ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006
2. Η κυρία του κυρίου εργοδότη, αγκαλιά με τον αγρότη;


Το πολιτικό υπόδειγμα/ παράδειγμα /πρότυπο – όπως θέλετε πείτε το – μετά τη μεταπολίτευση ήταν, για όλους τους πολιτικούς χώρους και τα κόμματα, σαν την παράγκα του Καραγκιόζη, εκφράζοντας απόλυτα το βαθύτερο καημό του Έλληνα (ρα): Κείνο που με τρώει, κείνο που με σώζει, είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη…

Ο πλέον σοβαροφανής Καραγκιόζης της αριστεράς, το ΚΚΕ, διαλαλούσε τη μετάβαση στο σοβιετικό σοσιαλισμό μέσω της θεωρίας των σταδίων – το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βολονταρισμού (μπουρδολογίας) στην ελληνική πολιτική ιστορία του 20ου αιώνα. Το σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο πουλούσαν στην παράσταση ο Καραγκιόζης ευρωκομμουνιστής (ΚΚΕ εσωτ.) – τα χρόνια που διατηρούσαν θερμές συντροφικές σχέσεις με το γνωστό πρωτοπόρο του σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, τον Νικολάε Τσαουσέσκου, της Ρουμανίας. Ο πλέον αυθεντικός Καραγκιόζης, το πασόκ, ήθελε το σοσιαλισμό να φτάνει μέσα από τον Τρίτο Δρόμο (Συμβόλαιο με το Λαό, η Ελλάδα στους Έλληνες), ώσπου έφτασε στο απόλυτο γέλιο με την παράσταση ο Καραγκιόζης εκσυγχρονιστήςπρώτα η Ελλάδα, ισχυρή Ελλάδα και δε συμμαζεύεται!

Στο θέατρο σκιών της πολιτικής μας ζωής, η δεξιά αυτοδικαίως κρατούσε τόσα χρόνια το ρόλο του Βεληγκέκα. Από τον καιρό του φέρτε μου ένα νεκρό για να με πείσετε ότι υπάρχει νέφος στην Αθήνα (Κωστής Στεφανόπουλος) ως το περίφημο μια κοπέλα ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και μετά παντρεύτηκε έναν πλούσιο – είναι δίκαιο να πάρει την ίδια σύνταξη; (Γιώργος Σουφλιάς) η ΝΔ λειτουργούσε με συνέπεια ως Βεληγκέκας. Εσχάτως κλωνοποιήθηκε επιτυχώς ως άλλο πασόκ – από τότε της βγαίνουν συνεχώς αυθεντικά πασοκικά καραγκιοζιλίκια, όπως η επανίδρυση του κράτους. Μένει ανοιχτό το στοίχημα αν θα επιστρέψει στο φυσικό της ρόλο ή θα επιμείνει στη μίμηση του πασοκικού Καραγκιόζη.

Τι να κάνει κι ο έρμος ο καλλιτέχνης (για το Γιάννη Λογοθέτη μιλάμε πάντα) εκεί κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν όλα είχαν πια ξεκαθαρίσει; Πιάνει και γράφει με ρομαντισμό και κέφι και πολιτική διαύγεια και σωτήριο αυτοσαρκασμό το τραγουδάκι ΟΤΑΝ ΤΥΧΕΙ:

Όταν τύχει κάποια μέρα όταν τύχει
να γκρεμίσουνε τα τείχη
οι εργάτες θα χορεύουνε στην πίστα
δίπλα στον καπιταλίστα

Τραγουδάκια με νοήματα μεγάλα
με ποιότητα και άλλα
ο τρελός ο ποιητής θα απαγγέλει
το πικάπ θα στάζει μέλι

Κι εγώ πολύ θα σ’ αγαπώ, ΜΩΡΟ ΜΟΥ.

Στον κουρέα θα διαβάζουνε Καβάφη
ένας υπουργός θα βάφει
τα παπούτσια του εργάτη με βερνίκι
μιάμιση δραχμή το νοίκι

Ο νομάρχης με παντόφλες και πιτζάμα
σε μια φωτεινή ρεκλάμα
με χαμόγελο τρελό θα διαφημίζει
προϊόν που καθαρίζει

Κι εγώ πολύ θα σ’ αγαπώ, ΜΩΡΟ ΜΟΥ.

Όταν τύχει κάποια μέρα όταν τύχει
όλοι οι ανθρακωρύχοι
με τα πούλμαν εκδρομή στη Βουδαπέστη
θα μοσχοβολούν ασβέστη

Η κυρία του κυρίου εργοδότη
αγκαλιά με τον αγρότη
όταν τύχει κάποια μέρα όταν τύχει
να γκρεμίσουνε τα τείχη

Κι εγώ πολύ θα σ’ αγαπώ.


*

Γι’ αυτό σας λέω – μονάχα τα τραγούδια έχουν διασώσει αυτό το ελάχιστο χρυσάφι που μπόρεσε να σωθεί από τη λεηλασία, εκείνες τις μακρινές (σε λίγο, μυθικές) εποχές. Και μερικά βιβλία – αλλά γι’ αυτά, άλλη φορά.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2006 | 20 σχόλια
Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006
Τι γίνεται με την επέκταση του διαδρόμου 10/28;

Οι εργολάβοι γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο έχει απαγορεύσει ρητά την πραγματοποίηση εργασιών στο βυθό, έως ότου εκδικαστούν οι αγωγές που εκκρεμούν σε αυτό (Δεκέμβριο, μετά τις απανωτές αναβολές, όλες με ευθύνη του ΥΠΕΧΩΔΕ).

Συγκεκριμένα:

• Κάνουν εκσκαφή του πυθμένα (βυθοκορισμός) με αποτέλεσμα το σχηματισμό νησίδας άμμου.
• Τοποθετούν μεγάλες πέτρες (κροκάλες) στον πυθμένα της θάλασσας, ως υπόβαση – εργασία που δεν προβλέπεται από τις σχετικές μελέτες.
• Χρησιμοποιούν αμμοχάλικο προερχόμενο από πηγές άλλες από αυτές που προβλέπουν οι μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.

(Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από την εφημερίδα «ΦΩΝΗ», Αύγουστος 2006)

Έχει προγραμματιστεί εκδήλωση του Δήμου για τις 10 Σεπτεμβρίου, όπου και θα συζητηθούν οι τρόποι και οι δυνατότητες αντίδρασης.

*

Εντάξει, είμαστε αναρχική χώρα – ο καθένας κάνει ό,τι του καπνίσει. Αλλά, τόση αναρχία πια – οι εργολάβοι (με τις πλάτες της κυβέρνησης, προφανώς) να αγνοούν θρασύτατα τις αποφάσεις κοτζάμ Συμβουλίου της Επικρατείας;

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006 | 2 σχόλια
Ο κύκλος των χαμένων ποιητών
Βρίσκεται ΕΔΩ! Συνεγράφη από τον θείο Ισίδωρο και φιλοξενείται στο ε-ξαι-ρε-τι-κό νέο ιστολόγιο JUKE-BOX. Μη το χάσετε, λέμε!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006 | 3 σχόλια
1. Το σκυλάκι το κανίς




Η γενιά που έχει πια περάσει τα πενήντα και πλησιάζει με αργές απλωτές τα εξήντα είναι η αμέσως προηγούμενη από τη δική μας: εμείς οι σαρανταπεντάρηδες (συν/ πλην) τους παρακολουθούμε με ενδιαφέρον, δεκαετίες τώρα. Εμείς, όπως τραγούδησε τα χάλια μας ο Πορτοκάλογλου είμαστε εκείνοι που δε ζήσαμε τις χούντες και τα πολυτεχνεία – της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά… Ιστορικές κουρέλες, δηλαδή. Ωστόσο, αυτό το τίποτα να εκφράσεις και να εκφραστείς, είν’ η μόνη ευκαιρία που ‘χω εγώ και συ… Ένας φίλος μου το διατύπωσε επιγραμματικά, ήδη από τα φοιτητικά χρόνια – αρχές της δεκαετίας του ’80: Η γενιά της Αντίστασης, η γενιά του 1-1-4, η γενιά του Πολυτεχνείου – και η γενιά μας: η γενιά της μαλ*****!

Τους παρατηρούμε λοιπόν πολύ προσεκτικά αυτούς τους τύπους, από τα μαθητικά μας χρόνια – ήταν κατά κάποιον τρόπο τα πρότυπά μας. Αυτοί μας έμαθαν τον Τσε και τη νεωτερικότητα, το Λένιν και τον Μακάρτνεϋ. Αυτοί μας πήγαν πρώτη φορά στον Τόλη, μας έμαθαν να παίζουμε καλή πόκα (οι περισσότεροι είναι φανατικοί τζογαδόροι – από τότε!) μας δίδαξαν κι εμάς το δήθεν στα αθλήματα των ερώτων. Είχαν κύρος – ήταν η γενιά του Πολυτεχνείου! Δεν είχαν χιούμορ – ούτε η δική μου γενιά έχει, αλλά σώζεται γιατί ανακάλυψε, θέλοντας και μη, το σωτήριο αυτοσαρκασμό. Ξέφυγαν μερικοί προς αναπάντεχες κατευθύνσεις– από το ΕΚΚΕ και την ΠΠΣΠ είδαν αναπάντεχα φως στον πατερικό αναρχισμό και μπήκαν – είναι κι αυτός μια κάποια λύσις. Πάντως και τη νέο- ορθοδοξία, οι πενηντατόσο την ανακάλυψαν…

Κάποια στιγμή, γιούρμηξαν: άλλος έγινε τσουτσέκι του Φλωράκη, άλλος του Κοσκωτά – στο τέλος οι περισσότεροι χώθηκαν στο πασόκ, μερικοί που είχαν αξεπέραστη αλλεργία στο πράσινο καβάτζωσαν τη ΝΔ, έγιναν και υπουργοί μερικοί από δαύτους – όχι ένας ή δύο μονάχα! Κλείνουν το δρόμο στους δισταχτικούς σαραντάρηδες, άντε να δούμε πότε θα γίνουν υπουργοί του ΓΑΠ οι αστέρες της γενιάς του Πολυτεχνείου – όταν θα φύγουν από τη μέση, οι νυν σαραντάρηδες θα είναι πλέον υπερήλικες… Γενικά, η γενιά του Πολυτεχνείου ετοιμάζεται να παίξει για τον ΓΑΠ το ρόλο που έπαιξε για τον Ανδρέα η γενιά του ΕΑΜ: να τον φέρει και να τον κρατήσει στην εξουσία, με ανταλλάγματα βεβαίως. Προς το παρόν τους χαλάει τη σούπα το γεγονός ότι η ΝΔ φέρεται σαν ένα άλλο πασόκ – σκέτος κλώνος! – οπότε θ΄ αργήσουν λιγάκι.

Μη ρωτήσει κανείς μα καλά, οι δεξιοί δεν είχαν κόσμο στους πενηντατόσο, όταν οι πενηντατόσο ήταν είκοσι – τριάντα – σαράντα; Όχι παιδιά, δεν είχαν, ήταν πάντα μια ισχνή μειοψηφία σ’ αυτές τις ηλικίες – κι όποιος αμφιβάλλει ας το ψάξει!

