ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006
Νίνα -1
Γράφει ο Λεϊσάντ Τεμάχ*

1.
Είχα τις μαύρες μου εκείνες τις μέρες. Η δουλειά σπασμένη, η διάθεση στο ναδίρ. Λίγες μέρες πριν τις εκλογές, ο συνεταίρος μου έτρεχε μαζί με κάποιον υποψήφιο βουλευτή στα χωριά της Κοζάνης, όλοι είχαν αφηνιάσει. Σκότωνα τις ώρες μου πίνοντας, αλλά δε μπορούσα να σκοτώσω και τη σκέψη. Σκεφτόμουνα τη Νίνα.

Με τη Νίνα μέναμε στην ίδια γειτονιά, την είχα δει μερικές φορές να περιμένει το αστικό ή να χαζεύει τις κρεμασμένες εφημερίδες. Κάθε φορά που την έβλεπα η λέξη «γυναίκα», διαστέλλονταν στον υπερθετικό της.

Πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η εικόνα της Νίνας μου έκανε φοβερή εντύπωση, για λόγους που θα προσπαθήσω αργότερα να προσδιορίσω. Δεν ήταν η μόνη γυναίκα που είχα επιθυμήσει τελευταία, ήταν όμως εκείνη, η οποία μετά από (σχεδόν) δυό χρόνια μονογαμικής αγνότητας, με παρακινούσε να αγνοήσω οποιαδήποτε δικαιολογία ή επιφύλαξη και να δράσω. Κάθε φορά που τη συναντούσα στο δρόμο ή την έβλεπα από το μπαλκόνι μου, παραμέριζα οποιαδήποτε άλλη σκέψη και συγκεντρωνόμουν στην παρατήρησή της με τέτοιαν ένταση, που δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή χωρίς σοβαρές συνέπειες για τη σοβαρότητά μου, ακριβέστερα για την εικόνα που είχε ο κόσμος γι’ αυτήν.

Η σκηνή που ακολουθεί περιέχει στοιχεία από την πρώτη ουσιαστική συνάντησή μας, δηλαδή την πρώτη φορά που μιλήσαμε, το λαμπερό απόγευμα της περασμένης Τρίτης, με επίκεντρο το συνοικιακό περίπτερο. Οι ιδιοκτήτες του εν λόγω περιπτέρου είχαν επεκτείνει δραστικά τον ωφέλιμο χώρο, εκμεταλλευόμενοι τον καλοφτιαγμένο, χαμηλό φράχτη της όμορης μονοκατοικίας και τον ευρύχωρο πλακόστρωτο χώρο μεταξύ του γειτονικού φαρμακείου και του δρόμου. Το σύνολο έδινε την εντύπωση μιας μικρής υπαίθριας αγοράς, γεμάτης με λογής λογής εμπορεύματα. Μπροστά στο τμήμα του φράχτη που αντιστοιχούσε στα περιοδικά (δεκάδες από δαύτα, διευθετημένα πάνω σε άδεια πλαστικά καφάσια από μπύρες) στεκόμουν για ώρα και ξεφύλλιζα, που και που. Αντίκρυ στις κρεμασμένες εφημερίδες (κρεμασμένες από σπάγκο, δεμένον από ένα στύλο της ΔΕΗ και μια μουριά) ένας μεσόκοπος φαλακρός άντρας μελετούσε εμβριθώς τα πρωτοσέλιδα. Ο περιπτεράς, δραστήριος όσο ποτέ, πηγαινοερχόταν έξω από το περίπτερο και γέμιζε τα χαμηλά ψυγεία με αναψυκτικά. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ένας νεαρός ανεβασμένος στη μηχανή του, δεν έλεγε να ξεκινήσει.

