ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006
Στη λοκάντα του μπάρμπα Γκιουζέπε
Φέτος μπήκε νωρίς ο χειμώνας σ’ όλο το βασίλειο και σ’ ολόκληρη την Ιταλία, καθώς μου λένε οι ταξιδιώτες. Σε μας εδώ, όχι μονάχα στην Πιστόγια αλλά σε όλα τα χωριά τριγύρω, αρχές Δεκεμβρίου ακόμα και μας έχει σαπίσει η βροχή. Χιόνισε κιόλας δυο φορές, αλλά ευτυχώς δεν το έστρωσε… Δεν έφτανε ο πόλεμος και τα σούρτα φέρτα με τους καρμπονάρους και τους Αυστριακούς – που κακιά ώρα να τους εύρει και να μη βρίσκουν δρόμο να γυρίσουν στον τόπο τους, οι αγριάνθρωποι… Τρεις φορές περάσαν αποδώ φέτος και ακόμα αυτό το έρημο και σκοτεινό 1821 δεν τελείωσε… Χτυπάω ξύλο, μη σώσουν και ξανάρθουν!

Αχ, μονάχα το καλοκαίρι είναι για τη φτωχολογιά και για τις λοκάντες. Ποιος ταξιδεύει χειμωνιάτικα; Μαριάννα, έλα κορίτσι μου από δω… Ρίξε δυο κούτσουρα στο τζάκι γιατί κοντεύει να σβήσει, γέμισε και μια κανάτα από το βαρέλι με την κόκκινη βούλα, φέρε μας και λίγα καρύδια, λίγες σταφίδες… Άντε γεια σου…

Λοιπόν, εντιμότατε και ευγενέστατε φίλε μου, βλέπεις, απόψε πελατεία δεν έχουμε, ακόμα και οι μπεκρήδες της Τοσκάνης φοβήθηκαν τον καιρό. Αφού δεν έχει μεροκάματο, ας καθίσουμε κι εμείς οι παλιοί συμπολεμιστές να πιούμε ένα ποτηράκι σαν άνθρωποι… και να σου πω τα καθέκαστα, τι έγινε χθες το βράδυ δηλαδή.

Κάτσε, ντε… συλλογιέμαι από πού να ξεκινήσω… Ας ξεκινήσουμε καλύτερα μ’ ένα ποτηράκι από το κοκκινέλι, είναι από το αμπέλι του Σαλβατόρε, του κουνιάδου μου. Αυτό το βαρέλι το κρατάω για την αφεντιά μου και για εκλεκτές προσωπικότητες της υψηλής κοινωνίας των πραματευτάδων καθώς ελόγου σου… χαχαχα… Μαριάννα, βρεγμένα ήταν τα κούτσουρα που έβαλες στο τζάκι; Μας φλόμωσε η κάπνα ρε παιδάκι μου… Κερνάς ταμπάκο; Ε, θα πάρω μια τσίκα, ο γιατρός μας ο ντοτόρε Μαντοβάνι, που τονε λέμε ντοτόρε Χάροντα, χαχα, μας κάνει κήρυγμα κάθε φορά να ρουφάμε πολύ ταμπάκο, κάνει καλό λέει στους χυμούς του οργανισμού, τους ραφινάρει. Τώρα τι σόι ραφινάρισμα κάνει, ο Θεός και η ψυχή του, αλλά τι να πω ο φτωχός, εγώ ένας αγράμματος γέρος είμαι, κι ας έχω την καλύτερη λοκάντα σ’ ολάκερη την Τοσκάνη, υπακούω λοιπόν στις διαταγές του ντοτόρε του Χάροντα. Α, να και τα καρυδάκια με τις σταφίδες. Ο καλύτερος μεζές για το κρασάκι, συμφωνείς;