Επαφή έχουμε – ταύτιση δεν υπάρχει, αλλά ας μη το αναλύσουμε τώρα. Οι περισσότεροι από δαύτους έχουν ήδη κάνει το πρώτο έμφραγμα / έχουν κάνει κιόλας την πρώτη εξέταση για προστατικό αντιγόνο / έχουν χάσει πάνω από δέκα δόντια – πολλοί θα φορέσουν πολύ γρήγορα μασέλα, εξαιτίας της περιοδοντοπάθειας /έχουν χωρίσει – οι πιο πολλοί ξαναπαντρεύτηκαν / έχουν φρικάρει με τα χάλια των τέκνων τους – που τα ανάθρεψαν σαν φλώρους και τους βγήκαν κακομαθημένοι και εκνευριστικά ανεύθυνοι φλώροι / έχουν πειραματιστεί με σκληρές και ανείπωτες καταστάσεις όπως εικοσάχρονη γκόμενα με πίρσινγκ… Αναγκαία διευκρίνηση: μιλάω αποκλειστικά για άντρες – δε γνωρίζω πενηντατόσες γυναίκες!

Αμφιβάλλω αν οι νεότεροι μπορούν να καταλάβουν, να κατανοήσουν, να αναλύσουν τους πενηντατόσο. Ούτε λόγος για να τους αποδεχτούν: Αυτοί σήμερα είναι η άρχουσα ηλικία στη χώρα – σε κάθε επίπεδο. Ακολουθούν οι τραντάρηδες – τη δική μου φουρνιά την πήδηξε η Ιστορία! Ίσως επειδή στα νιάτα μας δεν καταφέραμε να παραμυθιαστούμε τόσο βαθιά, τόσο απόλυτα, για τόσα χρόνια από χοντρές παραμύθες. Άρα δεν είμαστε τόσο killers (δηλ. παλιανθρωπαραίοι) όσο οι ανανήψαντες πενηντατόσο – ούτε όσο οι τριαντάρηδες, εκπαιδευμένοι από το πασόκ στην παχυδερμία και από τη ΝΔ στο να είναι καλοί μαθητές του πασόκ.

Επειδή σ’ αυτή τη σειρά των ποστ είπα να αποφύγω με κάθε τρόπο τα σεντόνια, κλείνω με τον πονηρό γυαλάκια του Γιάννη Λογοθέτη, που θα μας συντροφέψει μουσικά και εικαστικά. Για το Γιάννη, επιφανή πενηντατόσο, θα τα πούμε στη συνέχεια. Αν δυσκολεύεστε να διαβάσετε τους στίχους, κλικ στην εικόνα για μεγέθυνση!



συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 30, 2006 | 12 σχόλια
Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006
Η φωτιά της Χαλκιδικής και πάλι
Για το ολοκαύτωμα της Κασσάνδρας έγραψα πριν λίγες μέρες. Στα ιστολόγια γράφτηκαν πολλά - ας δούμε κάτι ακόμα, που έφτασε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Διευκρινίζω οτι τα παιδιά της "Οικολογικής Πρωτοβουλίας Χαλκιδικής" δεν τα γνωρίζω, όπως και ότι κάποιες από τις θέσεις τους (πχ για την τουριστική ανάπτυξη) δε με βρίσκουν κατ' αρχήν σύμφωνο. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για ένα αξιόλογο κείμενο, ας το διαδώσουμε όπως μπορούμε.

*

ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
27.8.2006

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΟΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ !

Το ολοκαύτωμα της Κασσάνδρας δεν είναι έκπληξη για κανένα σκεπτόμενο Χαλκιδικώτη. Μεταμόρφωσε σε φαιό τοπίο το πράσινο θαύμα της Κασσάνδρας. Όπως δεν θα είναι έκπληξη ένα παρόμοιο ολοκαύτωμα στη Σιθωνία.

Δεν είναι ούτε φυσικά ούτε τραγικά ατυχήματα. Είναι προμελετημένα εγκλήματα που όλοι περιμένουμε να συμβούν. Εγκλήματα, που αποκαλύπτουν γυμνό τον Βασιλιά Τουρισμό και κύμβαλα θριαμβολογούντα για την αναρρίχηση του σε διψήφιο αριθμό το 2006, τους διαγκωνιζόμενους για την πατρότητα του επιτεύγματος (Κυβέρνηση, Βουλευτές της Χαλκιδικής, Νομαρχία και Δήμους).

Οι ξενοδόχοι και οι λοιποί επικαρπωτές της Χαλκιδικής, “διεμοιράσαντο τα πλούσια ιμάτιά” της στη λαμπρή τουριστική γιορτή του 2006 και δημιούργησαν προοπτικές για την αποδοτικότερη για αυτούς τουριστική πανδαισία του 2007.

Λίγες δεκάδες χιλιάδες ευρώ που εξοικονομήθηκαν με θυσίες από τον κρατικό προϋπολογισμό, θα διατεθούν …μετά τον Αύγουστο στα Δασαρχεία του Νομού για την αντιπυρική προστασία των δασών. Σε καθένα από τα Δασαρχεία της Χαλκιδικής, οι τρεις δασολόγοι που απέμειναν από τους δεκα τρεις που γυρνούσαν στα δάση πριν από το 1990, μετρούν μέρες για να βγουν στη σύνταξη. Και τα ελικόπτερα φρουρούν τα σύνορα από τους προαιώνιους εχθρούς της Ελλάδας, ενώ αυτοί βρίσκονται εντός των συνόρων.

Οσο για το πολυπόθητο νεράκι που αν σήμερα το στερούνται λίγα μόνο χωριά και αύριο δεν θα υπάρχει για το μεγαλύτερο μέρος της Χαλκιδικής , κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μιλάει ότι αυτή τη στιγμή από το εγκαταλειμμένο μεταλλείο της T.V.X. μόνο, χύνονται στη θάλασσα δεκαπέντε εκατομμύρια τόνοι νερού το χρόνο, ακατάλληλου για οποιαδήποτε χρήση. Πού να βρεθεί λοιπόν νερό για πύργους τροφοδοσίας των δασοπυροσβεστικών, που νερό για τις πισίνες, για τα γκαζόν, τα γήπεδα του golf και τα μεγαλεπήβολα σχέδια των επιδόξων επικαρπωτών.

Και αυτά είναι μόνο η αρχή και μόνο ένα μέρος από την εφιαλτική πραγματικότητα του σήμερα και του αύριο.

Η εξολόθρευση των εύφλεκτων δασών των κωνωφόρων της Κασσάνδρας και της Σιθωνίας αφέθηκε από τους πολιτικούς μας στη φωτιά. Για τα υγρά δάση φυλλοβόλων της ΒΑ Χαλκιδικής, όπου η φωτιά είναι αναποτελεσματική, η ευφυής πολιτική βούληση θα τα παραχώσει με 200 εκατ. τόνους τοξικών αποβλήτων.
Τα υπόλοιπα δάση της Χαλκιδικής, όσα δεν είναι στις λίστες της φωτιάς και των τοξικών αποβλήτων, έχουν παραδοθεί στους μεγαλοεπενδυτές της Κασσάνδρας και όχι μόνο.
Αν τελικά περισσέψουν μερικά, θα βρεθούν μικροεπενδυτές να τα αφανίσουν, με την ανοχή ή την αρωγή των αρμοδίων υπηρεσιών.

Και η σοφία του νομοθέτη καλπάζει !
Η αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος δεν θα αφήσει όρθιο δέντρο, δεντράκι ή θάμνο. Θα αποτελέσει τον Συνταγματικό ενταφιασμό των δασών και των δασικών εκτάσεων της Χαλκιδικής.

Κανένας πολιτικός δεν θα έχει το πολιτικό θάρρος του επιμερισμού των ευθυνών που του αναλογούν. Η ελαχιστοποίηση του πολιτικού κόστους είναι ο στόχος των αυριανών δηλώσεων και ενεργειών τους.

Η Χαλκιδική για τους επικαρπωτές της μετράει ως περιουσιακό στοιχείο και κέρδος.

Στις προτάσεις μας προτεραιότητα έχουν:

• Η κήρυξη ολόκληρης της καμένης περιοχής ως αναδασωτέας,
• Η γενναία χρηματοδότηση για μέτρα προστασίας δασών (ζωνών πυρασφάλειας, δασικών δρόμων, παρατηρητηρίων…κλπ)
• Πρόσληψη ικανού αριθμού δασοφυλάκων, δασεργατών και δασοπυροσβεστών,
• Οργάνωση δικτύου εθελοντών και εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων φορέων, στελεχών και πολιτών με ασκήσεις ετοιμότητας για αντιμετώπιση πυρκαγιών.

Η “ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ” θα αγωνισθεί μαζί με τους ενεργούς πολίτες του Νομού και θα συνεργαστεί με κάθε καλοπροαίρετο φορέα που συμμερίζεται τις αρχές της, για την διαφύλαξη των περισσευμάτων του φυσικού κάλους της Χαλκιδικής.

Για επικοινωνία Αντώνης Κωνσταντινίδης, κιν. 6973838727

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Αυγούστου 29, 2006 | 10 σχόλια
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006
Εκεί που δένεται το (καπιταλιστικό) ατσάλι
Αφιερώνεται σε δυο επαγγελματίες ναυτικούς που γνώρισα μέσω του ιστολογείν: το γέροντα θείο Ισίδωρο και τον (νεότατο) Νικόλα Beerman. Για κάποιες λεπτομέρειες, θα χρειαστεί να κάνετε κλίκ πάνω στις φωτογραφίες.


Τα δίδυμα. Ο μάστορας πάνω στη σκαλωσιά κοιτάζει τις λαμαρίνες, τις ζυγιάζει. Πίσω του το φλόγιστρο, κάτω δεξιά οι μπουκάλες με το οξυγόνο.


Έτοιμος για τη μάχη. Χωρίς μάσκα και κράνος, εννοείται. Γυμνός, πάνω σ' ένα μαδέρι, στον αέρα.


- Καλώς τ' αλάνια! Τι γίνεται ρε μάγκες;
- Όλα εντάξει, μάστορα! Θα πάρουμε τις βέργες.
- Άντε μπράβο!


Από το πλάι, κάποιος ανεβαίνει με τις σαγιονάρες του τη σιδερένια σκάλα, να μπει στην κοιλιά του κήτους.


Η σακαράκα πρέπει να ξαναγίνει πλεούμενο. Γερό - να μη μπάζει από πουθενά.


Λαμαρίνες, φουγάρα, κάγκελα, σκουριασμένα ελάσματα, μεταλλικές γωνιές...


Ο γέροντας "Μπαρμπαντώνης" περιμένει τα δικά του μερεμέτια, που θα τον ξανανιώσουν.


