ι Τα μυστικά του Κόλπου
Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006
Θα μπορούσε να είναι σενάριο comics
Μην παραξενευτείτε που ποστάρει ένας που έχει φύγει. Το πέρασμα από τη ζωή στην επόμενη κατάσταση είναι κάτι που ακόμα δεν έχω καταλάβει, αν και μου συνέβη, αλλά το πρώτο μου συμπέρασμα είναι ότι εξακολουθείς να υπάρχεις – τουλάχιστον όσο υπάρχουν αυτοί που σε θυμούνται και σε σκέφτονται.

Να, τώρα, ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είμαι ανύπαρκτος; Αφού βλέπω τη σκέψη μου να περνάει από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή στην οθόνη, και από κει, αν όλα πάνε καλά, στον τεχνητό, αλλά υπαρκτό και ζωντανό κυβερνοχώρο. Το πάω και πιο μακριά: ποιος ξέρει αν με τον τρόπο αυτόν δεν εξασφαλίζω μια παράταση της ύπαρξής μου, επ’ αόριστον; Το ίχνος μου θα μπορεί να εντοπιστεί, όσο θα υπάρχει κυβερνοχώρος. Δεν είναι κι αυτό μια αίσθηση (έστω, ψευδαίσθηση) αθανασίας;

Ιστορίες

Είμαστε συγκάτοικοι στο πρώτο έτος, σ’ ένα διαμέρισμα πίσω από τη φοιτητική λέσχη, το οποίο σε χρόνο μηδέν έγινε κέντρο διερχομένων (Μεσσηνίων – αργότερα παλαιοελλαδιτών) πρωτοετών.

Καπνίζαμε και πίναμε κονιάκ ΒΟΤΡΥΣ και ΜΕΤΑΞΑ. Ως νότιοι δεν περιφρονούσαμε το ούζο και το κρασί, αλλά η γνώση και η τσέπη μας ήταν προβληματικές ακόμα - και δηλητηριαζόμαστε με ρετσίνες (τότε κάποιος από εμάς έβγαλε το σλόγκαν: ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ, έμαθε τον κόσμο να πίνει μπύρα!)

Τηγανίζαμε πατάτες με αυγά, αγοράζαμε φέτα και ελιές από το ψιλικατζίδικο του κυρ –Γιάννη απέναντι, κρατούσαμε ψωμί από τη φοιτητική λέσχη.

Αγοράσαμε ψυγείο και ψευτο-στερεοφωνικά. Δεν πήραμε τηλεόραση. Τα ματς τα βλέπαμε σε μια πιτσαρία, εκεί κοντά, φτιάχνοντας μεγάλες ή τεράστιες κερκίδες (η χαρά του μαγαζιού)

Ήμουν απλός νέος, είχα μονάχα ένα πραγματικό πάθος: τις γυναίκες. Δεύτερη μέρα στη Θεσσαλονίκη (τέλη Οκτωβρίου) και είχα κιόλας κλείσει ραντεβού με τέσσερις (4) Σαλονικιές στην Καμάρα.

Όχι όλες για μένα – πάντα ήμουν για τους φίλους, ποτέ δεν ήμουν μοναχοφάης. Τις είχα γνωρίσει στην Καλαμάτα, στην πενταήμερη εκδρομή που είχαν κάνει τον Απρίλη της ίδιας χρονιάς και είχα πάρει το τηλέφωνο της μιας. Επειδή οι ενδιαφερόμενοι Καλαματιανοί είμαστε τέσσερις, κανόνισα και ήρθαν ισάριθμες κοπέλες. Καλή τους ώρα!

Το είπα αυτό όχι για να παινευτώ (τι νόημα έχει; – τώρα είμαι υπεράνω, θέλοντας και μη) αλλά για να σας δείξω ότι στο θέμα «γυναίκα» δεν μπορούσε να με παρακολουθήσει κανείς.

