ι Τα μυστικά του Κόλπου
Παρασκευή, Ιουνίου 16, 2006
Νίνα, 2-5
Γράφει ο Λεϊσάντ Τεμάχ

2
Την Πέμπτη το βράδυ βρισκόμουν στο μπαλκόνι του Butterfly. Έπινα μπέρμπον και έπληττα ακούγοντας τη μουσική: ροκ της δεκαετίας του 80. Οι υπόλοιποι πελάτες ήταν δέκα, δεκαπέντε και είκοσι χρόνια μικρότεροι και έδειχναν να την έχουν καταβρεί. Έντεκα παρά δέκα, που σήμαινε τουλάχιστον είκοσι λεπτά στήσιμο. Ήμουν κιόλας σίγουρος πως την είχα πατήσει κανονικά και πως όσο πιθανό ήταν να γεμίσει ξαφνικά το κιτς κάδρο της πόρτας η Λωρήν Μπακώλ, άλλο τόσο ήταν να φανεί και η Νίνα. Κι όμως, την είδα να έρχεται, βιαστική, με μεγάλα χαμόγελα. "Με συγχωρείς, δεν έβρισκα ταξί, τι πίνεις;". Ακτινοβολούσε ερωτισμό και υποσχέσεις για κάτι δυνατό.

Ήθελε χυμό πορτοκάλι και ήταν ιδιαίτερα ομιλητική για τον εαυτό της. Σε λιγότερο από μισή ώρα έμαθα ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Γερμανία, ότι ο πατέρας της ήταν από την Κατερίνη και η μητέρα της από την Πάτρα. Πήγε εκεί σχολείο και γιαυτό μιλάει πολύ καλά γερμανικά και αγγλικά. Ο μπαμπάς της ήταν πολύ αυστηρός, της επέβαλε πολλούς περιορισμούς, αλλά εκείνη όταν πήγαινε ακόμα στο γυμνάσιο ερωτεύτηκε έναν μετανάστη από τον Πειραιά, τον Γιάννη Μακρή, έφυγε από το σπίτι της, έζησε αρκετούς μήνες μ’ αυτόν, μετά χωρίσανε και ήρθε στη Θεσσαλονίκη, όπου έμεινε στη χήρα θεία της, η οποία πέθανε πρόσφατα. Εδώ τελείωσε το σχολείο, έμαθε γραφομηχανή και "προγραμματισμό" σε μια ιδιωτική σχολή. Εν τω μεταξύ γνώρισε τον Χρήστο, φοιτητή του Πολυτεχνείου και τον αρραβωνιάστηκε παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των γονιών του. Τους δικούς της δεν τους ενημέρωσε. Ο Χρήστος τώρα υπηρετεί τη θητεία του, αλλά πριν λίγο καιρό χώρισαν, γιατί δεν μπορούσε να τον υποφέρει πλέον. Κάποια στιγμή η Νίνα βαρέθηκε να μένει με τη γιαγιά της. Έτσι, όταν η παλιά συγκάτοικος της Γεωργίας έφυγε από το σπίτι, η Γεωργία έβαλε αγγελία στην εφημερίδα, η Νίνα εμφανίστηκε αμέσως και συγκατοίκησαν. Η θεία της έμεινε μόνη στο Κορδελιό και τον περασμένο Φεβρουάριο πέθανε. Η Νίνα είχε στεναχωρεθεί πολύ, σκούπισε κι ένα δάκρυ καθώς μιλούσε για το θάνατο της γιαγιάς. Πριν μερικούς μήνες είχε πιάσει δουλειά, στο γραφείο του κ. Μαλουμίδη.