Ένας ακόμα εναερίτης, πίνει τη μπύρα του στα ψηλά - κι αγναντεύει το Θερμαϊκό.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006 | 5 σχόλια
Σάββατο, Αυγούστου 26, 2006
Τα φανταρίστικα














Την πρώτη μέρα στο στρατό
μου κόψαν τα μαλλιά μου
τη δεύτερη τον τσαμπουκά
την τρίτη τη μαγκιά μου

*

Ως πότε παλαμάνα
ως πότε μπελαρίνα
ως πότε τα ματάκια μου
θα βλέπουν Σαλαμίνα

*

Όποιος θα πάει στο στρατό
και δε θα βλαστημήσει
του δίνω τη διεύθυνση
ναρθεί να με γαμήσει

*

Καθόμουνα μας στη σκοπιά
και έκανα τσιγάρο
και ο καπνός σχημάτιζε
τη λέξη θα σαλτάρω

*

Απ’ όλα τα σαλπίσματα
μ’ αρέσουν μόνο τρία
συσσίτιο, κατάκλιση
και η μισθοδοσία

*

Κάθε πρωί σηκώνομαι
στις έξι παρά δέκα
και όταν δε σηκώνομαι
μου λένε πάρε δέκα

*

Στο πειθαρχείο μ’ έστειλε
ο λοχαγός να πάω
γιατί στον τοίχο έγραψα
μωρό μου σ’ αγαπάω

*

ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΚΙΚΗ, ΓΑΜΏ ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ!

*

Αρβύλες μπείτε στη γραμμή
κορδόνια στοιχιθείτε
ο Τόλης απολύετε
να πα να γαμηθείτε!

*

Το φανταράκι στη σκοπιά
κανείς μη το πειράξει
γιατί μπορεί να τρελαθεί
και όλους να τους σφάξει


*

Μαυράκια μας φωνάζουνε
μαύρο μπερέ φοράμε
στο μαύρο το στραπόπεδο
καμένο αρνί θα φάνε!

*

Το φανταράκι στο στρατό
να μην το λησμονείτε
με γράμματα κι επιταγές
να το παρηγορείτε


*

Όταν θα πάρω το χαρτί
και θα γινώ πολίτης
θα ξαναπάρω μηχανή
θα ξαναγίνω αλήτης

*

Έχω συνήθεια κακή
κακό το ελάττωμά μου
όπου περνώ κι υπηρετώ
να γράφω τα’ όνομά μου

*

Φωτιά να πέσει από ψηλά
να κάψει τις μοδίστρες
αυτές που ράψαν το χακί
με μαύρες κουβαρίστρες

*

Στο άγημα επήγανε
ολόκληρο Παλάσκα
κι ο τόπος όλος άσπρισε
σα νάταν η Αλάσκα

*

Ένας σμηνίτης έρχεται
μέσα στα ραφ ντυμένος
είναι ο γιος σου μάνα μου
ο ταλαιπωρημένος

*

Σκοπός σαν είμαι γίνεται
το μάτι μου γαρίδα
και ψιθυρίζω αλτ τις εί
σε κάθε κατσαρίδα

*

Καλύτερα να πούλαγα
γκαζόζες λεμονάδες
παρά που πήγα κι έμπλεξα
με τους καραβανάδες

*

Ήμουν δεκαενιά χρονών
μες τον ανθό της νιότης
και μούρθε το κωλόχαρτο
να πάω στρατιώτης

*

Εκεί που γνωριστήκαμε
και κάναμε παρέα
μου ήρθε η μετάθεση
να φύγω για Κορέα

*

Ο διοικητής με ρώτησε
τι ήμουνα πολίτης
και τότε ‘γω τ’ απάντησα
καψούρης και αλήτης

*

Έφαγα τα τηλέφωνα
να πούμε δυο λογάκια
μα συ μου είπαν γλένταγες
με άλλον στα μπαράκια

*

Δεν είναι κρίμα κι άδικο
να είμαι ‘γω οπλίτης
και τη δικιά μου γκόμενα
να τη γαμεί πολίτης;

*

ΤΙ ΦΥΛΑΜΕ ΕΔΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΜΟΥ ΓΑΜΩ;

*

Όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
αμέτρητα χιλιάδες
τα είδα όλα στο στρατό
ραμμένα σε γιακάδες

*

Ήρθ’ ο καιρός ν’ απολυθώ
να φύγω μακριά σας
το άρμα να ξεχρεωθώ
φαντάρια άντε γεια σας

*

Όλοι τους με ξεχάσανε
σα νάμουν πεθαμένος
μα εγώ μακριά τους βρίσκομαι
μες το χακί ντυμένος

*

Χθες στη σκοπιά που ήμουνα
σκεφτόμουνα εσένα
κι αντί για το κορμάκι σου
χάιδευα το Μ1

*

Το γράμμα το τελείωσα
το φάκελο θα κλείσω
εκείνο θάρθει να σε βρει
μα εγώ θα μείνω πίσω

*

Όταν θα έρθει ο καιρός
που θα μετράω μέρες
να πα να πεις στη μάνα σου
να ετοιμάσει βέρες

*

Γιατί αγάπη μου γλυκιά
μας χώρισαν στα δύο
εμένα στο στρατόπεδο
κι εσένα στο θρανίο

*

Το πρώτο μου συσσίτιο
ήτανε μελιτζάνες
που πλέανε σαν κότερα
μέσα στις καραβάνες

*

Τα μακαρόνια του στρατού
εγώ θα τα ενώσω
να φτιάξω σιδηρόδρομο
να ‘ρθω να σ’ ανταμώσω

*

Ένα μονάχα σκέφτομαι
κι αυτό μου δίνει θάρρος
τα μάτια σου που δάκρυζαν
σαν έφευγα φαντάρος

*

Στο θάλαμο καθόμουνα
και σούγραφα ένα γράμμα
και μπαίνει μέσα λοχαγός
και τρώω μια καμπάνα

*

Άλλοι στα ζάρια τις διπλές
και άλλοι τις εξάρες
άλλοι φυλάνε τις σκοπιές
και άλλοι τις κουκλάρες

*

Όταν την πύλη θα διαβείς
λαλούνε δυο πουλάκια
τόνα σου λέει υπομονή
το άλλο δυο χρονάκια

*

Όλα τα πήρα στη σκοπιά
σαν τον καλό φαντάρο
ξέχασα όμως τη φωτιά
ν’ ανάψω ένα τσιγάρο

*

Τσιγάρο μ’ απαρνήθηκες
γόπα δε με θυμάσαι
και συ γλυκό μου μάλμπορο
στο ΚΨΜ κοιμάσαι

*

Ο ημερήσιος σκοπός
λούκι χοντρό τραβάει
παρουσιάστε συνεχώς
και προσοχές βαράει

*

Και άραγε να με σκέφτεσαι
τώρα που ζω μακριά σου
ή χαίρεσαι που έφυγα
και κάνεις τα δικά σου;

*

Όταν παρουσιάστηκα
μου λέει ο αλφαμίτης
πέρνα παιδί μου για να δεις
τι πα να πει πολίτης

*

Μάγκα μου μόνο κοίταξε
χαφιές μη καταντήσεις
γιατί εδώ στο θάλαμο
αίμα πικρό θα φτύσεις

*

Τη νύχτα στο φυλάκιο
κανένας δε μιλάει
γιατί καθένας σκέφτεται
εκείνη που αγαπάει

*

Μα θα ξαναβλεπόμαστε
αδέρφια μου συχνά

*

Ξεκίνησα με τη βαβέλ
πήγα στο παραπέντε
διάβασα Χρήστο Καστανά
και βγήκα Ι-5

Γειά σου Χριστόφορε!

* * *

Τα ανωτέρω στρατιωτικά στιχουργήματα προέρχονται από το δίσκο του Λουκιανού Κηλαηδόνη ΤΑ ΦΑΝΤΑΡΙΣΤΙΚΑ, που μοίρασε κάποτε δωρεάν το περιοδικό ΔΙΦΩΝΟ. Από ένα τετράστιχο τραγουδάνε η Πόλυ Πάνου, ο Γιώργος Νταλάρας και ο Χάρυ Κλυν. Όποιος έχει να προσθέσει κάτι (καθ’ ότι ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ ΠΡΩΗΝ ΦΑΝΤΑΡΟΙ) για να πλουτίσουμε τη συλλογή – ας το στείλει!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Αυγούστου 26, 2006 | 13 σχόλια
Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006
Το χταπόδι

Λένε οτι το χταπόδι είναι πολύ έξυπνο πλάσμα - αλλά προφανώς ο Κεφαλονίτης ψαράς είναι ακόμα εξυπνότερος!


Το χτυπάει λοιπόν αλύπητα πάνω στο βράχο, γιατί σε λίγη ώρα πρέπει να είναι έτοιμο για τα κάρβουνα...


Ο εγγονός παρακολουθεί ευλαβικά τα δρώμενα - τα χταπόδια έχουν βρει κακό μπελά μ' αυτό το σόι...


Το γούλισμα κρατά πολύ ώρα - ο οκτάπους πρέπει να είναι τρυφερός όταν έρθει η ώρα να εκπληρώσει την αποστολή του...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Αυγούστου 25, 2006 | 6 σχόλια
Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006
Φωτιά στα μπατζάκια μας!

Οι φωτιές στην Κασσάνδρα είναι το δεύτερο μεγάλο προγραμματισμένο ατύχημα που έπληξε αυτό το καλοκαίρι την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Το πρώτο ήταν η καταστροφή που προήλθε από τη χωματερή των Ταγαράδων. Περιμένουν κι άλλα στη σειρά – και είναι απολύτως βέβαιο ότι θα ξεσπάσουν, αργά ή γρήγορα: Οι πεδιάδες γύρω από τις λίμνες Κορώνεια (και τις άλλες), τα «βοσκοτόπια» στις εκβολές του Αξιού κλπ είναι οικολογικές /διατροφικές βόμβες έτοιμες να σκάσουν από στιγμή σε στιγμή: τα ζώα από τα οποία τρεφόμαστε, τα φρούτα και τα λαχανικά που τρώμε, είναι όχι πιθανόν, αλλά κατά πάσα βεβαιότητα αυστηρώς ακατάλληλα και επικίνδυνα. Ο βιολογικός καθαρισμός της πόλης λειτουργεί με άπειρα προβλήματα και κάποια στιγμή θα τα φτύσει εντελώς – και ο Θερμαϊκός θα ξαναγίνει βόθρος, όπως τον παλιό καλό καιρό. Και το σοβαρότερο προγραμματισμένο ατύχημα: όταν (όχι αν, όταν!) γίνει ο μεγάλος σεισμός, αν δεν είμαστε και πάλι τυχεροί (κωλόφαρδοι...) ως προς τα χαρακτηριστικά του (όπως στα 1978) οι δύστυχοι Θεσσαλονικείς θα ζήσουν εικόνες Αποκάλυψης, έτσι που τσιμεντάρισαν και αξιοποίησαν κάθε διαθέσιμο τετραγωνικό μέτρο. Ούτε καν να φύγουν μακριά δε θα μπορέσουν: οι έξοδοι της πόλης (των Μουδανιών, της Αθήνας, του Λαγκαδά) δεν επαρκούν για την κίνηση μιας φυσιολογικής εργάσιμης μέρας, χωρίς τίποτα το έκτακτο!