Κολλούσα σε όποια έβλεπα μπροστά μου - και πολλές τσιμπούσαν. Από το Συντριβάνι μέχρι την Αριστοτέλους θα είχα μιλήσει σε τριάντα, θα είχα πάρει δυο τρία τηλέφωνα. Την άλλη μέρα τηλεφωνούσα – και προχωρούσα. Οι χυλόπιτες δεν με στεναχώρησαν ποτέ – ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της δραστηριότητάς μου.

Όσοι απορείτε, απλώς δεν έχετε δοκιμάσει ποτέ το καμάκι του δρόμου. Δε λέω ότι είναι εύκολο, πρέπει να έχεις συνέχεια κέφι, πρέπει να έχεις αυτοπεποίθηση – κυρίως όμως να έχεις καταλάβει τι σημαίνει γυναικεία ψυχολογία και γυναικείο μυαλό.

(Είναι –ήταν πάντα – το αγαπημένο μου θέμα, αλλά δε μας παίρνει ο χώρος να το αναλύσουμε εδώ)

Ο φίλος μου ο Πάνος, ας πούμε, έκανε το τραγικό λάθος ότι σεβόταν και εκτιμούσε υπερβολικά τις γυναίκες ως ανθρώπινες υπάρξεις. Αξιέπαινη στάση, μόνο που έχασε πολλές περιπτώσεις, εξαιτίας της.

(Τον βλέπω τώρα που πληκτρολογεί και δυσανασχετεί. Α, φίλε, σου θυμίζω ότι σήμερα γράφω εγώ!)

Προσπαθούσα να τους εξηγήσω: «Δε μ’ ενδιαφέρει το γαμήσι» έλεγα στους φίλους. «Όλη η καύλα είναι μέχρι να τη φέρω στο κρεβάτι και να δω τα δαχτυλάκια να πιάνουν το κυλοτάκι, να ανασηκώνεται το κωλαράκι, να το τραβάνε προς τα κάτω και να κατεβαίνει σιγά σιγά, να φανερώνεται μπροστά μου το μουνάκι… Αυτό με τρελαίνει! Τα υπόλοιπα είναι μέχρι αγγαρεία!»

κι άλλες ιστορίες

Στην απέναντι πολυκατοικία εντόπισα την Άννα, που ήταν μαθήτρια. Σε λίγες μέρες η Άννα βρισκόταν στο δωμάτιό μου, όταν η πόρτα άρχισε να χτυπάει δυνατά. Ήταν η μάνα της, που την αναζητούσε με άγριες διαθέσεις.

Τα θυμάμαι και γελάω… Άνοιξε ο Πάνος. Αυτή νόμιζε ότι ήταν αυτός που πηδούσε την Άννα – και τον ρωτάει - είναι η Άννα εδώ; Κι ο Πάνος της λέει με το πιο φυσικό ύφος: μα τι λέτε κυρία μου, εδώ έχει μαυρίσει το μάτι μας για γυναίκα, ποια είναι αυτή η Άννα; Εμείς ακούγαμε από μέσα. Η κυρία κώλωσε, σου λέει λάθος θα έκανα. Ζήτησε συγγνώμη και έφυγε…

Πρωτοετής γνώρισα τη Νίκη, τη γυναίκα της ζωής μου. Πολύ ωραία κοπέλα, καταπληκτικός άνθρωπος, φοιτήτρια Γεωπονικής (του 10, γραμμή παρακάτω!). Η Νίκη ήταν του σπιτιού, εγώ του μαχαλά. Βολεύτηκα μια χαρά – εκμεταλλεύτηκα και το ΠΑΣΟΚ: «Μωρό, απόψε έχουμε συνάντηση της ΠΑΣΠ με τους πρωτοετείς / αφισοκόλληση / συνεδρίαση/ μοίρασμα προκηρύξεων» Ανάθεμα κι αν είχα πατήσει ποτέ – ο χρόνος μου ήταν αφιερωμένος αποκλειστικά στο κυνήγι των γυναικών.

