ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006
Η Μάστιγα του Θεού στη Θεσσαλονίκη


Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε με μεγάλη επιτυχία, στο κατάμεστο αμφιθέατρο (ένα κόσμημα...) του βιβιοπωλείου - το οποίο, όπως βλέπετε, έχει ήδη στολιστεί Χριστουγεννιάτικα, εν όψει της μεγάλης καπιταλιστικής εορτής των Χριστουγέννων.

Όλοι επαίνεσαν το βιβλίο και καταχέριασαν τον πρωταγωνιστή του, όπως και τον νυν Μπουγατσαδουπόλεως. Ο Νίκος Μπίστης επαίνεσε και τον Σημίτη, τον οποίον ο συγγραφέας προφανώς κατατάσσει στη μεγάλη χορεία των πολιτικών που τάχουν κάνει πλακάκια με τους ρασοφόρους.

(Γνωρίζετε, ίσως, τη "λατρεία" που τρέφω για τον Σημίτη, αλλά το σωστό να λέγεται... ό,τι μπορούσε ο ανθρωπάκος στο συγκεκριμένο θέμα το έκανε! Απλώς, δε μπορούσε κάτι περισσότερο, για πολλούς λόγους).

Σε μια τέτοια συνάντηση ακούγονται πολλά σοβαρά, πολλά σοβαροφανή και πολλά εφυολογήματα. Ενδεικτικά και ανακατεμένα:

* Ο καθηγητής Μανιτάκης, αφού έκανε μια εμπεριστατωμένη ανάλυση του γεγονότος οτι ουσιαστικά ο Χριστόδουλος κινείται (ιδεολογικά και πολιτικά) εκτός της ελληνικής συνταγματικής τάξης, κατέληξε στο λίαν αισιόδοξο συμπέρασμα οτι η επιροή του χριστοδουλισμού φθίνει και δεν έχει μέλλον. (Με όλο το σεβασμό, διαφωνώ ριζικά).

* Ο Γιάννης Μπουτάρης ξεκίνησε με την αποκάλυψη οτι προέρχεται από θεοσεβούμενη οικογένεια (ο παππούς του έγραφε πριν το 1900 στο τεφτέρι "ο Θεός βοηθός!") και οτι ο ίδιος πιστεύει στο Θεό. Μετά, ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε...

* Ο καθηγητής (θεολογίας) Πέτρου, τόνισε οτι είναι επιβεβλημένο να καθοριστεί με σαφήνεια το πεδίο εντός του οποίου θα είναι εφικτή η δημόσια παρουσία των ιερωμένων. και επειδή οι ίδιοι δεν πρόκειται να αυτο-περιοριστούν, κάποιος πρέπει να τους το επιβάλλει.

* Ο Νίκος Μπίστης ξεκίνησε αφηγούμενος πως στην κατάληψη της Νομικής το Φεβρουάριο του 1973, την τελευταία μέρα μπήκε μέσα ένας ιερωμένος κουβαλώντας δυο τσάντες γεμάτες τρόφιμα - και έμεινε μαζί τους μέχρι το τέλος. Ήταν, συνέχισε, ένα ζωντανό και δημοκρατικό πνεύμα και χαιρόσουν να συζητάς μαζί του. Ήταν ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος (σοκ στο ακροατήριο!). Και σήμερα, κατέληξε ο Μπίστης, που είναι Αρχιεπίσκοπος, χαίρεσαι να συζητάς μαζί του... (τρία εγκεφαλικά στα πίσω καθίσματα!) Είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος (α, μάλιστα!). Στη συνέχεια ο Μπίστης είπε τον πόνο του, ότι όπου και να πάει κανείς είναι υποχρεωμένος να υφίσταται τον ...αγιασμό, αναφέρθηκε στις δυνάμεις που αντιτίθενται έμπρακτα στον χριστοδουλισμό (ανέφέροντας, προς τιμήν του, και τη νομοθετική πρωτοβουλία του Συνασπισμού) και διακήρυξε οτι είναι ανάγκη η αριστερά να προβάλλει τη δική της ιδεολογία και αξίες (εδώ ξέφυγε στη γνωστή αριστερή θεολογία - it's hard to learn an old dog new tricks!) γιατί αν δεν το κάνει η αριστερά, λέει, ποιός θα το κάνει; (Πάντως όχι ο γνωστός ακραιφνής Ορθόδοξος Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, ο ΓΑΠ! Θα ανεβάσω σε σχόλιο τους σχετικούς συνδέσμους, με στιγμιότυπα από τη μεγάλη του προσπάθεια να πλασαριστεί ως ορίτζιναλ Ορθόδοξος, προς άγραν ψήφων από τις θεούσες!)

* Ο απών Ανδρέας Ανδριανόπουλος (έχασε το αεροπλάνο από τη Μόσχα) έστειλε τη νεοφιλελεύθερη ομιλία του με φαξ και τη διάβασε ο συντονιστής Τραϊανός Χατζηδημητρίου. Σωστός!

* Τέλος, ο συγγραφέας Μανώλης Βασιλάκης ευχαρίστησε τους παρόντες, η εκδήλωση ολοκληρώθηκε ομαλώς και διελύθημεν ησύχως.

_________________

Κάποιοι είπαν πως οι ζηλωτές απουσίαζαν και δεν ...τίμησαν με την παρουσία τους την εκδήλωση, γιατί είναι επικεντρωμένοι στον αγώνα κατά του τρισκατάρατου Δημητρίου Πανούση. Μάλλον υπάρχει γραμμή από ψηλά (όχι από το Θεό, λίγο ψηλότερα...), να μην ασχολούνται με το βιβλίο, τον Βασιλάκη και όσους τον υποστηρίζουν, γιατί κάνει τζίζ: αν πάνε για μαλλί, κάποιοι θα βγουν κουρεμένοι!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006 | 7 σχόλια
Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί...


Μας την έχουν στημένη παντού: στα σουπερμάρκετ, στις παραλίες, στα φαγάδικα. Σήμερα με πέτυχαν εκεί που πήγα να πλύνω τ' αμάξι. Έκανε ψοφόκρυο και μπήκα "μέσα" - πήρα κι έναν εσπρέσσο που δεν πινότανε, αλλά κόστιζε 2 ευρώ (686 δραχμές, περίπου). Ο ραδιοφωνικός σταθμός έπαιζε ένα σκυλάδικο με τον Τερζή - και μετά διαφήμιση:

...στείλτε ΖΩΗ στο τάδε νούμερο για να μάθετε αν στην προηγούμενη ζωή ήσαστε βίκινγκ, εξερευνητής ή ...άλογο!

Πριν συνέλθω, άγνωστος σε μένα σκυλάς, τα ρίχνει:

Ντροπή σου που δεν κατάλαβες ποτέ τι σούχω δώσει
νάχεις το θράσσος να με βλέπεις μεσ' τα μάτια

(ΚΟΥΦΑΛΑ!)
για τη φωτιά και για την άδικη ψυχή σου,
ΝΤΡΟΠΗ ΣΟΥ!


Διαφήμιση του σταθμού και μια (άγνωστη και πάλι) γυναικεία φωνή, με τη συνοδεία μιας τρισάθλιας, γλιδιάρικης μουσικής, μας λέει τον καημό της:

Άργησες, δεν ξέρεις πόσο άργησες
άργησες, σαν όνειρο ναυάγησες

(ναυαγούνε τα όνειρα, μανδάμ;)
ό,τι είχα μου το πήρες
(και μετά λέει κάτι για ένα λερωμένο ρούχο, που δεν το συγκράτησα).

Σειρά του Πασχάλη Τερζή, που άδει ένα σκυλοζεϊμπέκικο, με μουσική και ενορχήστρωση κατωτάτης υποστάθμης, αλλά ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ στίχο:

Τις αμαρτίες τις δικές μου
αν χρειαστεί να τις μετρήσω
από τα δέκα δάχτυλά μου
μόνο τα πέντε θα κρατήσω


(τα άλλα θε να τα κόψεις;)

ΡΕΦ(Ι)ΡΑΙΝ:

Μα το δικό σου αμάρτημα
του κόσμου όλα τα δάχτυλα!

(σε σχήμα μούντζας...)

Τώρα το δίκιο σου γυρεύεις
μες το πιοτό και μας τη ζάλη
κι όλο μετράς στα δάχτυλά σου
τις αμαρτίες πούχω κάνει

(μία με την ¨Αντζελα... μία με τη Λέτα...μία με τον Μήτσο...)

Νόμισα οτι τα είχα ακούσει όλα, αλλά το πρόγραμμα είχε αντάξια συνέχεια (μη ζητάτε ονόματα, λέμε!):

(αφού κάτι προηγήθηκε...)
κι επηρεάστηκα, σπάστηκα, βιάστηκα
(πάλι καλά που δε χ.στηκα...)
δεν υπολόγισα εσένα κι όσα είχα
(μαλ.κα!)
μαζί σου ένοιωσα, αγάπησα, υπήρχα
για σέεεενα υπήρχα!


(περί το τέλος, ένα τρισάθλιο σόλο κλαρίνο - για αυτοκτονία. Και μετά αυτός το βιολί του)
Σ' αγαπάω, μη με κατακρίνεις!
(η χορωδία: ουάουουουουου...)

Next (και ξερός) μια αντρική φωνή (εντελώς ψάρι) ρίχνει ένα χορευτικό, δηλαδή γυφτοτσιφτετέλι, ν' ανοίξει η καρδιά μας:

Δε σε νοιάζει
που για σένα πάλι
πάω να τρελαθώ
δε σε νοιάζει
που πατάω γκάζι
λιώμα στο ποτό!


Δεν άντεξα άλλο και βγήκα στο ψοφόκρυο...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 31, 2006 | 7 σχόλια
Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006
Μήπως όντως δεν αντέχει η οικονομία;











Γράφουν ο Δημήτρης Βαρνάβας και ο Ανδρέας Ξανθός


Στη μεγάλη απεργία των δασκάλων η κυβέρνηση επέμεινε ότι κατανοεί τα δίκαια αιτήματά τους, εκφράζει αμέριστη συμπάθεια, πλην όμως δε μπορεί να δώσει τί-πο-τα. Δεν αντέχει η οικονομία. Το επαναλαμβάνει στους καθηγητές, στους χαμηλοσυνταξιούχους, σε κάθε κλά-δο που κινητοποιείται. Το ίδιο υποθέτουμε θα εισπράξουμε κι εμείς ως νοσοκομειακοί γιατροί.

Όταν κάποιος δηλώνει τόσο επίμονα την αδυναμία του, αναποδογυρίζει τις τσέπες του για να πεισθείς ότι είναι άφραγκος και διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για την πρόθεσή του να σε αποκαταστήσει μόλις ανακάμψει, τότε αναπόφευκτα κάμπτεσαι. Πείθεσαι για τη διαχρονική ισχύ του γνωμικού «ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος» και περιμένεις την ώρα της πολυπόθητης ανάκαμψης.

Με τις μέρες, καθώς μαζεύεις πληροφορίες απ΄ την πιάτσα αρχίζεις να κάνεις δεύτερες σκέψεις. Μήπως τελικά είμαι εύπιστος ή είχα κίνητρο για να πεισθώ;

Με τη γλώσσα των αριθμών

Οι δάσκαλοι δεν πήραν τίποτα. Τουναντίον, ο Αρχιεπίσκοπος πήρε αξιόλογες παροχές, οι οποίες αποτιμώνται σε 800 εκατ. € ετησίως. (ΒΗΜΑ 10/9/06). Το ίδιο και οι μεγάλες επιχειρήσεις: έλαβαν 400 εκατ € ετησίως με τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε τη συζήτηση εδώ. Με την μεταφορά των παραπάνω 1,2 δις στην υγεία μπορούν να λυθούν τα περισσότερα προβλήματα και να δοθούν ικανοποιητικές απολαβές στους νοσοκομειακούς γιατρούς χωρίς να υπάρξει καμιά συνέπεια για την Εκκλησία ούτε και τους επιχειρηματίες. Η Εκκλησία διαθέτει τεράστια περιουσία και ο κλήρος μισθοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι επιχειρηματίες επικαλούνται επενδύσεις, πλην όμως τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών αποδεικνύουν ότι το μεγαλύτερο μέρος από τα 400 εκατ. € πήγε σε διανομή μερισμάτων.

Δεν είναι όμως μόνον αυτά. Είναι κι πολλά άλλα.

œ* Στην πενταετία που πέρασε το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 25%, τα κέρδη των επιχειρήσεων κατά 35% και οι μισθοί κατά 5% (Ελευθεροτυπία 7/10/06).

œ* Η φορολόγηση των μισθωτών γίνεται προκαταβολικά με παρακράτηση φόρου στις αποδοχές. Τουναντίον οι επιχειρηματίες φοροδιαφεύγουν συστηματικά. Με βάση τα επίσημα στοιχεία είμαστε οι πρωταθλητές της φοροδιαφυγής στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Συγκεκριμένα, με την αύξηση του ΑΕΠ η συνολική φορολογική επιβάρυνση (από άμεσους και έμμεσους φόρους και από εισφορές κοινωνικής ασφάλισης) πέφτει στην Ελλάδα από 35,3% για εφέτος, στο 28% έναντι 45% του Βελγίου, 48% της Δανίας, 39% της Γερμανίας, 35% της Ισπανίας, 43% της Γαλλίας, 41% της Ιταλίας, 38% της Ολλανδίας, 34% της Πορτογαλίας, 36% της Αγγλίας κ.λ.π. Η Ελλάδα δηλαδή τείνει να γίνει φορολογικός παράδεισος, αφού οι έχοντες και κατέχοντες δεν πληρώνουν τους αναλογούντες φόρους ή μάλλον τους κλέβουν, όπως και τις εισφορές στην κοινωνική ασφάλιση (Νίκος Νικολάου, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ).

œ* Τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις σύμφωνα με επίσημα στοιχεία φοροδιαφεύγουν. (βλ. εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ). Οι κυβερνήσεις, προκειμένου να μην κινήσουν εναντίον τους ποινικές διαδικασίες για να εισπραχθούν οι απολεσθέντες φόροι, προτιμούν τη λύση της διάχυσης των ευθυνών σ΄ όλη την ελληνική κοινωνία. Καταφεύγουν σε δανεισμό για να αντεπεξέλθει ο κρατικός προϋπολογισμός. «Το κράτος μαζεύει 48 δισ. ευρώ, ξοδεύει 85, ενώ η κεντρική κυβέρνηση έχει έλλειμμα 9 δισ. ευρώ και κάθε χρόνο δανείζεται 34 δισ. ευρώ». (Π. Δούκας σε έγγραφο προς τους βουλευτές της ΝΔ- ΒΗΜΑ 22/10/06).

œ* Η εισφοροδιαφυγή εκτιμάται σε 5 δις €. (Έθνος 28/10/06). Τα ταμεία, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στα νοσήλια των ασφαλισμένων αφήνουν χρέη στα Νοσοκομεία, τα οποία –παρά την προ 2ετίας ρύθμιση Κακλαμάνη- ήδη ανέρχονται στα 1,8 δις €, προκαλώντας οικονομική ασφυξία.

œ* Στην έκθεση που υπέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών στην Eurostat ομολογούν ότι η παραοικονομία μπορεί να φτάνει έως και το 30% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος.

œ* Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2006, οι μισθωτοί (οικονομικό έτος 2005) παρουσίασαν αύξηση στο δηλωθέν εισόδημα κατά 7,1% και στους φόρους κατά 22,03%. Οι συνταξιούχοι παρουσίασαν αύξηση στο δηλωθέν εισόδημα κατά 7,3% και στους φόρους κατά 29,3%. Αντίθετα ο μέσος όρος για τους ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους και βιοτέχνες ήταν 10,4% σε ό,τι αφορά την αύξηση των εισοδημάτων τους και 5% σε ό,τι αφορά τη φορολογία. Δηλαδή, από το σύνολο των φόρων που εισπράττει ο κρατικός προϋπολογισμός το 44,5% καταβλήθηκε από μισθωτούς και συνταξιούχους και το 42,1% από νομικά πρόσωπα (επιχειρήσεις)

œ* Στα 500 εκατ. € εκτιμούν τις ετήσιες «απώλειες» των προμηθειών στο Υπουργείο Υγείας, εννοώντας ότι με εφαρμογή σύγχρονης διαχείρισης και πάταξης της μίζας μπορεί το υπέρογκο αυτό ποσό να εξοικονομηθεί. Προκειμένου να υπάρξει μέτρο σύγκρισης αναφέρουμε ότι το ετήσιο κονδύλιο εφημεριών ανέρχεται στα 326 εκατ. € (βλ. προσχέδιο προϋπολογισμού 2007 - ο σύνδεσμος δεν παρατίθεται γιατί παρουσιάζει κάποια προβλήματα)

œ* Η απορροφητικότητα των Κοινοτικών επιχορηγήσεων (Γ΄ ΚΠΣ) είναι χαμηλότατη και κινδυνεύουν με απώλεια δεκάδες δις €. (Δείτε στοιχεία από επερώτηση του ΣΥΝ).