Ας μείνουμε όμως στα πόδια της Χαλκιδικής. Η Κασσάνδρα κάηκε πάλι, πριν δεκατέσσερα χρόνια περίπου. Την τελευταία εικοσαετία έχουν καεί επίσης η Σιθωνία και η μισή έκταση του Αγίου Όρους – σ’ εκείνη τη φοβερή πυρκαγιά στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Είναι θέμα χρόνου και συγκυριών για να ξανακαεί το δεύτερο και το τρίτο πόδι. Δεν είναι απλή πιθανότητα, είναι απόλυτη βεβαιότητα: αν γλιτώσουν τη μια χρονιά, θα καούν την επόμενη ή τη μεθεπόμενη. Αρκεί να φυσάει!

Για να γίνει κατανοητό το γιατί, ας δούμε γιατί ΔΕΝ κάηκε η κατασκήνωση «Νίκος Γκάλης», παρ’ ότι η φωτιά έφτασε ως την περίφραξη: γιατί υπήρχαν εγκατεστημένες και σε πλήρη λειτουργικότητα οι εγκαταστάσεις πυρόσβεσης, αντλιοστάσιο, αποθηκευμένο νερό – σε ποσότητες αρκετές ώστε να μετατραπεί η κατασκήνωση σε λιμνοθάλασσα και να μην καεί φύλλο. Τα πέριξ, έγιναν στάχτη και μπούρμπερη…

Το πανέμορφο δάσος της Κασσάνδρας, οι οικισμοί, οι κατασκηνώσεις, οι τουριστικές υποδομές, τα μαντριά, τα μελίσσια, οι ελιές κάηκαν γιατί ΦΥΣΟΥΣΕ, άρα οι προσπάθειες των πυροσβεστών ήταν απολύτως άχρηστες (ανούσιες) και αναποτελεσματικές. Πώς να σβήσεις χιλιάδες στρέμματα με λίγα αεροπλάνα και μερικές εκατοντάδες πυροσβέστες να επιχειρούν στο έδαφος; Ούτε γι’ αστείο! Και προκαλεί θλίψη να βλέπεις στις τηλεοράσεις τους διάφορους ανευθυνοϋπεύθυνους κολοκυθοκέφαλους να μαλλιοτραβιούνται αναζητώντας πολιτικό κέρδος ή πολιτικό άλλοθι. Ενώ η αλήθεια είναι απλή: Για να γλιτώσει η Κασσάνδρα και να μην καεί ξανά ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ, σε δέκα –δεκαπέντε χρόνια, που θα (ξανα)γίνει εμπρησμός και θα τύχει να φυσάει, θα πρέπει από ΠΡΙΝ να έχουν γίνει απλά, στοιχειώδη πράγματα: μελετημένες και επαρκείς αντιπυρικές ζώνες και πυροσβεστικά αντλιοστάσια τοποθετημένα σε στρατηγικά επιλεγμένα σημεία, στις δασικές εκτάσεις και στους οικισμούς. Το κόστος για τις προληπτικές αυτές παρεμβάσεις είναι ασήμαντο, αν συγκριθεί με την τεράστια οικονομική καταστροφή σε τουρισμό, κατοικίες και καλλιέργειες – και την κυριολεκτικά ανεκτίμητη καταστροφή του δασικού περιβάλλοντος, με όσα αυτό περιέχει (περιείχε…).

Το επόμενο καλοκαίρι (ή κάποιο από τα επόμενα καλοκαίρια) λοιπόν, όταν θα πιάσει φωτιά ο Χολομώντας, η Σιθωνία ή το Άγιο Όρος – είναι απολύτως βέβαιο ότι θα συμβούν αντίστοιχες καταστροφές με της Κασσάνδρας, ΑΝ ΦΥΣΑΕΙ, μακάρι κι αν έχει προμηθευτεί η Πυροσβεστική άλλα 100 πυροσβεστικά αεροπλάνα, υπερσύχρονης τεχνολογίας - αν εν τω μεταξύ δεν έχουν υλοποιηθεί τα στοιχειώδη μέτρα πρόληψης.

Δύσκολα πράγματα… πανδύσκολα μάλιστα - γιατί άντε να βρεις εκεί που παίρνονται οι αποφάσεις και γίνεται ο σχεδιασμός, κάποιους ικανούς να επιβάλουν τη λογική και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των πολιτών, στους παντοδύναμους κομματοθρεμμένους κολοκυθοκέφαλους πολιτικούς και στους ακατανίκητους γραφειοκράτες / υπηρεσιακούς παράγοντες, οι οποίοι μεριμνούν και τυρβάζουν περί πολλά, όχι όμως με τα ουσιαστικά προβλήματα της Θεσσαλονίκης, όπως αυτά που ανέφερα στην αρχή. Όλοι αυτοί έχουν οδηγήσει την άλλοτε μεγάλη πολιτεία σ’ αυτά τα απίστευτα χάλια που έχει, υπό τα χειροκροτήματα των πραγματικά υπευθύνων, δηλαδή των ίδιων των Θεσσαλονικιών. Οι τελευταίοι είναι έτοιμοι να αποδείξουν στις επόμενες εκλογές (για μια ακόμα φορά) ότι είναι εντελώς γκάου-μπίου – και, τελικά, έχουν αυτό που τους αξίζει, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο.

*

Τη φωτογραφία την τράβηξα σήμερα το πρωί στα Βασιλικά:

ΕΔΩ συλλέγεται, ΕΔΩ παράγεται, ΕΔΩ …φρέσκο γάλα ΔΕΛΤΑ

ΕΔΩ, στη γη την εμπλουτισμένη με νόστιμες και θρεπτικές διοξίνες…

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Αυγούστου 24, 2006 | 17 σχόλια
Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006
Στη λοκάντα του μπάρμπα Γκιουζέπε
Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι… Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!

Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με την κόκκινη βούλα, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου…

Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι… και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.

Κάτσε, ντε… συλλογιέμαι από πού να ξεκινήσω… Ας ξεκινήσουμε καλύτερα μ’ ένα ποτηράκι από το κοκκινέλι, είναι από το αμπέλι του Σαλβατόρε, του κουνιάδου μου. Αυτό το βαρέλι το κρατάω για την αφεντιά μου και για εκλεκτές προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας των πραματευτάδων καθώς ελόγου σου… χαχαχα… Μαριάννα, βρεγμένα ήταν τα κούτσουρα που έβαλες στο τζάκι; Μας φλόμωσε η κάπνα ρε παιδάκι μου… Κερνάς ταμπάκο; Ε, θα πάρω μια τσίκα, ο γιατρός μας ο ντοτόρε Μαντοβάνι, που τονε λέμε ντοτόρε Χάροντα, χαχα, μας κάνει κήρυγμα κάθε φορά να ρουφάμε πολύ ταμπάκο, κάνει καλό λέει στους χυμούς του οργανισμού, τους ραφινάρει. Τώρα τι σόι ραφινάρισμα κάνει, ο Θεός και η ψυχή του, αλλά τι να πω ο φτωχός, εγώ ένας αγράμματος γέρος είμαι, κι ας έχω την καλύτερη λοκάντα σ’ ολάκερη την Τοσκάνη, υπακούω λοιπόν στις διαταγές του ντοτόρε του Χάροντα. Α, να και τα καρυδάκια με τις σταφίδες. Ο καλύτερος μεζές για το κρασάκι, συμφωνείς;

Λοιπόν, χθες το σούρουπο δεν έβρεχε με τα κανάτια όπως τώρα, αλλά έριχνε εκείνο το μπίρι μπίρι το σιγαλό, που σου τρυπάει τα κόκκαλα και σου γανιάζει την ψυχή… Είχα εννιά ταξιδιώτες, ήταν και καμιά δεκαριά ντόπιοι και τα πίνανε, πιασμένα όλα τα τραπέζια μου, δόξα σοι ο Θεός… Ξέρεις τώρα, εγώ την άμαξα που έρχεται την καταλαβαίνω μια λεύγα μακριά, που λέει ο λόγος, μόλις στρίψει από το μοναστήρι της Σάντα Ντομένικα. Χθες όμως δεν κατάλαβα τίποτα, θες γιατί είχα ξεγνοιάσει πως άλλος μουστερής δε θα έρθει, θες η φασαρία που γινόταν εδώ μέσα – τραγουδάγανε κιόλας ο μαστρο – Φίλιππος με τον κάλφα του, τους ξέρεις, ε; ο νεαρός παίζει και μαντολίνο, όχι σαν κι εμένα βέβαια, αλλά εγώ που να προφτάσω, είχα δυο κότες στη σούβλα και στο τσουκάλι έβραζε το χοιρινό με τα σέλινα, τα κανάτια πηγαινοερχόντουσαν, έτρεχε η Μαριάννα, έτρεχε κι ο μικρός ο Τζίνο, ναι εκείνος με τα πεταχτά αυτιά, χαχα, μόλις ταχτοποίησε τα άλογα και τις άμαξες, μέχρι κι ο μαστρο – Νικόλας, ο καλός πεταλωτής, σηκωνόταν από την παρέα του και έβαζε ένα χέρι στο σερβίρισμα, να προλάβουμε να ταΐσουμε και να ποτίσουμε τόσον κόσμο… Αχ, από τότε που έχασα την Κουϊρίνα μου, ζοριζόμαστε όταν πλακώνει πολλή δουλειά… όχι ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τέτοια λοκαντιέρα δεν υπήρχε σ’ ολάκερη την Ιταλία! Η Μαριάννα, ε, καλή είναι, αλλά που να της παραβγεί…

Τι έλεγα; Α, ναι, για την άμαξα που έφτασε χθες το σούρουπο. Είχα γυρισμένη την πλάτη και γύριζα τη σούβλα με τις κότες, ξαφνικά εκεί που γινόταν τόσος ντόρος, απόλυτη ησυχία. Κι αμέσως κατόπι, φτάνει ως τον ιδρωμένο μου σβέρκο το αεράκι απέξω. Στρέφω, τι να δω; Μια σινιόρα, σινιορίνα μάλλον, στεκόταν στην πόρτα και πίσω της ένας μπάρμπας. Ψηλή, μελαχροινή, σπαθάτη… μ’ ένα πρόσωπο που τέτοιο θα ήταν της Μαντόνας – συχώραμε Μαντόνα μου… Έκανε ένα βήμα, μπήκε κι ο μπάρμπας μέσα, έκλεισε την πόρτα. Τα ρούχα τους έσταζαν, στο χωματένιο μου πάτωμα έγινε μια μικρή λίμνη… Έριξα μια ματιά στην πελατεία – άλλος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι κοκαλωμένος, άλλος κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα, ο κάλφας του μαστρο – Φίλιππα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί ετοιμαζόταν να βγάλει μια κορώνα – αμόοοοορε μίο…- όταν ένοιξε η πόρτα.