Όταν κάποτε με έκανε τσακωτό και με χώρισε, κόντεψα να τρελαθώ. Ο Πάνος θυμάται που πήγα στο σπίτι του (δεν ήμαστε πια συγκάτοικοι) έκλαιγα και χτυπιόμουν: «Τι να κάνω, την αγαπάω!». Όντως την αγαπούσα – αλλά πώς να χαλιναγωγήσω την τάση μου για πολυγαμία;

Παρακάλεσα, υποσχέθηκα (τα αδύνατα) – και πήρα χάρη. Εξακολούθησα να αναζητώ εναγωνίως «κάλυψη».

(Όλοι το ίδιο κάνουν. Κάποτε ήμουν σ΄ ένα φίλο οδοντίατρο, έρχεται ένας άλλος φίλος, γιατρός - και λέει: βάλε μου γρήγορα δυο ράμματα στα ούλα, είπα ότι ήμουν σε σένα και μου έκανες επέμβαση… Πήγε στο σπίτι και αντί να τ’ ακούσει - έδειξε τα ράμματα και βγήκε κι από πάνω!)

Χρόνια αργότερα, η Νίκη έκανε το διδακτορικό της στη Γερμανία και εγώ υπηρετούσα (ως δόκιμος) τη θητεία μου. Τότε, είχα όλο το χρόνο δικό μου – και το αποτέλεσμα ήταν, σε κάποια φάση να έχω ταυτοχρόνως εφτά γκόμενες, η καθεμιά από τις οποίες νόμιζε ότι ήταν η μοναδική.

«Πως τα καταφέρνεις, ρε συ Κωστή, και δεν τα μπερδεύεις – τι λες στη μία και τι λες στην άλλη;» με ρωτούσε ο Πάνος.

«Και ποιος σου είπε ότι δεν τα μπερδεύω; Για να τα μπαλώσω μετά, λέω ό,τι μαλακία μου περάσει απ΄ το μυαλό και τα πράγματα γίνονται χειρότερα…»

Η πολυγαμία έχει και τα προβλήματά της.

Πολλές εκατοντάδες γυναίκες. Φοιτήτριες, μαθήτριες, παντρεμένες, εργάτριες, σερβιτόρες, πωλήτριες, άνεργες, ομορφούλες, ασχημούλες – δεν είχε σημασία. Τις άλεθα όλες.

Μια από αυτές ήταν επαγγελματίας πουτάνα – την είχε βγάλει η μάνα της στο κλαρί, γύρω στα δεκαοχτώ. Δεν το ήξερα στην αρχή, το κατάλαβα πιο ύστερα. Έλεγε πως με ερωτεύτηκε και με παρακαλούσε επίμονα να γίνω νταβατζής της – και μου έταζε τον ουρανό με τ’ άστρα. Για ευνόητους λόγους αρνήθηκα αυτή την επαγγελματική προοπτική, αλλά η περίπτωση με απασχόλησε για καιρό – ήταν το κάτι άλλο στα πριν το κρεβάτι…

Ένας άλλος κουλτουριάρης φίλος μου, που την είχε δει, τη χαρακτήρισε «σεξουαλικό κτήνος- όπως οι γυναίκες που σκιτσάρει ο Crumb!». (Τότε δεν ήξερα ποιος είναι αυτός ο Crumb. Τώρα, υποτίθεται ότι ξέρω, γιατί εμείς που έχουμε φύγει, μη έχοντας άλλη δουλειά να κάνουμε, μαθαίνουμε τα πάντα).

Με τη Νίκη κάποια στιγμή σταμάτησα- δεν επικοινωνήσαμε για χρόνια. Έπρεπε να παντρευτούμε, να πάω στις Σέρρες (Στρατηγέ, τι δουλειά έχεις στις Σέρρες, εσύ, ένας Καλαματιανός;) Εκ των υστέρων, ήταν το λάθος της ζωής μου. - Χαίρω πολύ!

(Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη τελικά στη ζωή μου, τι ήταν η ζωή μου. Δε βιάζομαι – έχω όλο τον καιρό μπροστά μου για να το αναλύσω)

Όταν υπηρετούσα το αγροτικό μου στην Ικαρία, αναγκάστηκα να αρραβωνιαστώ κιόλας μια Αθηναία, μέχρι να περάσει η μπόρα (το γνωστό, στρίβειν δια του αρραβώνος)

Εξακολούθησα την ίδια τακτική ως το τέλος. Επειδή όμως ζούσα πια στην Αθήνα, πώς να σας αφηγηθώ τα εκεί συμβάντα; Ο βιογράφος μου δεν κούνησε ρούπι από τη Θεσσαλονίκη.

περισσότερες ιστορίες

Άκουγα τα πάντα, ακόμα και Πλέσσα (το «άγαλμα»), αλλά η αγάπη μου ήταν τα λούμπεν λαϊκά, με προτίμηση στον Μιχαλόπουλο (έβαλε ο Διαβολάκος/ την ουρά του πάλι/ και σου πήρε τα μυαλά σου/ μεσ’ απ΄ το κεφάλι). Ήταν κι άλλοι: Ζαγοραίος, Νικολαΐδης, Καφάσης…

Μου άρεσαν τα χασικλίδικα (όταν πεθάνω θάψτε με/ σε μια γωνιά μονάχο/…βάλτε μου δυο καναβουριές/ να κάνουν κανναβούρια/ να έρχονται οι φίλοι μου/ να γίνονται μαστούρια!).

Όχι ότι κάπνιζα φούντα, αλλά ήταν η δική μου αναρχική διαφυγή (όλοι δεν έχουν ανάγκη από ένα αναρχικό παραμυθάκι διαφυγής; Για να το ανακαλύψουν, άλλοι χώνονται στα βιβλία, άλλοι στα σκυλάδικα – το ρεζουμέ όμως είναι το ίδιο: όλοι ψάχνουν το παραθυράκι προς το άλλο, το φευγάτο…)

Έκανα άσχημο μεθύσι. «Έχω πειράξει κανέναν; Σε πείραξε κανένας;» ρωτούσα συνέχεια. Τα μαγκάκια του χωριού μου με είχαν μάθει να βάζω στο μέσα μέρος της κάλτσας ένα μαχαίρι. Ο Πάνος είχε φρίξει – και με κατσάδιαζε. Το κρατούσα, όμως, κάτω από το στρώμα -όταν «μεγάλωσα», το παράτησα.

(Είπαμε, τα παραμύθια της διαφυγής απαιτούν και κάποια απτά, πραγματικά αντικείμενα. Το μαχαίρι ήταν απαραίτητο αξεσουάρ για το μάγκα που φαντασιωνόμουν πως είμαι – συνηθίζεται εξάλλου, όπως τα λέει κι ο Καββαδίας σε εκείνο το ωραίο ποίημά του).

Μια φορά, μεθυσμένος, ανέβηκα τα σκαλάκια ως την αγίου Δημητρίου (είκοσι μέτρα από το σπίτι) και προσπαθούσα να ξεριζώσω τα φρεσκοφυτεμένα δεντράκια, μαζί με τους πασσάλους τους.

Παίζαμε χαρτιά - πόκα ή στούκο (21). Έπαιζα συντηρητικά και γι αυτό έχανα σπάνια. Δηλαδή, τι σπάνια… Ο παίζων χάνων και ο πίνων μεθών!

Άνοιξε το ΧΑΡΑΜΑ, μια ταβέρνα με ρεμπέτικα και λαϊκά, εκατό μέτρα από το σπίτι μας, στην Κονίτσης (νυν Λαμπράκη). Με τον Θεμιστοκλή, τον τρίτο συγκάτοικο, πήγαιναμε πέντε ή έξι φορές την εβδομάδα (αυτό που λέμε, εμείς το χτίσαμε αυτό το μαγαζί – όντως). Μία ή δυο φορές τη βδομάδα ερχόταν κι ο Πάνος.

Εννοείται ότι δεν υπήρξε ούτε μία από τις (αμέτρητες) κοπελιές που έφταναν ως εκεί που να μην την είχα καμακώσει. Ποτέ όμως δεν χτυπούσα συνοδευόμενη γκόμενα – την κατέγραφα στο αρχείο και περίμενα στη φέρμα.

