
Γράφει ο Athanassios
Πριν καμιά δεκαριά μέρες περπατάω στην Τσιμισκή. Μια μισοσκισμένη αφίσα- Βαγγέλης Κορακάκης και Γιάννης Ντουνιάς στη «Βάρδια». Το μοναδικό ίσως ποιοτικό μαγαζί που απέμεινε στην πόλη. Σαν τις παλιές μπουάτ, προορίζεται για «μύστες», δεν περνάς τυχαία απέξω να πεις : «άκουσα πενιά και μπήκα»... πρέπει να ξέρεις..
Κρατώ τραπέζι για 4... όχι γιατί το είχα προσχεδιάσει, απλά με ρωτά: «πόσοι θάστε;» .....ντράπηκα να πω δύο... είπα 4...
Λέω σε δυο φίλους... πάμε; Μύστες... ναι...το ρωτάς; μου λένε... Παρασκευή βράδυ... είναι κι ο Ντουνιάς τους λέω, τον ξέρετε; Φυσικά μου απαντούν... αλλά θα πει τα καινούρια.. δεν τα ξέρουμε... τους γράφω το cd… Κορακάκης-Ντουνιάς: τίτλος «Γλυκοχαράματα»... για να ξέρουν τι θ’ ακούσουν...
Προσπαθώ στο μεταξύ να γεμίσω την «τέταρτη καρέκλα»... ανακριβής ο όρος προσπαθώ... κάνω μία και μόνο πρόταση... μέσα είμαι μου απαντά.... αλλά.... Είναι νοητή η απάντηση... δεν θα είναι εκεί και το ξέρουμε κι οι δυο...
Πέμπτη πρωί παλινδρομώ, ως συνήθως.... ρε παιδιά να μην πάμε... πέφτουν σαν αλλόσαυροι.... τι λες ρε; Μας ξεσήκωσες... ακούμε κάθε μέρα το cd… μη μας τη σπας τώρα.... υποχωρώ...
Παρασκευή βράδυ... ξεκινάνε... πέφτουν οι πρώτες πενιές... ο Κορακάκης junior... Σχολιάζει ο ένας φίλος... σ’ αυτή τη χώρα πράγματι υπάρχει οικογενειοκρατία... από τα μεγάλα στα μικρά...
Μας παρουσιάζει ο Βαγγέλης το Γιάννη Ντουνιά.... και ξεκινάει μ’ ενα μεγάλο τραγούδι του Ζαμπέτα... το είπε ο ίδιος σε πρώτη εκτέλεση :
Νύχτα με το που έρχεσαι
φέρνεις μαζί σου πειρασμούς
φέρνεις μαζί σου πάθος
Νύχτα με το που χάνεσαι βάζεις
στο δίπλα της καρδιάς ένα καινούριο λάθος
Κάθε που θα’ ρθει δειλινό
Νιώθω στο αίμα ανατριχίλαααα
Μάης κι Απρίλης πονηρός
χαράζουν της καρδιάς τα φύλλα
Μα μόλις φύγεις και χαθείς
θέλω πολύ να ξαναρθείς
νύχτα ονειρομάναααααααααααααα
Στήνω καρτέρι πρωινό, ώσπου να’ ρθεί το δειλινό
ν’ ακούσω την καμπάνα
Κάθε που θα’ ρθει δειλινό
Νιώθω στο αίμα ανατριχίλαααααααααα
Μάης κι Απρίλης πονηρός
χαράζουν της καρδιάς τα φύλλα
Χαλάλι ο κοντός (Chivas) που παραγγείλαμε… λένε οι φίλοι....
Δίπλα μας δύο μύστες ακόμα ... σόλο.... αρχίζει ο Κορακάκης να βαράει τα τέλια... η Σταυρούλα τραγουδά.... ωραιότατη φωνή... ζουμερή και εύσχημη.... «Σαν τη καρα-Χασάν είναι αυτή, ρε...» λέει ο μύστης δίπλα μου..... πεθαίνουμε στα γέλια... πολύ εύστοχο... ίδια η Καραχασάν στο μελαχροινό η Σταυρούλα, αλλά καρα-φωνή!!!