Έβγαλα μια κραυγή, γιατί κάηκα, καθώς κρατούσα τη σούβλα και έτρεψα να δω, το χέρι μου πήγε προς τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβω. Του έβαλα μετά κομπρέσα κρεμμυδόψωμο ποτισμένο με κρασί και το έδεσα, αλλά ακόμα με πονάει, το άτιμο…

Σιγά σιγά ξαναγύρισε η φασαρία στη λοκάντα, αλλά τώρα πιο σιγαλά, λες και φρόντιζαν όλοι να μην ενοχλήσουν την αριστοκράτισσα σενιορίνα. Κόπηκε και το τραγούδι και το μαντολίνο… Ο Τζίνο έτρεξε να νοιαστεί τα άλογα και την άμαξα, έκανα νόημα και ήρθε ο μαστρο –Νικόλας κι έπιασε τις κότες. Οι ντόπιοι συμπτύχθηκαν κι ελευθέρωσαν ένα τραπέζι, μπροστά στο τζάκι. Έτρεξα ως την πόρτα και μετά τους οδήγησα στο άδειο τραπέζι. Η σενιορίνα και ο μπάρμπας κάθισαν στα ξύλινα σκαμνιά, άκρη άκρη, όπως κάθονται οι αριστοκράτες όταν βρεθούν σε περιβάλλον λαϊκό, τα είδαν και μες τη λίγδα – είναι αλλιώς μαθημένοι, με τα μαξιλάρια τους, με τα λινά τραπεζομάντηλα… Φως φανάρι, ήταν έξω από τα νερά τους…

Η σινιορίνα με κοίταξε ίσα στα μάτια, αχ εκείνα τα ματόκλαδα, και κείνες οι λίμνες οι σκούρες και λαμπερές, αχ και να ήμουνα νέος και πλούσιος… και να μην είχα λογοδοθεί ακόμα με την Κουϊρίνα… και με ρώτησε με μια φωνή ανήσυχη αλλά και αποφασιστική, αν αυτή εδώ ήταν η λοκάντα του σινιόρ Γκιουζέπε Μπρατσιόλι, κι αν εγώ ήμουνα ο σινιόρ Γκιουζέπε. Μόλις το επιβεβαίωσα μου λέει: «Φέρτε φαγητό και κρασί για τον σινιόρ Σεμπαστιάνο και όταν βρείτε λίγο καιρό ελάτε γιατί θέλω να σας μιλήσω». Είχα μείνει στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράγμα, αλλά είπα «εσείς είστε μούσκεμα, θα πουντιάσετε για τα καλά… δεν αλλάζετε πρώτα – και τα λέμε μετά;». Η σινιορίνα απάντησε πως δεν είχε μαζί της άλλα ρούχα. Γύρισα και φώναζα τη Μαριάννα – και σε ένα λεπτό η σινιορίνα Αλμπέρτα Ρινάλντι, έτσι τη λένε, ακολουθούσε την ξαφνιασμένη Μαριάννα στο γιατάκι της, εγώ έπιασα να μοιράζω κανάτες στα τραπέζια – και μία στο σενιόρ Σεμπαστιάνο που δεν είχε ανοίξει το στόμα του, αλλά την καλοδέχτηκε - ο μάστρο – Νικόλας έμεινε να γυρνάει τις κότες. «Καλύτερα πεταλωτής, παρά ταβερνιάρης, ε, μάστορα;» του φώναξα καθώς τον έβλεπα να ασκοφυσάει μπροστά στη φωτιά. Η λοκάντα σείστηκε από τα γέλια, τώρα που η σινιορίνα Ρινάλντι δεν ήταν μπροστά, ξαναβρήκαν όλοι τα χούγια και τα φυσικά τους. Το μαντολίνο ξανάρχισε να παίζει.

Είχα σκάσει από την περιέργεια, αλλά έπρεπε να περιμένω – δε μπορούσα να παρατήσω την πελατεία νηστική εκείνη την ώρα για να ταΐσω μιαν ώρα αρχύτερα την περιέργειά μου… Ήρθε ξανά, ντυμένη χωριατοπούλα αυτή τη φορά, χωρίς καπέλο, με τα μαύρα σγουρά μαλλιά στεγνωμένα και δεμένα πρόχειρα να φτάνουν ως τη μέση, ως και τη μπροστέλα της Μαριάννας φορούσε… κι ήταν, Μαντόνα μία, ακόμα ομορφότερη… αλλά, ας μη τα λέω αυτά και κολάζομαι, χήρος άνθρωπος…

Ε, ναι, μελαγχόλησα… Ένα τέτοιο όνειρο, σαν την Αλμπέρτα, ονειρευόμουνα όλη μου τη ζωή – επί Κουϊρίνας στα κρυφά, εννοείται… και το είδα αυτό το όνειρο ζωντανό τώρα που είμαι γέρος –σχεδόν – και φτωχός –σχεδόν, επίσης… Άντε, εβίβα, να συνεχίσω την ιστορία – ή μήπως νύσταξες και θέλεις να πας να πλαγιάσεις;

Α, έλεγα κι εγώ μήπως νύσταξες…

*

Οι ταξιδιώτες ανέβηκαν στις κάμαρές τους, οι μισοί ντόπιοι φύγαν, οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να πίνουν – τους περιποιότανε η Μαριάννα. Ήρθε επιτέλους η ώρα να ακούσω τι ήθελε από μένα η σινιορίνα Αλμπέρτα. Αυτό που άκουσα, δεν το περίμενα: «Την πρωτομαγιά που μας πέρασε ήταν εδώ ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, ο Φραντσέσκο Μπενεντέτι. Έμεινε για τη νύχτα και, όπως μου είπαν, το πρωί σκοτώθηκε…». Η κοπέλα σταμάτησε να μιλάει. «Αν επιτρέπετε» είπα, «τι σας ήταν εσάς ο μακαρίτης;». Είδα τα χείλη της Αλμπέρτας να τρέμουν, και μια χοντρή στάλα δάκρυ φάνηκε στα μάτια της… Δαγκώθηκα. Η ανάμνηση του Φραντσέσκο με πόνεσε, σα να έβαζα ξανά το καμένο μου χέρι στη φωτιά… «Συχωρέστε με σινιορίνα, δεν ξαναρωτάω…» μουρμούρισα. «Τι θέλετε να σας πω;»

Η Αλμπέρτα σκούπισε τα μάτια της και είπε με σιγανή φωνή: «Πρώτα πρώτα αν είναι αλήθεια πως αυτοκτόνησε – ή μήπως τον σκότωσαν…». Απάντησα αμέσως: «Σας ορκίζομαι, σινιορίνα, σε ό,τι έχω ιερό, στο όνομα της γλυκιάς Μαντόνας, εκείνος ήταν που έδωσε τέλος στη ζωή του!». Η Αλμπέρτα έβγαλε έναν αναστεναγμό, χαμήλωσε τα μάτια και έκανε το σημείο του σταυρού. «Ο Θεός ας τον συγχωρήσει…» μουρμούρισε. Σήκωσε ξανά το κεφάλι, ήρεμη πλέον και μου είπε: «Σινιόρ Γκιουζέπε, ρωτήσατε πριν τι τον είχα τον Φραντσέσκο… Ήμαστε μαζί, στη Φλωρεντία, δυο χρόνια πάνε από τότε που… Ο Φραντσέσκο ήταν από οικογένεια πλούσια, μορφωμένος, ποιητής… ήταν όμως και καρμπονάρος, από τους αρχηγούς στη Φλωρεντία. Εκείνες τις μέρες, 16 με 21 Απριλίου, η αστυνομία αποφάσισε να τους συλλάβει και να τους εξοντώσει, είχε τα ονόματά τους, από προδοσία - και τους παρακολουθούσε από το Φλεβάρη κιόλας, όπως μου είπε ένας φίλος του Φραντσέσκο, ποιητής κι αυτός, ο Ανδρέας Κάλβος από το Τζάντε, τη μέρα που έφευγε εξόριστος για την Ελβετία…»

Η Αλμπέρτα σταμάτησε για λίγο, να βρει την ανάσα της και συνέχισε: «Μόλις άρχισαν οι συλλήψεις, ο Φραντσέσκο κατάλαβε τι τον περιμένει και πρόλαβε να εξαφανιστεί. Εμένα δε με συνάντησε πριν φύγει, άφησε όμως ένα μήνυμα στην αδερφή του, ότι θα επιστρέψει μόλις μπορέσει και πως με αγαπάει… Τους άλλους τους δίκασαν κιόλας, οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και περιμένουν μελλοθάνατοι, στα κάτεργα… Ο Ανδρέας ήταν τυχερός, επειδή είναι από το Τζάντε και έχει την Αγγλική υπηκοότητα… γι’ αυτό προτίμησαν να τον εξορίσουν, παρά να μπλέξουν με τους Εγγλέζους… Για το Φραντσέσκο όμως, δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, αν πέθανε… Ώσπου χθες μόλις έμαθα από κάποιον στη Φλωρεντία ότι είχε αυτοκτονήσει την Πρωτομαγιά, για να μην τον συλλάβουν… Δεν ήθελε να μου πει που συνέβησαν αυτά, αλλά στο τέλος μου είπε για τη λοκάντα στην Πιστόγια, έξω από την πύλη της Λούκας… κατάφερα να πείσω τον σινιόρ Σεμπαστιάνο, είναι θείος μου ξέρετε, αδερφός της μητέρας μου, να ξεκινήσουμε αμέσως…»

Κοίταξα το σινιόρ Σεμπαστιάνο, που κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ανηψιάς του, αλλά δεν είπε κουβέντα, ούτε τούτη τη φορά. Η Αλμπέρτα πήρε πάλι το λόγο και είπε, χωρίς να διστάσει: «Ήμουν σίγουρη ότι τον είχαν σκοτώσει, ίσως οι Αυστριακοί, σε κάποια από τις μάχες που έγιναν… Διάβαζα κάθε μέρα στις εφημερίδες τους καταλόγους των νεκρών καρμπονάρων, μήπως δω τ’ όνομά του, αλλά μάταια… Τώρα ζητώ από εσάς, σας εξορκίζω στο όνομα της Μαντόνας, σινιόρ Γκιουζέπε, σας ικετεύω, σας φιλώ τα χέρια -να μου πείτε με κάθε λεπτομέρεια πως πέθανε και μετά, αν γνωρίζετε, να μου δείξετε τον τάφο του. Αλήθεια, τον έθαψαν;» Η φωνή της έσπασε, με τις τελευταίες λέξεις. «Ησυχάστε» της είπα, «εγώ ο ίδιος τον έθαψα. Θα σας πάω στον τάφο του αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει». Η κοπέλα φάνηκε να ησυχάζει λίγο.

