ι Τα μυστικά του Κόλπου
Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006
Και με φως και με θάνατον


Στις 10 Οκτωβρίου 1805 ο «Πανιερώτατος, θεοφιλέστατος και υπέρτιμος Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Ιθάκης Κύριος, Κυρ. Ιωαννίκιος» υπογράφει το διαζευκτήριο έγγραφο για το άτυχο ζεύγος του Ιωάννου και της Ανδριανής Κάλμπου. Οι λόγοι που επικαλείται ο Κύριος Κυρ. Ιωαννίκιος, είναι:

• …ωσάν οπού εγκαταλείψας αυτήν προ χρόνων εφέρθη εις αλλοδαπήν γην χωρίς ελπίδα επιστροφής εις την ιδίαν ομόζυγον και με κίνδυνον αυτής ψυχικών τε και σωματικόν ως κτλ.
• …έτι δε θεωρών την πρωτότυπον επιστολήν του αυτού Ιωάννου Κάλμπου πεμφθείσα τη αυτή ομοζύγω δια της οποίας αριδήλως φανερεί την πεισματικήν αυτού γνώμην εις το να μη θέλει ποτέ ενώσαι μετ’ αυτής ούτε να επιστρέφει εις Ζάκυνθον την Πατρίδα της
• …και τέλος αναγιγνώσκων το ιστορικόν δημόσιον γράμμα του αυτού … και επιβεβαιούν το σταθερόν της υπογραφής του προς την αυτήν ομόζυγον ως κτλ

Η αποδημία του Τζιοβάννι και των παιδιών έγινε το 1802 και έκτοτε είχαν περάσει τρία χρόνια, διάστημα αρκετό μεν, αλλά όχι και τόσο πολύ, ώστε να δικαιολογείται η φούρια της Ανδριανής και (κυρίως) του Κυρίου Κυρ. Ιωαννίκιου. Ωστόσο, η βιασύνη εξηγείται από το ίδιο το διαζευκτήριο:

…τα πάντα ο αυτός Πανιερώτατος καλώς σκεψάμενος, ποιών τον πρεπώδη στοχασμόν εις τας δικαίας αιτήσεις της ρηθείσης γυναικός και εις τον επικείμενον αυτής κίνδυνον κατά τας χρεωστικάς ειδήσεις ληφθείσας παρά του ιδίου αυτού αρχιερατικού επιτρόπου, μεγάλου οικονόμου και πρωτοπαπά Ζακύνθου…

Αν διαβάζουμε σωστά το κείμενο, έφτασαν μαντάτα για χρέη του Τζιοβάννι, τα οποία έθεταν σε κίνδυνο την περιουσία (προίκα) της Ανδριανής. Η Ανδριανή είχε πάρει ως προίκα δύο οικίες στην πόλη της Ζακύνθου και χτήματα στο Ρόιδο (Αμπελόκηποι) και στο Ακρωτήρι. Το διαζύγιο την προφύλασε από ενδεχόμενες απαιτήσεις των χρεωστών του νομίμου συζύγου της. Το γεγονός ότι το ενδεχόμενο αυτό αναφέρεται από τον Κύριο Κυρ Ιωαννίκιο με την έννοια του επείγοντος, φωτίζει τα πραγματικά κίνητρα όλων των εμπλεκομένων.

Από το ίδιο ντοκουμέντο προκύπτει πως οι δύο σύζυγοι είχαν επαφές, αλλά πως ο Τζιοβάννι ήταν αμετάπειστος στην απόφασή του να μην ξαναδεί στα μάτια του την Ανδριανή. Γιατί άραγε; Ποιος αποφάσιζε για λογαριασμό αυτής της γυναίκας, ώστε να μην κάνει το απλούστατο – να ταξιδέψει δηλαδή ως το Λιβόρνο για να δει τα αγόρια της. Ήταν η οικογένειά της; Ήταν κάποιος ιερωμένος πνευματικός; Ή ήταν κάποιος άλλος άντρας, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη και στου οποίου τη θέληση υπάκουε πειθήνια; Από τις τρεις εκδοχές, η τρίτη μοιάζει πιο πιθανή – όλες βέβαια κινούνται στην ομίχλη των υποθέσεων, χωρίς το παραμικρό έρεισμα σε πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, αν υποθέσουμε ως ισχυρή την εκδοχή της ύπαρξης άλλου άνδρα στη ζωή της Ανδριανής, τότε εξηγείται γιατί ο Τζιοβάννι έφυγε άρον άρον παίρνοντας μαζί του και τα παιδιά, γιατί δεν τον πίεσε η δική του οικογένεια και ειδικότερα ο αδερφός του να υποχωρήσει και να επανασυνδεθεί (και είναι βέβαιο πως θα υποχωρούσε, αν ήταν άλλη η αιτία της φυγής του, εξ’ αιτίας των παιδιών) και γιατί η Ανδριανή δεν επιδίωξε ποτέ να ξαναδεί τα παιδιά της – τα οποία άλλωστε ζούσαν σε σχετικά κοντινή απόσταση.