Βουτιά προς τα μέσα

Ήμουν πάντοτε αντι –πνευματικός τύπος, αλλά μη νομίσετε ότι ήμουν και ανεπρόκοπος. Πήρα δυο πτυχία (Οδοντιατρική και Ιατρική) τελείωσα και την ειδικότητα – Οφθαλμίατρος.

Κανείς δεν κατάλαβε ποτέ γιατί άφησα την πρώτη σχολή για τη δεύτερη. Γιατί, δυο σκασίλες είχα, η μια ήταν η Ιατρική.

Κι όμως, όλα έχουν το γιατί τους… Η πρώτη σχολή δεν ήταν αρκετή για να αποδείξω σε εκείνον ότι άξιζα, ότι δεν ήμουν ένας αλητάκος. Χρειαζόμουν κάτι παραπάνω.

Δεν πήγα να ζήσω με τη Νίκη στις Σέρρες και να γίνω τσιφλικάς του κάμπου, - με θερμοκήπια, με καλλιέργειες, με τα όλα μου – γιατί σκεφτόμουν ότι εκείνος θα έλεγε πως κατάντησα σώγαμπρος.

Μιλάω για τον πατέρα μου.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είχα τέτοιες ενοχές, τέτοιο δέος απέναντί του. Όσο ζούσα.

Ήμουν το πρώτο παιδί. Η μάνα μου κούτσαινε, είχε γεννηθεί με βλάβη στο ισχίο. Ο πατέρας μου ήταν λεβεντάνθρωπος. Καταλάβατε;

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπρεπε να αντέχω το σοβαρό, αυστηρό του βλέμμα, που μου έλεγε «αν δεν ήσουν εσύ…». Φυσικά, ποτέ δεν ξεστόμισε το παραμικρό.

Ακόμα δεν έχω ξεκαθαρίσει αν όλα αυτά ίσχυαν στην πραγματικότητα ή τα έπλαθε η φαντασία μου καθώς έβλεπα τους δικούς μου ανθρώπους να κινούνται μέσα στο σπίτι. Εκείνος σαν αητός – και η μάνα μου σαν πληγωμένο περιστέρι.

Δεν πήγα σε καλά σχολεία. Από μικρός γούσταρα τις παρέες με τους μαγκίτες, τους αναρχικούς της ζωής. Τελείωσα το Λύκειο με δώδεκα και κάτι.

Κι όμως, με τέτοιες ανύπαρκτες βάσεις, κατάφερα τη δεύτερη χρονιά να περάσω – κι ας έγραψα έκθεση 10! Καταλαβαίνετε τι υπερ –προσπάθεια έκανα, σχεδόν όλα εικοσάρια!

Αλλά είχε χαραχτεί πια πάνω μου, με ανεξίτηλες βαφές: Ήμουν για πάντα ο μικρός αλήτης που τριγυρνούσε στα σκυλάδικα της επαρχίας με τους άλλους αλήτες, κι αυτό έκανε τον πατέρα να ντρέπεται και να θυμώνει - και τη μάνα να ντρέπεται και να πονάει…

Τώρα καταλαβαίνω πόσο παράλογα ήταν όλα αυτά. Μήπως δεν είχα αδερφό και αδερφή; Μήπως σπούδασαν; Με το ζόρι τελείωσαν το Λύκειο. Αλλά, είπαμε, εγώ ήμουν ο πρωτότοκος, εκείνος που έβλεπε να τον κοιτάζει ο πατέρας με το αυστηρό του βλέμμα…

Και για τις γυναίκες, για το ατελείωτο, το αξεδίψαστο κυνήγι των γυναικών, εκεί βρίσκεται η αιτία: Εκείνος είχε μία – και την παντρεύτηκε. Εγώ θα τις είχα όλες – και δεν θα παντρευόμουν καμία. Ούτε τη Νίκη.