* * *

Θα μπορούσε κανείς να παραθέσει πολλούς ακόμα, ήσσονος σημασίας λόγους. Νομίζουμε όμως ότι «χρείαν άλλων μαρτύρων» δεν έχουμε. Υπάρχουν κονδύλια και μάλιστα επαρκή. Αν τα αθροίσουμε και από το άθροισμα δώσουμε το 25% στην υγεία έχουμε λύσει το μέγιστο μέρος των σημερινών οικονομικών προβλημάτων. Το επιχείρημα της οικονομίας που δεν αντέχει είναι ένα προμελετημένο ψεύδος, το οποίο επαναλαμβάνουν μονότονα, ώστε με την επανάληψη να εγγραφεί στο υποσυνείδητο της κοινωνίας ως αλήθεια.

Η υποχρηματοδότηση του ΕΣΥ, της Δημόσιας Παδείας και της Κοινωνικής Ασφάλισης στη χώρα μας, δεν είναι μια "αναγκαστική" λύση λόγω δημοσιονομικής στενότητας. Είναι μια πολιτική επιλογή νεοφιλελεύθερης έμπνευσης με στόχο τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, πάντα στο όνομα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Αυτό λοιπόν που χρειάζεται για να ενισχυθεί σοβαρά και να αναβαθμιστεί η Δημόσια Υγεία-Παιδεία, είναι να υπάρξουν άλλες πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες που υπερβαίνουν την διαχρονικά ασκούμενη κυβερνητική πολιτική των κομμάτων εξουσίας.

Συμπεράσματα

Με την απόφαση του πρόσφατου Γενικού Συμβουλίου της ΟΕΝΓΕ τίθενται με σαφή τρόπο οι διεκδικήσεις των Νοσοκομειακών γιατρών. Διεκδικήσεις που εκφεύγουν από το στενό συντεχνιακό ορίζοντα και θέτουν το συνολικό πρόβλημα της Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας, μέρος του οποίου είναι και οι γιατροί.

Για τον αναπροσανατολισμό της πολιτικής υγείας που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια απαιτούνται θεσμικές παρεμβάσεις και χρηματοδότηση, ώστε στο δημόσιο σύστημα υγείας να εισρέουν πόροι ανάλογοι με τα συστήματα των ανεπτυγμένων κοινωνιών. Σήμερα το ΕΣΥ χρηματοδοτείται με τους μισούς πόρους σε σχέση με τα συστήματα υγείας των άλλων χωρών της ΕΕ και ο μαρασμός του είναι αυτονόητος, όταν μάλιστα βρίσκεται αντιμέτωπο με έναν αρπακτικό και παμφάγο ιδιωτικό τομέα υγείας.

Ως νοσοκομειακοί γιατροί πρέπει να διεκδικήσουμε αυτό που δικαιούμαστε. Μεμψιμοιρίες και ανόητες δικαιολογίες δεν έχουν θέση στις δημόσιες, αλλά και τις ιδιωτικές μας συζητήσεις. Ως κλάδος δεν έχουμε κανένα –μα κανένα- λόγο να πεισθούμε ότι η οικονομία δεν αντέχει να χρηματοδοτεί ένα δημόσιο, ποιοτικό σύστημα υγείας και να αμείβει αξιοπρεπώς τους γιατρούς. Ίσως κάποιοι μεμονωμένοι συνάδελφοι να έχουν ιδιοτελείς λόγους να «πεισθούν», κυρίως διότι έχουν επιλέξει ατομικές μεθόδους και δεν τους αφορά ο συλλογικός αγώνας. Αυτούς οφείλουμε να τους εκλάβουμε ως ξένο σώμα και να συμπεριφερθούμε απέναντί τους αναλόγως.

_________________________

Σημείωση: Ο Δημήτρης Βαρνάβας είναι μέλος της Γραμματείας της Ομοσπονδίας Νοσοκομειακών Γιατρών. Ο Ανδρέας Ξανθός είναι πρόεδρος της Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών Ρεθύμνου. Το άρθρο δημοσιεύεται μετά από συνεννόηση με τον πρώτο συγγραφέα, τον οποίο και ευχαριστώ. Οι θέσεις που αναπτύσσονται δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά με τις δικές μου


συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 30, 2006 | 12 σχόλια
Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006
Κι αν φυσάει ο Βαρδάρης...
Η βόλτα στο monitor σταμάτησε σε δυο πολύ καλά ιστολόγια, που ασχολούνται με το ίδιο θέμα: τα τρέχοντα πολιτισμικά της Μπουγατσαδουπόλεως, με τον Πανούση από τη μια και τη γνωστή ομάδα από την άλλη. Πρώτος ο nickthecreek, ΕΔΩ, και στη συνέχεια ο sfrang, ΕΔΩ. Τα σκίτσα του Προφήτη αλα ελληνικά...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006 | 3 σχόλια
Νίκος Καζαντζάκης
Στις 26 Οκτωβρίου 1957 πέθανε ο Νίκος Καζαντζάκης. Σήμερα, ένα σύντομο αλλά μεστό χρονικό του βίου του, από τον Πάτροκλο Σταύρου, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006 | 3 σχόλια
THE rooster!


Τι να σας λέω τώρα... Του Αθανάση ειπόντος "έπρεπε να είχαμε εδώ το λάπτοπ - να ποστάρουμε απευθείας!"

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 29, 2006 | 2 σχόλια
Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006
Παλιό, αλλά καλό!
28 Οκτωβρίου σήμερα - τα "μτΚ", πάντα στην αιχμή της επικαιρότητας, σας παρουσιάζουν το ...περυσινό ποστ Ζήτω η 28η Οκτωβρίου! (εικονογραφημένο).

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 28, 2006 | 6 σχόλια
Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006
Μαθητικές κινητοποιήσεις τον 19ο αιώνα


Κατά τη διάρκεια των Ρωσοτουρκικών πολέμων του 19ου αιώνα, παρατηρήθηκε μαζική μετανάστευση Ελλήνων ποντίων (αλλά και Αρμενίων), από τον τουρκοκρατούμενο Πόντο, στην ομόδοξη Ρωσία, με αποκορύφωση του φαινομένου κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1856-1866). Οι μετανάστες Έλληνες και Αρμένιοι ήταν καλοδεχούμενοι από το Ρωσικό κράτος, γιατί αντικατέστησαν τον τουρκικό αγροτικό πληθυσμό των συνόρων, που είχε φύγει για την Τουρκία ή εξοριστεί.

Για τους μετανάστες προέκυψε σύντομα ένα σοβαρό πρόβλημα, καθώς η πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης απέναντί τους χαρακτηριζόταν από πανσλαβικές προθέσεις: οι Ρώσοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο τον εκσλαβισμό των Ελλήνων (και όλων των υπολοίπων μη ρωσικών εθνοτήτων) και γι’ αυτό επέβαλαν τον εκρωσισμό των επιθέτων, απαγόρευσαν την ίδρυση ελληνικών σχολίων και ναών, ενώ στις μεγαλύτερες κοινότητες επέτρεψαν τη διδασκαλία της ελληνικής ως ξένης γλώσσας, για μια μονάχα ώρα την ημέρα.

Ήταν επόμενο να προκληθούν αισθήματα πικρίας στις τάξεις των Ελλήνων μεταναστών, αλλά και μια έντονη αντίδραση, ειδικά στο θέμα της γλώσσας. Έφτασε, αγόρια δεκατριών ετών να οργανώνουν σχολικές απεργίες για την υπεράσπιση της μητρικής γλώσσας. Ειδικά στη Γεωργία, οι σχολικές ταραχές ήταν συνεχείς: Οι Ρώσοι δάσκαλοι δεχόντουσαν επιθέσεις και ξυλοδαρμούς, ενώ οι μαθητές συχνά έβαζαν φωτιά στα σχολεία! Αποτέλεσμα της πεισματικής και σκληρής προσπάθειας των Ελλήνων μεταναστών, ήταν η ίδρυση κοινοτικών ελληνικών σχολείων.

Τα σημειώνω αυτά, για να έχουν υπόψη τους οι νεαροί επισκέπτες των «μτΚ» (αν υπάρχουν τέτοιοι) ότι κάποιοι προ-προ-παππούδες τους δε μασούσαν και δεν κώλωναν πουθενά, προκειμένου να υπερασπίσουν (μέσω της παιδείας) την ταυτότητά τους – στοιχειώδες ατομικό και πολιτικό δικαίωμα, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε έναν σύγχρονο όρο. Και ότι οι καταλήψεις τότε δε γινόντουσαν απέναντι στη Μαριέττα Γιαννάκου, αλλά κόντρα στην τσαρική κυβέρνηση, περίφημη για τις …δημοκρατικές της ευαισθησίες. Τέλος, επειδή δε νομίζω ότι αυτές οι πτυχές της ιστορίας των Ελλήνων περιλαμβάνονται στα σχολικά εγχειρίδια και στο αναλυτικό ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων της Ελληνικής Δημοκρατίας.

*

Πηγή: Βλάσης Αγτζίδης, Το κίνημα ανεξαρτησίας του Πόντου και οι αυτόνομες Ελληνικές περιοχές στη Σοβιετική ένωση κατά τον μεσοπόλεμο. Στην εργασία του Αγτζίδη υπάρχει και η σχετική βιβλιογραφική τεκμηρίωση.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2006 | 14 σχόλια
Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006
Επέτειος


Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα δεκαεφτά ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ – ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.

Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω χαρτιά, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να διαβάζω και να γράφω.

Με τη σειρά τα αμφιθέατρα, τα εργαστήρια, τα κομματικά στέκια, τα μπαράκια, τα ουζερί, οι ταβέρνες, τα καφενεία. Πολιτική, έρωτες, όνειρα. Πολλά όνειρα. Τρελά όνειρα. Και πολλοί άνθρωποι, φίλοι και γυναίκες – δεν έμεινε σχεδόν κανένας και καμιά…

Τα πρώτα χρόνια περάσαμε καλά οι δυο μας. Για την ακρίβεια, τέλεια! Όχι ένα και δύο – δώδεκα! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια χρυσάφι…

Αγάπησα πολύ, πολλά: γυναίκες, βιβλία, ποιήματα, κόμιξ, ταινίες, αμάξια, γήπεδα, οδοιπορίες, γλέντια, αθλητικά απογεύματα σε γηπεδάκια, συζητήσεις, συναπαντήματα. Ακόμα και την Επανάσταση των προλεταρίων – κι ας έμενα κατά βάθος ένας παραδοσιακός άνθρωπος της υπαίθρου. Και συ δεν έφερνες καμιά αντίρρηση, μου τα έδινες όλα, μου τα επέτρεπες όλα. Και μένα μου άρεσε να σε βλέπω από ψηλά, ξαπλωμένη νωχελικά - και ύστερα να χάνομαι μέσα σου και να εξερευνώ τις πιο απόκρυφες γωνιές σου και να παραμυθιάζομαι ότι καλύτερη από σένα δεν υπάρχει, ότι είσαι η πρώτη και η μοναδική.

Δε χωρίσαμε ποτέ. Εφτά μήνες ήταν όλοι κι όλοι που έμεινα μακριά σου, φαντάρος. Και τότε, σε κάθε ευκαιρία, έτρεχα σε σένα.

Και μετά έγινες στρίγγλα. Χάλασε η όψη σου, η φωνή σου, η αύρα σου. Λες και δεν έφτανε αυτό, άρχισα να υποψιάζομαι πως στη σχέση μας δεν είμαστε μόνοι: υπήρχαν και κανόνιζαν τα πάντα οι νταβατζήδες σου. Αόρατοι για χρόνια, άρχισαν σιγά σιγά να τους ξεχωρίζουν τα αφελή μου μάτια.

Λες να τα φαντάστηκα; Μα κάθε φορά που ήθελα να σε πάρω, μου ζητούσαν να πληρώσω. Με αντίτιμα που τα σιχαινόμουν. Οι πόρτες σου έμεναν κλειστές – έμπαιναν κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν πρόβλημα με τη συναλλαγή. Κι εγώ σε συναντούσα κρυφά, απόμερα, όλο και πιο αραιά. Και τότε ακόμα δε με αγκάλιαζες, δεν με άκουγες, δε με παρηγορούσες, Κι έτσι άρχισε να δημιουργείται η γνωστή ψυχρότητα ανάμεσά μας.

Δε μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς την περίοδο που ο απόλυτος έρωτάς μου για σένα μετατράπηκε σε αηδία. Αλλά δε μπορούσα πια να βλέπω τους νταβατζήδες να μπαίνουν ανάμεσά μας και συ να μου γυρίζεις την πλάτη. Αν δε σε είχα ερωτευτεί τόσο, μπορεί να μη σε περιφρονούσα. Θα μου ήσουν, απλά, αδιάφορη. Μια τρύπα που μπαίνεις, γιατί κάπου πρέπει να μπεις, χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές.

Ξέρεις πολύ καλά ότι αόρατα αλλά πανίσχυρα νήματα με κρατάνε δεμένο κοντά σου. Ξέρεις ότι προσπάθησα πολύ να τα κόψω, μάτωσα κιόλας, αλλά ήταν αδύνατο. Έχουν περάσει εικοσιεφτά χρόνια, αυτή η σχέση έγινε εφιάλτης, αλλά έγινε πια υποχρεωτική. Θέλω δε θέλω, υποχρεωτική.

Σε βλέπω τώρα και ανατριχιάζω. Μια σταφιδιασμένη, κακιασμένη κωλόγρια, μια ξεφτιλισμένη πουτάνα είσαι. Κι ας φανερώνεσαι καμιά φορά φρεσκολουσμένη και χαμογελαστή κι ας καταφέρνεις τότε να κάνεις τα σπλάχνα μου να αχνίζουν και πάλι από πόθο για σένα. Δε περνά πολλή ώρα και με κατακλύζει η νοσταλγία της φυγής μακριά σου. Γιατί γελάς ξεδιάντροπα, γιατί πουλιέσαι φτηνά στον κάθε καραγκιόζη, γιατί του κάνεις πρόθυμα όλα τα γούστα – και μετά έρχεσαι ξανά σε μένα, να εξαγνιστείς. Και να με παραμυθιάσεις.

Σε μαθαίνουν σιγά σιγά και τα παιδιά μου. Και σε αγαπάνε, γιατί είναι παιδιά και δε μπορούν να ξέρουν τι λέρα και τι χάσιμο είσαι. Και συ τα δολώνεις – όπως έκανες και με μένα. Γιατί το έχεις αυτό το χάρισμα, να φτιάχνεις τους μύθους σου και να τους πουλάς, ακριβώς όπως πουλάνε οι απατεώνες τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Έχω χρόνια να σου μιλήσω. Ούτε σήμερα θα σου μιλούσα, κι ας είναι τέτοια μέρα. Θυμάσαι, ήταν ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, στα 1979… Το πρωί καθώς οδηγούσα για τη δουλειά σε σκεφτόμουν - και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οπουδήποτε αλλού, οπουδήποτε μακριά σου, θα είμαι ξένος. Και σκέφτηκα ότι εικοσιεφτά χρόνια έχουν πια τη σφραγίδα και το βάρος του οριστικού. Και είπα, ξεφτιλισμένη κωλόγρια, να σου γράψω δυο λόγια στο μπλογκ – για να συναντηθούμε ξανά.

Τι το ήθελα; Με το που το συλλογίστηκα, λες κι άλλαξες όψη – έγινες πάλι η όμορφη μάγισσα της νιότης μου. Αφήνομαι κι εγώ, κι ας ξέρω πως θα με απογοητεύσεις και πάλι – και πολύ γρήγορα μάλιστα.