Λοιπόν, χθες το σούρουπο δεν έβρεχε με τα κανάτια όπως τώρα, αλλά έριχνε εκείνο το μπίρι μπίρι το σιγαλό, που σου τρυπάει τα κόκκαλα και σου γανιάζει την ψυχή… Είχα εννιά ταξιδιώτες, ήταν και καμιά δεκαριά ντόπιοι και τα πίνανε, πιασμένα όλα τα τραπέζια μου, δόξα σοι ο Θεός… Ξέρεις τώρα, εγώ την άμαξα που έρχεται την καταλαβαίνω μια λεύγα μακριά, που λέει ο λόγος, μόλις στρίψει από το μοναστήρι της Σάντα Ντομένικα. Χθες όμως δεν κατάλαβα τίποτα, θες γιατί είχα ξεγνοιάσει πως άλλος μουστερής δε θα έρθει, θες η φασαρία που γινόταν εδώ μέσα – τραγουδάγανε κιόλας ο μαστρο – Φίλιππος με τον κάλφα του, τους ξέρεις, ε; ο νεαρός παίζει και μαντολίνο, όχι σαν κι εμένα βέβαια, αλλά εγώ που να προφτάσω, είχα δυο κότες στη σούβλα και στο τσουκάλι έβραζε το χοιρινό με τα σέλινα, τα κανάτια πηγαινοερχόντουσαν, έτρεχε η Μαριάννα, έτρεχε κι ο μικρός ο Τζίνο, ναι εκείνος με τα πεταχτά αυτιά, χαχα, μόλις ταχτοποίησε τα άλογα και τις άμαξες, μέχρι κι ο μαστρο – Νικόλας, ο καλός πεταλωτής, σηκωνόταν από την παρέα του και έβαζε ένα χέρι στο σερβίρισμα, να προλάβουμε να ταΐσουμε και να ποτίσουμε τόσον κόσμο… Αχ, από τότε που έχασα την Κουϊρίνα μου, ζοριζόμαστε όταν πλακώνει πολλή δουλειά… όχι ότι ήταν η γυναίκα μου, αλλά τέτοια λοκαντιέρα δεν υπήρχε σ’ ολάκερη την Ιταλία! Η Μαριάννα, ε, καλή είναι, αλλά που να της παραβγεί…

Τι έλεγα; Α, ναι, για την άμαξα που έφτασε χθες το σούρουπο. Είχα γυρισμένη την πλάτη και γύριζα τη σούβλα με τις κότες, ξαφνικά εκεί που γινόταν τόσος ντόρος, απόλυτη ησυχία. Κι αμέσως κατόπι, φτάνει ως τον ιδρωμένο μου σβέρκο το αεράκι απέξω. Στρέφω, τι να δω; Μια σινιόρα, σινιορίνα μάλλον, στεκόταν στην πόρτα και πίσω της ένας μπάρμπας. Ψηλή, μελαχροινή, σπαθάτη… μ’ ένα πρόσωπο που τέτοιο θα ήταν της Μαντόνας – συχώραμε Μαντόνα μου… Έκανε ένα βήμα, μπήκε κι ο μπάρμπας μέσα, έκλεισε την πόρτα. Τα ρούχα τους έσταζαν, στο χωματένιο μου πάτωμα έγινε μια μικρή λίμνη… Έριξα μια ματιά στην πελατεία – άλλος στεκόταν με το ποτήρι στο χέρι κοκαλωμένος, άλλος κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα, ο κάλφας του μαστρο – Φίλιππα είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, γιατί ετοιμαζόταν να βγάλει μια κορώνα – αμόοοοορε μίο…- όταν ένοιξε η πόρτα.

Έβγαλα μια κραυγή, γιατί κάηκα, καθώς κρατούσα τη σούβλα και έτρεψα να δω, το χέρι μου πήγε προς τη φωτιά, χωρίς να το καταλάβω. Του έβαλα μετά κομπρέσα κρεμμυδόψωμο ποτισμένο με κρασί και το έδεσα, αλλά ακόμα με πονάει, το άτιμο…

Σιγά σιγά ξαναγύρισε η φασαρία στη λοκάντα, αλλά τώρα πιο σιγαλά, λες και φρόντιζαν όλοι να μην ενοχλήσουν την αριστοκράτισσα σενιορίνα. Κόπηκε και το τραγούδι και το μαντολίνο… Ο Τζίνο έτρεξε να νοιαστεί τα άλογα και την άμαξα, έκανα νόημα και ήρθε ο μαστρο –Νικόλας κι έπιασε τις κότες. Οι ντόπιοι συμπτύχθηκαν κι ελευθέρωσαν ένα τραπέζι, μπροστά στο τζάκι. Έτρεξα ως την πόρτα και μετά τους οδήγησα στο άδειο τραπέζι. Η σενιορίνα και ο μπάρμπας κάθισαν στα ξύλινα σκαμνιά, άκρη άκρη, όπως κάθονται οι αριστοκράτες όταν βρεθούν σε περιβάλλον λαϊκό, τα είδαν και μες τη λίγδα – είναι αλλιώς μαθημένοι, με τα μαξιλάρια τους, με τα λινά τραπεζομάντηλα… Φως φανάρι, ήταν έξω από τα νερά τους…

