ι Τα μυστικά του Κόλπου
Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006
Επέτειος


Σε ερωτεύτηκα αμέσως μόλις σε είδα. Ένα παλικαράκι που δεν είχε κλείσει τα δεκαεφτά ήμουνα τότε. Εσύ μεγάλη, σαγηνευτική, γεμάτη υποσχέσεις. Νόμισα πως μ’ αγάπησες και συ – ιδέα μου. Μπορεί, κιόλας. Με τα θηλυκά δε βγάζεις άκρη.

Μικρός και άβγαλτος, έπεσα με τα μούτρα. Και συ με έμαθες να καπνίζω, να πίνω, να ξενυχτάω, να παίζω χαρτιά, να μην κομπλάρω με την ηδονή, να μη φοβάμαι τις κόντρες, να ψάχνω. Κράτησα κι εγώ από τις συνήθειες μου δύο μονάχα: να διαβάζω και να γράφω.

Με τη σειρά τα αμφιθέατρα, τα εργαστήρια, τα κομματικά στέκια, τα μπαράκια, τα ουζερί, οι ταβέρνες, τα καφενεία. Πολιτική, έρωτες, όνειρα. Πολλά όνειρα. Τρελά όνειρα. Και πολλοί άνθρωποι, φίλοι και γυναίκες – δεν έμεινε σχεδόν κανένας και καμιά…

Τα πρώτα χρόνια περάσαμε καλά οι δυο μας. Για την ακρίβεια, τέλεια! Όχι ένα και δύο – δώδεκα! Δώδεκα ολόκληρα χρόνια χρυσάφι…

Αγάπησα πολύ, πολλά: γυναίκες, βιβλία, ποιήματα, κόμιξ, ταινίες, αμάξια, γήπεδα, οδοιπορίες, γλέντια, αθλητικά απογεύματα σε γηπεδάκια, συζητήσεις, συναπαντήματα. Ακόμα και την Επανάσταση των προλεταρίων – κι ας έμενα κατά βάθος ένας παραδοσιακός άνθρωπος της υπαίθρου. Και συ δεν έφερνες καμιά αντίρρηση, μου τα έδινες όλα, μου τα επέτρεπες όλα. Και μένα μου άρεσε να σε βλέπω από ψηλά, ξαπλωμένη νωχελικά - και ύστερα να χάνομαι μέσα σου και να εξερευνώ τις πιο απόκρυφες γωνιές σου και να παραμυθιάζομαι ότι καλύτερη από σένα δεν υπάρχει, ότι είσαι η πρώτη και η μοναδική.

Δε χωρίσαμε ποτέ. Εφτά μήνες ήταν όλοι κι όλοι που έμεινα μακριά σου, φαντάρος. Και τότε, σε κάθε ευκαιρία, έτρεχα σε σένα.

Και μετά έγινες στρίγγλα. Χάλασε η όψη σου, η φωνή σου, η αύρα σου. Λες και δεν έφτανε αυτό, άρχισα να υποψιάζομαι πως στη σχέση μας δεν είμαστε μόνοι: υπήρχαν και κανόνιζαν τα πάντα οι νταβατζήδες σου. Αόρατοι για χρόνια, άρχισαν σιγά σιγά να τους ξεχωρίζουν τα αφελή μου μάτια.

Λες να τα φαντάστηκα; Μα κάθε φορά που ήθελα να σε πάρω, μου ζητούσαν να πληρώσω. Με αντίτιμα που τα σιχαινόμουν. Οι πόρτες σου έμεναν κλειστές – έμπαιναν κάποιοι άλλοι, που δεν είχαν πρόβλημα με τη συναλλαγή. Κι εγώ σε συναντούσα κρυφά, απόμερα, όλο και πιο αραιά. Και τότε ακόμα δε με αγκάλιαζες, δεν με άκουγες, δε με παρηγορούσες, Κι έτσι άρχισε να δημιουργείται η γνωστή ψυχρότητα ανάμεσά μας.