Απόψε όμως, θα σε κυκλοφορήσω λες κι είσαι άλλη, δηλαδή αυτή που φαντάστηκα πως ήσουν, κάποτε. Φαντάσου και συ πως είμαι εκείνος που ήμουν, ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Ας κάτσουμε στο μισοσκόταδο του μπαρ, να μη φαίνονται τα καζάντια μας κι ας πιούμε μαζί, ας χαλαρώσουμε ονειροπολώντας για ένα μέλλον λιγότερο πικρό από το παρόν.

Θεσσαλονίκη μου, καλή μας επέτειο!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006 | 11 σχόλια
Kαζίνο και τοπικές κοινωνίες


Γράφει ο Νίκος Φωτίου.
Στο τηλεοπτικό καζίνο το παιχνίδι στρώθηκε Kυριακή βράδυ. Στο τραπέζι του πόκερ η NΔ κάνει άνοιγμα με τρεις δήμους, ο ΣYN και το KKE τα βλέπουν. Tο ΠAΣOK κάνει ρελάνς με μια υπερνομαρχία και οι αριστερές δυνάμεις πάνε πάσο. Tότε η NΔ κάνει κόντρα ρελάνς με το λεκανοπέδιο και το παιχνίδι ανάβει.

Στο διπλανό κανάλι-ρουλέτα η μπίλια κάνει γύρες και οι τηλεοπτικοί γκρουπιέρηδες φωνάζουν: Bάλτε τώρα που γυρίζει! H μπίλια κάθεται πότε στο ΠAΣOK, πότε στη NΔ. Oι αριστερές δυνάμεις παίζουν τα ψιλά τους στον κουλοχέρη. Oι παίκτες ιδρώνουν, διαπληκτίζονται. Oι γκρουπιέρηδες μοιράζουν χαρτιά και γυρίζουν τη μπίλια.

Στο τέλος του παιχνιδιού όλοι κάνουν τον απολογισμό τους. Άλλοι χαρούμενοι που τους έκατσε η νομαρχιακή μπίλια κι άλλοι λιγότερο που δεν τους βγήκε το καρέ του δήμου. Πάντως, στο τέλος, όλοι δηλώνουν κερδισμένοι. Aπό την τσέπη κάποιων, καθώς φεύγουν το πρωί νυσταγμένοι από τον ολονύκτιο αγώνα, πέφτουν κανα δυο μάρκες-δήμοι κάτω των δέκα χιλιάδων κατοίκων. Oύτε σκύβουν να τις σηκώσουν. Aστεία ποσά. Pαντεβού και πάλι στον β’ γύρο. Tι κούραση!

Tο ίδιο σκηνικό σ’ όλα τα ιδιωτικά αλλά και τα κρατικά κανάλια-καζίνο. Tα κομματικά στελέχη τζογάρουν την ψήφο μας και μετράνε τα κέρδη τους. O κυρίαρχος λαός μίλησε και τέλος. Oι ψήφοι του, που γέμισαν τις κάλπες, σε λίγες ώρες άδειασαν στα κομματικά θυλάκια και εξαργυρώθηκαν ως μάρκες για το τηλεοπτικό καζίνο.

Tο ήξερα αυτό το σκηνικό, το έχω δει πολλές φορές. Tο έχω σιχαθεί πια.

Tο κομματοκρατικό σύστημα στην Eλλάδα, όσο ξεφουσκώνει κι αδειάζει από κόσμο, τόσο πιο στυγνό και τηλεοπτικό γίνεται. Mιλάω για όλα τα κόμματα. Tα κομματικά επιτελεία/μηχανισμοί ό,τι δεν μπορούν να το ελέγξουν, το θεωρούν εχθρικό και απειλητικό. Aπό τον δήμο και τη νομαρχία ως τη συνδικαλιστική οργάνωση και τον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων.

Aς έρθουμε στην πόλη μας. Όλοι οι κομματικοί οργανισμοί εδώ και μήνες ήταν σίγουροι για τον συντηρητισμό της πόλης και το ανίκητο του Παπαγεωργόπουλου. Tα στοιχήματα που έπεφταν, αφορούσαν μόνο το ποσοστό της νίκης του. Όταν μια πρωτοβουλία ανθρώπων της αυτοδιοίκησης με επικεφαλής τον Γιάννη Mπουτάρη ξεκίνησαν μια προσπάθεια το καλοκαίρι του 2005 φωνάζοντας ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι αυτονόητα συντηρητική (ενώ η ηγεσία της είναι) και ότι ο φτερωτός γιατρός δεν είναι άτρωτος, αρκεί να υπάρξει μια κοινή αυτοδιοικητική πρόταση, πολλοί γέλασαν. Oι κομματικοί οργανισμοί της αντιπολίτευσης δεν γέλασαν καθόλου.

Πρώτος ο Συνασπισμός αρνήθηκε διαρρήδην κάθε κουβέντα για σύμπραξη, ακολούθησε το KKE και τελευταίο το ΠAΣOK ώδινεν όρος και έτεκε κομματικό στέλεχος. Στη συνέχεια άρχισε ο πόλεμος. Πολεμοφόδια, τα γνωστά: Πολιτικά επιχειρήματα τραβηγμένα απ’ τα μαλλιά, συκοφαντίες για προδοσία, προσπάθειες ηθικής απαξίωσης των «αιρετικών», απειλές, διαγραφές. H μεν αριστερά μιλούσε για «δυο ψηφοδέλτια του ΠAΣOK», το δε ΠAΣOK για κυριαρχία της αριστεράς στο εγχείρημα του Mπουτάρη και της «Πρωτοβουλίας». Kαι οι δυο μαζί μιλούσαν για θνησιγενές εγχείρημα που δεν θα φτάσει ούτε ως την κάλπη.

Aξιοθρήνητες και ηττοπαθείς εκτιμήσεις. Γιατί δεν έπαιρναν υπόψη τις διαθέσεις του κόσμου, δεν ήθελαν να υπάρχουν αυτές οι διαθέσεις, επειδή δεν μπορούσαν να τις ελέγξουν, επειδή ξέφευγαν απ’ το κομματικό μαντρί. Kομματικοί μηχανισμοί ίδιοι κι απαράλλαχτοι: Έξω από την κοινωνία, πίσω από την κοινωνία, ενάντια στην κοινωνία. Ήταν φανερό. Προτιμούσαν τον προβλέψιμο Παπαγεωργόπουλο απ’ τον απρόβλεπτο και μη ελέγξιμο Mπουτάρη.

Tα λάθη στην πολιτική πληρώνονται και οι Θεσσαλονικείς «τιμώρησαν» όλες τις κομματικές επιλογές: O ατσαλάκωτος τσαλακώθηκε, η επιλογή ΠAΣOK συντρίφτηκε και οι συνδυασμοί της αριστεράς κουτσουρεύτηκαν. Δεν το ‘κανε ο Mπουτάρης αυτό μόνος του, το ‘κανε η θυμωμένη Θεσσαλονίκη.

Tώρα, ας γενικεύσουμε. Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός πολιτών σε πολλά μέρη της Eλλάδας στις αυτοδιοικητικές εκλογές επέλεξαν ανεξάρτητα, αυτοδιοικητικά σχήματα και ανθρώπους που προτάσσουν το τοπικό και αδιαφορούν για το κομματικό. Aυτό θα πει αυτοδιοίκηση και κοινωνία των πολιτών. Aυτό κάνει τους σοβαρούς αναλυτές να μιλάνε για όλο και περισσότερους ακηδεμόνευτους πολίτες, για τοπικά αποτελέσματα (ακόμη και στις νομαρχίες) μη αναγώγιμα πλέον στην κεντρική πολιτική σκηνή. Aυτό κάνει τους κομματικούς μηχανισμούς να αφρίζουν.

Oι κοινωνίες αλλάζουν, οι μηχανισμοί δεν το αντιλαμβάνονται και, το χειρότερο, δεν το θέλουν. O μηχανισμός είναι πάντα μύωψ και δεν βλέπει παρά την αναπαραγωγή του ως ελεγκτή της κοινωνίας στο διηνεκές. Θέλει αυτός να κατέχει, να ελέγχει και να μοιράζει θέσεις, αξιώματα, προνόμια και –για τα κόμματα εξουσίας- χρήμα. H κοινωνία απηύδησε. Θέλει –στην περίπτωση του τοπικού τουλάχιστον- ανθρώπους με ιδέες, σχέδια, προγράμματα και κυρίως αδέσμευτους και ανεξάρτητους.

Aν τα κόμματα, ιδίως της αριστεράς, δεν το αντιληφθούν, όχι μόνο θα συρρικνώνονται, αλλά η αυξανόμενη απομάκρυνση του κόσμου από τις κομματικές οργανώσεις και τις συλλογικότητες μπορεί να στραφεί σε αρνητικές κατευθύνσεις, να τροφοδοτήσει κόμματα λαϊκιστικά, ακροδεξιά και αντίστοιχους ηγέτες, που έχουν απλώσει τα δίχτυα τους ιδίως σε λαϊκές περιοχές. Aυτό ήδη άρχισε να συμβαίνει (βλ. ποσοστά Kαρατζαφέρη στη Θεσ/νίκη και ιδιαίτερα στο B’ διαμέρισμα)
.
Tα κόμματα έχουν βαρύνοντα θεσμικό λόγο και ρόλο στην τοπική αυτοδιοίκηση. Oφείλουν, όμως, να πάψουν να θέλουν να επιβάλλουν, να ελέγχουν, να κατευθύνουν και να παίζουν στο πόκερ και τη ρουλέτα τις τοπικές κοινωνίες και τους πολίτες. Aλλιώς θα χάνουν. Ως γνωστόν, μόνο τα καζίνα βγαίνουν πάντα κερδισμένα. Διάλειμμα για κατούρημα και διαφημίσεις…

Nίκος Φωτίου
Μέλος του Συνασπισμού
και της «Πρωτοβουλίας για τη Θεσσαλονίκη»

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006 | 3 σχόλια
Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006
Η ιστορία επαναλαμβάνεται
Το έργο το έχουμε ξαναδεί: Η ΔΑΚΕ προσπαθεί τώρα να σπάσει την απεργία των δασκάλων, όπως έκανε και η ΠΑΣΚΕ πριν μερικά χρόνια, επί ΠΑΣΟΚ, στη μεγάλη απεργία των καθηγητών. Θα το καταφέρει, μάλλον. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε να πέσουν όλοι, λυτοί δεμένοι, να πείσουν και τους συναδέλφους τους που δεν απεργούν, να μπουν κι αυτοί στο παιχνίδι.

Ωστόσο, το μεγάλο μάθημα αυτής της συγκλονιστικής απεργιακής προσπάθειας των δασκάλων είναι πως ο μόνος τρόπος για να πετύχουν οι εργαζόμενοι την ανατροπή της οικονομικής τους εξαθλίωσης και μια στοιχειώδη αναδιανομή του πλούτου είναι η συνδυασμένη προσπάθεια. Εκπαιδευτικοί και γιατροί και τραπεζικοί και οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα ΜΑΖΙ. Αλλιώς, η όποια κυβέρνηση στο τέλος θα τα καταφέρνει να μας τσακίζει, έναν έναν χωριστά. Μέχρι να έρθει η ώρα να παραδώσει την κυβερνητική εξουσία στους άλλους, που περιμένουν να έρθει η ώρα τους, δηλαδή να απελπιστούν οι πολίτες από ετούτους και να τους προτιμήσουν.

*
Ανανέωση: απεργία και συλαλλητήρια 3 και 9 Νοεμβρίου, η πρόταση προς τις ΓΣ. Με άλλα λόγια, ο Γολιάθ μπορεί ν' ανοίξει σαμπάνιες... Ανεξάρτητα από αυτό, ένα ακόμα "μπράβο" στους δασκάλους, για τη μεγάλη τους προσπάθεια. Κρίμα όμως, γιατί έφτασαν στο παρά πέντε...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006 | 5 σχόλια
Ο κουμπούρας - αληθινή ιστορία
Στο δημοτικό σχολείο ενός χωριού της Χαλκιδικής, παλιά - πριν ανακαλυφθούν οι απεργίες των δασκάλων. Ο δάσκαλος ρωτάει τον κουμπούρα της τάξης.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Για πες μας Μανωλόπουλε, πόσοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες;

ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ: …

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Άντε βρε Μανωλόπουλε, εύκολο είναι… πόσοι ήταν οι Τρεις Ιεράρχες;

ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ …

Ο πισινός του Μανωλόπουλου, μεγάλη λέρα, του ψιθυρίζει: «δύο». Ο Μ. περιχαρής σηκώνει το κεφάλι και το αμολάει: «Δύο!»

ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Μπράβο! Για πες μας τώρα και τα ονόματά τους…

ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ: …

Ο πισινός του Μ. (μεγάλη λέρα) ψιθυρίζει: «Ο Λουκάς»

Ο Μανωλόπουλος σηκώνει πάλι το κεφάλι και απαντά με σιγουριά: «Ο Λουκάς, κύριε!»

Ε, σήμερα ο «Μανωλόπουλος» είναι από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της Βόρειας Ελλάδας. Η τύχη της «λέρας» αγνοείται.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006 | 8 σχόλια
Εσπερινός μετ' αρτοκλασίας
Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο έφερε την ακόλουθη πρόσκληση:

Σας καλούμε στην παρουσίαση του βιβλίου
του Μανώλη Βασιλάκη «Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι
Ανδρέας Ανδριανόπουλος, Αντώνης Μανιτάκης, Νίκος Μπίστης, Γιάννης Μπουτάρης, Ιωάννης Πέτρου
Συντονιστής: Τραϊανός Χατζηδημητρίου

H εκδήλωση θα γίνει την Τρίτη 31 Οκτωβρίου, ώρα 8.00 μ.μ.,
στο βιβλιοπωλείο-πολυχώρο ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ «ΑΝΑΤΟΛΙΑ»
(Δημ. Γούναρη 39, απέναντι από την Καμάρα)

Εκδόσεις ΓΝΩΣΕΙΣ ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ-ΠΑΙΔΕΙΑ

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 25, 2006 | 10 σχόλια
Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006
Θα κουτουλήσω την τηλεόραση καμιά ώρα...
ΤΡΟΜΕΡΕΣ δηλώσεις Μουνιόθ:

Αν βάζαμε εμείς το δεύτερο γκολ, οπωσδήποτε η εξέλιξη θα ήταν διαφορετική...

Πως λέμε αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα ήτανε πατίνι, στη γλώσσα του Μουνιόθ;

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006 | 8 σχόλια
Άνθρακες ο θησαυρός...
...που θα προέκυπτε από τη συνάντηση των δασκάλων με τον Πρωθυπουργό της χώρας. Οι αντοχές της οικονομίας (λέει οκ. Καραμανλής) δεν επιτρέπουν την ικανοποίηση των οικονομικών αιτημάτων τους. Ακριβώς την ίδια απάντηση δίνει ο κ. Πρωθυπουργός στους εκπροσώπους των Τραπεζών, των εφοπλιστών, των βιομηχάνων, των μεγαλοεισαγωγέων - και άλλων αναξιοπαθούντων κλάδων. Είχε όμως και κερασάκι, που δε σερβίρεται στους άλλους: "Οι εκπαιδευτικοί είναι πρότυπα για την κοινωνία" είπεν ο κ. Πρωθυπουργός.

Ο λόγος σου με χόρτασε...

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006 | 5 σχόλια
Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006
Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός της ευθείας
Το ποστάκι αφιερώνεται στο φίλο Στέλιο που απορούσε γιατί δε μου άρεσε καθόλου η ολοκαίνουρια πλακόστρωση της παραλίας σε Περαία - Νέους Επιβάτες, χαρακτηριστικό της οποίας είναι η αποθέωση της ...ευθείας γραμμής, επί πολλά μονότονα χιλιόμετρα. Η πρώτη φωτογραφία είναι από το Αργοστόλι.



συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 23, 2006 | 16 σχόλια
Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006
Ο Γιαουρτωμένος και ο Τσαλακωμένος...
...θα κυβερνούν το νομό και το δήμο Θεσσαλονίκης για άλλα τέσσερα χρόνια. Με τις υγείες μας - και να λείπουν, παρακαλώ, τα ειρωνικά σχόλια των νοτίων, οι οποίοι τα έκαναν εξίσου μούσκεμα, γενικώς.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006 | 21 σχόλια
Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων







Σάββατο μεσημέρι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αναζήτησα τρία βιβλία. Το πρώτο («η μάστιγα του Θεού») το βρήκα αμέσως, στον ΜΑΛΛΙΑΡΗ. Το δεύτερο το βρήκα στο ΚΕΝΤΡΙ, λίγο παρακάτω στην Δημητρίου Γούναρη. Το τρίτο δεν το βρήκα καθόλου – και με στεναχώρησε αυτό, γιατί επρόκειτο για το «Χημείο του Παρακράτους». Φίλες και φίλοι, έχω την τιμή να γράψω σήμερα δυο λόγια για το «μικρό ημερολόγιο συνόρων» του Γκασμέντ Καπλάνι, που διάβασα «με τη μία».