"Βάζω στοίχημα δέκα με τίποτε ότι ο Μαλουμίδης σου έκανε καμάκι" είπα, έχοντας πληγωθεί βαθιά μέσα μου από την υγρή και μελένια χροιά της φωνής της, από την αφέλειά της να τα λέει όλα αυτά – και από το μήνυμα που εξέπεμπε: δες τι έχω τραβήξει, ευτυχώς που σε συνάντησα, επιτέλους… Αυτό δηλαδή φανταζόμουν πως ήθελε να πει η Νίνα, ήταν η δική μου ερμηνεία των Γραφών – και φούντωνα, παρόλο το ατάραχο ύφος μου. "Εσύ τι έκανες τότε;" συμπλήρωσα. Η Νίνα ξαφνιάστηκε, κοίταξε για λίγο το χυμό πορτοκάλι, μετά γέλασε. "Όλο για μένα μιλάμε" έκανε μια ξαφνική ντρίπλα, με το βλέμμα να αντικρίζει στα ίσια το δικό μου, αλλά δεν απόφυγε να απαντήσει. "Γιατί όχι; Τα φτιάξαμε. Αυτός βέβαια είναι παντρεμένος, πήγαμε δυό φορές μαζί στην Αθήνα και μια στο Πήλιο, περάσαμε ωραία αλλά τελείωσε και μ' αυτόν, βαρέθηκα, δε μου αρέσει κιόλας σαν άνθρωπος, είναι πολύ σκληρός..." Όσο με κοίταζε, διέκρινα καθαρά στα μάτια της την αμφιβολία μήπως είχε πει περισσότερα απ' όσα έπρεπε, παρασυρμένη από τον αυτοβιογραφικό της οίστρο. Την προκάλεσα λέγοντας ότι είναι σχεδόν άβγαλτη αν πάρουμε υπόψη όσα μου είπε, κι αυτή τσίμπησε. Για να αποδείξει το αντίθετο μου μίλησε για τον διάδοχο του Μαλουμίδη, τον Τελόγλου. Ο εργοδότης της ήταν προγραμματιστής, είχε μια εταιρεία πληροφορικής και ο άλλος ήταν παλιός συνεταίρος και τώρα ανταγωνιστής του. Ο Τελόγλου της ρίχτηκε - κι αυτή ανταποκρίθηκε. Αλλά κι αυτός ήταν παντρεμένος, με υποχρεώσεις, με ελάχιστο ελεύθερο χρόνο, ήταν ευγενικός και συμπαθητικός, στην αρχή τουλάχιστον, αλλά είχαν γίνει κάτι ιστορίες τελευταία και τα είχανε χαλάσει, είχανε μάλιστα τσακωθεί άσχημα, δεν ήθελε όμως να μου πει γιατί. "Έχω βαρεθεί τους παντρεμένους" δήλωσε αποφασιστικά, "δε φαντάζομαι να είσαι παντρεμένος...". Την πληροφόρησα ότι έχω χωρίσει εδώ και έξι χρόνια.

Ενδιαφέρθηκε να μάθει για το γάμο και το διαζύγιό μου και της αφηγήθηκα μια μικρή πονεμένη ιστορία. Εξέφρασε την συμπάθειά της και ρώτησε αν τώρα έχω κάτι σοβαρό. Δήλωσα ελεύθερος και μόνος, με υποκριτική φυσικότητα αντάξια του Μάρλον Μπράντο. Ευθύς αμέσως απάντησε ότι δεν με πιστεύει. Σήκωσα τους ώμους και δεν έκανα κανένα σχόλιο, αλλά κάρφωσα επίμονα το βλέμμα μου στο δικό της. Ανταποκρίθηκε, με άνεση και λίγο νάζι. Λίγο αργότερα άφησα διακριτικά να εννοηθεί ότι θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε τη βραδιά μας κάπου αλλού. "Αυτά να σου λείπουν!" είπε αποφασιστικά η Νίνα. "Είναι κιόλας δώδεκα και μισή και ξυπνάω στις εφτάμισι, είμαι εργαζόμενη κοπέλα!". Το έπαιξα κι εγώ γερμανός, την πήγα μέχρι το σπίτι της και παρκάρισα το αυτοκίνητο πενήντα μέτρα πιο πέρα, στο δικό μου, δηλαδή της Νόρας. Είχαμε ραντεβού για την Κυριακή το βράδυ (την Παρασκευή δεν μπορούσε αυτή, το Σάββατο εγώ) στο μπαλκόνι του Butterfly. Σ' αυτό το ραντεβού η Νίνα δεν ήρθε.