Θα απόδειχνα έτσι ότι όχι μονάχα δεν ήμουν κορόιδο – αλλά ήμουνα και πιο ξύπνιος απ’ αυτόν! Θα αποκαθιστούσα έτσι, ταπεινώνοντας τον πατέρα, την πληγωμένη υπερηφάνεια της μάνας μου.

Γι’ αυτό καταδίκασα τον εαυτό μου να τρέχει σα μανιακός πίσω από κάθε χαζογκόμενα, από κάθε τσουλίτσα, όταν εκείνο που ήθελα στην πραγματικότητα ήταν να είμαι με τη Νίκη. Γι’ αυτό βαριόμουν κάθε φορά που είχα πλέον πετύχει το στόχο μου, δηλαδή όταν τις είχα κάνει και κατέβαζαν το κυλοτάκι τους για χάρη μου.

Το μαντάτο

Πριν δέκα χρόνια, αρχές Δεκεμβρίου, ο Πάνος με πήρε στο τηλέφωνο για να με καλέσει στο γάμο του. Είπα ότι θα πάω, οπωσδήποτε.

Λίγες μέρες αργότερα, ένα πρωί τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και είπα ότι δεν ένοιωθα καλά – να μου χρεώσουν μια μέρα αναρρωτική άδεια. Μετά πήρα το αμάξι και έφυγα προς το Σούνιο.

Σε κάποια στροφή του δρόμου (όπου γυριζόντουσαν κάποτε οι σκηνές αυτοκινήτου στις ελληνικές ταινίες) ξέφυγα και καρφώθηκα με μεγάλη ταχύτητα σ’ ένα βράχο. Δε φορούσα ζώνη.

Κανείς δεν μπορούσε να ξέρει τι δουλειά είχα στο Σούνιο… Αφού δεν το ξέρω εγώ ο ίδιος! Γι’ αυτό, όσα λένε για μένα - είναι τρίχες.

Εκείνο που έχει σημασία είναι αν ήταν ατύχημα, λόγω θολούρας - ή αυτοκτονία. Δουλεύω πάνω σ’ αυτό – στοχάζομαι εντατικά.

(Μια φορά, σε μια ταβέρνα, ο Πάνος και ο Σταμάτης είχαν περάσει τη βραδιά συζητώντας για την περίφημη φράση ενός καποιανού Αλμπέρ Καμύ, ότι το μοναδικό σοβαρό φιλοσοφικό ερώτημα είναι εκείνο σχετικά με την αυτοκτονία. Επειδή μου αρέσει η φιλοσοφία, τους είχα παρακολουθήσει για λίγο - αλλά ήρθαν στο διπλανό τραπέζι τρεις γκομενίτσες με έναν μονάχα αρσενικό μαζί τους- και έστρεψα την προσοχή μου προς τα κει. Έχασα έτσι την ευκαιρία να εμβαθύνω στα περί αυτοκτονίας – και να έχω τώρα τις απαραίτητες θεωρητικές βάσεις)

Δε νομίζω ότι έχει μεγάλη σημασία, έτσι κι αλλιώς το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Η κηδεία θα γινόταν την άλλη μέρα, στο χωριό μου, στη Μεσσηνία.

Εγώ ταξίδεψα με την άνεσή μου, αφού πρώτα με ταλαιπώρησαν οι ιατροδικαστές – και με περιποιήθηκαν οι μάγκες του γραφείου τελετών.

(Μου άρεσε ιδιαίτερα στο κορακάδικο, γιατί όταν με έφτιαχναν είχαν ανοιχτό το ραδιόφωνο και άκουγαν Κατερίνα Στανίση και Πίτσα Παπαδοπούλου. Αυτό ο Πάνος δεν το ήξερε, του το αποκάλυψα εγώ)

Όταν φτάσαμε στη Θουρία ζορίστηκα ή τουλάχιστον μου φάνηκε. Γιατί είχα να αντιμετωπίσω και πάλι κάτι που απεχθανόμουν πάντοτε – δηλαδή αμείλικτα προσωπικά ερωτήματα: Κωστή μου, γιατί;

Ρωτούσε η μάννα μου. Ο πατέρας ήταν σωριασμένος – και σιωπηλός, για μια ακόμα φορά. Μονάχα που έκλαιγε σιγανά και κάθε λίγο χτυπούσε το κεφάλι με τις γροθιές του.