1. Το βιβλίο διαβάζεται πολύ εύκολα. Έχει ένα μικρό προοίμιο, 30 σύντομα κεφάλαια κι έναν κάπως μεγαλύτερο επίλογο.

2. Κάθε κεφάλαιο έχει δύο μέρη: στο ένα παρουσιάζεται η ζωή του Αλβανού μετανάστη στην Ελλάδα – από τον πρώτο καιρό (1991) μέχρι σήμερα και το δεύτερο είναι ένα χρονικό των πρώτων ημερών, όταν μια νεοσύστατη παρέα πέντε Αλβανών (παράλληλα με χιλιάδες άλλους) περνάνε τα σύνορα και βρίσκονται σ’ ένα στρατόπεδο προσφύγων, στις Φιλιάτες.

3. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το δεύτερο μέρος είναι και το πιο πετυχημένο του βιβλίου. Παρουσιάζει με ξεχωριστό χιούμορ, απλότητα, διεισδυτικότητα και περιγραφική δεινότητα τη ζωή στην πάλαι ποτέ κομμουνιστική Αλβανία, καθώς και τις πρώτες δύσκολες μέρες των φυγάδων στην Ελλάδα.

4. Το πρώτο μέρος κάθε κεφαλαίου παρουσιάζει (με αρκετές επικαλύψεις / επαναλήψεις) τη δυσκολία προσαρμογής του μετανάστη στην καινούρια χώρα, τα προβλήματα της γλώσσας, το ρατσισμό των ντόπιων σε ποικίλες εκφράσεις του, ακόμα και τις αντιθέσεις μεταξύ των μεταναστών και την ριζικά διαφορετική αντίληψη της «δεύτερης γενιάς» - δηλαδή των παιδιών που μεγαλώνουν στην Ελλάδα. Εδώ, πέρα από τις πολλές καίριες παρατηρήσεις, εντοπίζονται και κάποιες σημαντικές αδυναμίες.

5. Η ελληνική κοινωνία παρουσιάζεται σαν ένας μονοδιάστατα εφιαλτικός χώρος για τους μετανάστες – και οι απόψεις που διατυπώνει ο Καπλάνι ολισθαίνουν αρκετές φορές στην υπερβολή και το μελό. Αγνοείται σχεδόν απολύτως εκείνη η πλευρά των σχέσεων μεταξύ ντόπιων και μεταναστών, η οποία είναι πολύ πιο φωτεινή και εγκάρδια απ’ όσο (δεν) αφήνει ο συγγραφέας να εννοηθεί. Κι αυτό δεν το λέω γενικώς και αορίστως, αλλά από προσωπική εμπειρία, τόσο από το χωριό μου στην Καλαμάτα, αλλά και από το χώρο της δουλειάς μου, τόσο στο ελεύθερο επάγγελμα όσο και στο ΕΣΥ. Ένα πρόσθετο συγκεκριμένο παράδειγμα, η αποφασιστική αντίδραση των γιατρών του ΕΣΥ, όταν πριν μερικά χρόνια, κάποιος από τους Υπουργούς Υγείας θέλησε να περάσει την απόφαση πως οι ανασφάλιστοι (πρώτα και κύρια οι μετανάστες) δεν δικαιούνται δωρεάν περίθαλψη στις μονάδες υγείας του ΕΣΥ. Η ελληνική κοινωνία το απέρριψε αυτό, χωρίς πολλά πολλά.

6. Τονίζεται, πολύ σωστά, ο έκδηλος ρατσισμός πολλών ΜΜΕ (όλων των ΜΜΕ, αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας) απέναντι στους μετανάστες, αλλά δε γίνεται καθόλου λόγος για τις υπαρκτές κοινωνικές και πολιτισμικές δυνάμεις που στέκονται στο πλευρό τους. Αυτό εκφράζεται ΚΑΙ σε πολιτικό επίπεδο. Και στη λογοτεχνική παραγωγή, σ’ ένα βαθμό.

7. Ο επίλογος μας δίνει ανάγλυφα, με πικρό χιούμορ, την εικόνα της ελληνικής γραφειοκρατίας, όπως την βρίσκει μπροστά του ο μετανάστης. Δεν είναι πολύ διαφορετική απ’ αυτήν που αντιμετωπίζει ο ντόπιος πληθυσμός – είναι απλώς, λόγω του μεγάλου αριθμού των μεταναστών που έχει να αντιμετωπίσει, με τη γνωστή της μαλθακότητα και αναποτελεσματικότητα, μια πρόσθετη πηγή άγχους και δεινών. Και το πράγμα θα χειροτερέψει, όσο οι μετανάστες μας θα γίνονται αυτοαπασχολούμενοι, επιχειρηματίες κλπ και θα έχουν να αντιπαλέψουν, όπως και οι ντόπιοι κάτοικοι, τα θηρία που λέγονται εφορία, ασφαλιστικά ταμεία κλπ.

8. Η γραφή του Καπλάνι είναι απλή, δημοσιογραφική, χωρίς εκπλήξεις – ευχάριστες ή δυσάρεστες. Προσωπικά μου άρεσε αυτό, καθώς εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο το αντικείμενο του συγγραφέα και το βιβλίο.

9. Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα αξιόλογο βιβλίο, που αφήνει πολλές υποσχέσεις για το μέλλον. Επαναλαμβάνω ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του είναι ότι είναι εξαιρετικά διαβαστερό.

*

Στα ιστολόγια υπάρχουν:

Μια καλή συνέντευξη του Καπλάνι στον Ζούρη

Ένα μακροσκελές κείμενο του Πιτσιρίκου, από την παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα.

Ένα φορτισμένο κείμενο του συμπατριώτη του συγγραφέα Ν. Agoστην Κλειδαρότρυπα.

Μια βόλτα στις μηχανές αναζήτησης μας αποκαλύπτει και μερικές βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες:

Του Παντελή Μπουκάλα, στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Της Λίλης Εξαρχοπούλου, στα ΝΕΑ.

Της Όλγας Σελλά, επίσης στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006 | 15 σχόλια
Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006
juke-box




Υπάρχουν αρκετά εξειδικευμένα ιστολόγια στη μπλογκόσφαιρα. Υπάρχει και ένα που ασχολείται αποκλειστικά με το ελληνικό τραγούδι: είναι το juke –box, του φίλου μου του Athanassios. Για την ακρίβεια, είναι μοναδικό στο είδος του, επειδή ο ιδρυτής του είναι ένας από τους καλύτερους γνώστες (μύστες, καλύτερα) του λαϊκού και του έντεχνου τραγουδιού στις δεκαετίες από το ’60 έως το ’80 και τις αρχές του ’90. Η φύση των θεμάτων είναι τέτοια που ...δεν παλιώνουν, άρα ο επισκέπτης έχει να μελετήσει πολύ υλικό! Συνήθως, κάθε ποστ ακολουθείται από ένα μεγάλο αριθμό σχολίων – οι συζητήσεις που γίνονται εκεί, πολλές φορές είναι παθιασμένες και ενδιαφέρουσες. Το juke- box δεν είναι για όλους – είπαμε, είναι ειδικό ιστολόγιο, σχεδόν αποκλειστικά για μύστες. Μια εξαιρετική επιλογή για τους συνδέσμους σας, αν είστε εντός των προδιαγραφών!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006 | 18 σχόλια
Και με φως και με θάνατον


Στις 10 Οκτωβρίου 1805 ο «Πανιερώτατος, θεοφιλέστατος και υπέρτιμος Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης Κύριος, Κυρ. Ιωαννίκιος» υπογράφει το διαζευκτήριο έγγραφο για το άτυχο ζεύγος του Ιωάννου και της Ανδριανής Κάλμπου. Οι λόγοι που επικαλείται ο Κύριος Κυρ. Ιωαννίκιος, είναι:

• …ωσάν οπού εγκαταλείψας αυτήν προ χρόνων εφέρθη εις αλλοδαπήν γην χωρίς ελπίδα επιστροφής εις την ιδίαν ομόζυγον και με κίνδυνον αυτής ψυχικών τε και σωματικόν ως κτλ.
• …έτι δε θεωρών την πρωτότυπον επιστολήν του αυτού Ιωάννου Κάλμπου πεμφθείσα τη αυτή ομοζύγω δια της οποίας αριδήλως φανερεί την πεισματικήν αυτού γνώμην εις το να μη θέλει ποτέ ενώσαι μετ’ αυτής ούτε να επιστρέφει εις Ζάκυνθον την Πατρίδα της
• …και τέλος αναγιγνώσκων το ιστορικόν δημόσιον γράμμα του αυτού … και επιβεβαιούν το σταθερόν της υπογραφής του προς την αυτήν ομόζυγον ως κτλ

Η αποδημία του Τζιοβάννι και των παιδιών έγινε το 1802 και έκτοτε είχαν περάσει τρία χρόνια, διάστημα αρκετό μεν, αλλά όχι και τόσο πολύ, ώστε να δικαιολογείται η φούρια της Ανδριανής και (κυρίως) του Κυρίου Κυρ. Ιωαννίκιου. Ωστόσο, η βιασύνη εξηγείται από το ίδιο το διαζευκτήριο:

…τα πάντα ο αυτός Πανιερώτατος καλώς σκεψάμενος, ποιών τον πρεπώδη στοχασμόν εις τας δικαίας αιτήσεις της ρηθείσης γυναικός και εις τον επικείμενον αυτής κίνδυνον κατά τας χρεωστικάς ειδήσεις ληφθείσας παρά του ιδίου αυτού αρχιερατικού επιτρόπου, μεγάλου οικονόμου και πρωτοπαπά Ζακύνθου…

Αν διαβάζουμε σωστά το κείμενο, έφτασαν μαντάτα για χρέη του Τζιοβάννι, τα οποία έθεταν σε κίνδυνο την περιουσία (προίκα) της Ανδριανής. Η Ανδριανή είχε πάρει ως προίκα δύο οικίες στην πόλη της Ζακύνθου και χτήματα στο Ρόιδο (Αμπελόκηποι) και στο Ακρωτήρι. Το διαζύγιο την προφύλασε από ενδεχόμενες απαιτήσεις των χρεωστών του νομίμου συζύγου της. Το γεγονός ότι το ενδεχόμενο αυτό αναφέρεται από τον Κύριο Κυρ Ιωαννίκιο με την έννοια του επείγοντος, φωτίζει τα πραγματικά κίνητρα όλων των εμπλεκομένων.

Από το ίδιο ντοκουμέντο προκύπτει πως οι δύο σύζυγοι είχαν επαφές, αλλά πως ο Τζιοβάννι ήταν αμετάπειστος στην απόφασή του να μην ξαναδεί στα μάτια του την Ανδριανή. Γιατί άραγε; Ποιος αποφάσιζε για λογαριασμό αυτής της γυναίκας, ώστε να μην κάνει το απλούστατο – να ταξιδέψει δηλαδή ως το Λιβόρνο για να δει τα αγόρια της. Ήταν η οικογένειά της; Ήταν κάποιος ιερωμένος πνευματικός; Ή ήταν κάποιος άλλος άντρας, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη και στου οποίου τη θέληση υπάκουε πειθήνια; Από τις τρεις εκδοχές, η τρίτη μοιάζει πιο πιθανή – όλες βέβαια κινούνται στην ομίχλη των υποθέσεων, χωρίς το παραμικρό έρεισμα σε πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, αν υποθέσουμε ως ισχυρή την εκδοχή της ύπαρξης άλλου άνδρα στη ζωή της Ανδριανής, τότε εξηγείται γιατί ο Τζιοβάννι έφυγε άρον άρον παίρνοντας μαζί του και τα παιδιά, γιατί δεν τον πίεσε η δική του οικογένεια και ειδικότερα ο αδερφός του να υποχωρήσει και να επανασυνδεθεί (και είναι βέβαιο πως θα υποχωρούσε, αν ήταν άλλη η αιτία της φυγής του, εξ’ αιτίας των παιδιών) και γιατί η Ανδριανή δεν επιδίωξε ποτέ να ξαναδεί τα παιδιά της – τα οποία άλλωστε ζούσαν σε σχετικά κοντινή απόσταση.

Όπως και να έγιναν τα πράγματα, την επόμενη χρονιά από την έκδοση του διαζυγίου (1805) η Ανδριανή παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, στη Ζάκυνθο, τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Η Ανδριανή πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, στις 30 Ιουνίου 1915, σε ηλικία περίπου 46 ετών. Δεν είχε άλλα παιδιά, κι όμως, από τα περιουσιακά της στοιχεία, μονάχα ένα αμπέλι («στο Ρόιδο») άφησε ως κληρονομιά στον Ανδρέα και τον Νικόλαο. Τις οικίες που είχε λάβει ως προίκα καθώς και την υπόλοιπη κτηματική περιουσία της, κληρονόμησαν άλλα πρόσωπα.

Όλα αυτά ελάχιστη σημασία έχουν. Η ποίηση, μια ποίηση κυριολεκτικά πρωτοφανής για την εποχή που γράφτηκε, τα παραμερίζει όλα αυτά – και δημιουργεί ένα καινούριο σύμπαν, με τις οριστικές αλήθειες:

Υιέ μου, πνέουσαν μ’ είδες’
ο ήλιος κυκλοδίωκτος
ως αράχνη μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.

(…)
Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις’
όμματα που μ’ εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσες φορές, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!

Αι, και άπειρος ας είναι
κ’ έτι φοβεροτέρα’
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθήν
γυρεύοντάς σας.


Χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από ένας αιώνας, για να γραφούν στην ελληνική γλώσσα στίχοι εφάμιλλοι (όχι καλύτεροι) από εκείνους της πρώτης στροφής… και ποτέ, ως τις μέρες μας, με τέτοια πυκνότητα και εκφραστική δύναμη.

*

Χρησιμοποίησα υλικό από το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο Βίος και η Πολιτεία του Ανδρέα Κάλβου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Το ελάφι σε πυκνό δάσος είναι του Κωνσταντίνου Παρθένη.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006 | 3 σχόλια
Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006
Άσε με να κάνω λάθος!
1. Υπόδειγμα δημιουργικής ορθογραφίας, σε δρόμο της Καλαμάτας. 2. Στο F/B "Καπετάν Αριστείδης", που συνδέει Λευκάδα - Κεφαλλονιά - Ιθάκη. 3. Σε επαρχιακό δρόμο της Θεσσαλονίκης: "Συλλέγονται φυτικά έλαια και λίποι". 4. Στην Τσιμισκή, "κολια". Οι φωτογραφίες 3 & 4 είχαν ανέβει στο κοινοβιακό ιστολόγιο Σωκράτης - Κώνειο 0-1, για το οποίο ίσχυσε η παροιμία που έλεγε η γιαγιά μου - "το μισιακό γαϊδούρι, το τρώνε οι λύκοι".






συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Παρασκευή, Οκτωβρίου 20, 2006 | 4 σχόλια
Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006
Βοήθειά μας, ο Άγιος Αρτέμιος!

Γράφει (εκτάκτως) ο Βύρων Πολύδωρας

Για τη γιορτή του Αγίου Αρτεμίου, που ευλογεί την Αστυνομία, έχω τρεις λόγους να σας πω:

Πρώτος. Ναι, επικαλούμεθα τη βοήθεια του Θεού και των Αγίων της Πίστεώς μας. Η μεταφυσική διάσταση υπάρχει (δεν κυριαρχεί) στη ζωή μας. Το γνωρίζουν αυτό όλοι οι προκινδυνεύοντες, με πρώτους τους Αστυνομικούς.

Δεύτερος. Η σύγχρονη Ελληνική Αστυνομία δικαιούται να σεμνύεται για τις τελευταίες επιτυχίες της. Με μεθοδικότητα, επιστημοσύνη, επαγγελματισμό, ευσυνειδησία και αυταπάρνηση φέρνει τα αποτελέσματά της. Είμαι υπερήφανος γιατί ίσως συνέβαλα κι εγώ – έστω κατ΄ ελάχιστον – σ΄ αυτή τη θετική εξέλιξη.