Η σινιορίνα με κοίταξε ίσα στα μάτια, αχ εκείνα τα ματόκλαδα, και κείνες οι λίμνες οι σκούρες και λαμπερές, αχ και να ήμουνα νέος και πλούσιος… και να μην είχα λογοδοθεί ακόμα με την Κουϊρίνα… και με ρώτησε με μια φωνή ανήσυχη αλλά και αποφασιστική, αν αυτή εδώ ήταν η λοκάντα του σινιόρ Γκιουζέπε Μπρατσιόλι, κι αν εγώ ήμουνα ο σινιόρ Γκιουζέπε. Μόλις το επιβεβαίωσα μου λέει: «Φέρτε φαγητό και κρασί για τον σινιόρ Σεμπαστιάνο και όταν βρείτε λίγο καιρό ελάτε γιατί θέλω να σας μιλήσω». Είχα μείνει στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράγμα, αλλά είπα «εσείς είστε μούσκεμα, θα πουντιάσετε για τα καλά… δεν αλλάζετε πρώτα – και τα λέμε μετά;». Η σινιορίνα απάντησε πως δεν είχε μαζί της άλλα ρούχα. Γύρισα και φώναζα τη Μαριάννα – και σε ένα λεπτό η σινιορίνα Αλμπέρτα Ρινάλντι, έτσι τη λένε, ακολουθούσε την ξαφνιασμένη Μαριάννα στο γιατάκι της, εγώ έπιασα να μοιράζω κανάτες στα τραπέζια – και μία στο σενιόρ Σεμπαστιάνο που δεν είχε ανοίξει το στόμα του, αλλά την καλοδέχτηκε - ο μάστρο – Νικόλας έμεινε να γυρνάει τις κότες. «Καλύτερα πεταλωτής, παρά ταβερνιάρης, ε, μάστορα;» του φώναξα καθώς τον έβλεπα να ασκοφυσάει μπροστά στη φωτιά. Η λοκάντα σείστηκε από τα γέλια, τώρα που η σινιορίνα Ρινάλντι δεν ήταν μπροστά, ξαναβρήκαν όλοι τα χούγια και τα φυσικά τους. Το μαντολίνο ξανάρχισε να παίζει.

Είχα σκάσει από την περιέργεια, αλλά έπρεπε να περιμένω – δε μπορούσα να παρατήσω την πελατεία νηστική εκείνη την ώρα για να ταΐσω μιαν ώρα αρχύτερα την περιέργειά μου… Ήρθε ξανά, ντυμένη χωριατοπούλα αυτή τη φορά, χωρίς καπέλο, με τα μαύρα σγουρά μαλλιά στεγνωμένα και δεμένα πρόχειρα να φτάνουν ως τη μέση, ως και τη μπροστέλα της Μαριάννας φορούσε… κι ήταν, Μαντόνα μία, ακόμα ομορφότερη… αλλά, ας μη τα λέω αυτά και κολάζομαι, χήρος άνθρωπος…

Ε, ναι, μελαγχόλησα… Ένα τέτοιο όνειρο, σαν την Αλμπέρτα, ονειρευόμουνα όλη μου τη ζωή – επί Κουϊρίνας στα κρυφά, εννοείται… και το είδα αυτό το όνειρο ζωντανό τώρα που είμαι γέρος –σχεδόν – και φτωχός –σχεδόν, επίσης… Άντε, εβίβα, να συνεχίσω την ιστορία – ή μήπως νύσταξες και θέλεις να πας να πλαγιάσεις;

