήκοντα του/ της συντρόφου –παραστάτη συμπεριλαμβάνεται και ο χειρισμός των κοινωνικών επαφών (κι αν χτυπήσουνε οι φίλοι) με τρόπο που να συγκαλύπτει έντεχνα (δώς τους τόπο να σταθούν) την εικόνα ταμπού του άντρα που κλαίει. Ταυτόχρονα, φροντίζει ενεργά για την αποτελεσματικότερη κάλυψή της (πιάστε δυνατό τραγούδι) γιατί ο ηχηρός σπαραγμός του άντρα που βρίσκεται στη διπλανή κάμαρα κινδυνεύει να γίνει αντιληπτός (οι φωνές να σκεπαστούν).

Ήδη έχει σκιαγραφηθεί ένα πλούσιο σκηνικό δράσης και αρχαϊκού - νεοελληνικού ήθους, το οποίο ολοκληρώνουν αριστουργηματικά οι τελευταίοι στίχοι. Δηλώνεται αποφατικά πως όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός. Γι’ αυτό η παρουσία του συμπαραστάτη, του Άλλου, που όταν υφίσταται υποδηλώνει τον πλούτο που φέρει μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης / έρωτα / φιλίας, είναι μεν ευκταία, αλλά όχι και υποχρεωτική, προκειμένου να αντέξει ο ήρωας το σπαραγμό και να βγει ζωντανός απ’ αυτόν. Η έλλειψη είναι πικρή (κι αν ορφάνεψε από φίλους) αλλά, στην ανάγκη, καλείται ευθαρσώς ως παραστάτης στη δοκιμασία ο ίδιος ο Θεός! (ξαγρυπνάει ο Θεός) Μόνο στην απόλυτη ανάγκη όμως, ως λύση απελπισίας και φτώχιας και μιζέριας – καθώς ούτε το τσιγάρο πρόκειται ν’ ανάψει ο Θεός, ούτε να κάνει πως δε βλέπει και δεν καταλαβαίνει…

Τρέχα γύρευε τώρα, γιατί κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι ανατριχιάζω...

*

Η φωτογραφία του έφηβου των Αντικυθήρων είναι της Nelly's. O χορευτής του ζεϊμπέκικου είναι ο Στέφανος Μιλάνος. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 29.11.1964, στο Βόλο φυσικά - μάλλον στη Σκάλα του Μιλάνου. Προέρχεται από τα Ρεμπέτικα Τραγούδια του Ηλία Πετρόπουλου.
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Μαΐου 11, 2006 |


12 Comments:


  • At 3:34 μ.μ., Blogger Θεριό Ανήμερο

    Ωραία τα λες. Γι' αυτό είναι πολύ κρίμα όταν τέτοια τραγούδια εξεφτελίζονται (ρίξε μια ματιά αν θες στο κείμενό μου "χορεύω" και πες μου αν θα σου θυμίσει κάτι...).

     
  • At 3:47 μ.μ., Blogger alombar42

    Είναι λοιπόν μερικά πράγματα ιερά. Ετσι, που απλώς τα πιστεύεις, χωρίς να ψάχνεις αναλύσεις γι' αυτά.

    Για να μη μακρυγορώ, θα σου κάνω μήνυση για ανάλυση θρησκείας!
    Και επειδή είμαι βέβαιος οτι θα καταδικαστείς, η ποινή σου θα είναι τρία συνεχόμενα ζεϊμπέκικα στην πίστα, μόνος, παραγγελιά, σε μαχαιράδικο-κωλάδικο.

