ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006
Μεζές φτηνός και εκλεκτός: αστακός






Πάνω σ’ εκείνους τους κεφλήδες μου τους λογισμούς, να σου τους δυο χοντρόκωλους χωριαταραίους, που πιάνουνε τραπέζι εκεί, κοντά μας. Είδες χωριάτη ντυμένο στη μέγκλα; Βάλε γρήγορα στοίχημα πως έχεις να κάνεις με αβδέλλα, που ρουφάει το αίμα του κοσμάκη και κερδίζεις σάνβουαρ. Βλέπω, λοιπόν, αυτούς τους δυο και σκανταλίζομαι, και λέω του Σεραφείμ πατώντας του το μάτι πονηρά’

- Φρεσκότατος και πάμφθηνος απόψε ο αστακός’ μισή δραχμή η μερίς!
- Δεν είναι σπάνιο, μου απαντάει αυτός, ως φαίνεται τους βρήκανε κοπαδιαστούς και για να μην τους μείνουν και βρομίσουνε τους βάλανε φτηνούς.

Ακούς εκεί ο πλάνος; Και να ιδείς που τα πιάνει όλα αμέσως το αυτί των χωριάταρων και τα μούτρα τους γιομίζουνε μ’ ένα,

- Ευκαιρία να γεμίσουμε την μπάκα μας με τζάμπα φαητό.

Και παραγγέλνουν ο καθένας τους την πρώτη του μερίδα’ μόλις που γέψανε και τον βρήκαν νόστιμο τον κερχανατζή τον αστακό. Στη δεύτερη,

- Πως πάει με το ούζο ο άτιμος!

Στη τρίτη και την τέταρτη,

- Άσε τους μεζέδες κι έλα να την τυλώσουμε καλά, ενώ,
- Μια πέμπτη για καπάκι είν’ ό,τι πρέπει. Και,
- Τζάμπα, λεν μεταξύ τους’ δυόμισι φράγκα μόνον κατ’ άτομον, το όλον! Τζάμπα, βρε μπάρε μ’…

Τώρα θα μου πεις, τι μ’ έχει πιάσει πάλι εμένα, στα καλά του καθουμένου κι αρχίνησα να διαολίζομαι μαζί τους; Να, μόλις τους είδα να εισβάλλουνε στο μαγαζί, ήταν σαν κάποιος μέσα μου να μου φώναξε’

- Να δυο γουρούνια που ήρθαν να μας παραστήσουν τους ανθρώπους.

Ε, λοιπόν, δε θα με πιστέψεις’ αυτά τα γουρούνια κάθισαν στο τραπέζι, έστρωσαν το παντελόνι, για να μην τσαλακώνεται και να μη χώνεται στο χοντρόκωλό τους, σκαλίξανε τις μύτες με τα μπροστινά ποδάρια τους κι αρχίσαν να χειρίζονται, σχεδόν όπως πρέπει, πιρούνια, αλάτια, ψωμιά, όλα… Αν τους έβλεπες δε θα τους παράλλαζες καθόλου από ανθρώπους. Στο τέλος απομείνανε ήσυχοι κι ευχαριστημένοι από το πριγκιπικό τους γεύμα, με την κοιλιά ντουρλωμένη, νταβούλι να σκάσει, μπροστά τους και τα μούτρα τους πρησμένα και μαβιά, σωστή ασκομαντούρα, λες κι ήταν, όπου να ‘ναι, να τους έρθει νταμπλάς καραμπινάτος. Τότε φωνάζουνε και το γκαρσόνι για τη λυπητερή κι εγώ, έτσι όπως κάθομαι και τους παρατηρώ, ρίχνω την κεφαλή στην απαλάμη μου κι αρχινάω, προς τιμήν τους, το τρελό τ’ αμανεδάκι μου,

Της τύχης μου ήτανε γραφτό,
να πάρω ένα χωριάτη,
να βγάζει τα παπούτσια του
επάνω στο κρεβάτι…


Στο μεταξύ το γκαρσόνι, «τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξιδο», συν ούζο, συν σαλάτα, συν ψωμί,