3

Το πρωί της Δευτέρας έφτασα στο γραφείο λίγο μετά τις εννιά, κακόκεφος και κουρασμένος. Η Ευγενία είχε έτοιμο καφέ στην καφετιέρα και με καλημέρισε πανηγυρίζοντας "σκίσαμε χτες βράδυ, έ; Συγκεντρωσάρα!". Η Ευγενία ήταν όπως πάντα
έτοιμη να αρχίσει άγονη και ατελείωτη συζήτηση για τις λαμπρές προοπτικές του Κόμματος στις εκλογές, αλλά σώθηκα επειδή στη γωνία, κάτω ακριβώς από τη "γυναίκα και τον άνεμο" του Klee καθόταν μια κοπελίτσα κοντή, με σημάδια ακμής στο πρόσωπο και καθόλου αξιοπρόσεκτα λοιπά χαρακτηριστικά. Στα επόμενα λίγα λεπτά έμαθα πως τη έλεγαν Γεωργία Κοσμίδου, πως είχε τηλεφωνήσει, πως η δεσποινίς της είχε πει ότι θα ερχόμουν στις εννιά και πως πήρε μια ώρα άδεια από τη δουλειά της για να πεταχτεί ως το γραφείο μου. Σταμάτησε και με κοιτούσε που καθόμουν πίσω από το γραφείο με τον καφέ και το αναμμένο τσιγάρο στο χέρι. Στο τέλος, το αμόλησε: "είχατε χτες βράδυ ραντεβού με τη Νίνα, και..." Είδα την Ευγενία που χασκογέλασε πίσω από το λευκό της σχεδιαστήριο και εκνευρίστηκα - γιατί οπωσδήποτε θα το ξεφούρνιζε στη Νόρα. Της έκανα νόημα να βγει και να μου πάρει τσιγάρα. Τότε εκνευρίστηκε κι αυτή, αλλά η ζημιά είχε γίνει.

Η Γεωργία εξήγησε πως ήταν συγκάτοικος της Νίνας και πως η Νίνα εξαφανίστηκε από το βράδυ της Παρασκευής. Έφυγε από το σπίτι στις έξι, είπε πως θα γύριζε στις εννιά και θα πήγαιναν σινεμά, αλλά δεν ξαναφάνηκε, ούτε έδωσε σημείο ζωής. Η φίλη της πήρε πολλές φορές τηλέφωνο τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, πήρε και την άμεση δράση, αλλά δεν έμαθε τίποτα. Είδε σ’ ένα πακέτο τσιγάρα το όνομα και το τηλέφωνό μου, η Νίνα της είχε πει πως είχαμε ραντεβού την Κυριακή το βράδυ και ήρθε να με ρωτήσει μήπως ήξερα κάτι. Η κοπελίτσα έμενε σιωπηλή, ταραγμένη. "Τι να κάνω τώρα;" ρώτησε κοιτάζοντας το ρολόι της. Αισθανόμουν σα να είχα φάει οχτώ μερίδες χταπόδι. Εκνευρισμένος από την άτσαλη παρουσία της Γεωργίας, από όσα έλεγε (και τα οποία δεν με ενδιέφεραν καθόλου), από το γεγονός ότι η Ευγενία είχε πέσει πάνω σε κάποια χειροπιαστή ένδειξη για δραστηριότητες που έπρεπε να μένουν στο σκοτάδι. Της είπα να γυρίσει στη δουλειά της και να περιμένει. Μέχρι το μεσημέρι, μπορεί η Νίνα να έκανε την εμφάνισή της και όλα να ξεκαθάριζαν.




4

Ξόδεψα λίγη ώρα μιλώντας στο τηλέφωνο με εργολάβους και προμηθευτές, έκλεισα ραντεβού με κάποιον Σερραίο, που ήθελε να του χτίσουμε την πολυκατοικία του στην Καλαμαριά, για μετά την Κυριακή των εκλογών και άπλωσα πάνω στο γραφείο τα ντοσιέ με τη (λίγη) δουλειά που έπρεπε να ετοιμάσω. Γρήγορα όμως διαπίστωσα ότι δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ στις στατικές αναγκαιότητες. Όλο και πιο επίμονα, όλο και πιο έντονα - η εικόνα της Νίνας δε μπορούσε να φύγει από το μυαλό μου. Δεν την ήξερα παρά ελάχιστα, δε μπορούσα να κάνω αξιόλογες υποθέσεις για το λόγο της εξαφάνισής της. Εξάλλου αμφέβαλα ζωηρά ως προς τη βασιμότητα των ανησυχιών της Γεωργίας – ότι η Νίνα είχε εξαφανιστεί. Η Ευγενία πηγαινοερχόταν με ύφος εκνευριστικό. Δυό φορές που δοκίμασε ν’ ανοίξει κουβέντα, την έκοψα απότομα.