Όπως και να έγιναν τα πράγματα, την επόμενη χρονιά από την έκδοση του διαζυγίου (1805) η Ανδριανή παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, στη Ζάκυνθο, τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Η Ανδριανή πέθανε δέκα χρόνια αργότερα, στις 30 Ιουνίου 1915, σε ηλικία περίπου 46 ετών. Δεν είχε άλλα παιδιά, κι όμως, από τα περιουσιακά της στοιχεία, μονάχα ένα αμπέλι («στο Ρόιδο») άφησε ως κληρονομιά στον Ανδρέα και τον Νικόλαο. Τις οικίες που είχε λάβει ως προίκα καθώς και την υπόλοιπη κτηματική περιουσία της, κληρονόμησαν άλλα πρόσωπα.

Όλα αυτά ελάχιστη σημασία έχουν. Η ποίηση, μια ποίηση κυριολεκτικά πρωτοφανής για την εποχή που γράφτηκε, τα παραμερίζει όλα αυτά – και δημιουργεί ένα καινούριο σύμπαν, με τις οριστικές αλήθειες:

Υιέ μου, πνέουσαν μ’ είδες’
ο ήλιος κυκλοδίωκτος
ως αράχνη μ’ εδίπλωνε
και με φως και με θάνατον
ακαταπαύστως.

(…)
Ω φωνή, ω μητέρα,
ω των πρώτων μου χρόνων
σταθερά παρηγόρησις’
όμματα που μ’ εβρέχατε
με γλυκά δάκρυα!

Και συ στόμα οπού εφίλησα
τόσες φορές, με τόσην
θερμοτάτην αγάπην,
πόση άπειρος άβυσσος
μας ξεχωρίζει!

Αι, και άπειρος ας είναι
κ’ έτι φοβεροτέρα’
εκεί μέσα ατάρακτος
θέλω εγώ συντριφθήν
γυρεύοντάς σας.


Χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από ένας αιώνας, για να γραφούν στην ελληνική γλώσσα στίχοι εφάμιλλοι (όχι καλύτεροι) από εκείνους της πρώτης στροφής… και ποτέ, ως τις μέρες μας, με τέτοια πυκνότητα και εκφραστική δύναμη.

*

Χρησιμοποίησα υλικό από το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο Βίος και η Πολιτεία του Ανδρέα Κάλβου, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Το ελάφι σε πυκνό δάσος είναι του Κωνσταντίνου Παρθένη.
 
Έγραψε ο Πάνος - Σάββατο, Οκτωβρίου 21, 2006 |


3 Comments:


  • At 1:21 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    ..Το πρόσωπο ή το φιλί μιας μάνας δεν θυμάσαι
    Ποιον αγκαλιάζουν, άραγε, τα χέρια σου σφιχτά ;
    Συνήθισες από μικρός και μόνος σου κοιμάσαι
    Το κυπαρίσσι στέκεται στο χώμα σου σκοπιά.


    ΥΓ
    Γραμμένο, προ ετών, στη μνήμη οικείου προσφιλούς προσώπου, που έφυγε νωρίς.

    Όμματα που με βρέχετε - ξανά - με πικρά δάκρυα.

     
  • At 3:16 μ.μ., Blogger roidis

    δεν το έχω αγοράσει ακόμη το βιβλίο αυτό, δυστυχώς.

    χρήσιμο το ποστ σου.

     
  • At 5:41 μ.μ., Blogger Πάνος

    ιχνηλάτη,

    τα δάκρυα γι' αυτούς που φύγαν είναι πάντα πικρά. Γλυκά είναι τα δάκρυα της παιδικής ανάμνησης.

    *

    Ροϊδη,

    από το βιβλίο του Ζαφειρίου πήρα τα αποσπάσπατα του διαζευκτηρίου, που εξέδωσε ο Κύριος Κυρ Ιωαννίκιος. Για τα υπόλοιπα είμαι υπεύθυνος εγώ. Το βιβλίο του Ζαφειρίου είναι πολύ καλό - και η έκδοση εξαιρετική!