    Αν τα καταφέρεις να κάνεις τέτοια ανάλυση εκείνη την ώρα, θα θυμηθώ τη σκηνή του Αθήναιου, αυτή με τη γκόμενα στην κουζίνα που, την ώρα που του κράταγε τα... χέρια, του απήγγειλε Οράτιο στα λατινικά :)

     
  • At 3:58 μ.μ., Blogger Πάνος

    Θεριό ανήμερο,
    - καλώς όρισες
    - είδα το "χορεύω" και το ...προσυπογράφω!
    - δες αριστερά, στα κομμάτια του Athanassios, το ποστ "των θεών το βήμα το ζεϊμπέκικο"

    *

    alombar42,
    μήνυση θα μου κάνεις, επειδή "τις αγάπες δεν τις κρύβω;"
    Καλά βρε - ελπίζω πως θα με υπερασπισθεί ο Athanassios, αν και η καταδίκη που επισείεις είναι τρομερή: εγώ, σε μαχαιράδικο - κωλάδικο; Μόνο με τον θείο Ισίδωρο πηγαίνω!

    (και αφού έχω ποτίσει γερά την ψυχή με macΑllan, για ν' αντέξει...)

    *

    Μα τι έκανα κ. πρόεδρε; Απλώς αγαπώ το λαϊκό τραγούδι...

     
  • At 4:20 μ.μ., Blogger Λαμπρούκος

    Άντε βρε Πάνε μας σεχλέτιασες μεσημεριάτικά. Αν και λόγια η προσέγγιση σου (κάποια στιγμή νόμιζα ότι θα με ρωτήσεις ποιό είναι το γερούνδιο στο στίχο "Κλαίει απόψε η γειτονιά, μαζί με την καρδιά μου
    που είσαι αγάπη μου γλυκιά, να δεις τα δάκρυά μου." στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και του έξοχου λαικού ερμηνευτή όπως ο Δημήτρης Μητροπάνος!

     
  • At 4:32 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Εύγε λεβέντη Πάνο !

    ΥΓ
    Κατέβασα τα τρία τραγούδια και τα έσωσα, φυσικά.
    Το " σε μια στοίβα καλαμιές " πάντως είναι πολύ γνωστό. Από τα καλύτερα του Μουσαφίρη. Το άκουγα έφηβος, χωρίς να καταλαβαίνω το βαθύ νόημα των στίχων. Τώρα καταλαβαίνω..
    Με γύρισες είκοσι τόσα χρόνια πίσω.

     
  • At 6:47 μ.μ., Anonymous Ο θειος σου ο Ισιδωρος

    Ανηψιε εισαι μαστορας.
    Αριστος!

    Εμενα η σχεση μου με τις εκδηλωσεις της «λαϊκης ψυχης» δεν προχωραει στην αναλυση.
    Σταματαει στην αισθηση.
    Αν τ΄ αναλυσω τα «απομαγευσα».
    Η «λαϊκη ψυχη» όπως και το «λαϊκο μυαλο» αν το αναλυσεις μετα εισαι αναγκασμενος να το αποκυριξεις.
    Προκειται για το αισθησιαρχικο ζωτικο μου χωρο.
    Ισως είναι η αναγκη για αντισταθμισμα στην εκλογικευση της ζωης στην οποια αλλωστε ως ιδεοτεχνικος ρεπω.
    Εσυ τα κανεις φυλλο και φτερο για να δεις τι είναι μεσα.
    Εγω αμα τα λυσω τα παραταω λυμενα κι….αντε γεια! (....παω για Καβαφη).
    Το λαϊκο ασμα είναι άλλο πραγμα.
    Δεδομενου ότι το 80% τουλαχιστον των προσλαμβανουσων μας σε επιπεδο εμπειριας είναι οπτικες, ο χωρος, η ατμοσφαιρα, το ασμα, οι φατσες, η κινηση (χορός) αποτελουν ένα ολοκληρωμενο συστημα δια του οποιου ξεθαλαμωνει ψυχη δηλαδη εξελκυεται η λιμπιντο.
    Δεν είναι τυχαιο εξ αλλου και η χρησιμοτητα του κρασιου σ΄αυτό.

    «Το θολωμενο μου μυαλο
    με κανει να παραμιλω»

    Εξ αυτων καθισταται σαφες συντροφε ότι ουτε ο παιχτης ουτε το παιχνιδι μπορουν να διεξαχθουν σε συνθηκες νοησιαρχιας και με εκλογικευμενα κριτηρια.
    Αυτό εγω μονο αισθησιαρχικα μπορω να το προσεγκισω και να γινω μερος του. Αλλιως είναι σαν τον ξαπλωνω τον αλλον στο ντιβανι της ψυχαναλυσης και αν το κανω δεν θα το κανω με τον Καζατζιδη, θα το κανω με αλλους ορους.