Α, έλεγα κι εγώ μήπως νύσταξες…

*

Οι ταξιδιώτες ανέβηκαν στις κάμαρές τους, οι μισοί ντόπιοι φύγαν, οι υπόλοιποι εξακολούθησαν να πίνουν – τους περιποιότανε η Μαριάννα. Ήρθε επιτέλους η ώρα να ακούσω τι ήθελε από μένα η σινιορίνα Αλμπέρτα. Αυτό που άκουσα, δεν το περίμενα: «Την πρωτομαγιά που μας πέρασε ήταν εδώ ένας ψηλός, γεροδεμένος νέος, ο Φραντσέσκο Μπενεντέτι. Έμεινε για τη νύχτα και, όπως μου είπαν, το πρωί σκοτώθηκε…». Η κοπέλα σταμάτησε να μιλάει. «Αν επιτρέπετε» είπα, «τι σας ήταν εσάς ο μακαρίτης;». Είδα τα χείλη της Αλμπέρτας να τρέμουν, και μια χοντρή στάλα δάκρυ φάνηκε στα μάτια της… Δαγκώθηκα. Η ανάμνηση του Φραντσέσκο με πόνεσε, σα να έβαζα ξανά το καμένο μου χέρι στη φωτιά… «Συχωρέστε με σινιορίνα, δεν ξαναρωτάω…» μουρμούρισα. «Τι θέλετε να σας πω;»

Η Αλμπέρτα σκούπισε τα μάτια της και είπε με σιγανή φωνή: «Πρώτα πρώτα αν είναι αλήθεια πως αυτοκτόνησε – ή μήπως τον σκότωσαν…». Απάντησα αμέσως: «Σας ορκίζομαι, σινιορίνα, σε ό,τι έχω ιερό, στο όνομα της γλυκιάς Μαντόνας, εκείνος ήταν που έδωσε τέλος στη ζωή του!». Η Αλμπέρτα έβγαλε έναν αναστεναγμό, χαμήλωσε τα μάτια και έκανε το σημείο του σταυρού. «Ο Θεός ας τον συγχωρήσει…» μουρμούρισε. Σήκωσε ξανά το κεφάλι, ήρεμη πλέον και μου είπε: «Σινιόρ Γκιουζέπε, ρωτήσατε πριν τι τον είχα τον Φραντσέσκο… Ήμαστε μαζί, στη Φλωρεντία, δυο χρόνια πάνε από τότε που… Ο Φραντσέσκο ήταν από οικογένεια πλούσια, μορφωμένος, ποιητής… ήταν όμως και καρμπονάρος, από τους αρχηγούς στη Φλωρεντία. Εκείνες τις μέρες, 16 με 21 Απριλίου, η αστυνομία αποφάσισε να τους συλλάβει και να τους εξοντώσει, είχε τα ονόματά τους, από προδοσία - και τους παρακολουθούσε από το Φλεβάρη κιόλας, όπως μου είπε ένας φίλος του Φραντσέσκο, ποιητής κι αυτός, ο Ανδρέας Κάλβος από το Τζάντε, τη μέρα που έφευγε εξόριστος για την Ελβετία…»

Η Αλμπέρτα σταμάτησε για λίγο, να βρει την ανάσα της και συνέχισε: «Μόλις άρχισαν οι συλλήψεις, ο Φραντσέσκο κατάλαβε τι τον περιμένει και πρόλαβε να εξαφανιστεί. Εμένα δε με συνάντησε πριν φύγει, άφησε όμως ένα μήνυμα στην αδερφή του, ότι θα επιστρέψει μόλις μπορέσει και πως με αγαπάει… Τους άλλους τους δίκασαν κιόλας, οι περισσότεροι καταδικάστηκαν σε θάνατο και περιμένουν μελλοθάνατοι, στα κάτεργα… Ο Ανδρέας ήταν τυχερός, επειδή είναι από το Τζάντε και έχει την Αγγλική υπηκοότητα… γι’ αυτό προτίμησαν να τον εξορίσουν, παρά να μπλέξουν με τους Εγγλέζους… Για το Φραντσέσκο όμως, δεν ξέραμε τίποτα, αν ζει, αν πέθανε… Ώσπου χθες μόλις έμαθα από κάποιον στη Φλωρεντία ότι είχε αυτοκτονήσει την Πρωτομαγιά, για να μην τον συλλάβουν… Δεν ήθελε να μου πει που συνέβησαν αυτά, αλλά στο τέλος μου είπε για τη λοκάντα στην Πιστόγια, έξω από την πύλη της Λούκας… κατάφερα να πείσω τον σινιόρ Σεμπαστιάνο, είναι θείος μου ξέρετε, αδερφός της μητέρας μου, να ξεκινήσουμε αμέσως…»