Όλοι εμείς τρώγαμε με τα μάτια την κοπέλα που τηλεφωνούσε, τη Νίνα. Έκανε ζέστη, οι σκιές ήταν ευπρόσδεκτες. Από τη σκιά μου, πίσω από το περιοδικό, είχα προσηλώσει για ώρα το βλέμμα στο αριστερό στήθος της Νίνας, στήθος που ξεπρόβαλλε κατά τα τρία τέταρτα από το άνοιγμα της μπλούζας, καθώς η κοπέλα μιλούσε στο τηλέφωνο. Η θέση μου ευνοούσε ακριβώς την πλήρη και άνετη παρακολούθηση των 3/4, η οποία οδηγούσε σε υποθέσεις περί των υπολοίπων 5/4, ώστε να υπάρξει ολοκλήρωση του διδύμου. Εξάλλου, η θηλή του κατά τα 3/4 ορατού διαγραφόταν ολοκάθαρα, πιέζοντας επίμονα το λεπτό ύφασμα που τη χώριζε από την απόλυτη ελευθερία. Ήταν ευμεγέθης, με μικρή κλίση προς τα άνω. (Υπέθεσα ότι επρόκειτο για ψευδαίσθηση, λόγω του υφάσματος και ότι στην πραγματικότητα η κατεύθυνσή της έπρεπε να είναι παράλληλη προς το έδαφος). Το μέγεθος του στήθους κυμαινόταν ανάμεσα στο μέτριο και το ενισχυμένο, είναι όμως γεγονός ότι ταίριαζε θαυμάσια με τα υπόλοιπα. Από τη θέση μου μπορούσα άνετα να παρατηρώ το χλωμό του χρώμα και να φαντάζομαι το θεσπέσιο αποτέλεσμα, μετά τις επερχόμενες παραθαλάσσιες εκθέσεις του στον ήλιο. Προς το παρόν διέθετε ακριβώς την λευκωπή απόχρωση που έχουν οι κόκκοι του σταριού, όταν τους αποσπάσουμε από το χλωρό, αθέριστο στάχυ τους. Μπορούσα να έχω ακριβή αντίληψη περί του σχήματος, του μεγέθους και του χρώματος, αλλά περί της υφής μπορούσα να κάνω μονάχα υποθέσεις. Κρίνοντας από τη θέση που κρατούσε, χωρίς τίποτε να το στηρίζει, και από τις μικρές παλινδρομήσεις πάνω -κάτω, καθώς παρακολουθούσε με τον δικό του τρόπο τις κινήσεις, την ομιλία και την αναπνοή της κοπέλας, υπέθεσα με σχετική βεβαιότητα ότι ήταν σκληρό και ελαστικό, σχεδόν όσο ένα μπαλάκι του τένις, με δεδομένη τη διαφορά ότι αυτό θα ανταποκρινόταν κατά συγκεκριμένο τρόπο (ποιόν όμως;) στις ψαύσεις και τις πιέσεις.

Τα μαλλιά της κοπέλας, ξανθά, μακριά, πλούσια, έφτιαχναν ποίημα από δεκάδες μικρές μπούκλες. Διευθετημένα με λαϊκό γούστο, άφηναν ακάλυπτο το μέτωπο και τα πλαϊνά του προσώπου, έπεφταν σους ώμους και τους ξεπερνούσαν, για να σχηματίσουν το γοητευτικό τους τελείωμα χαμηλά στην πλάτη. Φαντάστηκα μεταξένια αφή, αλλά αμέσως έκανα τη σκέψη ότι η αφή και το περίγραμμα στα γυναικεία μαλλιά αποτελούν συνήθως μη συμβατές επιδιώξεις.

Στη σύναξη των παρατηρητών προσετέθη ο φαρμακοποιός, ο οποίος, αντί να ανοίξει το μαγαζί του και να μπει μέσα, αισθάνθηκε ξαφνικά την ανάγκη για ενημέρωση περί της καταστάσεως της χώρας και έλαβε θέση μπροστά στις κρεμασμένες εφημερίδες. Στο μεταξύ, μια κίνηση των ώμων της Νίνας έκανε το αριστερό κορδόνι της μπλούζας να ξεφύγει από τον ώμο, η κοπέλα το αντελήφθη και το γύρισε στη θέση του. Φορούσε μια απλή μπλούζα, κίτρινη και λευκή, που κάλυπτε, κατά κάποιον τρόπο, το διάστημα από τα στήθη ως επτά ή οκτώ εκατοστά πάνω από τη ζώνη. Όσο μιλούσε, κουνούσε ζωηρά το ελεύθερο αριστερό χέρι και άφηνε στα παιγνιδίσματα του φωτός το γυμνό μπράτσο, τα μακριά δάχτυλα και τα κόκκινα νύχια. Όσο άκουγε, ακουμπούσε το χέρι στο γείσο του περιπτέρου, έγερνε το κεφάλι δεξιά ή έκανε μικρές κινήσεις με τους ώμους. Τότε, το κάτω μέρος της μπλούζας ανέβαινε, αποκαλύπτοντας λίγα επιπλέον εκατοστά λεπτής, σφριγηλής, αρμονικής σάρκας, η οποία πασιφανώς έθελγε τους νέους και τους ηλικιωμένους που είχαν ακροβολιστεί ολόγυρα.

