ι Τα μυστικά του Κόλπου
Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006
Εργασία και χαρά



Θέλει κανείς να ασχοληθεί με αυτά που πρέπει (το επόμενο ποστ των μτΚ δηλαδή) και δεν τον αφήνει η τρέχουσα επικαιρότητα.

Να, σήμερα στη δουλειά. Μόλις έχω ξεμπερδέψει από το κύμα των ασθενών και ανοίγω το laptop – νάσου ο Περικλής και η Ανδρομάχη, μπουκάρουν στο ιατρείο κόκκινοι από τα γέλια.

«Τι πάθατε, ρε;»

«Που να σου τα λέω…» (ο ένας)

«χι χι χι χι…» (η άλλη)

Ο Περικλής αρχίζει να εξηγεί. Ήταν στην Γραμματεία με την Βαγγελιώ – την ετέρα γραμματέα. Τους μπήκε η ιδέα να κάνουν πλάκα στην Ανδρομάχη. Να τι σκέφτηκαν: Πιάνει ο Περικλής δυο μικρά πλαστικά ποτηράκια και τα βάζει μέσα από το τζην, μπροστά του. Όποιος τον έβλεπε νόμιζε ότι είχε μια υπερήφανη στύση.

Περιμένουν να έρθει στη Γραμματεία η Ανδρομάχη. Στο μεταξύ, ο Περικλής κάθεται στο γραφείο της. Αυτή αργεί. Από την ανοιχτή πόρτα της Γραμματείας βάζει το κεφάλι του μέσα ένας μεσόκοπος «πελάτης»

«Που είνι του παθουλογικό;»

Από συνήθεια ο Περικλής σηκώνεται όρθιος - για να του δείξει. Μαζί του σηκώνεται και η υπερήφανη «στύση» του. Μόλις βλέπει το σκηνικό η Βαγγελιώ – ξεκαρδίζεται, χτυπιέται πάνω στο γραφείο της

«Χα χα, άει, άειιιιιι, παναγίαμ! Χα- ιιιιιι…»

Ο «πελάτης» απορεί.

«Μ’ ημένα γιλάτι;»

«Όχι, κύριε!» απαντά σοβαρός ο Περικλής.

Ο άνθρωπος γυρίζει και τον κοιτάζει – και γουρλώνει τα μάτια του μ’ αυτό που βλέπει. Ο Περικλής καταλαβαίνει τότε – και κάθεται με αστραπιαία κίνηση. Ο άνθρωπος κουνάει το κεφάλι του και φεύγει πισοπατώντας

«ΙΣΥ κι σκατά… Ητούτ’ είνι ντιπ καταντίπ για δέσιμου…» λέει σιγανά – αλλά όχι τόσο ώστε να μην τον ακούσουν οι δυο στη Γραμματεία

Μόλις χάνεται ο μπάρμπας από το οπτικό τους πεδίο, ο Περικλής ξεσπάει κι αυτός σε γέλια, ανατροφοδοτώντας τη γελαστική διάθεση της Βαγγελιώς, που εξακολουθεί να χτυπιέται:

«Παναΐαααααααμ… Ούι, ούι, ούι…»

(Όλα αυτά τα αναπαριστά τώρα ο Περικλής στο δικό μου γραφείο, με τη μοναδική του μιμική τέχνη. Έχω ήδη αρχίσει να γελάω αφειδώς – η Ανδρομάχη δεν έχει σταματήσει δευτερόλεπτο)

Περιμένουν την Ανδρομάχη, αυτή αργεί. Στο μεταξύ μπαίνουν στη Γραμματεία διάφοροι άλλοι, αγροτικοί γιατροί που θέλουν κάποια χαρτιά, ένας επιμελητής να ρωτήσει για τις εφημερίες του κλπ. Τους εξυπηρετεί η Βαγγελιώ, ο Περικλής έχει ανάψει τσιγάρο, καθισμένος πάντοτε στο γραφείο της Ανδρομάχης.

Κάποτε η Ανδρομάχη μπαίνει, πάει να καθίσει στο γραφείο της, αλλά πώς να σηκωθεί ο Περικλής μπροστά σε τόσο κόσμο; Με κάποιο τρυκ την πείθει να καθίσει στο τρίτο (άδειο) γραφείο. Στο μεταξύ το τσιγάρο έχει καεί, καίγεται και η γόπα. Ο Περικλής, καρφωμένος στην καρέκλα.