Κοίταξα το σινιόρ Σεμπαστιάνο, που κούνησε το κεφάλι επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα της ανηψιάς του, αλλά δεν είπε κουβέντα, ούτε τούτη τη φορά. Η Αλμπέρτα πήρε πάλι το λόγο και είπε, χωρίς να διστάσει: «Ήμουν σίγουρη ότι τον είχαν σκοτώσει, ίσως οι Αυστριακοί, σε κάποια από τις μάχες που έγιναν… Διάβαζα κάθε μέρα στις εφημερίδες τους καταλόγους των νεκρών καρμπονάρων, μήπως δω τ’ όνομά του, αλλά μάταια… Τώρα ζητώ από εσάς, σας εξορκίζω στο όνομα της Μαντόνας, σινιόρ Γκιουζέπε, σας ικετεύω, σας φιλώ τα χέρια -να μου πείτε με κάθε λεπτομέρεια πως πέθανε και μετά, αν γνωρίζετε, να μου δείξετε τον τάφο του. Αλήθεια, τον έθαψαν;» Η φωνή της έσπασε, με τις τελευταίες λέξεις. «Ησυχάστε» της είπα, «εγώ ο ίδιος τον έθαψα. Θα σας πάω στον τάφο του αύριο το πρωί, μόλις φωτίσει». Η κοπέλα φάνηκε να ησυχάζει λίγο.

Δε μπόρεσα να μιλήσω αμέσως… είχα ταραχτεί πολύ – και τώρα ακόμα που μιλάμε οι δυο μας, καλέ μου φίλε, είμαι ταραγμένος… τέτοια νιάτα – τριανταπεντάρης ήτανε - τέτοια ομορφιά, τέτοια λαμπερή ζωή, όλα χαμένα άδικα, με μια σφαίρα… μας τελείωσε και το κρασί… Μαριάννα, φέρε μας ένα κανατάκι ακόμα… Αχ…

*

Όταν βρήκα την ισορροπία μου, άρχισα να εξιστορώ στην Αλμπέρτα και το σιωπηλό σινιόρ Σεμπαστιάνο: «Από την πρώτη στιγμή που τον είδα κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν τον ταξιδιώτη. Έφτασε μ’ ένα ψαρί άλογο που δε μπορούσε σχεδόν να το κουμαντάρει – αργότερα αποκαλύφτηκε πως το είχε αρπάξει από το χωριουδάκι του Σαν Μιγκέλε, τρεις λεύγες από δω. Ωστόσο είχε λεφτά, ένα πουγκί γεμάτο χρυσά βενέτικα… Κουβαλούσε όλο κι όλο δυο πέτσινες τσάντες, δεμένες μεταξύ τους, από ακριβό δέρμα και καλό τεχνίτη. Κι ήταν με το πουκάμισο…» Κοίταξα την Αλμπέρτα δισταχτικός: «Μη με παραξηγήσετε σινιορίνα, αλλά τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, έχουνε δει πολλά τα μάτια μου… Στην αρχή νόμισα πως ήταν ληστής, αλλά δεν ταίριαζε… Μετά, είπα θα είναι κανένας αριστοκράτης φυγόδικος, θα σκότωσε την πεθερά του, με το συμπάθιο, και κρύβεται… Μετά είδα τις δυο πιστόλες που είχε περασμένες στη ζώνη, απομέσα από το πουκάμισο και …δεν είπα τίποτα, σκέφτηκα ας πάω με τα νερά του, ώσπου να φύγει και να πάει στην ευχή του Θεού… Ζήτησε φαΐ και μια κάμαρα, αυτά που έχουμε εδώ, δηλαδή…»

Θα με ρωτήσεις τώρα, γιατί δεν ειδοποίησες την αστυνομία μόλις τον είδες έτσι, αρματωμένο και –φως φανάρι!- φυγόδικο και μ’ ένα άλογο που δεν ήταν δικό του; Ε, δε μου πήγαινε η καρδιά… Φοβόμουνα κιόλας, αλλά υπολόγιζα αν τυχόν με ρωτούσαν γιατί δεν τον μαρτύρησα να έλεγα πως με φοβέρισε με τις πιστόλες… Είπα, το λοιπόν, στη σινιορίνα Αλμπέρτα πως αν θέλει μπορούμε ν’ ανεβούμε σ’ εκείνη την κάμαρα, κατά τύχη ήταν άδεια χθες το βράδυ.