Καθόμουν με την πλάτη χωμένη στην πολυθρόνα, τα πόδια πάνω στο γραφείο, το ένα Camel μετά το άλλο. Τη σκεφτόμουν έντονα μέσα στους καπνούς. Δυό σταγόνες ακριβή κολόνια που άπλωνα με τα δάχτυλά μου στο λαιμό της. Αυτή αναστέναζε και έγερνε μισανοίγοντας τα χείλη για να τα περάσει πάνω στα δάχτυλά μου. "Δεν είναι δυνατόν!" μονολόγησα δυνατά, επιστρέφοντας στην πραγματικότητα "Εντάξει, να ενδιαφερθώ να δω τι έγινε το κορίτσι, αν τελικά της συνέβη κάτι. Μα πάει τώρα να παίρνω τους δρόμους και να την ψάχνω; Όχι βέβαια, δεν είναι σοβαρά αυτά..."

Η Γεωργία δούλευε δυό δρόμους παραπάνω, στην Εγνατία οδό, σε ένα μαγαζί που πουλούσε παπούτσια. Περί τις δώδεκα το πήρα απόφαση, δεν πήγαινε άλλο, βγήκα από το γραφείο στο σκηνικό του προεκλογικού καρναβαλιού και πήγα να τη βρω. Η Γεωργία καθόταν πίσω από τον πάγκο με τα πέδιλα και μασούσε τα νύχια της. Οι τρεις κοπέλες που δούλευαν στο μαγαζί με περιεργάζονταν καθώς η συνομιλία με την Γεωργία τραβούσε σε μάκρος, με δεδομένο κιόλας ότι η Γεωργία τους είχε πει τα πάντα για την εξαφάνιση της φίλης της. Η νεαρή πωλήτρια θεωρούσε απολύτως φυσικό να ενδιαφέρεται όλος ο κόσμος, όπως κι αυτή, για τη Νίνα και της είχε κακοφανεί που η αστυνομία, απορροφημένη με τις εκλογές, δεν είχε δώσει καμιά σημασία στο πρόβλημα. Έτσι μιλούσε με προθυμία στον ευγενικό κύριο που έδειχνε ενδιαφέρον. Πίσω από το πλέον αδιάφορο ύφος και χωρίς να κάνω κανένα σχόλιο γι αυτά που άκουγα, επιβεβαίωσα πως η Νίνα δούλευε στο γραφείο του κ. Μαλουμίδη, από τους πρώτους της πληροφορικής στη Βόρειο Ελλάδα και πως ήταν, μέχρι πριν λίγο καιρό, ερωμένη του. Ακόμα, πως είχε σχέσεις με τον κ. Τελόγλου που έκανε ακριβώς την ίδια δουλειά. Πως η Νίνα ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον Χρήστο Θεοδώρου που υπηρετούσε τη θητεία του στο Κιλκίς, αλλά χώρισαν οριστικά πριν δυό μήνες. Άκουσα υπομονετικά τη Γεωργία να ξαναλέει πως η Νίνα έφυγε κατά τις έξι το απόγευμα της Παρασκευής λέγοντας πως θα επιστρέψει στις εννιά για να πάνε σινεμά. Η Γεωργία την περίμενε μέχρι τις δέκα και μισή και μετά, εκνευρισμένη από το στήσιμο, κατέβηκε μόνη της μέχρι το κέντρο και έκανε βόλτες ώσπου βαρέθηκε, μετά γύρισε στο σπίτι, ώρα δώδεκα και μισή και δεν ξαναείδε τη Νίνα. Όχι, δεν έδειχνε παράξενα όταν έφυγε, ήταν όπως πάντα. Τη ρώτησα αν ειδοποίησε τους δικούς της και του είπε πως οι γονείς της είναι στη Γερμανία, από χρόνια μετανάστες, δεν ξέρει τη διεύθυνση ή το τηλέφωνό τους. Άλλωστε η Νίνα δεν είχε την παραμικρή επικοινωνία μαζί τους, ούτε με κανένα συγγενή της, μετά που πέθανε η θεία της η Φιλίτσα. Παρατήρησα πως η Νίνα είναι πιθανόν να έμεινε με τον Μαλουμίδη ή τον Τελόγλου αλλά η Γεωργία μου εξήγησε ότι αυτοί είναι παντρεμένοι, με οικογένειες, δεν θα μπορούσαν να είναι συνέχεια με τη Νίνα. Εξάλλου θα την ειδοποιούσε αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, για να μην ανησυχεί. "Κι αν γνώρισε κάποιον άλλο και είναι μαζί του;" ρώτησα. "Αποκλείεται, θα μου το είχε πει... για σας πως μου το είπε αμέσως;" αναρωτήθηκε η Γεωργία.