    Όταν κλαίει ένας άντρας, ασ’ την πόρτα σφαλιστή
    μην τρυπώσει ξένο μάτι, μεσ’ την κάμαρη και δει.

    Άναψέ του το τσιγάρο, κάτσε δίχως να μιλάς
    κι όταν βαριαναστενάζει, κάνε πως αλλού κοιτάς.

    Αν χτυπήσουνε οι φίλοι, δως τους τόπο να σταθούν
    πιάστε δυνατό τραγούδι, οι φωνές να σκεπαστούν.

    Όταν κλαίει ένας άντρας, δεν αντέχει μοναχός
    κι αν ορφάνεψ’ από φίλους, ξαγρυπνάει ο Θεός.

    Εχεις παρει χαμπαρι γιατι μαλακα μιλαμε ή νομιζεις ότι προκειται για κανεναν…«και γαμω τους τυπους»?
    Σκατά τα΄κανε με τη γκομενα και τωρα κλαιει για το μαυρο του το χαλι.
    Και το χειροτερο? Ντρεπεται κι ολλας ο ηληθιος γιατι…είναι κι «αντρας» βλεπεις κι εχει ενοχες που κλαιει σα γκότα κι αναστεναζει σα μαουνα που ξεφορτωνει λυπασματα, ενώ ο άλλος ο μαλακας που είναι διπλα του ιδιος κουραδομαγκας είναι κι αυτος.
    Και σιγα μην ελειπε κι ο θεος από το παρεακι, όπως παντα περιμενει καμια στραβη για να σκασει μυτη σα ντη μυγα στο σκατο.
    Ενώ όταν ξεσκιζοτανε με τη γκομενα το παλικαρι και τη καταβρισκανε ο θεος καθοτανε αλάργα γιατι ητανε αμαρτια που την ειχε «αστεφανωτη» και τη σκαλιζε και από πρύμα μεριά.
    Θελεις να τα΄ακούσεις και για τους φιλους του που πανε να τον δουνε?
    Ετσι είναι οι φιλοι ορε ανηψιε?
    Λες μαγκες ξερετε? Τη μπούλεψε η γκομενα κι ειμαι μουνι-καπελο, κοπιάστε!
    Δεν καθεσαι να κλαις σαν Γερασηνειωτης που σου ΄φαγε τα λεφτα ο Αη βασίλης.
    Και δε μου λες, τι σοϊ διαχειρηση κρισης είναι αυτή?
    Ακου στοιχο ροκ ορε ανιψιε:

    «Για σενα μωρο μου
    θα σκισω και το εισητηριο διαρκειας
    των Λος Αντζελες Λεϊκερς

    αλλ΄αν δεν θες…..»

    Γιαυτο σου λεω,
    Γαμα τα, με μεγαλα γραμματα
    και μην το αναλυεις γιατι αν ανοιξω το στομα μου ανηψιε θα…..ξενερωσουμε ολοι.
    Μονο ζησε τα!

    Καταλαβες τωρα ποια είναι η σχεση μου με το σκυλαδικο?
    Αμα θες να σου κανω αναλυση για οποιο ασμα θες.

    Σε φχαριστω για την αφιερωση, σου λεω αληθεια, με συνγκινησες.
    Και το φχαριστηθηκα!

     
  • At 8:32 μ.μ., Blogger Αθήναιος

    To na pw pws eimai o typos poy xoreyei zeimpekies 8a nai, ena psemma.

    Omws to zeimpekiko poy moy afierwses moy efere dakrya sta matia. Syxna oneireuomai pws 3anagenniemai en mesw pyrkagias.

    Ti k an agapw th 8alassa, ti k an th briskw me ton aera k moy aresei na perpatw 3ypolhtos sth gh, to alh8ino moy stoixeio, einai h fwtia.