Πήρα που λες ένα λυχνάρι και μπήκα μπροστά, ακολουθούσαν η Αλμπέρτα και ο σινιόρ Σεμπαστιάνο. Φτάσαμε πάνω, είναι η κάμαρα η ακριανή, που το παραθύρι της βλέπει στην Ανατολή – την κρατάω πάντα τελευταία ή τη δίνω σε κανέναν μεγαλέμπορα – για να χρεώσω κι εγώ κάτι παραπάνω, εσάς τους μικρούς πραματευτάδες σας βάζω στις άλλες, χαχα… Αχ… Γύρισα το κλειδί και άνοιξα. Έκανα δυο βήματα προς τα μέσα, η Αλμπέρτα προχώρησε θαρρετά. «Εδώ ήταν» είπα. «Μόλις δείπνησε ανέβηκε και σε λίγο βγήκε στις σκάλες και με φώναξε. – Μπάρμπα Γκιουζέπε, μου είπε, με λένε Φραντσέσκο Μπενεντέτι, είμαι καρμπονάρος και με κυνηγάει η αστυνομία σε δύση και ανατολή. Αν με πιάσουν θα με στείλουν στην κρεμάλα ή θα σαπίσω στα κάτεργα… Αλλά δε θα με πιάσουν! Ως εδώ ήταν, το χάσαμε το παιχνίδι, τους έπιασαν όλους στη Φλωρεντία σαν τα ποντίκια στη φάκα, εγώ ξέφυγα και τρέχω δυο βδομάδες τώρα, αλλά το κυνηγητό θα τελειώσει… Ποιητές που έγιναν επαναστάτες, γιατί όχι; Αλλά φαίνεται πως άλλο η επανάσταση στο γραφείο και στο χαρτί και στις συγκεντρώσεις των Αδερφών όπου παρλάραμε μέχρι να πήξει το σάλιο στη στόμα μας και άλλο στους δρόμους – εκεί ζορίζουν τα πράγματα… Το άλογο που έφερα το πήρα από το χωριουδάκι πάνω στο δρόμο, το τρίτο που συναντάμε φεύγοντας αποδώ, με το χτιστό πηγάδι στην πλατεία. Εσύ θα κρατήσεις το πουγκί και θα φροντίσεις να με θάψεις, για να μη με φάνε τα σκυλιά – και το κυριότερο, θα κρατήσεις αυτές τις δυο τσάντες, αν δεν τις βουτήξει η αστυνομία δηλαδή, και θα τις παραδώσεις σε όποιον φτάσει ως εδώ και με αναζητάει… Πρόσεχε, έχουν μέσα ό,τι πιο πολύτιμο έχω… -Τι έχουν μέσα; ρώτησα με τα φίδια να με ζώνουν ολούθε κι ο Φραντσέσκο έβαλε τα γέλια, ένα γέλιο που με τρόμαξε… -Ποιήματα έχουν μέσα μπάρμπα – Γκιουζέπε, είπε, όλα τα ποιήματα που πρόφτασα να γράψω… Και μια τραγωδία ενός φίλου μου από το Τζάντε, ο Ιππίας του Ανδρέα Κάλβου, ελπίζω αυτός να είναι καλά και να γλιτώσει – ο Ανδρέας, όχι ο Ιππίας…»

Ο Φραντσέσκο γελούσε κι εγώ είχα παγώσει ολόκληρος… Ήθελα να τον παρακαλέσω να λυπηθεί τη ζωή του, αλλά τι να του πω, να περιμένει λίγο καιρό ακόμα ώσπου να τον κρεμάσουν; Σκέφτηκα να πω πως αν αυτοκτονήσει θα χάσει τον παράδεισο και την αιώνιο ζωή, αλλά ντράπηκα να ξεστομίσω τέτοιες ανοησίες εκείνη τη δύσκολη ώρα, ήμαρτον Μαντόνα μία, ελέησόν με τον αμαρτωλό… Τότε γυρίζει από το παράθυρο που κοιτούσε έξω την αστροφεγγιά και μου λέει χαμογελαστός: «Δε βιάζομαι κιόλας μπάρμπα Γκιουζέπε… θα το κάνω όταν τους δω να έρχονται. Γι’ αυτό να πεις στην κοπέλα την κοκκινομάλλα αύριο το πρωί να μου ετοιμάσει ένα ζεστό μπάνιο, μη τύχει και πεθάνω άλουστος!»