Παρόλα όσα άκουσα δεν είχε πεισθεί ότι η Νίνα είχε εξαφανισθεί παρά τη θέλησή της. Θα μπορούσε για παράδειγμα να είχε ραντεβού με τον Μαλουμίδη ή τον Τελόγλου, προγραμματισμένο να κρατήσει λίγη μόνο ώρα και ξαφνικά αυτός ο κύριος να έμαθε πως η γυναίκα του πάει στην Αλεξανδρούπολη ας πούμε, να δει τη μητέρα της που αρρώστησε ξαφνικά, παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά. Φυσικά αυτός κοιτάζει να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και μένει μαζί με τη Νίνα ολόκληρο το Σαββατοκύριακο, φεύγοντας κιόλας από τη Θεσσαλονίκη, γιαυτό και η Νίνα δε μπορεί να ειδοποιήσει τη Γεωργία, αφού δεν είχαν τηλέφωνο στο σπίτι. Η Γεωργία παρατήρησε πως δεν μπορούσε να έχει γίνει κάτι τέτοιο, αφού το πρωί τηλεφώνησε στον Μαλουμίδη και τον Τελόγλου και ήταν κανονικά στα γραφεία τους ενώ η Νίνα παρέμενε άφαντη.

"Πρέπει να ψάξουμε..." είπα απευθυνόμενος προς εαυτόν. Η Γεωργία με κοίταξε ξαφνιασμένη. "Εσείς; Γιατί;" ρώτησε. Περιορίστηκα να χαμογελάσω, μια γκριμάτσα που δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφηθεί. Φυσικά δεν μπορούσα να της δώσω κάποια λογική απάντηση, αλλά κι αυτή δεν επέμεινε. Κανονίσαμε να περάσω νωρίς το απόγευμα από το σπίτι τους.




5

Τα διαμερίσματα όπου μένουν μόνες κοπέλες έχουν πάντοτε ιδιαίτερη γοητεία. Έτσι τουλάχιστον θυμόμουν, είχα να μπω σε τέτοιο διαμέρισμα από τον καιρό των φοιτητικών μου χρόνων, τότε που επισκεπτόμουν την πρώην γυναίκα μου. Το σπίτι της Γεωργίας και της Νίνας ήταν παλιά μονοκατοικία με μικρή αυλή. Ο διάδρομος, τα δωμάτια, όλο το σπίτι ήταν πεντακάθαρα, γεμάτα κουκλίτσες, μπιμπελό, μαξιλαράκια, πόστερς και άλλα, χαρακτηριστικά της κοριτσίστικης αντίληψης που είχε η Γεωργία για τη διακόσμηση και τη ζωή. Στο δωμάτιο της Νίνας το κρεβάτι ήταν στρωμένο προσεκτικά, με τις απαραίτητες κούκλες επάνω. Από τη μια του πλευρά υπήρχε ένα ξύλινο λακαριστό τραπεζάκι και από την άλλη, παράλληλα στον επιμήκη άξονά του, ένας μεγάλος καθρέφτης. "Τουλάχιστον ο φαντάρος έχει δει εδώ μέσα το είδωλό του μπερδεμένο με το είδωλο της Νίνας" σκέφτηκα και ανατρίχιασα.