    Euxaristw poly.

     
  • At 8:35 μ.μ., Blogger Πάνος

    θείε Ισίδωρε,
    ο τύπος που κλαίει στο τραγούδι του Γεωργουσόπουλου ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ΔΕΝ ΚΛΑΙΕΙ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΓΚΌΜΕΝΑ! (αυτό είναι η πιο λάιτ και η πιο απίθανη εκδοχή...)

    *

    Δεν ανεβαίνεις κι εσύ Θεσσαλονίκη το Σάββατο - να γίνει το έλα να δεις; (και δεν κοστίζει ΔΙΣ $)

     
  • At 8:36 μ.μ., Blogger Αθήναιος

    Ennoeitai pws ta tragoudia 8a ta katebasw apo thn A8hna.

     
  • At 9:11 μ.μ., Anonymous Ο Θειος σου ο Ισιδωρος

    Ανηψιε ακου να σου πω την Ιστορια του τραγουδιου.


    Ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο…

    Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέρφι του θανάτου
    ας ήταν και να πέθαινα, ξημέρωμα Σαββάτο.

    Ρεφραίν:
    Κλαίει απόψε η γειτονιά, μαζί με την καρδιά μου
    που είσαι αγάπη μου γλυκιά, να δεις τα δάκρυά μου.

    Όλη η ζωή μου δίχως νόημα, μία ψευτιά μεγάλη
    και το δικό σου βάσανο, να δω που θα με βγάλει