Δε μπόρεσα να μιλήσω αμέσως… είχα ταραχτεί πολύ – και τώρα ακόμα που μιλάμε οι δυο μας, καλέ μου φίλε, είμαι ταραγμένος… τέτοια νιάτα – τριανταπεντάρης ήτανε - τέτοια ομορφιά, τέτοια λαμπερή ζωή, όλα χαμένα άδικα, με μια σφαίρα… μας τελείωσε και το κρασί… Μαριάννα, φέρε μας ένα κανατάκι ακόμα… Αχ…

*

Όταν βρήκα την ισορροπία μου, άρχισα να εξιστορώ στην Αλμπέρτα και το σιωπηλό σινιόρ Σεμπαστιάνο: «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον ταξιδιώτη. Έφτασε μ’ ένα ψαρί άλογο που δε μπορούσε σχεδόν να το κουμαντάρει – αργότερα αποκαλύφτηκε πως το είχε αρπάξει από το χωριουδάκι του Σαν Μιγκέλε, τρεις λεύγες από δω. Ωστόσο είχε λεφτά, ένα πουγκί γεμάτο χρυσά βενέτικα… Κουβαλούσε όλο κι όλο δυο πέτσινες τσάντες, δεμένες μεταξύ τους, από ακριβό δέρμα και καλό τεχνίτη. Κι ήταν με το πουκάμισο…» Κοίταξα την Αλμπέρτα δισταχτικός: «Μη με παραξηγήσετε σινιορίνα, αλλά τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου… Στην αρχή νόμισα πως ήταν ληστής, αλλά δεν ταίριαζε… Μετά, είπα θα είναι κανένας αριστοκράτης φυγόδικος, θα σκότωσε την πεθερά του, με το συμπάθιο, και κρύβεται… Μετά είδα τις δυο πιστόλες που είχε περασμένες στη ζώνη, απομέσα από το πουκάμισο και …δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα ας πάω με τα νερά του, ώσπου να φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού… Ζήτησε φαΐ και μια κάμαρα, αυτά που έχουμε εδώ, δηλαδή…»

Θα με ρωτήσεις τώρα, γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία μόλις τον είδες έτσι, αρματωμένο και –φως φανάρι!- φυγόδικο και μ’ ένα άλογο που δεν ήταν δικό του; Ε, δε μου πήγαινε η καρδιά… Φοβόμουνα κιόλας, αλλά υπολόγιζα αν τυχόν με ρωτούσαν γιατί δεν τον μαρτύρησα να έλεγα πως με φοβέρισε με τις πιστόλες… Είπα, το λοιπόν, στη σινιορίνα Αλμπέρτα πως αν θέλει μπορούμε ν’ ανεβούμε σ’ εκείνη την κάμαρα, κατά τύχη ήταν άδεια χθες το βράδυ.

Πήρα που λες ένα λυχνάρι και μπήκα μπροστά, ακολουθούσαν η Αλμπέρτα και ο σινιόρ Σεμπαστιάνο. Φτάσαμε πάνω, είναι η κάμαρα η ακριανή, που το παραθύρι της βλέπει στην Ανατολή – την κρατάω πάντα τελευταία ή τη δίνω σε κανέναν μεγαλέμπορα – για να χρεώσω κι εγώ κάτι παραπάνω, εσάς τους μικρούς πραματευτάδες σας βάζω στις άλλες, χαχα… Αχ… Γύρισα το κλειδί και άνοιξα. Έκανα δυο βήματα προς τα μέσα, η Αλμπέρτα προχώρησε θαρρετά. «Εδώ ήταν» είπα. «Μόλις δείπνησε ανέβηκε και σε λίγο βγήκε στις σκάλες και με φώναξε. – Μπάρμπα Γκιουζέπε, μου είπε, με λένε Φραντσέσκο Μπενεντέτι, είμαι καρμπονάρος και με κυνηγάει η αστυνομία σε δύση και ανατολή. Αν με πιάσουν θα με στείλουν στην κρεμάλα ή θα σαπίσω στα κάτεργα… Αλλά δε θα με πιάσουν! Ως εδώ ήταν, το χάσαμε το παιχνίδι, τους έπιασαν όλους στη Φλωρεντία σαν τα ποντίκια στη φάκα, εγώ ξέφυγα και τρέχω δυο βδομάδες τώρα, αλλά το κυνηγητό θα τελειώσει… Ποιητές που έγιναν επαναστάτες, γιατί όχι; Αλλά φαίνεται πως άλλο η επανάσταση στο γραφείο και στο χαρτί και στις συγκεντρώσεις των Αδερφών όπου παρλάραμε μέχρι να πήξει το σάλιο στη στόμα μας και άλλο στους δρόμους – εκεί ζορίζουν τα πράγματα… Το άλογο που έφερα το πήρα από το χωριουδάκι πάνω στο δρόμο, το τρίτο που συναντάμε φεύγοντας αποδώ, με το χτιστό πηγάδι στην πλατεία. Εσύ θα κρατήσεις το πουγκί και θα φροντίσεις να με θάψεις, για να μη με φάνε τα σκυλιά – και το κυριότερο, θα κρατήσεις αυτές τις δυο τσάντες, αν δεν τις βουτήξει η αστυνομία δηλαδή, και θα τις παραδώσεις σε όποιον φτάσει ως εδώ και με αναζητάει… Πρόσεχε, έχουν μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω… -Τι έχουν μέσα; ρώτησα με τα φίδια να με ζώνουν ολούθε κι ο Φραντσέσκο έβαλε τα γέλια, ένα γέλιο που με τρόμαξε… -Ποιήματα έχουν μέσα μπάρμπα – Γκιουζέπε, είπε, όλα τα ποιήματα που πρόφτασα να γράψω… Και μια τραγωδία ενός φίλου μου από το Τζάντε, ο Ιππίας του Ανδρέα Κάλβου, ελπίζω αυτός να είναι καλά και να γλιτώσει – ο Ανδρέας, όχι ο Ιππίας…»

Ο Φραντσέσκο γελούσε κι εγώ είχα παγώσει ολόκληρος… Ήθελα να τον παρακαλέσω να λυπηθεί τη ζωή του, αλλά τι να του πω, να περιμένει λίγο καιρό ακόμα ώσπου να τον κρεμάσουν; Σκέφτηκα να πω πως αν αυτοκτονήσει θα χάσει τον παράδεισο και την αιώνιο ζωή, αλλά ντράπηκα να ξεστομίσω τέτοιες ανοησίες εκείνη τη δύσκολη ώρα, ήμαρτον Μαντόνα μία, ελέησόν με τον αμαρτωλό… Τότε γυρίζει από το παράθυρο που κοιτούσε έξω την αστροφεγγιά και μου λέει χαμογελαστός: «Δε βιάζομαι κιόλας μπάρμπα Γκιουζέπε… θα το κάνω όταν τους δω να έρχονται. Γι’ αυτό να πεις στην κοπέλα την κοκκινομάλλα αύριο το πρωί να μου ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο, μη τύχει και πεθάνω άλουστος!»

Αυτές οι κουβέντες με καθησύχασαν κάπως και κατέβηκα κάτω. Μόλις κατέβηκα άκουσα φασαρία από τους στάβλους, τα άλογα ανήσυχα, άρπαξα ένα βατοκόφτη και έτρεξα να δω μήπως είχε μπει κάποιος κλέφτης. Όσο να ησυχάσουν τα ζώα, είχε γίνει το κακό… άκουσα τη Μαριάννα να τσιρίζει «πατρόνε, πατρόνε…» και έτρεξα… Αυτή η καημένη είχε ακούσει έναν δυνατό κρότο, σείστηκε λέει όλο το οίκημα, πάνω και κάτω πάτωμα, εγώ βέβαια δεν άκουσα τίποτα με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, η Μαριάννα δεν ήξερε από πού είχε έρθει, της φάνηκε όμως πως ακούστηκε από την άλλη μεριά του διαδρόμου, όπου ήταν η κάμαρα του Φραντσέσκο. Βγήκε τότε από το καμαράκι της και προχώρησε προς τα κει. Όσο προχωρούσε, τόσο της ερχόταν στη μύτη η αποπνιχτική μυρουδιά του μπαρουτιού, ώσπου ζύγωσε πολύ και η μυρουδιά δυνάμωνε… Χτύπησε την πόρτα, καμιά απάντηση. Έσπρωξε τότε και μπήκε, τρέμοντας από το φόβο… Το λυχνάρι ήταν αναμμένο κι έτσι μπόρεσε να τον δει, πεσμένο στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα… έσκυψε πάνω του και είδε πως είχε ανοιχτά τα μάτια και βογγούσε ελαφρά και έτρεμε ολόκληρος… όλο το κεφάλι του ήταν μεσ’ στα αίματα και φαινόταν μια τεράστια πληγή στο αυτί, που είχε ανοίξει από τον πυροβολισμό… Η Μαριάννα έτρεξε να με ειδοποιήσει… ώσπου να την ακούσω από το στάβλο και να ανέβω είχε τελειώσει… Μπήκα με την ψυχή στο στόμα στην κάμαρα, αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα πια…

Τελείωσα την αφήγησή μου λέγοντας πως δεν τόλμησα να κρύψω τις τσάντες με τα ποιήματα από την αστυνομία… Ούτε τόλμησα να πω κουβέντα όταν τον άφησαν έτσι μέσα στην κάμαρα και έφυγαν, αφού μας ανάκριναν όλους, φυσικά… Ύστερα προσπάθησα να πείσω τον παπα – Εμμανουέλε να τον θάψουμε στο κοιμητήρι, αλλά αυτός δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει: «Ακούς εκεί, και καρμπονάρος και κολασμένος από το ίδιο του το χέρι! Δεν ξέρεις ότι ο Άγιος Πατέρας, ο Πάπας, τους έχει αναθεματίσει επισήμως αυτούς τους άθλιους καρμπονάρους, τους άθεους, τους αντίχριστους… Θάψτον όπου θέλεις, πήγαινε και ρίξτον στο ρέμα που πετάμε τα σκουπίδια, αλλά μακριά από το κοιμητήριο των καλών δούλων του Θεού…». Τι να κάνω κι εγώ, τον έθαψα στη μικρή αυλή πίσω από το στάβλο…

Μόλις το άκουσε αυτό η Αλμπέρτα ξεσηκώθηκε, ήθελε να πάμε εκείνη την ώρα, μες τα άγρια μεσάνυχτα… Ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει, το αεράκι είχε κιόλας διώξει τα σύννεφα και είχε αστροφεγγιά. Έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε και χωρίς το λυχνάρι… Επειδή στην πίσω αυλή είναι το κοτέτσι, έφτιαξα ένα γερό φράχτη γύρω γύρω στον τάφο, έβαλα κι ένα ξύλινο σταυρό απάνω – ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται – ήμαρτον Μαντόνα μία…

Μόλις φτάσαμε, η Αλμπέρτα έτρεξε, αναμέρισε το φράχτη, γονάτισε μπροστά στο σταυρό, μοιρολογούσε μέσα στη νύχτα… Έκανα να πάω να τη σηκώσω αλλά ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κράτησε από το χέρι. «Άφησέ την…» είπε σιγανά, κι ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή του «άφησέ την να κλάψει, μη τυχόν και το ξεπεράσει…» Το ατσάλι στη φωνή του με ξάφνιασε, γύρισα και τον κοίταξα – τότε κατάλαβα πως δεν ήταν καθόλου μπάρμπας, αλλά ένας από εκείνους τους μεγάλους που τους βλέπουμε εμείς οι φτωχοί ταβερνιάρηδες και μας κόβονται τα ήπατα… «Το ήξερες…» μουρμούρισα. Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο στράβωσε λίγο τα χείλια, αλλά δεν άνοιξε κουβέντα μαζί μου. «Πήγαινε να πεις στη Μαριάννα να στεγνώσει γρήγορα τα ρούχα της σινιορίνας» είπε με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. «Θα έρθουμε σε λίγο…» Η Αλμπέρτα έκλαιγε ακόμα και χτυπιόταν, την άκουγα ώσπου έφτασα στην πόρτα της λοκάντας…

Πράγματι, σε λίγη ώρα επέστρεψαν και οι δύο – και η Αλμπέρτα βρήκε στεγνά τα φορέματά της. Πως με ζάλισε το κρασάκι… έχει ένα ποτηράκι ακόμα, ας το πιούμε… σήμερα το πρωί που έφυγαν, η Αλμπέρτα με χαιρέτησε με ευχαριστίες – μου έδωσε κι ένα φιλί εδώ, στο μάγουλο… Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κοίταξε μ’ εκείνο το ύφος που η Μαντόνα να σε φυλάει, σα να μου έλεγε κοίτα κακομοίρη μη λες κουβέντες αποδώ κι από κει… άφησε και μερικές δεκάρες και έφυγαν…

Κουράστηκες, καλέ μου φίλε; Κι εγώ… άντε, καληνύχτα.