Η ξανθιά κοπέλα φορούσε λευκό παντελόνι, που έφτανε ως λίγο κάτω από τη μέση της γάμπας, άνετο στους μηρούς, σφιχτό στα οπίσθια και την ηβική χώρα, όπως συμβαίνει πάντοτε με τα γυναικεία παντελόνια. Οι καμπύλες, οι στρογγυλότητες, οι δυο θανατηφόρες παραβολικές γραμμές, μια μεγάλη πίσω, ανάμεσα στους γλουτούς, και μια μικρή μπροστά, μόλις διαγραφόμενη, οι δυό χαριτωμένες πτυχές που σήμαιναν τα όρια των ελαστικών ημισφαιρίων και του ποδιού - ασαφείς αυτές γιατί στο σημείο εκείνο το παντελόνι φάρδαινε, οι κινήσεις του συνόλου, όλα αυτά θα μπορούσαν, ίσως, να αποτελέσουν αντικείμενο αναλυτικής περιγραφής. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν η άμεση συνάφεια της εικόνας που έδινε η Νίνα, με την απόφασή μου να εμπλακώ στην υπόθεση που αφηγούμαι. Ωστόσο, μια και έχω κατά νου να χρησιμοποιήσω λιτή και μετρημένη αφηγηματική γλώσσα, περιορίζομαι σε μια λιτή και μετρημένη αναφορά.

Δεν μπορώ όμως να μην πω δυό λόγια για τα παραφερνάλια: Αρκετά δαχτυλίδια, κοκάλινα βραχιόλια σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, ένας χρυσός σταυρός που αναπαυόταν επί του στήθους και το αγίαζε, μεγάλα και φορτωμένα σκουλαρίκια, γυαλιά σηκωμένα στα μαλλιά, έντονο μακιγιάζ. Όλα αυτά δεν μαρτυρούσαν λεπτό γούστο. Ειλικρινά όμως, εκείνη την ώρα δεν έδινα δεκάρα γι’ αυτό, γοητευμένος αφάνταστα, παρασυρμένος από τον έντονο ερωτισμό που ακτινοβολούσε η νεαρή γυναίκα. Και πως να αντισταθεί κανείς σ' αυτό το πρόσωπο με τις καθαρές γραμμές, λευκό ακόμα από το χειμώνα, στολισμένο με πράσινα αστραφτερά μάτια, άψογη μύτη και γεμάτα, δυνατά, χείλη, κατακόκκινα, λαμπερά. Πως να μην γίνει κανείς έξαλλος από επιθυμία, όταν την έβλεπε που κρατούσε (με αφέλεια;) τη γλώσσα στην μιαν άκρη για λίγο και μετά την περνούσε αργά ανάμεσα σ' αυτά τα περίφημα χείλη, καθώς άκουγε όσα της μετέφερε το ακουστικό του τηλεφώνου...