Στεναχωριόμουν - και είπα να εκμεταλλευτώ τις νέες μου ιδιότητες, όσο να έρθει η ώρα της κηδείας. Σηκώθηκα λοιπόν και άρχισα να επιθεωρώ τους δρόμους.

Είδα στον Ισθμό τη Νίκη, που ερχόταν από τις Σέρρες (είχαμε ξαναβρεθεί, τον τελευταίο καιρό). Είδα το Θεμιστοκλή, που είχε ξεκινήσει από την Πάτρα. Στην Κόρινθο είδα ένα πούλμαν γεμάτο με το προσωπικό της Κλινικής – επικεφαλής ο καθηγητής. Είδα αρκετά αυτοκίνητα να ξεκινούν από Αθήνα. Είδα και το μικρό Citroen με τον Πάνο, το Γιάννη και τον Σταμάτη, να αγκομαχάει στα στροφιλίκια της Τρίπολης.

Μου φάνηκε πως άκουσα γέλια μέσα – και παραξενεύτηκα. Περνούσαν από κάποιο χωριό της Αρκαδίας, ο Σταμάτης διάβαζε στην ταμπέλα μιας ψησταριάς: Γίδα βραστή. Σουβλάκι. Κοίταξε με απορία τον Πάνο. «Τι κάνετε ρε σεις οι Αρκαδομεσσήνιοι; Γίνεται η βραστή γίδα σουβλάκι;». Γέλασα κι εγώ – κι έμεινα μαζί τους όσο να φτάσουμε.

Όταν φτάσαμε, μας κόπηκαν τα γέλια.

Το ξόδι

Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Στο κεφάλι μου (δηλαδή σε αυτό που κάποτε ήμουν εγώ) δυο μαυροφόρες: η μάνα μου – και η Νίκη. Κάθε τόσο με φιλούσαν – και με μοιρολογούσαν. Έβλεπαν για πρώτη φορά η μία την άλλη – κι αυτό με έκανε να νοιώσω άβολα, μέχρι που σκέφτηκα ότι στη νέα μου κατάσταση δεν χωράνε έγνοιες – τις άφησα όλες στους ζωντανούς.

Ζύγωσα για να με δω, τελευταία φορά. Δε μου άρεσε αυτό που αντίκρισα.
Φαινόταν μόνο το κεφάλι, όλο ράμματα. Ήταν κομμένο παντού – και γεμάτο μώλωπες που δεν μπόρεσαν να καλύψουν. Το υπόλοιπο σώμα δεν το είδα, ήταν σκεπασμένο με λευκά τριαντάφυλλα.

Με ενόχλησε κάπως η ασπρίλα – ήταν και το φέρετρο λευκό…

Γύρισα ένα γύρω το βλέμμα και είδα τους φίλους μου να κλαίνε, όπως και οι χωριανοί μου. Έκλαιγαν και τρεις νοσοκόμες που τα είχα μαζί τους – και είχαν έρθει με το πούλμαν της κλινικής. Ήταν καμιά δεκαριά παπάδες – έκλαιγαν κι αυτοί.

Άρχισα να εκνευρίζομαι. Οι επικήδειοι έκαναν τα πράγματα χειρότερα.

Τους παράτησα όλους και ασχολήθηκα με δυο γκομενάκια του χωριού, μικρά, δεν τα ήξερα, δεν τα είχα ξαναδεί. Φορούσαν μινάκια, μαύρα καλσόν και κολλητές μπλούζες. Η ώρα πέρασε ευχάριστα.

Τα χούγια μου δεν άλλαξαν ούτε στην κηδεία μου.