Τρίτος. Είναι η Ελληνική κοινωνία άξια μιας Αστυνομίας αντίστοιχης των ποιοτήτων της, που συνθέτουν τον φιλόνομο, δημοκρατικό και φιλήσυχο χαρακτήρα της. Δεσμευόμαστε να της την προσφέρουμε και να εμπεδώσουμε έτσι το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Με συμπαράσταση και ανθρωπιά. Σας χαιρετώ με εμπιστοσύνη και ευχές.

*

Πρόκειται για Δελτίο Τύπου του Αρχηγείου της ΕΛΑΣ, το οποίο μας πληροφορεί:

Ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως κ. Βύρων Πολύδωρας, για τον εορτασμό της «Ημέρας της Αστυνομίας» και του Προστάτη του Σώματος, Μεγαλομάρτυρα Αγίου Αρτεμίου την 20 Οκτωβρίου, απηύθυνε χαιρετισμό στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η πηγή ΕΔΩ!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 19, 2006 | 16 σχόλια
Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006
Το παράδειγμα Μπουτάρη μπορεί ν’ αλλάξει τα στερεότυπα

Μην εκπλαγείτε αν στις επόμενες εκλογές δείτε να εμφανίζονται σε κάθε δήμο της χώρας ανεξάρτητες υποψηφιότητες. Όχι «αντάρτες» των κομμάτων, δηλαδή εξοργισμένοι νεοδημοκράτες και πασόκοι που δεν έλαβαν το χρίσμα από τα κομματικά επιτελεία, αλλά πραγματικά ανεξάρτητες κινήσεις πολιτών, συγκροτημένες αυτοδύναμα μέσα στις τοπικές κοινωνίες.

Ο Γιάννης Μπουτάρης διέψευσε πανηγυρικά το μύθο ότι οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται πια για την πολιτική. Με την κίνηση στην οποία μπήκε επικεφαλής απέδειξε ότι υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό, έτοιμο να κινητοποιηθεί, να ασχοληθεί με τα κοινά, να ξαναμπεί (ή να μπει για πρώτη φορά) στο παιχνίδι. Όχι πλέον κάτω από τις απωθητικές κομματικές σημαίες των κομμάτων εξουσίας ή τις εξίσου απωθητικές των κομμάτων της στατικής αριστεράς. Οι πολίτες αυτοί, πολλοί σε αριθμό και (κατά κάποιον τρόπο) όντας οι πιο ανήσυχες και δημιουργικές προσωπικότητες των τοπικών κοινωνιών, διαπίστωσαν χειροπιαστά στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, ότι μπορούν να αποτινάξουν την καταθλιπτική κυριαρχία των κομμάτων και να διεκδικήσουν αποτελεσματικά τη δική τους παρουσία στα κοινά.

Πρώτη και σημαντικότερη προϋπόθεση για να υπάρξει την επόμενη φορά ένα κύμα από τα κάτω, που θα αμφισβητήσει αποτελεσματικά το στάτους κβο που έχουν επιβάλλει τα κόμματα και κρατά τους πολίτες δέσμιους στον καναπέ, μπροστά στις τηλεοράσεις, είναι το παράδειγμα της κίνησης Μπουτάρη να βρει ΑΠΟ ΤΩΡΑ μιμητές. Αυτό θα πει πως οι προσπάθειες για συνάντηση / συζήτηση / δραστηριοποίηση πρέπει να ξεκινήσουν σε κάθε χώρο έγκαιρα και όχι λίγους μήνες πριν τις εκλογές.

Κάθε δήμος, κάθε πόλη, έχει τα δικά της σημαντικά προβλήματα – πολλά από τα οποία τα δημιουργεί η κεντρική εξουσία και οι εκπρόσωποί της στις τοπικές κοινωνίες – στη λογική της «ανάπτυξης μέσω του μπετόν». Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη είναι έτοιμο να υλοποιηθεί ένα έργο το οποίο, χωρίς να λύνει κανένα πρόβλημα, θα αλλοιώσει δραματικά τη φυσιογνωμία της πόλης και θα απαγορεύσει την πρόσβαση των κατοίκων στη θάλασσα. Πρόκειται για την υποθαλάσσια αρτηρία, η οποία θα κατασκευαστεί εις βάρος των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, αν οι Θεσσαλονικείς δεν αντιδράσουν μαζικά, έντονα, αποφασιστικά ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ. Λίγα μόνο παραδείγματα από την περιοχή της ευρύτερης Θεσσαλονίκης που απαιτούν, επίσης, άμεση παρέμβαση των πολιτών είναι η επέκταση του αεροδρομίου με μπάζωμα του Θερμαϊκού, η «αξιοποίηση» της παραλίας στην Καλαμαριά (την οποία χάνουν οι πραγματικοί της ιδιοκτήτες, δηλ. οι Καλαμαριώτες) και η χωματερή των Ταγαράδων που δηλητηριάζει συστηματικά μια τεράστια κατοικημένη περιοχή.

Φυσικά, οι κινήσεις πολιτών δεν θα πρέπει να περιοριστούν σε αμυντικό αγώνα – να λένε δηλαδή μονάχα «όχι» στα διάφορα τερατουργήματα που ετοίμασαν ή ετοιμάζουν η κεντρική εξουσία και τα παραρτήματά της στους δήμους. Απαραίτητη προϋπόθεση για να φτουρήσουν είναι οι θετικές, δημιουργικές, καινοτόμες προτάσεις και δράσεις σε κάθε χώρο.

Αν γίνουν όλα αυτά, θα μοιάζουν με θαύμα. Κι όμως, θαύματα γίνονται – αλλά μονάχα αν οι άνθρωποι τα θέλουν και προσπαθήσουν γι’ αυτά. Ο Γιάννης Μπουτάρης και οι συν αυτώ το απέδειξαν και με το παράδειγμά τους άνοιξαν έναν δρόμο, που μπορεί να βγάλει τους πολίτες από το τέλμα της κομματοκρατίας, δηλαδή της κοινωνικής απάθειας και της πολιτικής μοιρολατρείας.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006 | 30 σχόλια
Η χαμένη τιμή της πολιτικής

…δε βρέθηκε ούτε στην περίπτωση της απεργίας των δασκάλων. Λίγες μέρες πριν τις εκλογές το Υπουργείο (εις βάρος) της Παιδείας διέρρευσε, μέσω γνωστού δημοσιογράφου, ότι «η Υπουργός συζητά και τα οικονομικά αιτήματα των απεργών». Χθες, στη συνάντηση με τους συνδικαλιστές η Υπουργός τους πρόσφερε ένα τίποτα με μπόλικο καθόλου. Εύγε!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006 | 5 σχόλια
Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006
Παρελαύνω, παρελαύνεις, παρελαύνει

Οι δάσκαλοι που δεν απεργούν άρχισαν κιόλας τις πρόβες στα σχολειά, για την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Ένα στ’ αριστερό, δύο στο δεξί! Αγόρια κορίτσια έχουν κιόλας παραγγείλει στους γονείς τις στολές. Σχολείο, προσοχή! Σημαιοφόροι, παραστάτες, οι ψηλοί μπροστά, οι κοντοί πίσω. Σε κάποια μέρη θα γίνουν μαλλιά κουβάρια για το αν πρέπει να κρατήσει τη σημαία ο καλύτερος μαθητής – επειδή τυχαίνει να είναι Αλβανός μετανάστης (και όχι γηγενής Αρβανίτης). Κι εγώ σας ρωτάω: πρέπει να παρελαύνουν οι μαθητές, με παράσταση στρατιωτικού τύπου ή είναι προτιμότερο να καταργηθούν αυτές οι παρελάσεις; Σχολείο, άλτ!

*

Ο πίνακας, ουδεμία σχέση έχων με το ποστ, είναι του Γρηγόρη Σερεμετάκη.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2006 | 19 σχόλια
Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006
Χαιρετίσματα

Με τα μετ- εκλογικά ξέχασα να σας δώσω τα χαιρετίσματα από την Καλαμάτα, όπου έγινε η συνάντηση της τάξης του ’79. Επιστρέφοντας έφερα μαζί μου ένα ηλιοβασίλεμα στο Μεσσηνιακό Κόλπο και ένα σουβενιρ ειδικά για τον θείο Ισίδωρο, όπου απεικονίζεται ένα διαφημιστικό λάβαρο – βαρβαριστί banner, εντός. Είχα και δίπλες, αλλά αυτές δεν μεταβιβάζονται μέσω διαδικτύου.




συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006 | 15 σχόλια
Μετά - ΙΙ
Βλέπω στη μπλογκόσφαιρα μια έντονη τάση σιχτιρίσματος των Θεσσαλονικιών, επειδή έβγαλαν πάλι τον Ψωμιάδη. Συμφωνώ και επαυξάνω, ΑΛΛΑ:

• Είναι εξίσου γελοία η εκλογή στην υπερνομαρχία Αθηνών. Αν η συμπαθής κ. Γεννηματά λεγόταν Γιασημακοπούλου – Αρμενοπούλου, τι ποσοστό θα έπαιρνε;
• Είναι εξίσου γελοία τα αποτελέσματα στη δημαρχεία του Πειραιά – και δεν χρειάζεται να εξηγήσω το γιατί.

Συνεπώς, τουλάχιστον οι Αθηναίοι και οι Πειραιώτες δεν δικαιούνται να κάνουν το μάγκα εις βάρος των (ελεεινών και τρισάθλιων) Θεσσαλονικιών. Ας ασχοληθούν πρώτα με τα δικά τους χάλια. ΠΟΙΟΤΙΚΗ διαφορά ανάμεσα στις τρεις περιπτώσεις ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ!

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006 | 29 σχόλια
Μετά
Λοιπόν, δεύτερος γύρος για τη δημαρχεία της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη έχει μια ακόμα ευκαιρία, έστω χλωμή. Δε θέλω γκρίνιες του στιλ «μα, η Αράπογλου είναι πασόκ». Φυσικά είναι πασόκ. Είναι όμως και η μοναδική βουλευτής (μαζί με τον Καράογλου της ΝΔ) που αντέδρασε στο θέμα της επέκτασης του διαδρόμου 10/ 28 – και όχι τις τελευταίες βδομάδες, αλλά εδώ και πολύ καιρό, με συνέπεια.

*

Συγχαρητήρια στον Γιάννη Μπουτάρη. Ειλικρινά. Τα αποτελέσματα έδειξαν πέρα από κάθε αμφισβήτηση πως αν τον υποστήριζε καταρχήν ο ΣΥΝ και μετά το ΠΑΣΟΚ θα έπαιρνε το δήμο. Αλλά τα κομματόσκυλα (ευγενικά το λέω - και συμπεριλαμβάνω το ΚΚΕ, με τη δημοτική παράταξη του οποίου ο Μπουτάρης ήταν εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος) έχουν άλλα κριτήρια. Θα επανέλθουμε – γράψτε κι εσείς!

*

Συγχαρητήρια και στον Γιάννη Αλεξανδρή, που πήρε το δήμο Θερμαϊκού με περίπατο. Οι ψηφοφόροι έδωσαν ένα σκληρό μάθημα στον απερχόμενο δήμαρχο και στο τοπικό πασόκ (και στον φοβερό και τρομερό τοπικό ΣΥΝ). Φυσικά, ΔΕΝ θα βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα – απλώς θα περιμένουν να τα κάνουν ρόιδο οι άλλοι, για να ξανάρθουν αυτοί. Παλιά ιστορία...

*

Ο Ηλίας ΔΕΝ βγήκε δήμαρχος – και ο Αστακός έχασε μια ιστορική ευκαιρία να αναβαθμιστεί σε μητροπολιτικό κέντρο παντός Ξηρομέρου - και στον πρώτο δήμο που το ΑΡΔΗΝ θα διδασκόταν σε γυμνάσιο - λύκειο, μετά την απαραίτητη δοξολογία, βεβαίως! Την επόμενη φορά!

(εκτός αν χηρέψει η θέση του αρχιεπισκόπου και τη διεκδικήσει ο Ηλίας επιτυχώς…)

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006 | 22 σχόλια
Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006
Ένας blogger ταξυδέβον με ηπέρωχον κερόν...
...βρύσκετε στην Καλαμάτα, για τη σίναξυ των παλυον σημαθιτον.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006 | 19 σχόλια
Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006
H Θρησκεία ως Φυσικό Φαινόμενο

— Εν αρχή ην…
— Εν αρχή ην το Big Bang και μετά δημιουργήθηκαν οι γαλαξίες, τα ηλιακά συστήματα με τους πλανήτες, και σε κάποιους πλανήτες, δεν ξέρουμε σε πόσους αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι τουλάχιστον για έναν, δημιουργήθηκε η ζωή.
— Και ποιος ήταν υπεύθυνος για όλα αυτά;
— Κανείς. Δεν υπήρχαν ούτε άνθρωποι, ούτε καγκουρό εκεί γύρω. Και ούτε κάποιο καγκουρό ούτε κάποιος άνθρωπος ούτε οτιδήποτε άλλο ήταν υπεύθυνο για τη δημιουργία του κόσμου. Απλώς συνέβη.
— Υπ’ αυτή την έννοια, ποιος, ή μάλλον τι είναι ο Θεός;
— Ο όρος «Θεός» χρησιμοποιείται ως όνομα σε τόσο πολλές διαφορετικές αντιλήψεις και για να περιγράψει τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, που σχεδόν μοιάζει με κακό ανέκδοτο. Για κάποιους ο θεός είναι ένα πρόσωπο και, μάλιστα, αρσενικού γένους. Για κάποιους άλλους Θεός είναι μία δύναμη και όχι κάτι στο οποίο μπορείς να μιλήσεις ή το οποίο μπορεί να επέμβει με κάποιο τρόπο. Οι ιδέες αυτές είναι καταφανώς διαμετρικά αντίθετες. Μεταξύ αυτών των δύο υπάρχουν ένα σωρό άλλες, τόσες που το όλο πράγμα καταλήγει γελοίο.

*

— Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε για ποιο λόγο από την αρχή της ύπαρξης της ανθρωπότητας υπάρχει αυτή η έντονη αντίληψη του θείου, όπως και αν αυτή εκφράζεται;
— Ο πολυθεϊσμός προέρχεται από ένα ένστικτο: όταν κάτι μας εκπλήσσει ή συμβαίνει αναπάντεχα, έχουμε την τάση να ρωτάμε «ποιος είναι εκεί;». «Ποιος;», όχι «τι;». Εχουμε την τάση να αναζητούμε αιτιατά. Αιτιατά που έχουν πεποιθήσεις, και μυαλό και μας μοιάζουν. Το ένστικτο αυτό μας προστατεύει από πιθανά αρπακτικά και είναι ένα χρήσιμο εργαλείο του νευρικού μας συστήματος, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο συναντάται και σε άλλα θηλαστικά εκτός από εμάς. Η μόνη διαφορά στη δική μας περίπτωση είναι ότι δεν προκαλεί απλώς μια στιγμιαία αντίδραση. Επειδή έχουμε ισχυρή φαντασία κατασκευάζουμε αόρατα αιτιατά, που είναι υπεύθυνα για οτιδήποτε ήταν αυτό που έθεσε σε λειτουργία τον εσωτερικό μας συναγερμό. Ακριβώς επειδή στην πλειοψηφία τους αυτά τα αόρατα αιτιατά δεν είναι αξιομνημόνευτα, έχουμε την τάση να τα ξεχνάμε σχεδόν αμέσως μόλις τα σχηματίσουμε στην φαντασία μας. Παρ’ όλα αυτά, κατά καιρούς, σχηματίζουμε μία ιδέα που είναι κατά κάποιο τρόπο αξιομνημόνευτη. Αρχίζει, λοιπόν, να αποκτά διαστάσεις εμμονής. Τη σκεφτόμαστε, τη συζητάμε με τους γείτονες ή τους φίλους ή τα μέλη της οικογένειάς μας. Σύντομα κάποιοι συμμερίζονται αυτή την ιδέα...
— Επομένως, η πίστη στο θεϊκό είναι εμμονή;
— Ξεκινά ως μικρο-εμμονή. Πρόκειται για μία τόση δα ιδέα, που όμως κολλάει στο μυαλό μας ακριβώς όπως μας κολλάει ένα διαφημιστικό σποτ ή ένα τραγούδι που απλά δεν μπορούμε να βγάλουμε από το μυαλό μας. Tο μοιραζόμαστε με κάποιον και χωρίς να το καταλάβεις υπάρχουν πλέον δύο άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια μικρο-εμμονή. Πολύ σύντομα οι δύο γίνονται περισσότεροι. Και καθώς η ιδέα αυτή ταξιδεύει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αποκτά επιπλέον χαρακτηριστικά και στοιχεία, εξελίσσεται, διαμορφώνεται. Ετσι, οι ιδέες αυτές, ακολουθώντας κατά μία έννοια τη λογική της φυσικής επιλογής (μόνο που σε αυτή την περίπτωση πρόκειται για πολιτισμική φυσική επιλογή και όχι γενετική), μπορούν να εξελιχθούν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο όπως τα γονίδια.