Δε μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς την περίοδο που ο απόλυτος έρωτάς μου για σένα μετατράπηκε σε αηδία. Αλλά δε μπορούσα πια να βλέπω τους νταβατζήδες να μπαίνουν ανάμεσά μας και συ να μου γυρίζεις την πλάτη. Αν δε σε είχα ερωτευτεί τόσο, μπορεί να μη σε περιφρονούσα. Θα μου ήσουν, απλά, αδιάφορη. Μια τρύπα που μπαίνεις, γιατί κάπου πρέπει να μπεις, χωρίς συναισθηματικές εμπλοκές.

Ξέρεις πολύ καλά ότι αόρατα αλλά πανίσχυρα νήματα με κρατάνε δεμένο κοντά σου. Ξέρεις ότι προσπάθησα πολύ να τα κόψω, μάτωσα κιόλας, αλλά ήταν αδύνατο. Έχουν περάσει εικοσιεφτά χρόνια, αυτή η σχέση έγινε εφιάλτης, αλλά έγινε πια υποχρεωτική. Θέλω δε θέλω, υποχρεωτική.

Σε βλέπω τώρα και ανατριχιάζω. Μια σταφιδιασμένη, κακιασμένη κωλόγρια, μια ξεφτιλισμένη πουτάνα είσαι. Κι ας φανερώνεσαι καμιά φορά φρεσκολουσμένη και χαμογελαστή κι ας καταφέρνεις τότε να κάνεις τα σπλάχνα μου να αχνίζουν και πάλι από πόθο για σένα. Δε περνά πολλή ώρα και με κατακλύζει η νοσταλγία της φυγής μακριά σου. Γιατί γελάς ξεδιάντροπα, γιατί πουλιέσαι φτηνά στον κάθε καραγκιόζη, γιατί του κάνεις πρόθυμα όλα τα γούστα – και μετά έρχεσαι ξανά σε μένα, να εξαγνιστείς. Και να με παραμυθιάσεις.

Σε μαθαίνουν σιγά σιγά και τα παιδιά μου. Και σε αγαπάνε, γιατί είναι παιδιά και δε μπορούν να ξέρουν τι λέρα και τι χάσιμο είσαι. Και συ τα δολώνεις – όπως έκανες και με μένα. Γιατί το έχεις αυτό το χάρισμα, να φτιάχνεις τους μύθους σου και να τους πουλάς, ακριβώς όπως πουλάνε οι απατεώνες τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Έχω χρόνια να σου μιλήσω. Ούτε σήμερα θα σου μιλούσα, κι ας είναι τέτοια μέρα. Θυμάσαι, ήταν ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, στα 1979… Το πρωί καθώς οδηγούσα για τη δουλειά σε σκεφτόμουν - και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οπουδήποτε αλλού, οπουδήποτε μακριά σου, θα είμαι ξένος. Και σκέφτηκα ότι εικοσιεφτά χρόνια έχουν πια τη σφραγίδα και το βάρος του οριστικού. Και είπα, ξεφτιλισμένη κωλόγρια, να σου γράψω δυο λόγια στο μπλογκ – για να συναντηθούμε ξανά.

Τι το ήθελα; Με το που το συλλογίστηκα, λες κι άλλαξες όψη – έγινες πάλι η όμορφη μάγισσα της νιότης μου. Αφήνομαι κι εγώ, κι ας ξέρω πως θα με απογοητεύσεις και πάλι – και πολύ γρήγορα μάλιστα.

Απόψε όμως, θα σε κυκλοφορήσω λες κι είσαι άλλη, δηλαδή αυτή που φαντάστηκα πως ήσουν, κάποτε. Φαντάσου και συ πως είμαι εκείνος που ήμουν, ένα τέταρτο του αιώνα πριν. Ας κάτσουμε στο μισοσκόταδο του μπαρ, να μη φαίνονται τα καζάντια μας κι ας πιούμε μαζί, ας χαλαρώσουμε ονειροπολώντας για ένα μέλλον λιγότερο πικρό από το παρόν.

Θεσσαλονίκη μου, καλή μας επέτειο!
 
Έγραψε ο Πάνος - Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006 |


11 Comments:


  • At 4:54 μ.μ., Blogger Καπετάνισσα

    Θαυμάσιο.
    Ξεχειλίζει συναίσθημα κι αλήθειες.

    Αγαπάμε ό,τι μας πονάει, το κατέχεις Σαλονικιέ...

    Κι ό,τι μας βάζει σε διαδικασίες να το αναγεννήσουμε και να το ξαναγνωρίσουμε.