Βγαίνει ο Γιάννης (Ντουνιάς) κατά τις 2.00.... τραγούδια από τον καινούριο δίσκο... μετά 200 (sic) χρόνια του κάνανε δίσκο... φωνή αβίαστη, με κλειστά χείλη τραγουδά και κοντεύει να γκρεμίσει το μικρό μαγαζί..... με την κοιλιά του δε και μόνο (πολλά whiskia) γεμίζει τη μικρή πίστα.... ο Κορακάκης το αντιλαμβάνεται και του λέει.. «έλα κάτσε πάνω Γιάννη ... στο πάλκο»
Γλυκοχαράματααααα προχτές που πέρασαν
με πήραν δάκρυα καθώς κοιτούσα
γλυκοχαράματα για κοίτα πράγματα
μεσ’ τα χαράματα σ’ αναζητούσα
Κι έμεινα μόνος όλη τη μέρα
σ’ ένα παγκάκι λίγο πιο πέρα
εκεί που μου ΄ταζες
και με φιλούσες
γλυκοχαράματα , μου τραγουδούσες
Λαϊκό τραγούδι τεχνοτροπίας του 1970... αλλά τόσο άμεσο..... έπιασε αμέσως σ΄ όλο το μαγαζί... οι «κοντοί» κατεβαίνουν... Ο Ντουνιάς οργιάζει.... σεμνός, λιτός... όπως όλοι οι λογισθέντες «ξοφλημένοι»...
Η τέταρτη καρέκλα χορεύει μόνη της πλέον, δεν την ελέγχω.... τραγουδά, λικνίζεται, μελαγχολεί, ζηλεύει, είναι απούσα και παρούσα, είναι σχίζα, είναι γλυκιά, είναι κοφτερή, είναι η άβυσσος...
Ο «κοντός» έχει τελειώσει... ζητάμε «συμπλήρωμα»...πάω να κάνω παραγγελιά στο Γιάννη... ένα τραγούδι από τον καινούριο δίσκο... Σεμνά και ταπεινά μου λέει... «πάνε στο συνθέτη (Β. Κορακάκη) κι αν στο πει εγώ μέσα... αλλά θα χαρεί πολύ που το ξέρεις και θα στο πει...» ήθος κι αυτό... τέτοια ώρα τέτοια λόγια...
Μετά από κανένα 20λεπτο... ο Κορακάκης κάνει σιωπή... καθίζει κάτω επιτακτικά τους χορευτές...
«Θα πει, ένα τραγούδι ο Γιάννης (Ντουνιάς) σε πρώτη πανελλήνια εκτέλεση»
( ... «παγκόσμια!» φωνάζω εγώ από κάτω...)
μου το αφιερώνει ο Γιάννης με μια χαρακτηριστική αβρή χειρονομία...
Μια ανάσα πριν το τέλος
κι ένα βήμα πριν τη μπόρα
φεύγω πρώτος πικραμένος
πριν μας πάρει η κατηφόρα
μια ανάσα κι ενα βήμα
δεν προλάβαμε το πλοίο
εσαλπάρησε τι κρίμα
και μας άφησε στο κρύο
Μες τη νύχτα να μαζεύεις
μια ζωή σε μια βαλίτσα
κοίτα πώς τα φέρνει ο χρόνος
και της μοίρας τα καπρίτσια
Μ’ ένα παγωμένο αντίο
πριν το χάραμα της μέρας
πώς χωρίζουμε οι δύο
που πριν λίγο ήταν ένας
Με μια ξεχασμένη σπίθα
δεν ζεσταίνεται η αγάπη
δεν υπάρχει πια ελπίδα
κι όλα έχουν γίνει στάχτηηηηηη
Η πενιά δεν υστερούσε πουθενά… Άκης Πάνου, θα έλεγε κάποιος αδαής... ο στίχος λιτός κι απέριττος, όπως πρέπει σε όσους ξέρουν να γράφουν....
ΥΓ... Η τέταρτη καρέκλα έμεινε άδεια... αλλά πάντα είναι γεμάτη!!!
*
(Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ)


Ένα έχω να πω:
Γειά σου Θανάση, με τα ωραία σου!