*

— Αν όμως όλα αυτά ισχύουν, για ποιο λόγο τόσοι άνθρωποι αποδέχονται αυτές τις ιδέες; Η ερμηνεία σας μοιάζει υπεραπλουστευτική.
— Κατ’ αρχήν αυτές οι απλές ιδέες για τις οποίες μιλάμε δεν αποτελούν θρησκεία. Απλά σχηματίζουν μία σειρά από προκαταλήψεις. Οι προκαταλήψεις αυτές μετατρέπονται σε θρησκεία όταν μία ομάδα ανθρώπων αποφασίσει να τις μοιραστεί, να τις ασπαστεί, να αναπτύξει μία σειρά τελετουργικά που περιστρέφονται γύρω από αυτές και να υπολογίζει σε αυτά για επίλυση διαφορών και καθοδήγηση. Ακριβώς έτσι σχηματίζονται οι λαϊκές δοξασίες. Κάποιες από αυτές μετουσιώθηκαν αργότερα σε οργανωμένες θρησκείες.
Οι οργανωμένες θρησκείες εξελίσσονται εδώ και χιλιάδες χρόνια, και αν κάποιος εξετάσει αυτές που κατόρθωσαν να επιβιώσουν και τις συγκρίνει με θρησκείες που έχουν πάψει να υπάρχουν θα διαπιστώσει ότι συγκεντρώνουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που εγγυώνται την μακροημέρευσή τους. Αν αρχίσει κανείς να σκέφτεται με αυτούς τους όρους για τη θρησκεία, αντιμετωπίζοντάς την ως κατασκευή, μπορεί να καταλήξει σε μία αρκετά εντυπωσιακή λίστα με τα χαρακτηριστικά εκείνα που είναι ισχυρά και εμπνέουν εμπιστοσύνη, πίστη, αφοσίωση και αγάπη και αυξάνουν τη συνεργασία μεταξύ μιας ομάδας. Ολα αυτά δημιουργούν έναν πολύ ισχυρό κοινωνικό ιστό.

*

— Αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι δεν υπάρχει Θεός και η θρησκεία δεν έχει ισχύ, ποιος καθορίζει τη συμπεριφορά μας; Ποιος θέτει τις ηθικές αρχές μας;
— Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχει Θεός. Απλώς αρνούμαι να το δεχθώ ως δεδομένο. Θέλω να εξετάσω την θρησκεία σαν φυσικό φαινόμενο και υπ’ αυτή την έννοια μπορεί κάλλιστα να είναι ένα υπερφυσικό φαινόμενο και ο Θεός πράγματι να υπάρχει. Το μόνο που λέω είναι ότι θέλω να είμαι ουδέτερος απέναντι σε αυτό. Ως προς την ηθική μας τώρα… τι την υπαγορεύει αν υπάρχει Θεός; Δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε το κοινό μας κοινωνικό ένστικτο και να αποφασίσουμε τι είναι καλό και τι είναι κακό; Πού χωράει η ύπαρξη ή μη του Θεού σε όλο αυτό;
— Για πολλούς είναι το σημείο της κοινής αναφοράς, ο κοινός παρονομαστής.
— Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σας μιλήσω για τον Φρεντ. Ο Φρεντ είναι ένας πολύ καλός μου φίλος και έχει πάντα δίκιο. Θα θέλατε να μάθετε τις απόψεις του περί ηθικής; Και αν δεν θέλετε να μιλήσουμε για τον Φρεντ, θα μπορούσαμε οι δυο μας να έχουμε μία υπέροχη συζήτηση περί ηθικής και να αποφασίσουμε τι είναι σωστό και τι λάθος. Σε αυτή τη συζήτηση δεν θα είχε καμία σημασία τι πιστεύει ο Φρεντ ακόμα και αν σας διαβεβαίωνα ότι έχει πάντα δίκιο. Με όλα αυτά θέλω να πω ότι επικαλούμενοι τον Θεό είναι ακριβώς το ίδιο με το να επικαλεστούμε τον Φρεντ. Δεν παίζει κανέναν πραγματικό ρόλο στις προσπάθειές μας να ανακαλύψουμε τι είναι σωστό και τι λάθος. Επειτα, η αντίληψή μας για το τι είναι σωστό και τι λάθος έχει αλλάξει σημαντικά μέσα στα χρόνια. Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχουν πάρα πολλές προσταγές και απαγορεύσεις που σε καμιά περίπτωση δεν θα σκεφτόμασταν να τηρήσουμε σήμερα. Απ’ ό,τι φαίνεται, σήμερα έχουμε διαφορετική αντίληψη του τι ακριβώς μας λέει ο Θεός...

*

— Η δική σας λύση…
— Aν είχα κάποια λύση θα σας την έλεγα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρώ απαραίτητη την παγκόσμια συνεργασία. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν. Αν δεν καταλάβουμε επιστημονικά αυτά τα φαινόμενα, δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε. Είναι σαν να προσπαθούμε να αντιμετωπίζουμε τα μικρόβια, χωρίς να ξέρουμε περί τίνος πρόκειται.
— Αισθανθήκατε ποτέ την ανάγκη να πιστέψετε στην ύπαρξη ενός Θεού;
— Οταν ήμουν νεότερος ναι, αλλά όχι πλέον. Αγαπώ την τελετουργία και τη μουσική της θρησκείας αλλά όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με θρησκευτική πίστη. Βρίσκω ότι η Φύση από μόνη της είναι εκπληκτική. Οσο βαθύτερα την εξετάζεις, τόσο περισσότερο υπέροχη και απροσμέτρητα συναρπαστική γίνεται. Δεν χρειάζεται να κλείσεις τα μάτια ή να παραλλάξεις ή να διαστρεβλώσεις την εικόνα. Η Φύση είναι ατελεύτητα υπέροχη.

*

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Ντάνιελ Ντένετ μιλάει στην «Καθημερινή» για τον Θεό, τη θρησκεία και τον φίλο του τον Φρεντ
Συνέντευξη στη Συλβια Παπαποστολου. Ολόκληρη η συνέντευξη, ΕΔΩ.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006 | 34 σχόλια
Αν σου πέσει το λαχείο, ξεφορτώσου τα λεφτά!
Ας το έχουν υπόψη τους όσοι θα χαίρονται την Κυριακή το βράδυ.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006 | 6 σχόλια
Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006
Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης


Το Δεκέμβρη του ’73 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής. Έμενα στα Εξάρχεια, σ’ ένα ημιυπόγειο, μ΄ άλλους δυο Ηπειρώτες – δηλαδή συγχωριανούς μου, από το Τσεπέλοβο. Αυτοί ήτανε του Πολυτεχνείου και τριγυρνούσαν άσκοπα, γιατί μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη, τα μαθήματα δεν είχαν ξεκινήσει ακόμη.

Απενταρίες… αλλά, ας ήμουν πάλι δεκαεννιά χρονών… Με το μαλλί ακούρευτο, να φτάνει ως τους ώμους, μούσι όσο φύτρωνε, τα πουκάμισα με κείνους τους τεράστιους γιακάδες, τα τζην παντελόνια με τις καμπάνες της Αγια- Σοφιάς… Κάθε που νύχτωνε χτενιζόμουν επιμελώς κι έβγαινα στην πλατεία. Κι αν είχα και κανένα πενηντάρικο στην τσέπη, ήμουν θεός!

Εκείνη τη μέρα δεν είχα, γιατί την προηγούμενη έμπλεξα με κάτι Κρητικούς σε πόκα και έμεινα πανί με πανί. Και το χειρότερο, είμαστε μαζί οι τρεις Τσεπελοβίτες – και οι τρεις φύγαμε μαδημένοι. «Ελάτε, μωρέ κοπέλια, ετσά είν’ η τράπουλα, μαθές: δανείζει, δε χαρίζει! Ζι’ αυτό, μη στεναχωράστε!». Μας υποχρέωσες, Ζαχαριουδάκη!

Το κακό ήταν πως ο μήνας είχε φτάσει μόλις στις έντεκα. Έπρεπε να μην ψοφήσουμε της πείνας ως τις παραμονές των Χριστουγέννων - και να βρούμε και τα ναύλα να πάμε στα σπίτια μας. Που σημαίνει ότι έπρεπε να βρούμε επειγόντως δουλειά! Τον περασμένο Μάιο κάναμε κάμποσα μεροκάματα στην οικοδομή, αλλά τώρα ήταν κακός Δεκέμβρης – δε κουνιόταν φύλλο.

Καθόμαστε λοιπόν οι τρεις σ’ ένα παγκάκι, χωρίς να μιλάμε, περιμένοντας να γίνει κάτι. Κάθε φορά που συναντιόντουσαν τα βλέμματά μας, ψευτογελάγαμε και φασκελωνόμαστε. Ώσπου κάποια στιγμή, ο Χρίστος μουρμούρισε: «Ο Ζαχαριουδάκης έρχεται!». Ο Βαγγέλης κι εγώ στραφήκαμε και τον είδαμε, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα πράγματα. Κι όμως, εμάς ζητούσε! Ήρθε και στάθηκε μπροστά στο παγκάκι μας, ένας ευτραφής, πολύχρωμος χίπης.

«Ακούστε, μωρέ κοπέλια. Εγώ κατέχετε πως δουλεύω γκαρσόνι, δηλαδή τώρα πια κάνω κουμάντο... Το λοιπό, σήμερα 11, τη μεθαυριανή 13 του Δεκέμπρη, ξεκινάει ένα καινούρζιο πρόγραμμα, σ’ ένα καινούρζιο μαγαζί στην Πλάκα». Ο Ζαχαριουδάκης έσκυψε προς το μέρος μας, για να μη μας ακούσει κανένα πονηρό αυτί. «Τους εδικούς μου τους έχουνε μαζέψει, άλλους τους επήρανε φαντάρους, άλλοι είναι στη φυλάκα, εξέμεινα μαθές και ψάχνω και σας εθυμήθηκα. Είσαστε;». Άκου ερώτηση. Είμαστε για να μην είμαστε;

*

Ήταν το ΠΟΛΥΤΡΟΠΟ, σ’ ένα στενάκι της Πλάκας. Ήταν ένας συνθέτης που δεν τον είχαμε ακουστά, ένας Μάνος Χατζιδάκις – και θα παρουσίαζε για πρώτη φορά, λέει, έναν κύκλο τραγουδιών σε θεατρική μορφή.

Δεν είχαμε ξαναμπεί σε τέτοιο μαγαζί, ούτε είχαμε ξανακούσει τέτοια τραγούδια. Ξέραμε τα ηπειρώτικά μας και τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο – ειδικά τις Κυριακές δε χάναμε τις εκπομπές των Εταιρειών.

Η Παρασκευή 12 του μηνός είχε από τα ξημερώματα καθαριότητες, την άλλη μέρα είχαμε πρεμιέρα. Τρίψαμε και ξεσκονίσαμε τα πάντα, πλύναμε όλα τα ποτήρια, τακτοποιήσαμε τα καφάσια με τα αναψυκτικά και τα μπουκάλια με το κονιάκ, το βερμούτ και το ουΐσκι. Βολέψαμε τα μαύρα μεταλλικά τραπεζάκια και τις ψάθινες καρέκλες και τις καρέκλες των μουσικών, υπό τις οδηγίες του αφεντικού. Το αφεντικό έδωσε από δυο κατοστάρικα σ’ εμάς τους ηπειρώτες, να πάμε λέει αύριο πρωί στην Αθηνάς και να ψωνίσουμε μαύρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα.

Μόλις σουρούπωσε, είχαμε τελειώσει, όλα ήταν στην τρίχα. Εκείνη την ώρα άρχισαν να φτάνουν οι μουσικοί, κουβαλώντας τα όργανα στις θήκες. Σε μια άκρη του παταριού υπήρχε κιόλας ένα πιάνο. Αν και ήμουν κουρασμένος, δεν ήθελα να φύγω, ήθελα ν’ ακούσω και να δω. «Κάτσε» μου είπε τ’ αφεντικό, «και έχε το νου σου, ό,τι ζητήσουν οι μουσικοί και ο κύριος Χατζιδάκις…». Με εντυπωσίασε το κοντραμπάσσο’ «τι βιολάρα είν΄ αυτή;» ρώτησα το Ζαχαριουδάκη, που γέλασε πολύ και μετά μου έδειξε τον κύριο Ανδρέα Ροδουσάκη, που αναζητούσε σταχτοδοχείο. Έτρεξα και ταχτοποίησα μερικά στη σκηνή. Μετά ο Ζαχαριουδάκης μου έλεγε ποιος είναι ποιος, αλλά δε θυμάμαι όλα τα ονόματα.

Για κάμποση ώρα γινόταν χάβρα: άλλος κάπνιζε, άλλος κούρδιζε, άλλος έλεγε ανέκδοτα. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός ψίθυρος «ο Μάνος, ο Μάνος!» και έγινε απόλυτη ησυχία. Στο μαγαζί είχαν μπει δυο – ένας γεμάτος κι ένας κάπως πιο ψηλός, αδύνατος σα στέκα. Πλησίασαν τους μουσικούς (τα τσιγάρα είχαν σβήσει) και ο γεμάτος, που έτρωγε κάπως το ρο, είπε «καλησπέρα παιδιά, να σας συστήσω το Μάνο». Χαιρέτησαν όλοι. Ο Μάνος έψαξε με το μάτι το χώρο και κάθισε στο διπλανό μας τραπέζι. «Τι να σας φέρω, κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησα και ξαφνιάστηκα καθώς είδα το Ζαχαριουδάκη να διπλώνεται απ’ τα γέλια, προσπαθώντας να μην ακουστεί. «Φέρε μια μπύρα, παρακαλώ» είπε ο ευγενέστατος τρανταπεντάρης – τόσο τον έκοψα.

Όταν γύρισα στο τραπεζάκι, ο Ζαχαριουδάκης ξέσπασε σε καινούριο χάχανο. «Κατέχεις μωρέ ποιος είναι αυτός;» «Ο Μάνος Χατζιδάκις!» είπα με σιγουριά. «Χωρζιό, ε χωρζιό… Αυτός είναι ο Μάνος ο Ελευθερίου μαθές, έσει γράψει τα μισά τραγούδγια του έργου! Ο Μάνος ο Χατζιδάκις είναι ετσείνος ο χοντρουλός, στην ορσήστρα!»

Έσβησαν όλα τα φώτα και άναψε ένας προβολέας πάνω στον συνθέτη. Εκείνος, κοιτάζοντας προς το μέρος των θεατών, είπε:

Ο Οδοιπόρος περπατάει αδιάκοπα μέσα στη νύχτα. Προσπαθεί να μη θυμάται και να μη βλέπει γύρω του. Ξάφνου, σε κάποια ερημιά συναντάει το Μεθυσμένο Κορίτσι να κλαίει ολομόναχο. Το πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει, μα εκείνο ευθύς βγάζει από τον κόρφο του ένα μαχαίρι και σαν αστραπή του κόβει το κεφάλι. Πέφτοντας καταγής το σώμα του Οδοιπόρου, μεταμορφώνεται και γίνεται ο Αλκιβιάδης. Κι από τη στιγμή εκείνη ο Αλκιβιάδης ψάχνει μέσα του να βρει τον Οδοιπόρο. Το μεθυσμένο κορίτσι βυθίζεται σ’ ένα πηγάδι για να ενωθεί με το είδωλο ή του Οδοιπόρου ή του Αλκιβιάδη – αυτό ποτέ δεν θα το μάθει. Και ο Οδοιπόρος, αδιάκοπα θα τριγυρνά μέσα στο σώμα του Αλκιβιάδη και μέσα στα οράματα του βυθισμένου κοριτσιού.