Συγκεντρώθηκα γρήγορα και συνέχισα τις παρατηρήσεις μου. Πολλά και διάφορα καλλυντικά, χτένες, μπιχλιμπίδια. Το συρτάρι στο τραπεζάκι δεν ήταν κλειδωμένο, γεμάτο από αδιάφορα μικροπράγματα. Υπήρχαν τέσσερα γράμματα του φαντάρου, ένα γράμμα του πατέρα της Νίνας από τη Γερμανία και μερικά αποκόμματα εισιτηρίων από ταξίδια με λεωφορείο και αεροπλάνο. Κράτησα τα γράμματα και τα αποκόμματα, δε βρήκα όμως αυτό που περίμενα, κάποια ατζέντα με τηλέφωνα. Κάτω από το στρώμα δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον, στη μικρή βιβλιοθήκη είδα μερικά αστυνομικά και αισθηματικά μυθιστορήματα, κυρίως όμως περιοδικά μόδας και άλμπουμ με φωτογραφίες. Η Νίνα φωτογραφιζόταν συνήθως μόνη, σε λίγες περιπτώσεις με φίλες της ή με έναν ψηλό νεαρό, τον Θεοδώρου. Στις φωτογραφίες φαινόταν πολύ όμορφη, ντυμένη άλλοτε τολμηρά και άλλοτε προκλητικά, αλλά πάντοτε με έκφραση αδιάφορη ή μελαγχολική σα να ήθελε να δείξει πως κακώς βρισκόταν εκεί, σίγουρα είχε να κάνει κάτι άλλο, περισσότερο σημαντικό και ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή που δεν με πρόσεχε η Γεωργία έβαλα στην τσέπη τρεις φωτογραφίες, η μια καλοκαιρινή, στη θάλασσα.

Έμενε η μεγάλη ντουλάπα. Η Νίνα είχε πλούσια γκαρνταρόμπα, δεν υπήρχε όμως τίποτα ενδιαφέρον στις τσέπες των ρούχων. Κάτι έπαθα (κάτι σαν ζάλη, αλλά όχι ακριβώς) καθώς έχωνα τα μεγάλα μου δάχτυλα στις στενές τσέπες των παντελονιών, με όλη την ιδιαίτερη μυρωδιά των γυναικείων ρούχων στο πρόσωπο, γρήγορα όμως συγκεντρώθηκα και πάλι. Στο κάτω μέρος υπήρχαν συρτάρια γεμάτα μικροσκοπικά, ακριβά εσώρουχα, μαύρα, κόκκινα, λευκά, δυό ζαρτιέρες μαύρες και δυό στο χρώμα του χειμωνιάτικου γυναικείου σώματος, μεγάλη ποικιλία από φανελάκια, σουτιέν και μαγιό. Στο τελευταίο συρτάρι υπήρχαν δυό δονητές, μερικές φωτογραφικές τσόντες, προφυλακτικά και μια κολπική αλοιφή. Στις τσάντες που κρεμόντουσαν στο πλάι βρήκα καθρεφτάκια, κραγιόν, χαρτομάντιλα, και σε μία μερικά ακόμα προφυλακτικά. Δε βρήκα πουθενά κάποιο προσωπικό ημερολόγιο ή έστω κάτι γραμμένο με το χέρι της Νίνας. Πριν φύγω στάθηκα για λίγο στην πόρτα του δωματίου. Μια ξαφνική μελαγχολία για το ανόητο της ύπαρξής μου, ανακατωμένη με τις φαντασιώσεις των τελευταίων ημερών: Είδα για μια στιγμή το είδωλό μου στον καθρέφτη του τοίχου, μπερδεμένο με το είδωλο της Νίνας. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα για ποιό λόγο μπήκα στον κόπο να ασχοληθώ με την εξαφάνιση της κοπέλας: Η Νίνα ήταν ό,τι ήθελα περισσότερο. Για την ακρίβεια, το μοναδικό πράγμα που με ενδιέφερε ήταν να την ξαναβρώ.
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Ιουνίου 16, 2006 |


3 Comments:


  • At 5:33 μ.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    Υπεροχή στην κατοχη, καλη κυκλοφορια και αλλαγη της μπαλας, αναπτυξη απο τα ακρα χωρις "γιόμες" και τυφλες αποκρουσεις, αναπτυξη απο τα ακρα.
    Γενικα στεκεται θαυμασια στο...γηπεδο!

    Δεν παιζει ομως με φουνταριστο σεντερ φορ και λειπει η καθετη μπαλια στην καρδια της αντιπαλης αμυνας.
    Ετσι ροκανιζει το χρονο ο οποιος κυλαει εις βαρος του.

    Με αυτο τον τροπο αναπτυξης του παιχνιδιου μονο απο στημενη φαση μπορει να προελθει το...γκολ!

     
  • At 6:30 μ.μ., Blogger Πάνος

    Το γκολ μπορεί να μπει ακόμα και στις καθυστερήσεις...

     
  • At 10:15 μ.μ., Blogger Athanassios

    Αυτές οι καθυστερήσεις με αγχώνουν και είμαστε στο 5ο λεπτό τους.... εξαιρετική περιγραφή του αγώνα απο θείο..