- Δραχμαί τριάντα δύο κατ’ άτομον, εξήντα τέσσερις σύνολον, τους λέει και περιμένει μπάστακας να πληρωθεί. Τούβλο, θαρρείς, τους έπεσε κατακέφαλα.
- Μπα, μα γιατί τόσα πολλά; Μισή δραχμή δεν έχει σήμερα η μερίς; Ρωτάνε και η τρίχα τους σηκώνεται καρφί από οργή και φρίκη. Μα το γκαρσόνι, ένα μαγκάκι φίνο από τα Χάλια, αντί να τους πάρει στα σοβαρά και να τους ρίξει κατάμουτρα κανένα ξεγυρισμένο χάχανο, τους αρχινάει το ψιλό του το γαζί’
- Λάθος, μεγάλο λάθος κύριοι, τους λέει, σα να ‘πιανε τη μύτη του αναγκασμένος να στέκεται μπροστά σ’ ανοιχτό βόθρο, βγάλτε μπρος απ’ το πέντε το μηδέν, πετάξτε και το κόμμα και θα ιδείτε το αποτέλεσμα να συμφωνεί απολύτως μ’ αυτό που γράφει ο πίνακας εκεί, μπροστά σας: «Αστακός, πέντε η μερίς».
- Μα, εμείς ακούσαμε μισή, γι’ αυτό…, λέει ο ένας,
- Επειδή πέσανε κοπαδιαστοί, λέει ο άλλος.
- Λόγια της αρβύλας, τους λέει ο μάγκας και κατανοεί τον αίτιο της κασκαρίκας και μου ρίχνει μια πλάγια ματιά γεμάτη θαυμασμό. Γυρνάν κι οι φάτσες των γουρουνιών και με ρωτάν,
- Γιατί μας το ‘κανες αυτό;

Δεν είχε γιατί. Τους είχα δει μεταμφιεσμένους τεχνηέντως από γουρούναρους σ’ ανθρώπους και είπα μέσα μου’

- Αντί για αστακούς θα σας ταΐσω εγώ εκείνο που σας πάει καλύτερα’ σάπιες ντομάτες και καρπουζόφλουδες κι όλα τα παρεμφερή σκουπίδια, που τρώνε τα γουρούνια τ’ αμουνούχιστα κι είναι να μην τα ζυγώνεις ούτε στα δέκα μέτρα από τις νταβρατίλες που αποπνέει το είναι τους. Όμως εγώ, κάτι καλύτερο είχα καταφέρει’ γιατί πρωτού καλά καλά να πάρει την άγουσα ο αστακός για το παλιοστόμαχό τους, τον είχα μεταμορφώσει σε σκατό επιτόπου’ εκεί που ο ιδρώτας του κοσμάκη είχε πλερώσει αδρά τις χρυσές οδοντοστοιχίες αυτών των παχύσαρκων, σιχαμερών κατοικιδίων.

*

That’s all, folks! Δε θα σας αποκαλύψω από πού είναι παρμένο τα απόσπασμα που διαβάσατε, περιμένω να δω αν θα το βρει κάποιος από εσάς.
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006 |


6 Comments:


  • At 4:25 μ.μ., Blogger Νίκος Σαραντάκος

    Πρέπει να είναι Τόλης Καζαντζής, όχι;

     
  • At 5:45 μ.μ., Blogger Πάνος

    Τόλης Καζαντζής, "Μια μέρα με τον Σκαρίμπα", εκδόσεις ΣΟΚΟΛΗ.

    *

    Έπρεπε όμως να λέω - οι Σαραντάκοι να μη το μαρτυρήσουν αμέσως!

    Καλώς ήρθατε, αγαπητέ!

    ΥΓ. Η σελίδα σας είναι κόσμημα στο διαδίκτυο!

     
  • At 1:21 μ.μ., Blogger Νίκος Σαραντάκος

    Eυχαριστώ για τα καλά λόγια -ο Καζαντζής είναι από τους αγαπημένους μου, αν και το Μια μέρα με τον Σκαρίμπα περιέργως μου έχει ξεφύγει!

     
  • At 4:32 μ.μ., Blogger dimitris-r

    Με ΤΑ γουρούνια φαντάζομαι δεν έχετε πρόβλημα, έτσι;

     
  • At 4:32 μ.μ., Blogger dimitris-r

    Με ΤΑ γουρούνια φαντάζομαι δεν έχετε πρόβλημα, έτσι;

     
  • At 4:42 μ.μ., Blogger Πάνος

    Όχι βέβαια! ως πανσέτες, τηγανιά, ψαρονέφρι, λουκάνικα κλπ, τα ΤΙΜΩ όλως ιδιαιτέρως!