Τα φώτα άναψαν και φώτισαν τους μουσικούς. Ο Χατζιδάκις χτύπησε ένα λεπτό ραβδάκι στο αναλόγιο που είχε μπροστά του και η ορχήστρα άρχισε να παίζει. Μια μουσική παράξενη, που δεν την είχα ξανακούσει. Κοίταξα λοξά το Ζαχαριουδάκη, είχε γουρλώσει τα μάτια κι είχε μισανοίξει το στόμα, προσηλωμένος σ’ αυτό που άκουγε. Ο Μάνος Ελευθερίου είχε ανάψει την πίπα του και τον είχαν τυλίξει οι καπνοί. Μόλις τελείωσε η μουσική, ο προβολέας έπεσε πάνω σε μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα, η οποία άρχισε να αφηγείται:

Ο Οδοιπόρος είναι μονάχος μες τον κόσμο και αδιάκοπα γυρίζει στις πιο κρυφές και μακρινές γωνιές, σ’ ερημικές ακρογιαλιές, στους λόφους και στα δάση, στης πολιτείας τα στενά, με προορισμό του να χαθεί ένα πρωί ή κάποια νύχτα βροχερή. Ο Οδοιπόρος, χωρίς της μάνας την ευχή, θα εξαφανιστεί.

«Η μπαλάντα του οδοιπόρου» είπε δυνατά ο Μάνος Χατζιδάκις – και ο Γιάννης Δημητράς άρχισε να τραγουδάει.

Βλέπω πλήθος κόσμο να κυλά
μα ψυχή δε μου χαμογελά
τα κρεβάτια τ’ άρρωστα παιδιά
και στα δέντρα ξερά τα κλαδιά

Την αγάπη πέταξα σ’ ένα βυθό
και το φόβο μου έστρωσα να κοιμηθώ.
Βρίσκω τάφους κι έναν κόσμο
που δεν πονά.
Όπου πάω κι ένα λάθος
με τυραννά.

Ποιος προφήτης τώρα θ΄ ακουστεί
σα φωνή σε στέρνα κλειστή;
Σ’ έναν κόσμο άδειο κι ορφανό
ποια κραυγή απ΄ τον ουρανό;

Τα πουλιά παράτησα στις ερημιές
και το φως σπατάλησα στις γειτονιές.
Δεν τον θέλω και φοβάμαι
το γυρισμό.
Δες ποιος είμαι που πηγαίνω
για το χαμό.

Ξανά ο προβολέας στην κόκκινη γυναίκα:

Οι ποδηλάτες πάνω στα σπασμένα ποδήλατα, είναι άγγελοι από τον ουρανό που προσπαθούνε μάταια νάρθουν ανάμεσά μας, για να μας μεταφέρουν μηνύματα φίλων κι εχθρών που ξεχάστηκαν, από τον άλλο κόσμο. Μα τα σπασμένα ποδήλατα δεν κυκλοφορούν. Μόνο ο Οδοιπόρος ακούει τις φωνές των ξεχασμένων και τις γυρνάει σε μουσική έτσι καθώς περιδιαβάζει από τη νύχτα ως το πρωί.

«Τα σπασμένα ποδήλατα. Τραγουδάει το πράσινο κορίτσι» είπε ο Χατζιδάκις.

Μια γιορτή σε κάποια πόλη
έβρεξε παλιούς καημούς
και οι δώδεκα αποστόλοι
κάθισαν στους ποταμούς

Σαν ποδήλατα σπασμένα
που πεθαίνουν στη σκουριά
φύγαν οι καιροί για μένα
μέσα στην κακοκαιριά

Μες στον ύπνο μου διαβάτες
άγγελοι περαστικοί
τ’ ουρανού οι ποδηλάτες
χάθηκαν μια Κυριακή.

Και ξανά η κόκκινη γυναίκα:

Στον ποταμό τον Ιορδάνη εκεί που ο νους σου δεν το βάνει, αν συναντήσεις το ληστή μην τον αφήσεις να λουστεί, γιατί μαζί με το Χριστό θα κρεμαστεί.

Και μετά, στα νερά του Ιορδάνη, με το πράσινο κορίτσι.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
ξημερώνοντας γιορτή
και κοντά στον Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Ήταν στ΄ όνειρο καβάλα
είχε ολόχρυσο σπαθί
μες τα μάτια του ψιχάλα
και παλιά βροχή

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε ένα ληστή.

Είναι δύσκολο του λέω,
τέτοια μέρα που περνάς
έχεις μάνα στο νυχτέρι
σπίτι σου να πας.

Είναι μαύρο το κουβάρι
παλικάρι που κρατάς
την κλωστή που δεν αντέχει
μην τηνε τραβάς.

Βγήκε νύχτα στο σεργιάνι
για να βρει τη λησμονιά
κι είδε κόσμο στη μεγάλη
πόρτα του φονιά

Κι είδε και στο σπιτικό σου
–το θυμάμαι και πονώ –
έναν άγγελο να βγαίνει
μέσα απ’ τον καπνό.

Στα νερά του Ιορδάνη
βρήκε το Χριστό.

Η κόκκινη γυναίκα, αναγγέλλει τη συνάντηση του Οδοιπόρου με το μεθυσμένο κορίτσι:

Ήρθε καιρός που ο Οδοιπόρος θα δοκιμάσει μες την πόλη του κόσμου την κατακραυγή κι από το φόβο σ’ ένα λιμάνι θα βρεθεί. Κι ένα κορίτσι μεθυσμένο, πληγωμένο, μαζί του θα συναντηθεί κι εκείνος θα το λυπηθεί.


«Κρίση» λέει ο Χατζιδάκις. «Ο Οδοιπόρος τραγουδάει τη συνάντησή του με το μεθυσμένο κορίτσι».

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
και φωτιά σκορπάς.
Τα φτερά που μούδωσες φορώ
κι όλο προχωρώ.

Στα καφενεία
τον κόσμο παίζουν στα χαρτιά.
Ποιος θα γλιτώσει
της νύχτας τη λαβωματιά.

Τον καιρό τον είδα σα φονιά
μια Πρωτοχρονιά.

Στο σταυρό στο Γολγοθά με πας
κι αστραπές σκορπάς
Τα παιδιά δε μούδωσαν να πιω
και πολύ διψώ.

Μα ποιος κερδίζει
σε χαλασμένη ζυγαριά;
Ποιος ταξιδεύει
χωρίς πυξίδα στο βοριά;

Οι ληστές σκορπίσαν τις χαρές
μες τις αγορές.

Και πάλι, η κόκκινη γυναίκα:

Μα το κορίτσι μεθυσμένο ήξερε τάχα να τον δει; Κι έτσι όπως έκλαιγε πάνω στο λόφο, ήταν με θλίψη ή από κρυφή οργή; Θα τον βοηθήσει ν’ αγαπήσει ή θα του πάρει τη ζωή;

«Το αίνιγμα» λέει ο Μάνος Χατζιδάκις. Δεν τραγουδάει κανείς, παίζει μονάχα η ορχήστρα, με εκείνο τον παράξενο και γοητευτικό ήχο που άκουγα για πρώτη φορά. Όταν τελείωσε το κομμάτι, ο Χατζιδάκις γύρισε προς τον Ελευθερίου’ «αυτό είναι το πρώτο μέρος, με τον οδοιπόρο και το μεθυσμένο κορίτσι» είπε. «Πώς σου φάνηκε;» Ο Ελευθερίου έμεινε για λίγο ατάραχος, σα Βούδας. «Ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, αυτός θα κάνει σουξέ!» είπε - και ξέσπασαν όλοι σε γέλια. «Θέλετε κάτι κύριε Χατζιδάκι;» ρώτησε ο Ζαχαριουδάκης, «Όχι τώρα, συνεχίζουμε! Παιδιά, μέρος δεύτερο, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης. Κύριε Σμυρναίε, το νου σας στο τρελό κορίτσι με τα μωβ!»

Όλοι συσπειρώθηκαν και ξεκίνησε το δεύτερο μέρος.

Αυτά είπε ο Ζαρατούστρας και καθένας μπορεί να λέει τα δικά του.
Για το Μεθυσμένο Κορίτσι το αίνιγμα παραμένει. Στ’ αλήθεια αναγνώρισε το σώμα του Αλκιβιάδη όταν συνάντησε πρώτη φορά τον Οδοιπόρο, ή τον θυμήθηκε σαν τούκοψε με το μαχαίρι το κεφάλι; Στ’ αλήθεια ήταν ένα κορίτσι λυπημένο που είχε διαλύσει τα όνειρά του και προσπαθούσε τώρα να τα συνδέσει ξανά με λεπτομέρειες ζωντανές ή έκρυβε μέσα του μια πρωτογονική κακία; Ο Αλκιβιάδης ήταν χορευτής ή χόρευε γιατί δεν είχε άλλο τρόπο να εκφραστεί; Τέλος, το Μεθυσμένο Κορίτσι ήταν στ’ αλήθεια μεθυσμένο, ή εμείς το βλέπαμε έτσι, καθώς εκείνο λειτουργούσε φυσικά μέσα στους νόμους τους ονειρικούς; Αυτά δεν τα είπε ο Ζαρατούστρας κι έτσι ο καθένας λέει τα δικά του.


«Το μεθυσμένο κορίτσι, τραγουδάει ο νέος με τα μέταλλα» ανήγγειλε ο Μάνος Χατζιδάκις.



Μες το κρύο μες τ’ αγιάζι
το κορίτσι μου βουλιάζει
το σκεπάζει τ’ αναφιλητό.

Χάθηκαν τα ξεροβόρια
σπάν’ τα ζάρια τρία αγόρια
το κορίτσι κλαίει σαν το Χριστό.

Μεθάει κι ανοίγει μια τρελή πηγή
το στόμα γίνεται πληγή
έχει το μίσος φτιάξει φυλαχτό
παίζει με το Θάνατο κρυφτό.

Έχει στα μαλλιά κορδέλες
στο κορμί της χίλιες βδέλλες
και στο πλάι το Χάροντα σκυφτό.

Απ’ τα μάτια της δυο στάλες
κι απ’ τα χείλη πέφτουν κι άλλες
ο καιρός χτυπάει σαν κεραυνός.

Ποιος της έδωσε μαχαίρι
ποιος αγέρας θα τη φέρει
για ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός.

Με το μαχαίρι κόβει τη σιωπή
κι είναι σαν πέτρα σκυθρωπή
μπλέκει τα χέρια κάνει προσευχή
ποιος θα της δώσει μιαν ευχή;

Μες το κρύο μες τ΄ αγιάζι
το κορίτσι μου τρομάζει
πεθαμένο τρέχει στη βροχή.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, που αντικατέστησε τη γυναίκα με τα κόκκινα, μας αφηγείται τη συνέχεια της ιστορίας:

Σαν είδαν τα πουλιά το σώμα του Αλκιβιάδη κατά γης, φύγαν μακριά. Χωρίς να χαιρετίσουνε τους φίλους κι αδερφούς. Χωρίς να προφτάσουνε να δώσουνε μηνύματα για τους εχθρούς. Από τη μέρα εκείνη γιορτάζουμε «τη θλιβερά επέτειο της φυγής των»

«Η επέτειος. Τραγουδάει η κόκκινη γυναίκα» είπε ο Χατζιδάκις.

Σαν και χτες
τα πουλιά ξεκινήσαν
για του ανέμου τις πηγές
ανοιχτές
οι πληγές
μας σφραγίσανε για πάντα τις γιορτές.

Πες μου που-
πες μου που θα αράξουν τα πικρά
πουλιά
για να στείλω της αγάπης δυο
φιλιά
και να πλέξω μιαν ολόχρυση
ποδιά
να τυλίξω μες τον ύπνο τα
παιδιά…

που κοιτάν
τα πουλιά
σαν κινάν
κι όλο παν
μακριά
πέρα στο Νοτιά.

Μαγικές
ζωγραφιές
σαν τα όνειρα που πλάθουν συννεφιές
και στιγμές
θλιβερές
σαν τα όνειρα που σμίγουν τις ψυχές

Δεν μπορώ
να προβλέψω που θ’ αστράψει
ο ουρανός
που θα πέσει να ξαπλώσει
ο κεραυνός
τη στιγμή που θάχει αρχίσει
ο εσπερινός
και θ’ αρπάζει με θυμό
ένας γερανός…

τα παιδιά
που κοιτάν
τα πουλιά
καθώς φεύ-
γουν γυμνά
μες την παγωνιά.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, δίνει μιαν αναπάντεχη διάσταση στη συνέχεια:

Το σώμα του Αλκιβιάδη ανασηκώθηκε. Απέκτησε κεφάλι αρχαϊκό και μπήκε ευθύς σ’ ένα περίπτερο για να πουλάει τσιγάρα. Μα η κάψα του καλοκαιριού και οι ρυθμοί που παίζαν οι γειτόνοι δεν τον άφηναν σε ησυχία. Γι’ αυτό τις νύχτες και ιδιαίτερα τις ώρες τις μικρές, έβγαζε όλα τα ρούχα του κι έτσι όπως ήτανε γυμνός, χόρευε στη μικρή πλατεία ατέλειωτα, ώσπου να ξημερώσει.

Ο Χατζιδάκις αναγγέλλει: «Ο Αλκιβιάδης. Τραγουδούν το κίτρινο κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα μαζί»

Στην πλατεία
καίει ο πυρετός
Ένα αγόρι
πετάει σαν αητός.

Μας χαρίζει τραγούδια και καπνό
δεν μιλάει μα κοιτά τον ουρανό.

Στην πλατεία
γέρνουν οι μυρτιές
μα τ’ αγόρι
πηδάει μες τις φωτιές.

Το τραγούδι
σβήνει στον καιρό
μα τ’ αγόρι
κλέβει το χορό.

Το κεφάλι θα κόψω απ΄ το λαιμό
να το βλέπω μες στ’ όνειρο χλωμό.

Χελιδόνι
Φύγε στο Νοτιά
Ξημερώνει
έσβησε η φωτιά.

Το τρελό κορίτσι με τα μωβ, παίρνει πάλι το λόγο, για να μας δείξει το μεθυσμένο κορίτσι μέσα στον τρελό κόσμο. Ακολουθεί το τραγούδι «ο τρελός κόσμος», που το τραγουδάει και πάλι ο νέος με τα μέταλλα.

Ο κόσμος γύρω μας είναι τρελός. Φαντάζει σαν παλιές φωτογραφίες που μας κοιτάζουνε τυραννικά και μας προστάζουνε να θυμηθούμε αυτό που δεν ορίζουμε, ό,τι δεν μας ανήκει. Το Μεθυσμένο Κορίτσι οργίζεται και σκίζει τις φωτογραφίες σκοτώνοντας περαστικούς, πνίγοντας με τα χέρια της ευσπλαχνικούς κυρίους – πρόσωπα ανύπαρκτα, νεκρά για το δικό μας κόσμο τον φανταστικό. Τον μόνο κόσμο που έπλασε ο Θεός με τη βοήθεια των καπνών, των φυτών και των μυρωδικών.

Μαύρο παιδί
κανείς δε σ’ έχει δει.

Σημάδι μαγικό
και μάτι φονικό
σε βλέπω τώρα στον γκρεμνό
σώμα γυμνό.

Τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
στον ουρανό;

Μια κραυγή
βάφει τον κόσμο με οργή
το παιδί θα πνιγεί
μεθαύριο την αυγή.

Μαύρη σκιά
φύγε μακριά.

Η φλόγα του κεριού
ξεγελά
μα σιωπηλά
καίει το κορμί
δίχως πάθος κι ορμή.

Μαύρο παιδί
ποια νύχτα σ’ έχει δει;

Τραγούδι και βροχή
χαμένη προσευχή
ο κόσμος έγινε πληγή
και τρέμει η γη.

τι πιστεύεις
τι γυρεύεις
χωρίς ψυχή;

Μια φωνή
άγρια τη νύχτα θρηνεί
κι έτσι σβήνει η γιορτή
σαν καμένο χαρτί.

Μαύρη σκιά
στάσου μακριά

Φωνάζουν οι τρελοί
και οι σοφοί
ότι ξανά
θα γεννηθεί
όποιος τώρα χαθεί.