    Ο θειος Ισιδωρος είναι ενας τυπος που την εχει δει…να κονομισει γιαυτο εχει στρωθει σαν το ζωο στη δουλεια από το πρωϊ μεχρι το βραδυ χωρις να σηκωνει κεφαλι.
    Είναι περιτο να τονισουμε ότι…τα΄αρχιδια μου θα κονομισει γιατι κανεις συμφωνα με τη λαϊκη αντιληψη δεν κονομισε με την εργασια και οσοι εχουνε πεντε ταλαρα ταχουνε κλεψει γιαυτο και ο πλουτος είναι αμαρτια και είναι πιο δυσκολο να παει ενας πλουσιος στον παραδεισο από ότι να περασει μια καμηλα από την τρυπα της βελονας και γιαυτο τις εχουνε τις καμηλες οι βεδουϊνοι που είναι πολύ πιστοι για να τις καβαλανε και να πηγενουνε στον παραδεισο.
    Αυτό όμως δεν τον αποτρεπει το θειο Ισιδωρο από το να δουλευει ηλιο με ηλιο από δευτερα ησαμε γαββατο μεσημερι καθοτι στην χρονικη περιοχη του ασματος το 5ημερο ητανε ονειρο θερινης νυχτος που για να το δεις θαπρεπε νε σε παρει ο υπνος με το τσιγαρο αναμενο πανω σε καμια στοιβα καλαμιές και να παρει φωτια και συ επειδη εισαι λιωμα στην κουραση να νομιζεις ότι σου δωσανε σταμπα εισητηριο για τον παραδεισο και νασαι μες την καλη χαρα και στ΄αρχιδια σου τα εγκαυματα.
    Για το θειο Ισιδωρο ο πλουτισμος δεν είναι αυτοσκοπος, είναι όμως για τη θεια Γραματικουλα τη γκομενα του θειου Ισιδωρου η οποια με τη σειρα της είναι αυτοσκοπος για το θειο Ισιδωρο.
    Επειδη ως γνωστον από οικονομικης αποψεως, παντα συμφωνα με τη λαϊκη σοφια, καλυτερα συμφερουν 3 πουτανες από μια μονιμη γκομενα και 13 πουτανες από μια συζηγο ο θειος αφου τοχει καταπιει τα΄αγκυστρι όπως και κάθε λαϊκη ψυχη, πιανεται μαλακας.
    Η συνεχης σωματικη καταπονηση εις την εργασια και η απερισκεπτη διαχειριση των οικονομικων από την αγαπημενη του συνηστουν ένα φαυλο κυκλο μποστα στη δυνη του οποιου η φωτια της θεμονιας δεν του προξενει κανενα πονο.
    [Με καψες, με καψες, με καψες που να καεις
    σαν το κερακι της λαμπρης]
    Εν τω μεταξυ το αγκυστρι του ερωτα τουχει φτασει στο σκοτι και τουχει γατζωσει και τη μιση νεφρεμιά γιαυτο όταν μια μερα γυριζει κοματια από την κουραση σπιτι και χαμπαριαζει ότι η γραμματικουλα την πουλεψε με έναν φραγκάτο του φευγει ο πατος και αδειαζει ολο το περιεχομενο που ειχε η ζωη του η οποια μενη διχως νοημα κι αρχιζει να μαλιοτραβιεται και να λεει που εισαι αγαπη μου γλυκεια να δεις τα δακρυα μου δηλαδη αυτά που δεν ηθελε να δει η καλη του και γιαυτο εφυγε κρυφα.
    Επειδη ως γνωστον ο κερατας το μαθαινει παντα τελευταιος ενοειται ότι ολη η γειτονια που είναι εξω καρδια γιαυτο η ρουφιανια και η ζηλοφθονια πανε πακετο με τις γλαστρες με τους βασιλικους, τις ανοιχτες πορτες,και τα σκυλια με τα λουκανικα, τοξερε και μαλιστα την ενθαρινε «να φυγει να γλυτωσει» αλλα αυτο δεν την εμποδισε να του συμπαρασταθει και να κλαιει αποψε η γειτονια μαζυ με την καρδια μου αφου αυτό δεν εχει καμια σχεση διοτι άλλο το΄να, άλλο τα΄άλλο κι άλλο που΄φαγε η Μαγδάλω, οποτε ενταξυ!
    Επειδη όμως κι ο θειος Ισιδωρος μπορει ναναι μαλακας αλλα κι αυτος στη γειτονια μεγαλωσε και ξερει πολύ καλα ότι αυτή η συμπαρασταση είναι μια ψευτια μεγαλη αλλα δεν ξερει το δικο σου βασανο να δω που θα με βγαλει γιαυτο θελει να πεθανει αλλα επεδη ενός κακου μυρια επονται η λεγαμενη την κοπανησε μεσοβδομαδα που ο θειος ητανε στη δουλια και αυριο παλι δουλευει οποτε Φτου! Γαμω τη Βαγγελιστρα μου ουτε να πεθανει να πεθανει δε μπορει κανεις.
    Τουλαχιστον ας ητανε να πεθαινα ξημερωμα σαββατο για να μη χανω και μεροκαματα.



    Ανηψιε βλεπεις τι τραβαω με τη καριολα τη θεια σου γιαυτο αστα καλυτερα μην τα ρωτας πως γινανε και μην τα πολυαναλυεις αλλα:

    Πιασε μια κουπα με κρασι
    και κανε μου παρεα
    γιατι ετουτη η βραδυα
    θαναι η τελευταια
    (αν με κοψεις από συνεργατη επειδη λεω την αληθεια όπως σουκανε και η +ευλογιστρια)


    Και βαλτα να πανε!!!

     
  • At 10:42 μ.μ., Blogger Athanassios

    Εμεινα με το στόμα ανοιχτό με το τεχνολογικό επίτευγμα... λαμπρούκο μας έστειλες....
    Αυτός ο uncle ανοικονόμητος είναι.... πάντως θα επισημάνω κι εγώ, όπως και ο Πάνος ότι η ανάλυση του για τον άνδρα που κλαίει είναι άστοχη....
    Εύγε μπλογκάρχη....άριστο..!!!

     
  • At 11:15 μ.μ., Blogger Athanassios

    Και για να συμφωνήσω με τους προλαλήσαντες... οι Μαρινάτος, Μουσαφίρης και Γεωργουσόπουλος (αν είναι ο γνωστός..έχω επιφυλάξεις), δεν σκέφτηκαν τίποτα απ΄αυτά, όταν τα έγραφαν... ίσως γι αυτό τα έγραψαν...