     
  • At 7:35 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Πάνο, άστα αυτά με την πόλη και τη στάχτη στα μάτια !

    Τέτοιο πάθος, τέτοια χαρά, τέτοια πίκρα, τέτοιο πόνο, τέτοια ανάσταση ψυχής, μόνο μια γυναίκα μας τα δίνει !

    Λέγε λοιπόν :)

    ΥΓ1
    Από τα καλύτερα σου. Εύγε.

    ΥΓ2
    Καπετάνισσα, μην τον ξαναπείς Σαλονικιό. Είναι τοπικιστής Καλαματιανός εσωτερικός ( νόμιμος :) μετανάστης !

     
  • At 9:35 μ.μ., Anonymous Ανώνυμος

    Όταν ερωτεύεσαι σε μια πόλη, ερωτεύεσαι και την πόλη αναπόφευκτα. Τη συγκεκριμένη σκοτεινή γωνιά, το θάμνο όπου έκρυβες τη σχολική τσάντα και μέσα της την ποδιά, τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων στην οδό Ανθέων, πριν απ΄ τη διάνοιξή της, όταν ήταν ο πιο μαγικός δρόμος της πόλης (οι αυλές των πανέμορφων σπιτιών της είχαν φοίνικες, μουσμουλιές, συντριβάνια και γάτες Περσίας που σε παίρνανε από πίσω). Στην εφηβεία μου την πρόλαβα και είμαι ευγνώμων για την ανάμνηση. Σήμερα ανήμερα της γιορτής του πολιούχου, στο τραπέζι προς τιμήν του παππού Τάκη, κατάκοιτου παλαίμαχου της πόλης, η εγγονή που δουλεύει σ’ ένα μπαράκι, όπου συχνάζουν μαθητές της οδού Αδριανουπόλεως (προέκτασης της οδού Ανθέων), διηγείται ότι της διηγήθηκαν αυτοί για το τροχαίο έξω απ’ το σχολείο τους και η φρίκη της περιγραφής της ξεχειλίζει. Η βία της διάνοιξης του δρόμου που προετοίμασε τη βία της κόντρας και των στοιχημάτων, που ανέβασε το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο και πέταξε τα παιδιά στη βιτρίνα του καταστήματος να κοπούν σε κομμάτια μικρά και μεγάλα (για να μπορεί να βλέπει όλος ο κόσμος….) και που την κάνει να αναρωτιέται γιατί δεν κάνει κανείς κάτι, γιατί δεν μπορεί να κάνει κανείς κάτι, χρόνια τώρα, για τις κόντρες που όλοι ξέρουν ότι γίνονται εκεί; Και στην επέτειο του έρωτα, πάει ο έρωτας, πώς να σωθεί που δεν ξέρει κανείς να κάνει κάτι για να τον σώσει, ούτε κι εσύ.

     
  • At 10:08 μ.μ., Blogger skupitsa

    Όταν ερωτεύεσαι σε μια πόλη, ερωτεύεσαι και την πόλη αναπόφευκτα. Τη συγκεκριμένη σκοτεινή γωνιά, το θάμνο όπου έκρυβες τη σχολική τσάντα και μέσα της την ποδιά, τη μυρωδιά των τριαντάφυλλων στην οδό Ανθέων, πριν απ΄ τη διάνοιξή της, όταν ήταν ο πιο μαγικός δρόμος της πόλης (οι αυλές των πανέμορφων σπιτιών της είχαν φοίνικες, μουσμουλιές, συντριβάνια και γάτες Περσίας που σε παίρνανε από πίσω). Στην εφηβεία μου την πρόλαβα και είμαι ευγνώμων για την ανάμνηση. Σήμερα ανήμερα της γιορτής του πολιούχου, στο τραπέζι προς τιμήν του παππού Τάκη, κατάκοιτου παλαίμαχου της πόλης, η εγγονή που δουλεύει σ’ ένα μπαράκι, όπου συχνάζουν μαθητές της οδού Αδριανουπόλεως (προέκτασης της οδού Ανθέων), διηγείται ότι της διηγήθηκαν αυτοί για το τροχαίο έξω απ’ το σχολείο τους και η φρίκη της περιγραφής της ξεχειλίζει. Η βία της διάνοιξης του δρόμου που προετοίμασε τη βία της κόντρας και των στοιχημάτων, που ανέβασε το αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο και πέταξε τα παιδιά στη βιτρίνα του καταστήματος να κοπούν σε κομμάτια μικρά και μεγάλα (για να μπορεί να βλέπει όλος ο κόσμος….) και που την κάνει να αναρωτιέται γιατί δεν κάνει κανείς κάτι, γιατί δεν μπορεί να κάνει κανείς κάτι, χρόνια τώρα, για τις κόντρες που όλοι ξέρουν ότι γίνονται εκεί; Και στην επέτειο του έρωτα, πάει ο έρωτας, πώς να σωθεί που δεν ξέρει κανείς να κάνει κάτι για να τον σώσει, ούτε κι εσύ.