Είχα οριστικά αποφασίσει να θυμηθώ την τέχνη μου στο καμάκι. Όταν η Νίνα έφυγε προς το σπίτι της, έστρωσα με τα δάχτυλα τα μαλλιά μου και την ακολούθησα. Είχα πολλά χρόνια να το κάνω αυτό στο δρόμο, αλλά η γοητεία μου ήτανε σε φόρμα. Λίγα λεπτά αργότερα, καθώς ξεκλείδωνα την πόρτα του αυτοκινήτου, ήξερα τ’ όνομά της και είχα ραντεβού μαζί της για την Πέμπτη το βράδυ στο Butterfly, ένα μαγαζί που δεν το ήξερα, αλλά θα το μάθαινα. Αυτή, δυστυχώς, δεν είχε τηλέφωνο στο σπίτι της, γεγονός που με στεναχώρησε: Ήξερα από πείρα ότι το βασικό σημείο στο καμάκι του δρόμου είναι να πάρεις εσύ το τηλέφωνο της γκόμενας, και όχι να της δώσεις το δικό σου - αλλιώς όλα παραμένουν αμφίβολα, οι πιθανότητες να κουδουνίσει η συσκευή είναι ελάχιστες.

* Ο Λεϊσάντ Τεμάχ είναι μηχανικός και κατάγεται από την Ιορδανία, από χριστιανική (κοπτική) οικογένεια. Γνωριστήκαμε επειδή κάθε πρωί πηγαίνουμε τα παιδιά μας στο ίδιο σχολείο. Οι εκλογές στις οποίες αναφέρεται είναι του 1990 – πρόκειται δηλαδή για παλιά ιστορία.
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Ιουνίου 15, 2006 |


6 Comments:


  • At 7:25 μ.μ., Blogger Ergotelina

    Ωστε εχει και η Τζορντανία..κοπτες..

    Καλα παιδια οι αραβες...

     
  • At 7:27 μ.μ., Blogger Ektwras

    I just wanna say hi

     
  • At 7:43 μ.μ., Blogger Athanassios

    "Ωστόσο, μια και έχω κατά νου να χρησιμοποιήσω λιτή και μετρημένη αφηγηματική γλώσσα, περιορίζομαι σε μια λιτή και μετρημένη αναφορά."

    Δεν μας είπες όμως σε πόσα επεισόδια θα το απολαύσουμε.... δεν κάνω comment, περιμένω το δεύτερο επεισόδιο και ελπίζω να μη γίνει κι αυτό ισοσέλιδο της Καλυψούς, άλλωστε δεσμεύτηκες παραπάνω.

    Υ.Γ. Στην Εργοτελίνα ας πούμε έκανε εντύπωση ότι είναι κόπτης... σε μένα η περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου του περιπτέρου... και έπεται συνέχεια

     
  • At 8:14 μ.μ., Blogger Πάνος

    Εργοτελίνα,
    αυτό μου είπε ο Λήο (έτσι τον φωνάζουμε) αυτό λέω κι εγώ... Πάντως δεν τον κόβω για πολύ θρησκευόμενο...

    *

    Έκτωρα,
    γειά και σε σένα... αυτό που λέμε, ο κόσμος μια σταλιά...

    *

    Athanassios,
    για να μην αγχώνεσαι, σου γράφω απευθείας την περίληψη: Ο τύπος ψάχνει τη Νίνα, που έχει εξαφανιστεί, με τη βοήθεια της Αννιώς. Βλέπουν διάφορο κόσμο - και στο τέλος...

    (αμ δεν το λέω από τώρα!)

    Είναι ένα μικρό αφήγημα μυστηρίου και έρωτος - θα ανέβει ολόκληρο μέσα σε λίγες μέρες, μην ανησυχείς...

     
  • At 10:39 μ.μ., Blogger Athanassios

    ....στο τέλος ξαναπάει στο περίπτερο.. αγοράζει δυό πακέττα τσιγάρα και άδει :
    "Ξένος κι εσύ, όπως κι οι άλλοι,
    κι όμως πατρίδα σου των ξένων οι καρδιές.
    Λες μεγαλώσανε οι βραδιές...
    χειμώνας πάλι"

     
  • At 3:54 π.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    Παντως με το ονομα και μονο κανει καριερα σαν συγραφεας αποκρυφιστικων αναγνωσματων.
    Αρκει η αλλαγη υφους και θεματολογιας.
    Ωστοσο τη λεπτομερεια τη δουλευει σα χειρουργος (εξ ου και κοπτης)!
    Αναμενωμεν.