Αυτές οι κουβέντες με καθησύχασαν κάπως και κατέβηκα κάτω. Μόλις κατέβηκα άκουσα φασαρία από τους στάβλους, τα άλογα ανήσυχα, άρπαξα ένα βατοκόφτη και έτρεξα να δω μήπως είχε μπει κάποιος κλέφτης. Όσο να ησυχάσουν τα ζώα, είχε γίνει το κακό… άκουσα τη Μαριάννα να τσιρίζει «πατρόνε, πατρόνε…» και έτρεξα… Αυτή η καημένη είχε ακούσει έναν δυνατό κρότο, σείστηκε λέει όλο το οίκημα, πάνω και κάτω πάτωμα, εγώ βέβαια δεν άκουσα τίποτα με τα χλιμιντρίσματα των αλόγων, η Μαριάννα δεν ήξερε από πού είχε έρθει, της φάνηκε όμως πως ακούστηκε από την άλλη μεριά του διαδρόμου, όπου ήταν η κάμαρα του Φραντσέσκο. Βγήκε τότε από το καμαράκι της και προχώρησε προς τα κει. Όσο προχωρούσε, τόσο της ερχόταν στη μύτη η αποπνιχτική μυρουδιά του μπαρουτιού, ώσπου ζύγωσε πολύ και η μυρουδιά δυνάμωνε… Χτύπησε την πόρτα, καμιά απάντηση. Έσπρωξε τότε και μπήκε, τρέμοντας από το φόβο… Το λυχνάρι ήταν αναμμένο κι έτσι μπόρεσε να τον δει, πεσμένο στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη από αίμα… έσκυψε πάνω του και είδε πως είχε ανοιχτά τα μάτια και βογγούσε ελαφρά και έτρεμε ολόκληρος… όλο το κεφάλι του ήταν μεσ’ στα αίματα και φαινόταν μια τεράστια πληγή στο αυτί, που είχε ανοίξει από τον πυροβολισμό… Η Μαριάννα έτρεξε να με ειδοποιήσει… ώσπου να την ακούσω από το στάβλο και να ανέβω είχε τελειώσει… Μπήκα με την ψυχή στο στόμα στην κάμαρα, αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα πια…

Τελείωσα την αφήγησή μου λέγοντας πως δεν τόλμησα να κρύψω τις τσάντες με τα ποιήματα από την αστυνομία… Ούτε τόλμησα να πω κουβέντα όταν τον άφησαν έτσι μέσα στην κάμαρα και έφυγαν, αφού μας ανάκριναν όλους, φυσικά… Ύστερα προσπάθησα να πείσω τον παπα – Εμμανουέλε να τον θάψουμε στο κοιμητήρι, αλλά αυτός δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει: «Ακούς εκεί, και καρμπονάρος και κολασμένος από το ίδιο του το χέρι! Δεν ξέρεις ότι ο Άγιος Πατέρας, ο Πάπας, τους έχει αναθεματίσει επισήμως αυτούς τους άθλιους καρμπονάρους, τους άθεους, τους αντίχριστους… Θάψτον όπου θέλεις, πήγαινε και ρίξτον στο ρέμα που πετάμε τα σκουπίδια, αλλά μακριά από το κοιμητήριο των καλών δούλων του Θεού…». Τι να κάνω κι εγώ, τον έθαψα στη μικρή αυλή πίσω από το στάβλο…

Μόλις το άκουσε αυτό η Αλμπέρτα ξεσηκώθηκε, ήθελε να πάμε εκείνη την ώρα, μες τα άγρια μεσάνυχτα… Ευτυχώς η βροχή είχε σταματήσει, το αεράκι είχε κιόλας διώξει τα σύννεφα και είχε αστροφεγγιά. Έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε και χωρίς το λυχνάρι… Επειδή στην πίσω αυλή είναι το κοτέτσι, έφτιαξα ένα γερό φράχτη γύρω γύρω στον τάφο, έβαλα κι ένα ξύλινο σταυρό απάνω – ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται – ήμαρτον Μαντόνα μία…

Μόλις φτάσαμε, η Αλμπέρτα έτρεξε, αναμέρισε το φράχτη, γονάτισε μπροστά στο σταυρό, μοιρολογούσε μέσα στη νύχτα… Έκανα να πάω να τη σηκώσω αλλά ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κράτησε από το χέρι. «Άφησέ την…» είπε σιγανά, κι ήταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή του «άφησέ την να κλάψει, μη τυχόν και το ξεπεράσει…» Το ατσάλι στη φωνή του με ξάφνιασε, γύρισα και τον κοίταξα – τότε κατάλαβα πως δεν ήταν καθόλου μπάρμπας, αλλά ένας από εκείνους τους μεγάλους που τους βλέπουμε εμείς οι φτωχοί ταβερνιάρηδες και μας κόβονται τα ήπατα… «Το ήξερες…» μουρμούρισα. Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο στράβωσε λίγο τα χείλια, αλλά δεν άνοιξε κουβέντα μαζί μου. «Πήγαινε να πεις στη Μαριάννα να στεγνώσει γρήγορα τα ρούχα της σινιορίνας» είπε με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση. «Θα έρθουμε σε λίγο…» Η Αλμπέρτα έκλαιγε ακόμα και χτυπιόταν, την άκουγα ώσπου έφτασα στην πόρτα της λοκάντας…