*

Η φωτογραφία είναι της προτομής του ποιητή Φραντσέσκο Μπενεντέτι (1785-1821) η οποία βρίσκεται στη Φλωρεντία, στην Biblioteca Centrale Nazionale. Τη βρήκα στο βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται και η βασική ιστορία (η αυτοκτονία του Φραντζέσκο, φίλου και συντρόφου του Ανδρέα Κάλβου στην ποίηση και στην καρμποναρία). Όπως μας πληροφορεί ο Mario Vitti, για πολλά χρόνια οι φιλόλογοι θεωρούσαν τον Ιππία έργο του Μπενεντέτι και όχι του Κάλβου – μιας και βρέθηκε στα χαρτιά που είχε μαζί του ο πρώτος. Αληθινά είναι και τα ονόματα του Γκιουζέπε και της Μαριάννας, καθώς και οι τοποθεσίες που αναφέρονται. Τα υπόλοιπα, μην τα πάρετε τοις μετρητοίς.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006 | 4 σχόλια
Τρίτη, Αυγούστου 22, 2006
Μια άσκηση ελληνικών


Ο Πανίκας τ’ Ελέγκως τ’ αξιναρούς, ένας σεφίλτς και πολλά καματερός παιδάς, πολλά εγάπανεν την Πελαγίαν τη Τσαχουρούς, άμα εντρέπουτον να έλεεν ατο’ κει.

Κάθε Κερεκήν και κάθαν έξεργον ημέραν επένεν σην εγκλεσίαν, και πάντα επένεν έστεκεν σην εικόνα τ’ Αε- Γιάννε τη Πρόδρομονος. Βίρα εποίνεν την ευχήν ατ’ κι αποτές’ ατ έλεεν: Αε –Γιάννε Πρόδρομε, ποίσιν την Πελαγίαν ας αγαπά με, τρανόν σεβτάν έχω για τ’ εκείνεν, ύπνος κι πιαν’ με.

Ο ποπά – Γιώρτς, που έλεπεν ατόν πάντα να λαϊζ τα χείλα τ’ αγνόν έρθεν ατόν κ’ εθέλεσεν να μαθάν’ ντο ίνεται.

Έναν ημέραν εκρύφτεν απέσ’ το ιερόν. Πολλά κ’ επήεν έρθεν ο Πανίκας κ’ εστάθεν ξαν εμπροστά σην εικόναν τ’ Αε- Γιάννε τη Πρόδρομόνος. Ετέρεσεν ολόερα, κι όντας είδεν κανείς κ’ έτον, εκείν ντο έλεεν απες’ ατ’, ερχίνεσεν να λέα τα τσαϊχτά: Αε Γιάννε Πρόδρομε, ποίσον την Πελαγίαν τη Τσαχουρούς ν’ αγαπά με, θα ζαντύνω για τ’ εκείνεν.

Ο ποπά- Γιώρτς, όντες εκ’σεν την Πελαγίν τη Τσαχουρούς, εξέγκεν έναν άγρεν λαλίαν, εθέλνεν κ’ εκείνος πα να εποίνεν ατεν νύφεν, και είπεν.

Εξ’ εξ’ απαδαπεσ’ αγλήγορα να πας να χάσαι, εκείνε κ’ εν’ για τα’ εσέν.

Ο καημένον ο Πανίκας έρθεν κ’ ελώλωσεν. Με μολύβ’ να εκρούνες ατόν αίμα κ’ έσταζεν. Τουλωτά τουλωτά επήεν ως την πόρταν κ’ επεκεί εκλώστεν και είπεν:

Εσέν πολλά καλά εποίκεν κ’ έκοψεν το κιφάλι σ’ ο Ηρώδης, εσύ φαίνεται πάντα αϊκα δουλείας εποίνες, να αγιαζ΄νε τη κυρού ατ’ τα στούδια.

Μετάφραση


Ο Πανίκας της Ελέγκως της Αξιναρούς ήταν ένας ήσυχος και πολύ εργατικός νέος. Αγαπούσε πολύ την Πελαγία της Τσαχουρούς, αλλά ντρεπόταν να της το πει.

Κάθε Κυριακή και κάθε αργία πήγαινε στην εκκλησία και πάντα πήγαινε και στεκόταν μπροστά στην εικόνα του Αη Γιάννη του Προδρόμου. Συνέχεια έλεγε την προσευχή του και από μέσα του έλεγε: Άγιε Γιάννη Πρόδρομε, κάνε την Πελαγία να με αγαπήσει, έχω μεγάλο σεβντά για εκείνην, ύπνος δε με πιάνει.

Ο παπά –Γιώργης, που τον έβλεπε πάντα να κουνάει τα χείλη του, του φάνηκε παράξενο τι γίνεται.

Μια μέρα κρύφτηκε πίσω από το ιερό. Σε λίγο ήρθε ο Πανίκας και στάθηκε ξανά μπροστά στην εικόνα του Αη- Γιάννη του Προδρόμου. Κοίταξε ολόγυρα κι όταν είδε πως δεν υπήρχε κανείς, άρχισε να λέει φωναχτά εκείνα που έλεγε από μέσα του: Άγιε Γιάννη Πρόδρομε, κάνε την Πελαγίτσα της Τσαχουρούς να μ’ αγαπήσει, θα τρελαθώ για κείνην!

Ο παπά –Γιώργης, όταν άκουσε την Πελαγία της Τσαχουρούς, έβγαλε μια άγρια κραυγή, γιατί ήθελε κι εκείνος την Πελαγία για νύφη, και είπε:

Έξω, έξω αποδωμέσα, τσακίσου κι άντε να χαθείς, εκείνη δεν είναι για τα μούτρα σου!

Ο καημένος ο Πανίκας ήρθε και βουβάθηκε. Σφαίρα να τον χτυπούσε, αίμα δε θα στάλαζε. Χωρίς τσιμουδιά πήγε ως την πόρτα και εκεί στάθηκε και είπε:

Εσένα πολύ καλά έκανε και σου έκοψε το κεφάλι ο Ηρώδης, που ν’ αγιάσουν τα κόκαλα του πατέρα του! Τέτοιες δουλειές φαίνεται πως έκανες πάντα!

*

Το ανέκδοτο το βρήκα στην εφημερίδα ΟΦΙΤΙΚΑ ΝΕΑ του Ποντιακού Συλλόγου «Υψηλάντης» της Νέας Τραπεζούντας Πιερίας, μαζί μ’ ένα βασικό γλωσσάρι. Η υψηλή ευθύνη της μετάφρασης είναι δική μου, όθεν ζητώ προκαταβολικά συγνώμη για τυχόν λάθη.

*

Στη φωτογραφία η Πελαγία της Τσαχουρούς, στο γαμήλιο ταξίδι με τον Πανίκα της Αξιναρούς

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Αυγούστου 22, 2006 | 10 σχόλια
Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006
Δάμων ο Εθνικός



Στην τρίτη του ποιητική συλλογή (Ευθύτης Οδών) ο Άρης Αλεξάνδρου έχει περιλάβει ορισμένα καβαφικά ποιήματα – καβαφικά με την έννοια ότι χρησιμοποιεί, με μεγάλη ελευθερία, πολλά στοιχεία της καβαφικής γραφής. Είναι ενδιαφέρον ότι υπάρχει κι ένα ποίημα με άμεση αναφορά στον Ιουλιανό – οι παλιότεροι φίλοι θυμούνται ίσως το κομμάτι για τον Καβάφη και τον άτυχο πρίγκιπα. Το ποίημα του Αλεξάνδρου έχει τίτλο Δάμων ο Εθνικός (ο Δάμων είναι φανταστικό πρόσωπο) και είναι το εξής:

Γυρίζοντας ο Δάμων στην πόλη της Κορίνθου
βρήκε τους πρώην οπαδούς του Παραβάτη μουδιασμένους.
Η Μάρθα η γυναίκα του τη νύχτα
σηκώνοντας τα πόδια ευλαβικά
(μην τύχει και ο ίσκιος τους πέσει στις άγιες εικόνες)
είπε πνιχτά, σαν να ξομολογιόταν.
«Πρέπει να πας στον εφημέριό μας και να υποσχεθείς
πως η καρδιά σου του λοιπού
θα είναι ταπεινή – ως δρόσος επί χλόης.
Δέχεται μου είπε να γίνω εγώ ο κομιστής της θεαρέστου αγγελίας».
Όσο περνούν οι μέρες, υποπτεύεται ο Δάμων
πως ο θυμός κ’ η πορφυρή παράφορά του
δεν έπεισαν τη Μάρθα.
Όσο περνούν οι μήνες, όλο και βεβαιώνεται
πως πήγε –στα κρυφά- σε κείνον τον τραγόπαπα.
Σαν εθνικός θα πρέπει να ρωτήσει να εξακριβώσει να διαψεύσει.
Θυμάται όμως νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του.
Κ’ εδώ οι πρώην οπαδοί του Παραβάτη
αναθαρρήσαν ξεμουδιάζουν εμπορεύονται.
Ωχ αδερφέ! Για υποψίες θα χολοσκάμε τώρα;
Κ’ εξάλλου, στο κάτω κάτω της γραφής
μήπως υποσχέθηκε ο ίδιος;


*

Οι αναλογίες είναι προφανείς: ο αριστερός εξόριστος επιστρέφει από το νησί – η ζωή τον περιμένει και πάλι. Η γυναίκα του τον υποδέχεται, αλλά τον προτρέπει να πάει να δηλώσει τη μεταστροφή του. Παρ’ όλο που τον επηρεάζει, αφού σηκώνει τα πόδια ευλαβικά κιόλας, αυτός αρνείται, θορυβωδώς: σιγά μην πάει να ξεφτιλιστεί στους μοναρχοφασίστες! Ωστόσο, η γυναίκα, που κάτι παραπάνω διαισθάνεται, δεν πείθεται – και (υποψιάζεται τώρα ο ιδεολόγος) αναλαμβάνει η ίδια τη δουλειά, για λογαριασμό του. Αυτός συγχύζεται, αλλά δεν τολμά να το ψάξει περισσότερο το θέμα – νοιώθει την υγρασία του νησιού βαθιά στα κόκκαλά του… Από την άλλη όμως, οι παλιοί σύντροφοι ξαναβγήκαν στην πιάτσα – κάνουν για παράδειγμα την ΕΔΑ, κινούνται, ξαναβρίσκονται… Ο εξόριστος (πολύ φυσικό) θέλει να πάει εκεί, σ’ αυτούς. Αλλά, αν οι υποψίες είναι αληθινές – αν η Μάρθα πράγματι πήγε και δήλωσε για λογαριασμό του, την επιστροφή του ασώτου στην αγκάλη της εθνικοφροσύνης; Το ξεπερνάει το δίλλημα: κι αν πήγε, αυτή πήγε, όχι ο ίδιος! Ο ίδιος μπορεί να ξανασμίξει με τους παλιούς συντρόφους του χωρίς βάρος στη συνείδησή του (κι ας κρατάει και μια πισινή, αδερφέ...)