Κάποτε οι άλλοι φεύγουν – μένει ο Περικλής και οι δυο γραμματείς. Σηκώνεται με τρόπο, να μη τον βλέπει η Ανδρομάχη, και πάει προς το παράθυρο, να πετάξει τη γόπα έξω.

«Περικλή, τι έπαθες;» (η Ανδρομάχη, ξαφνιασμένη)

«Περ’κλήηηηη… Τι είν’ αυτά;» (η Βαγγελιώ, αυστηρά)

Η Ανδρομάχη έχει σκάσει από την περιέργεια, αλλά ο Περικλής αποφεύγει, τάχα, να γυρίσει προς το μέρος της.

«Τι έχ'ς ικεί, μωρέ;»

«Άσε Βαγγελιώ, έτσι είμαι εδώ και δυό ώρες, δεν πέφτει με τίποτα, έχω τρελαθεί… πρέπει οπωσδήποτε να με δει γιατρός… και ντρέπομαι…»

«Μας κουρουΐδεύ’ς;»

«Τι κοροϊδεύω; Να, πιάσε!»

Η Βαγγελιώ απλώνει το χέρι, αλλά κάνει πως ντρέπεται.

«Πιάσε σου λέω, σαν ξύλο είναι, έχω πρόβλημα…»

«Να πιάσου… αλλά, μεσ’ απού τη τζέπ’;»

Η Βαγγελιώ βάζει το χέρι της στην τσέπη του τζην – και το τραβάει απότομα.

«Ιιιιιιι… Μωρ’ σύ, Αδρουμάχ’!»

Η Ανδρομάχη έχει πια σκάσει από την περιέργεια – όλη αυτή την ώρα ο Περικλής φροντίζει να της έχει γυρισμένη την πλάτη. Δεν αντέχει άλλο, σηκώνεται από το γραφείο της και πλησιάζει προς τον Περικλή.

Αυτό περίμενε κι αυτός. Μόλις τον έχει ζυγώσει αρκετά, γυρίζει απότομα, την αντικρίζει και της λέει με πυρετό στο βλέμμα:

«Κοίτα τι έπαθα, Ανδρομάχη!»

Ταυτόχρονα κάνει μια κίνηση προς το μέρος της. Η Ανδρομάχη γουρλώνει τα μάτια, μένει άφωνη, αλλά καθώς τον βλέπει σ’ αυτή την έξαλλη κατάσταση κάνει αμέσως μεταβολή, για να απομακρυνθεί. Αίλουρος ο Περικλής, την αρπάζει από πίσω, βάζοντας το χέρι του γύρω απ’ τη μέση της.

Η Ανδρομάχη αισθάνεται στα οπίσθιά της το μεγάλο εξόγκωμα του Περικλή, βγάζει μια τσιρίδα – και συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις της γυρίζει, τον σπρώχνει και πέφτει η ίδια προς τα πίσω, στη γωνιά της Γραμματείας – κόντεψε να τσακιστεί η κακομοίρα.

«Έπεσε, με τα πόδια ανοιχτά! Έτοιμη!» διευκρινίζει ο Περικλής

«χι χι χι χι» (η Ανδρομάχη)

«Ρε συ, τον πίστεψες;»

«Τον πίστεψα, τι να κάνω;»

«Δε λες που ήταν έτοιμη να βάλει τις φωνές, νάρθετε όλοι για να τη σώσετε…»

Ο Περικλής έχει κοκκινίσει από τα γέλια. Τα μάγουλα της Ανδρομάχης εξακολουθούν να φλασάρουν. Μπαίνει στο ιατρείο ο παιδίατρος – η αφήγηση επαναλαμβάνεται, σε ακόμα πιο ιλαρό κλίμα.

Άντε να δουλέψεις μετά…

*

Το σκίτσο είναι του Basilio
 
Έγραψε ο Πάνος - Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2006 |


3 Comments:


  • At 5:38 μ.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    Ελπιζω την ωρα που γραφω αυτες τις γραμμες ο Περικλης να τις εχει χειρουργησει και τις δυο και να τους εχει κοπει το γελιο στη μεση!

     
  • At 4:06 μ.μ., Anonymous ο θειος

    Τι εγινε τελικα, βγηκανε απο την εντατικη τα κοριτσια?

     
  • At 5:39 μ.μ., Blogger Πάνος

    Βγήκανε και είναι μια χαρά - σαν καινούριες!