Πράγματι, σε λίγη ώρα επέστρεψαν και οι δύο – και η Αλμπέρτα βρήκε στεγνά τα φορέματά της. Πως με ζάλισε το κρασάκι… έχει ένα ποτηράκι ακόμα, ας το πιούμε… σήμερα το πρωί που έφυγαν, η Αλμπέρτα με χαιρέτησε με ευχαριστίες – μου έδωσε κι ένα φιλί εδώ, στο μάγουλο… Ο σινιόρ Σεμπαστιάνο με κοίταξε μ’ εκείνο το ύφος που η Μαντόνα να σε φυλάει, σα να μου έλεγε κοίτα κακομοίρη μη λες κουβέντες αποδώ κι από κει… άφησε και μερικές δεκάρες και έφυγαν…

Κουράστηκες, καλέ μου φίλε; Κι εγώ… άντε, καληνύχτα.

*

Η φωτογραφία είναι της προτομής του ποιητή Φραντσέσκο Μπενεντέτι (1785-1821) η οποία βρίσκεται στη Φλωρεντία, στην Biblioteca Centrale Nazionale. Τη βρήκα στο βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, 2004. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται και η βασική ιστορία (η αυτοκτονία του Φραντζέσκο, φίλου και συντρόφου του Ανδρέα Κάλβου στην ποίηση και στην καρμποναρία). Όπως μας πληροφορεί ο Mario Vitti, για πολλά χρόνια οι φιλόλογοι θεωρούσαν τον Ιππία έργο του Μπενεντέτι και όχι του Κάλβου – μιας και βρέθηκε στα χαρτιά που είχε μαζί του ο πρώτος. Αληθινά είναι και τα ονόματα του Γκιουζέπε και της Μαριάννας, καθώς και οι τοποθεσίες που αναφέρονται. Τα υπόλοιπα, μην τα πάρετε τοις μετρητοίς.
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006 |


4 Comments:


  • At 7:00 μ.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    Μολις τωρα το ειδα, εξαιρετο γραφτο που ελεγα να μην τελειωσει.

    ....και ειχε και Ανδρεα απο το Τζαντε μεσα.

    Ω φιλτατη πατρις
    Ω θαυμασία νησος Ζακυνθε
    Συ μου εδωκας την πνοη
    και του Απολλωνος τα χρυσα δωρα

    επισης

    Άμετε μην αφήσετε
    ζώντα κανένα απ’ αίμα
    τα αιγαία νερά βαμμένα
    κύματ’ ας έχουν γέμοντα
    από σφαγάδια

    Όπως από τα μάτια μου
    ταχέως εχάθη ο στόλος
    πλέον δεν ξανοίγω τώρα
    παρά καπνούς και φλόγες
    ουρανομήκεις


    αυτα μουρχονται προχειρα στο μυαλο,
    (μαζυ με τον Αλεξανδρινο ισως οι πιο σημαντικοι μας).

    Η ρομαντικη γαρ περιοδος αγαπητε ανηψιε,

    (Ευτυχως που ηλθε!
    Ευτυχως που περασε!)

    Πολυ καλη η επιλογη σου να το δημοσευσεις

     
  • At 10:12 μ.μ., Blogger Σχολιαστής

    Πάνο, το τύπωσα να το διαβάσω στο σπίτι, διότι αν δουλεύεις κάμποσες ώρες στον υπολογιστή, κάτσε διάβασε και ένα σεντόνι απο την οθόνη.

     
  • At 10:38 μ.μ., Blogger Πάνος

    Σωστή ενέργεια Σχολιαστή - ελπίζω να μη σε πάρει ο ύπνος καθώς θα το διαβάζεις...

     
  • At 9:51 π.μ., Blogger Σχολιαστής

    Πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.