Να πως επεξεργάστηκε την καβαφική ειρωνεία ο Αλεξάνδρου, στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του πενήντα, για τους ηττημένους κομμουνιστές και ...συνοδοιπόρους. Και βέβαια, είναι ιδιαίτερα εύστοχη η επισήμανση της διαχρονικότητας του διλλήματος για τον ηττημένο που ελευθερώθηκε επιτέλους από τα δεσμά και δεν έχει πια διάθεση να επιστρέψει σ' αυτά -ούτε όμως και να προσκυνήσει κανέναν τραγόπαπα... Έχω τη γνώμη πως το ποίημα αυτό (όπως και τα –λίγα άλλωστε – υπόλοιπα καβαφικά του Αλεξάνδρου) πάει πιο πέρα από τη «μίμηση», είναι αυθεντική, καλή ποίηση. Ωστόσο, νομίζω πως άλλες είναι οι δυνατές στιγμές του ποιητή, που κοσμεί με τους στίχους του το άνοιγμα των «μτΚ».

*

Ο πίνακας είναι του Hendrick Goltrius και έχει τίτλο η πτώση του ανθρώπου

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Αυγούστου 21, 2006 | 3 σχόλια
Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006
Τίποτα δεν πάει χαμένο;


Προοίμιο

Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση - ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.

Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.

Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*

Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.

Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.

Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση - κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.

Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:

Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.


Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.

Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο - χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…

Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα: προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής – αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές, με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.

Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.

Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.

Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού!

Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.

Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.

Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε - γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.

Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.

Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου 1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.

Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…

Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.

*

Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:

Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία «αναγνωρίσεως»

Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές – και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία…

Επίλογος

Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.

Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006 | 7 σχόλια
Το πειραχτήρι στο νερό

- Αλήθεια σου λέω, Αναστασία, είδα ένα ψάρι τόοοοοσο μεγάλο!


- Λες να 'ναι εδώ;
- Άστη να ψάχνει...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006 | 0 σχόλια
Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006
Σοσιαλιστικός υπερ-ρεαλισμός, στα Γιάννινα
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006 | 5 σχόλια
Τα μυστικά της λίμνης
Στον Athanassios, που θα το δει όταν επιστρέψει από το Μωριά.


Παρ' όλο που οι βάρκες στη λίμνη των Γιαννίνων εκσυχρονίστηκαν, φορώντας εξωλέμβιες με δυνατά αλόγατα...


...η Παμβώτιδα παραμένει ένα πεδίο μυστηρίου, καθώς από τις άπειρες κρυψώνες που φτιάχνουν οι καλαμιές, μπορεί να δεις να ξεπροβάλλουν τα πάντα...


...από το γέρο ψαρά που κωπηλατεί αδιάφορος για την παγκοσμιοποίηση, με το νου του στους γουλινούς...


...μέχρι την ίδια την κυρά-Φροσύνη, που αναζητά τεχνίτη μάστορη, για να της επιδιορθώσει (και μετά: να της καλαφατίσει) το πλεούμενο.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Αυγούστου 18, 2006 | 7 σχόλια
Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006
Οι φρεγάδες του Αυγούστου
Αφιερώνεται σε όλους τους μάγειρες του μπλογκοχωριού



Ο Γέροντας Στυλιανός ετοιμάζει τα πλεούμενα...



...κι αυτά, λίγο αργότερα φτάνουν στο λιμάνι. Το αποτέλεσμα; Θεός τουλουμίσιος!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Αυγούστου 17, 2006 | 7 σχόλια
Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006
Για πρωινό, μια(;) μπύρα


Σταματάω τα πρωινά, καθώς πηγαίνω προς τη δουλειά, για καφέ και τυρόπιττα. Καιρό τώρα, βρίσκω την ίδια παρέα, γύρω στις 8.20' πμ, να τόχει στρώσει με μπύρες, ξεροσφύρι! Σήμερα που τους φωτογράφισα, είχαν αλλάξει τις Άμστελ με Χάινεκεν. Εννοείται πως μετά από 10-15 λεπτά που φεύγω, οι μάγκες εξακολουθούν να παραμένουν, χωρίς την παραμικρή ένδειξη βιασύνης. Σήμερα προέκυψε και νέος πρωινός μπυροπότης...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 16, 2006 | 5 σχόλια
Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006
Παραγγείλανε;
Σουρούπωμα. Κατεβαίνω στην παραλία της Περαίας και κάθομαι στο Melrose, με στόχο μια παγωμένη μπύρα. Όσο νάρθει το γκαρσόνι, απολαμβάνω το περιβάλλον (ως γνωστόν, η ακτή διαθέτει γαλάζια σημαία!) ή μάλλον τη στωικότητα των λουομένων έναντι του περιβάλλοντος – τίποτα δε μπορεί να τους κάνει να κωλώσουν!



Μετά από πολύ ώρα έρχεται ως το τραπέζι μου ένας ψηλός νεαρός και κάνει μια γκριμάτσα που τη μεταφράζω: Καλησπέρα, τι θα πάρετε;

- Μια μπύρα σε ποτήρι και μια ποικιλ…

Δεν προφταίνω να αποσώσω τη φράση μου – ο νεαρός στρέφει έντρομος το κεφάλι και βάζει τις φωνές:

- Μαρίαααα….

Η Μαρία τον ακούει και έρχεται προς το μέρος μου. Αυτός εξαφανίζεται. Την κοιτάζω με ψυχραιμία + απορία.

- Μαρία, τι τραγικό του ζήτησα του παιδιού;

Η Μαρία μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτο, παίρνει την παραγγελία και φεύγει. Στρέφω ξανά την προσοχή μου στο παράκτιο μέτωπο – αυτό που βλέπω δεν είναι το χειρότερο: διακόσια μέτρα παρακεί, Έλληνες, ομογενείς και κάμποσοι αλλοεθνείς κολυμπάνε και ηλιοθεραπεύονται πλάι στις απολήξεις ανοιχτών υπονόμων…



Ο παλιός και έμπειρος σερβιτόρος (νεαρός κι αυτός) με εντοπίζει και έρχεται προς το μέρος μου, μη τυχόν και έχει γίνει ζημιά.

- Παραγγείλανε;
- Ορίστε;
- Παραγγείλανε; Γιατί σας βλέπω έτσι σκεφτικό και λέω μήπως δεν…
- Όλα εντάξει! Παραγγείλανε!

Όλα εντάξει, πράγματι…

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006 | 6 σχόλια
Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006
Φωτορομάντζο: σαν τα σκυλιά, στο κύμα πλάι - ΔΥΟ
Το παρόν ποστ (όπως και το προηγούμενο) περιέχει τολμηρές φωτογραφίες, ακατάλληλες δι' ανηλίκους κάτω των 18 ετών. Οι άνω των 18, κάντε κλίκ για να μπείτε - οι θεούσοι και οι θεούσες με προσοχή (φορέστε πλαστικά γάντια, καλού κακού). Πρωταγωνιστούν ο Μαξ(ιμιλιανός) και η Βίργκω.


- Άουυυυ... Με δάγκωσες, ρε συ!
- Σόρρυ... Το πάθος, βλέπεις...


- Ψυχραιμία... Ας το παίξω κυρία... Μα, εντελώς άσχετος!;
- Γκρουνφφφ...


- Πολύ βιτσιόζος ο τύπος! Τι άλλο θα μου ζητήσει;
- Που στο διάολο έβαλα εκείνο το κόκκαλο;


- Δεν το πιστεύω... αντί να με απαυτώσει, μ' έβαλε να σκάβω για να βρω εκείνο το γαμ&^%&* κόκκαλο!
- Σκάσε και σκάβε!


- Είμαι εγκεφαλικός τύπος, ξέρεις...
- Την ατυχία μου μέσα... Δεν ξανακάνω δεσμό με σκύλο που φοράει λουρί... Που πήγε ο Μούργος;

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006 | 6 σχόλια
Φωτορομάντζο: σαν τα σκυλιά, στο κύμα πλάι - ΕΝΑ
Το παρόν ποστ περιέχει τολμηρές φωτογραφίες, ακατάλληλες δι' ανηλίκους κάτω των 18 ετών. Οι άνω των 18, κάντε κλίκ για να μπείτε - οι θεούσοι και οι θεούσες με προσοχή (φορέστε πλαστικά γάντια, καλού κακού). Πρωταγωνιστούν ο Μαξ(ιμιλιανός) και η Βίργκω.


- Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, ας κουνήσουμε τώρα την αχλαδιά...
- Μα τι λέει αυτός ο μάλλον λαϊκός τύπος; Υποθέτω οτι προτείνει συνουσία, παρά θιν' αλός...


- Η τεντωμένη ουρά σου με ερεθίζει ανεξέλεγκτα...
- Ε, καλά τώρα... Τη δουλειά μας δεν ξέρουμε;


- Μα, τι χαζεύει, ενώ περιμένω εναγωνίως;


- Θα σε...
- Αυτό περιμένω εδώ και ώρα, αλλά ακόμα στα προκαταρκτικά βρισκόμαστε...


- Πάμε για γλωσσόφιλο;
- Αν είναι να δούμε φως... άντε, πάμε!

*

(Συνεχίζεται στο επόμενο!)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006 | 1 σχόλια
Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006
ένα βότσαλο στη λίμνη
Το εξώφυλλο το πήρα από το σύντροφο πιτσιρίκο, που το "έβγαλε" πρώτος, πριν λίγες μέρες. Μετά, έφτασε στο Νότο ένα δέμα, σταλμένο από τον Διονύση Μαραθιά, με μερικά αντίτυπα. Έτυχε πάνω σε μιαν άτυχη περίοδο, τώρα που όλου του κόσμου οι οχιές, δαγκώνουν τα σπλάχνα μου... αλλά τι να γίνει, αυτά δεν προγραμματίζονται. Έχει και κάμποσα λαθάκια, αρχής γενομένης από το ...εξώφυλλο, αλλά θα τα διορθώσουμε στη δεύτερη έκδοση. Πρόλαβε κιόλας να γραφτεί η πρώτη βιβλιοπαρουσίαση, από τον φίλο Athanassios, στο ολοκαίνουργο ιστολόγιό του, το JUKE-BOX, όπου και σχολιάζει απολαυστικά ο συνήθης ύποπτος θείος Ισίδωρος.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Αυγούστου 06, 2006 | 16 σχόλια