    9:35 μμ

     
  • At 10:08 μ.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    Δηλαδη αν αντι για τη Σαλονικη ταφτιαχνες με τη Βενετια, τι θα εγραφες, βιβλιο?

     
  • At 10:20 μ.μ., Blogger Πάνος

    καπετάνισσα,

    ευχαριστώ.

    *

    ιχνηλάτη,

    υποψιαζόμουν οτι θα σου αρέσει...

    *

    σκουπίτσα,

    χάρηκα που το ποστάκι μου σε οδήγησε να γράψεις και συ ένα, στο σχόλιό σου. Χάρηκα και γιατί πέρασες από εδω.

    *

    θείε Ισίδωρε,

    ΕΧΩ ΗΔΗ ΓΡΑΨΕΙ βιβλίο για τη Θεσσαλονίκη - το νησί της Καλυψώς. Ένα κεφάλαιο μάλιστα σε ...έστειλε αδιάβαστο, απ' ό,τι είδα...

     
  • At 11:06 μ.μ., Blogger Athanassios

    Εξαιρετικό κείμενο... μπράβο και με τις υγείες μας...

     
  • At 9:53 π.μ., Blogger confused

    Απλά υπέροχο!
    Καλημέρα.

     
  • At 2:19 μ.μ., Anonymous Μίσκο

    Τόσες αναπνοές και τόσοι λυγμοί μέσα σε ένα τόσο δα κειμενάκι. Παράξενο φαίνεται σε έναν 25άρη σαν και του λόγου μου. Κι αυθόρμητα συμπεραίνω: η δική μου γενιά δεν έχει τέτοιες μνήμες δυνατές. Φοβάμαι μάλιστα πως δεν έχει καν μνήμες. Μονάχα μέλλον που αδημονεί να πεθάνει στο παρόν.

     
  • At 7:54 μ.μ., Blogger Hari

    Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

     
  • At 12:32 μ.μ., Anonymous Pontiac

    Exω αρχίσει να λατρεύω την ψηφιακή εποχή! Ίσως γιατί μας υποχρεώνει -με τη θέλησή μας βέβαια- σε ομαδική ψυχανάλυση.

    Νάξερες πόσα απ' αυτά που γράφεις ένοιωσα και πόσο δυναμική είναι η και η δική μου σχέση με την πόλη αυτή! Απλά, δεν έχω το χάρισμα της λογοτεχνικής γραφίδας για να μπορεσω να τα εκφράσω με τον τρόπο που τα καταφέρνεις εσύ.

    Εγώ, που λες, γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσα στην Αθήνα. Εκείνα τα πέτρινα χρόνια της χούντας οι δικοί μου πήραν τον οματιών τους, όπως και χιλιάδες άλλοι, για να γλυτώσουν από τον ασφαλίτη και την απόλυση. H Θεσσαλονίκη, όπως και όλη η Μακεδονία (η ελληνική εννοείται) ήταν σκληρή περιοχή από άποψη καταστολής.

    Η Αθήνα, για τρίτη φορά στον 20ο αιώνα (Μικρασιατική Καταστροφή, εμφύλιος, χούντα), έγινε το φιλόξενο καταφύγιο των κυνηγημένων.