Ο προβολέας φωτίζει και πάλι το τρελό κορίτσι με τα μωβ:

Μια στέρνα, ένα πηγάδι, απαιτεί προσήλωση και κοίταγμα προσεκτικό μέσα στ’ ακίνητο νερό μη τύχει και φανερωθεί ταγμένο πρόσωπο ιερό πίσω απ’ το είδωλό μας. Κι αν απ’ τα αστέρια που πηδούν σχηματισθείς εσύ, λατρευτικός, φανταστικός μες την ακίνητη διαφάνεια του νερού, τότε κι εγώ προσεκτικά θα βυθιστώ μες το πηγάδι, θα χαθώ, παντοτινά μαζί σου θα ενωθώ, ως την καινούρια αρχή του κόσμου, στο σκοτάδι.

«Οράματα. Τραγουδούν το κορίτσι και η κόκκινη γυναίκα» λέει ο Χατζιδάκις.

Φως και νερό
στο πηγάδι κοιτώ
τ’ άστρα μετρώ στο βυθό
το πρόσωπό σου προσπαθώ
να θυμηθώ.

Στο βυθό
θα βρεθούμε εσύ κι εγώ.

Φως και κρασί
το πηγάδι κι εσύ.

Μες στο νερό ταραχή
του κόσμου γίνεται η αρχή
απ’ την ψυχή.

Στο βυθό
θα σε βρω και θα χαθώ.


Το τρελό κορίτσι με τα μωβ μας αφηγείται το τέλος της ιστορίας, όπου κυριαρχεί ο φόβος. Ακούγεται και το τελευταίο τραγούδι, από τον νέο με τα μέταλλα.

Βυθίστηκε το μεθυσμένο κορίτσι στο νερό. Για πάντα χάθηκε. Τι απόμεινε στους παγωμένου δρόμους; Μονάχα ο φόβος. Τώρα που το κορίτσι δεν κυκλοφορεί πήραν κουράγιο οι λογικοί και κυβερνούν αυτούς που έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Τώρα που το κορίτσι χάθηκε απ’ τους δρόμους, κυκλοφορεί πανίσχυρος στην πολιτεία ο Φόβος.

Φόβος φόβος
Το βλέμμα αυτό – που με τυραννά
του κοριτσιού – που μόνο γυρνά
δίχως νόμο – μες το δρόμο.

Μ’ ένα πάθος εχθρικό
το πλήθος γύρω σου νεκρό
σε προσπερνάει
με πανικό.

Δεν υπάρχω ούτε μπορώ
τα χείλια σου να ξαναβρώ
να σε φιλήσω
και να σωθώ.

Φόβος φόβος
Χίλια πόδια χίλια χέρια
πληγωμένα καλοκαίρια
απ’ το φόβο
μες το φόβο.

Κι αν το αίμα ξεχειλίσει
σαν ποτάμι θα κυλήσει
μες το φόβο
απ’ το φόβο.

Οι βροχές δεν σταματούν
χιλιάδες μάτια σε κοιτούν
σ’ αναγνωρίζουν
και σε ρωτούν.

Αν υπάρχεις κι αν μπορείς
να βρεις το δρόμος σου νωρίς
μη σε προφτάσει
και σε δικάσει
η οργή της Γης.
Στάσου φύγε
Γειά σου μόνος
Θα…χα…θώ…


Μόλις έσβησαν οι τελευταίες νότες, ακούστηκε ένα δυνατό χειροκρότημα, από τον Μάνο Ελευθερίου. Αυθόρμητα χειροκροτήσαμε κι εγώ με τον Ζαχαριουδάκη – και το αφεντικό που παρακολουθούσε τόση ώρα χωρίς να τον έχουμε πάρει είδηση. Οι μουσικοί και οι τραγουδιστές είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον συνθέτη. «Καλά…» είπε ο Χατζιδάκις, «δυο τρία σημεία που πρέπει να προσέξουμε, θα σας τα πω μετά. Διάλειμμα τώρα!»

Ο Χατζιδάκις προχώρησε προς το τραπέζι που καθόταν ο Ελευθερίου. Κάθισε, έβαλε ένα τσιγάρο στην πίπα του και το άναψε. «Ώστε ο Μαρκόπουλος γράφει πιο ζωηρά, ε; θα το θυμάμαι!» Γέλασαν όλοι, ακόμα κι εγώ. Ξαφνικά ο Χατζιδάκις στράφηκε προς το μέρος μου. «Σου άρεσε εσένα;» με ρώτησε. «Πολύ» απάντησα, με ειλικρίνεια. «Για πες μου τότε, τι κατάλαβες;» Έμεινα άναυδος, αλλά στο τέλος ψιθύρισα την αλήθεια: «τίποτα...» Γέλασαν όλοι - κι εγώ κοκκίνισα, αλλά δεν παρεξηγήθηκα. «Όταν το ξανακούσω, θα καταλάβω!» είπα με αυτοπεποίθηση.



Ο Μάνος Ελευθερίου χτύπησε την πίπα του στο πλάι του τραπεζιού, άδειασε τα καμένα και άρχισε να την ξαναγεμίζει. «Θα καταλάβεις ένα μέρος» είπε ήσυχα. «Ένα πρώτο επίπεδο. Μετά, με τον καιρό, θα καταλαβαίνεις όλο και περισσότερα». Ο Μάνος Χατζιδάκις γέλασε και είπε: «Στο τέλος θα καταλαβαίνει περισσότερα κι από εμάς που το γράψαμε! Δεν είναι τίποτα πολύπλοκο Μάνο, θέλει απλώς άσκηση, όπως όλα τα ακριβά πράγματα! Με συγχωρείτε τώρα, πάμε πάλι πρόβα…»

Ο Ζαχαριουδάκης μου έγνεψε να φύγουμε. «Θα μείνω. Θέλω να το καταλάβω!» του είπα.


*

Μια πρώτη μορφή του έργου τελείωσε τις πρωινές ώρες της 25ης Οκτωβρίου 1973 και ολοκληρώθηκε στην οριστική του μορφή στις 16 Ιανουαρίου 1974, σημειώνει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Έχουν περάσει κιόλας 32 χρόνια. Η ακρόαση του έργου υπήρξε για μένα μια συγκλονιστική αποκάλυψη: ένας ποιητικός και μουσικός θησαυρός, ένα από τα πολλά κορυφαία επιτεύγματα του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκι, μια υψηλή αισθητική απόλαυση – και συνάμα μια ασυνήθιστα τολμηρή πρόσκληση για κατάδυση στα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης τραγωδίας, για αναζήτηση αυτογνωσίας – χωρίς δεδομένο το χάπυ έντ. Μάλλον, με δεδομένο ότι δεν υπάρχει χάπυ έντ.

Τραγουδούν ο Γιάννης Δημητράς (Η μπαλλάντα του οδοιπόρου, Κρίση – στίχοι Μάνος Ελευθερίου), η Μαρία Κάτηρα (Τα σπασμένα ποδήλατα, Στα νερά του Ιορδάνη – στίχοι Μάνος Ελευθερίου). Οι στίχοι στα τραγούδια του δεύτερου μέρους ανήκουν στον Μάνο Χατζιδάκι. Ο Ευτύχιος Χατζητοφής τραγουδά Το μεθυσμένο κορίτσι, τον τρελό κόσμο και τον φόβο. Η Βερενίκη Βαλαρή τραγουδά την επέτειο – και μαζί με την Εύα Καναβαράκη τον Αλκιβιάδη και τα οράματα. Τα αφηγηματικά μέρη ερμηνεύει η Ελένη Μανιάτη. Παίζουν οι καλύτεροι μουσικοί εκείνης της εποχής: Βράσκος, Δεσποτίδης, Καψάλης, Ροδουσάκης, Φάμπας, Τενίδης, Μανωλιδάκης, Κριθάρη, Κατσικάκης, Ψωμιάδης, Καρακατσάνης, Γκίνος, Ρέγγιος, Φάρου, Νίκος και Γιώργος Λαβράνος, Διακογιώργης, Ζουγανέλης, Πολυκανδριώτης, Τόμπρας, Παναγοπούλου. Το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο Γιώργος Σταθόπουλος. Ηχολήπτες ήταν ο Γιαννακόπουλος και ο Σμυρναίος.

Όσα υποτίθεται ότι λέει ο Μάνος Χατζιδάκις στην έναρξη της παράστασης, είναι δικό του κείμενο, παρμένο από το δίσκο ακτίνας (ΝΟΤΟS / LYRA). Από εκεί προέρχεται και το φωτογραφικό υλικό.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2006 | 10 σχόλια
Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006
Η Γαλέρα ταξιδεύει ακόμα
Κυκλοφόρησε εδώ και μέρες το τεύχος Οκτωβρίου της ΓΑΛΕΡΑΣ, ως συνήθως με πλούσια και εκλεκτή ύλη.

Αυτή τη φορά και με μια μικρή, φιλική, δική μου συμμετοχή.

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006 | 3 σχόλια
Εργασία και χαρά



Θέλει κανείς να ασχοληθεί με αυτά που πρέπει (το επόμενο ποστ των μτΚ δηλαδή) και δεν τον αφήνει η τρέχουσα επικαιρότητα.

Να, σήμερα στη δουλειά. Μόλις έχω ξεμπερδέψει από το κύμα των ασθενών και ανοίγω το laptop – νάσου ο Περικλής και η Ανδρομάχη, μπουκάρουν στο ιατρείο κόκκινοι από τα γέλια.

«Τι πάθατε, ρε;»

«Που να σου τα λέω…» (ο ένας)

«χι χι χι χι…» (η άλλη)

Ο Περικλής αρχίζει να εξηγεί. Ήταν στην Γραμματεία με την Βαγγελιώ – την ετέρα γραμματέα. Τους μπήκε η ιδέα να κάνουν πλάκα στην Ανδρομάχη. Να τι σκέφτηκαν: Πιάνει ο Περικλής δυο μικρά πλαστικά ποτηράκια και τα βάζει μέσα από το τζην, μπροστά του. Όποιος τον έβλεπε νόμιζε ότι είχε μια υπερήφανη στύση.

Περιμένουν να έρθει στη Γραμματεία η Ανδρομάχη. Στο μεταξύ, ο Περικλής κάθεται στο γραφείο της. Αυτή αργεί. Από την ανοιχτή πόρτα της Γραμματείας βάζει το κεφάλι του μέσα ένας μεσόκοπος «πελάτης»

«Που είνι του παθουλογικό;»

Από συνήθεια ο Περικλής σηκώνεται όρθιος - για να του δείξει. Μαζί του σηκώνεται και η υπερήφανη «στύση» του. Μόλις βλέπει το σκηνικό η Βαγγελιώ – ξεκαρδίζεται, χτυπιέται πάνω στο γραφείο της

«Χα χα, άει, άειιιιιι, παναγίαμ! Χα- ιιιιιι…»

Ο «πελάτης» απορεί.

«Μ’ ημένα γιλάτι;»

«Όχι, κύριε!» απαντά σοβαρός ο Περικλής.

Ο άνθρωπος γυρίζει και τον κοιτάζει – και γουρλώνει τα μάτια του μ’ αυτό που βλέπει. Ο Περικλής καταλαβαίνει τότε – και κάθεται με αστραπιαία κίνηση. Ο άνθρωπος κουνάει το κεφάλι του και φεύγει πισοπατώντας

«ΙΣΥ κι σκατά… Ητούτ’ είνι ντιπ καταντίπ για δέσιμου…» λέει σιγανά – αλλά όχι τόσο ώστε να μην τον ακούσουν οι δυο στη Γραμματεία

Μόλις χάνεται ο μπάρμπας από το οπτικό τους πεδίο, ο Περικλής ξεσπάει κι αυτός σε γέλια, ανατροφοδοτώντας τη γελαστική διάθεση της Βαγγελιώς, που εξακολουθεί να χτυπιέται:

«Παναΐαααααααμ… Ούι, ούι, ούι…»

(Όλα αυτά τα αναπαριστά τώρα ο Περικλής στο δικό μου γραφείο, με τη μοναδική του μιμική τέχνη. Έχω ήδη αρχίσει να γελάω αφειδώς – η Ανδρομάχη δεν έχει σταματήσει δευτερόλεπτο)

Περιμένουν την Ανδρομάχη, αυτή αργεί. Στο μεταξύ μπαίνουν στη Γραμματεία διάφοροι άλλοι, αγροτικοί γιατροί που θέλουν κάποια χαρτιά, ένας επιμελητής να ρωτήσει για τις εφημερίες του κλπ. Τους εξυπηρετεί η Βαγγελιώ, ο Περικλής έχει ανάψει τσιγάρο, καθισμένος πάντοτε στο γραφείο της Ανδρομάχης.

Κάποτε η Ανδρομάχη μπαίνει, πάει να καθίσει στο γραφείο της, αλλά πώς να σηκωθεί ο Περικλής μπροστά σε τόσο κόσμο; Με κάποιο τρυκ την πείθει να καθίσει στο τρίτο (άδειο) γραφείο. Στο μεταξύ το τσιγάρο έχει καεί, καίγεται και η γόπα. Ο Περικλής, καρφωμένος στην καρέκλα.

Κάποτε οι άλλοι φεύγουν – μένει ο Περικλής και οι δυο γραμματείς. Σηκώνεται με τρόπο, να μη τον βλέπει η Ανδρομάχη, και πάει προς το παράθυρο, να πετάξει τη γόπα έξω.

«Περικλή, τι έπαθες;» (η Ανδρομάχη, ξαφνιασμένη)

«Περ’κλήηηηη… Τι είν’ αυτά;» (η Βαγγελιώ, αυστηρά)

Η Ανδρομάχη έχει σκάσει από την περιέργεια, αλλά ο Περικλής αποφεύγει, τάχα, να γυρίσει προς το μέρος της.

«Τι έχ'ς ικεί, μωρέ;»

«Άσε Βαγγελιώ, έτσι είμαι εδώ και δυό ώρες, δεν πέφτει με τίποτα, έχω τρελαθεί… πρέπει οπωσδήποτε να με δει γιατρός… και ντρέπομαι…»

«Μας κουρουΐδεύ’ς;»

«Τι κοροϊδεύω; Να, πιάσε!»

Η Βαγγελιώ απλώνει το χέρι, αλλά κάνει πως ντρέπεται.

«Πιάσε σου λέω, σαν ξύλο είναι, έχω πρόβλημα…»

«Να πιάσου… αλλά, μεσ’ απού τη τζέπ’;»

Η Βαγγελιώ βάζει το χέρι της στην τσέπη του τζην – και το τραβάει απότομα.

«Ιιιιιιι… Μωρ’ σύ, Αδρουμάχ’!»

Η Ανδρομάχη έχει πια σκάσει από την περιέργεια – όλη αυτή την ώρα ο Περικλής φροντίζει να της έχει γυρισμένη την πλάτη. Δεν αντέχει άλλο, σηκώνεται από το γραφείο της και πλησιάζει προς τον Περικλή.

Αυτό περίμενε κι αυτός. Μόλις τον έχει ζυγώσει αρκετά, γυρίζει απότομα, την αντικρίζει και της λέει με πυρετό στο βλέμμα:

«Κοίτα τι έπαθα, Ανδρομάχη!»

Ταυτόχρονα κάνει μια κίνηση προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη γουρλώνει τα μάτια, μένει άφωνη, αλλά καθώς τον βλέπει σ’ αυτή την έξαλλη κατάσταση κάνει αμέσως μεταβολή, για να απομακρυνθεί. Αίλουρος ο Περικλής, την αρπάζει από πίσω, βάζοντας το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της.

Η Ανδρομάχη αισθάνεται στα οπίσθιά της το μεγάλο εξόγκωμα του Περικλή, βγάζει μια τσιρίδα – και συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις της γυρίζει, τον σπρώχνει και πέφτει η ίδια προς τα πίσω, στη γωνιά της Γραμματείας – κόντεψε να τσακιστεί η κακομοίρα.

«Έπεσε, με τα πόδια ανοιχτά! Έτοιμη!» διευκρινίζει ο Περικλής

«χι χι χι χι» (η Ανδρομάχη)

«Ρε συ, τον πίστεψες;»

«Τον πίστεψα, τι να κάνω;»

«Δε λες που ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές, νάρθετε όλοι για να τη σώσετε…»

Ο Περικλής έχει κοκκινίσει από τα γέλια. Τα μάγουλα της Ανδρομάχης εξακολουθούν να φλασάρουν. Μπαίνει στο ιατρείο ο παιδίατρος – η αφήγηση επαναλαμβάνεται, σε ακόμα πιο ιλαρό κλίμα.

Άντε να δουλέψεις μετά…

*

Το σκίτσο είναι του Basilio

συνεχίζεται εντός...
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006 | 3 σχόλια