    Η Θεσσαλονίκη όμως έμενε ο κρυφός καημός και το απωθημένο. Αλλά και μέσο ταυτότητας και αντίστασης. Και όταν οι μικροί συμμαθητές μου εκείνης της εποχής θα στοχεύσουν με αυτόν τον αφελή παιδικό ρατσισμό -που συνεχώς θα τον βρίσκουμε και στους μεγαλύτερους, εξ άλλου οι Έλληνες αεί παίδες εισίν- και θα μετατραπώ στον "Βούλγαρο",
    θα με καλύψει ο ΠΑΟΚ με τις σημαίες του και τη μαγκιά του και θα μου επιτρέψει να εκφράσω έτσι την πιο αποτελεσματική αντίσταση.

    Βέβαια, γρήγορα θα ανακαλύψω ότι το "Βούλγαρε" των παιδιών είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύγκρουσης μεταξύ δύο χωριών, όπου ο ένας θα μειώσει με τον πιο αποτελεσματικό -έτσι νομίζει- τρόπο τον άλλο.

    (Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ τα παιδιά...)

    Με τα περισσότερα απ' αυτά θα γίνουμε στη συνέχεια φίλοι καλοί. Φιλίες που θα μας ακολουθήσουν και μετά, στο γυμνάσιο αλλά και στους δρόμους του Πολυτεχνείου, το '73.

    Η Θεσσαλονίκη όμως θα παραμένει το κρυφό απωθημένο. Θα ξαναγυρίσω πια ως φοιτητής. Όπου θα ζήσω δύο από τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. Στη συνέχεια όμως, θα βαρεθώ αυτό το φοιτητικό γκέτο και τους κανόνες του και θα επιλέξω -με τη βοήθεια μιας μεταγραφής- να επιστρέψω στην Αθήνα. Η έλλειψη ταυτότητας, συνοχής και "αυστηρών" κοινωνικών κανόνων, τελικά μου πήγαινε περισσότερο.
    ...και ας νομίζουν κάποιοι το αντίθετο!

    Ο έρωτας για τη Θεσσαλονίκη δεν θα εξατμιστεί εύκολα. Ακόμα και όταν στις αρχές της δεκαετίας του '90, πολλούς φίλους, εδώ στην Αθήνα, είχε πιάσει μια αντιθεσσαλονικιώτικη υστερία -με αφορμή τις κινητοποιήσεις για το μακεδονικό- εγώ επέμενα να τους μιλώ για τα "αντικειμενικά" στάδια που περνούν τα έθνη-κράτη με τις Μεγάλες Ιδέες τους κ.λπ. και να τους δείχνω στο χάρτη τα σύνορα, με τη σλαβομακεδονία, το Κόσοβο και το Βούκοβαρ, μπας και καταλάβουν ότι δεν βρισκόμασταν κάπου μεταξύ Γαλλίας και Ιταλίας. Δε νομίζω ότι το κατάλαβαν ποτέ. Αντίθετα, αυτή η απαξίωση εξήχθη και στη Θεσσαλονίκη και μετατράπηκε σε απίστευτη επαρχιώτικη εθελοδουλεία και αυτομαστίγωση. Η "προοδευτική" διανόηση της πόλης, λίγο διέφερε από τον αντίπαλό της.
    Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

    Οι πρώτες ρωγμές στη συναισθηματική εξάρτηση θα έρθουν στα μέσα της δεκαετίας του '90. Όταν η Θεσσαλονίκη θα ζήσει για άλλη μια φορά τη συνηθισμένη ιστορία της προσφυγιάς. Πρόσφυγες ομογενείς από τη διαλυμένη πια Σοβιετική Ένωση αναζητούν λιμάνι στη "μητέρα-πατρίδα"! Και όχι στην Κρήτη, στην Καλαμάτα ή στην Κηφισιά, αλλά στην "πρωτεύουσα των προσφύγων". Στην πόλη του Ιωάννου και του Μοσκώφ.

    Κατάλαβα όμως τότε, ότι η πόλη αυτή δεν υπάρχει πια. Οι παλιοί πρόσφυγες του ΄22 -παρόλες τις αντιστάσεις τους- μετατράπηκαν στους νέους αυτόχθονες και μαζί με τους αυθεντικούς ιθαγενείς, αποτέλεσαν του παλλαιοελλαδίτες των ημερών μας.

    Ρε Πάνο, αλήθεια σου λέω, ήθελα να αγιάσω. Δεν μ' άφησες όμως και θα ακούσω τώρα τα διάφορα ρατσιστικά μπινελίκια.