Επίλογος

Χρόνια μετά, ο Σταμάτης είχε την ιδέα να γίνει ένα μνημόσυνο για μένα στη Θεσσαλονίκη. Το κάνανε στη μονή Βλατάδων, ήρθαν καμιά δεκαπενταριά συμφοιτητές, μερικοί από γειτονικούς νομούς. Φυσικά, τριγύριζα κι εγώ εκεί ένα γύρω.

Μου έκανε εντύπωση πως είχαν γεράσει όλοι. Εντάξει, όχι γεράσει – ωριμάσει. Εγώ έμεινα για πάντα νιάτο.

Εκείνο που χάρηκα περισσότερο ήταν το βράδυ: Η παρέα βρέθηκε στα ΚΕΠΕΓΚΙΑ – και ξεσαλώσαμε όλοι με τα μπουζούκια του Χρήστου Μητρέντζη.
 
Έγραψε ο Πάνος - Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006 |


12 Comments:


  • At 7:03 μ.μ., Blogger Καπετάνισσα

    Εκπληκτικό.
    Δυνατό, αληθινό, βαθιά ανθρώπινο, καθόλου μελό.

    Σπουδαίος φίλος.

     
  • At 8:21 μ.μ., Blogger A.F.Marx

    Respect...

     
  • At 9:18 μ.μ., Blogger Dark Angel

    Όου ΓΙέα!

    Peace

     
  • At 10:49 μ.μ., Blogger exiled

    Έγραψες πάλι. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι οι φοιτητοπαρέες δεν έχουν αλλάξει και πολύ από τα χρόνια σας (τα έχω πιο πρόσφατα). Και πάλι υπέροχο το κείμενό σου.

     
  • At 11:10 μ.μ., Blogger Πάνος

    Παιδιά, ευχαριστώ.

    Το κομμάτι αυτό ανέβηκε στα "μτΚ" στις 17 Οκτωβρίου 2005. (Μπορείτε να το δείτε ΕΔΩ)

    Το ανέβασα πάλι γιατί ελάχιστοι από τους σημερινούς επισκέπτες ήταν επισκέπτες και τότε, και

    για να σας υποδείξω ευγενικά οτι στις αποθήκες των "μτΚ" υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα ποστ, για όποιον έχει τη διάθεση να ψάξει λίγο - πολύ εύκολα, γιατί όλα είναι ομαδοποιημένα στις ομάδες θεμάτων, αριστερά στην πρώτη σελίδα.

     
  • At 11:47 μ.μ., Anonymous ο θειος Ισιδωρος

    !

     
  • At 4:10 μ.μ., Blogger ιχνηλάτης

    Πάντως από τότε που "γνωριστήκαμε" και έγινα θαμώνας στα ΜτΚ, δεν έχεις τολμήσει να ξαναγράψεις - ή να φιλοξενήσεις.. - τέτοια :)

    Από το σουρεαλιστικό διήγημα διαπίστωσα με ικανοποίηση ότι έχουμε δύο κοινά σημεία με τον.. νεκρό συγγραφέα :

    α- έχουμε κι οι δύο αδυναμία στον Καββαδία.
    β- έχουμε κι οι δύο την ίδια γνώμη για το γαμήσι :)))))))

     
  • At 5:03 μ.μ., Blogger Πάνος

    Θείε Ισίδωρε,
    :-)

    *

    Ιχνηλάτη,

    για να "φιλοξενήσω" πρέπει κάποιος να στείλει

    (αυτό είναι και πρόσκληση: αν έχεις κάτι...)

    όσο για τα "δικά μου", δεν εκβιάζω το καλάθι: κάθε κομμάτι έχει τη δική του αναπνοή.

     
  • At 11:13 μ.μ., Blogger Αθήναιος

    Απίστευτο ποστ! Καλά έκανες και το ξανανέβασες!

     
  • At 11:40 μ.μ., Blogger Ζίτσα

    aisthanithika perierga diavazontas to keimeno sou.pragmatika para poli dinato keimeno -exo kati paromio auti ti stigmi kai sto diko mou blog kai pistevo oti kai auto tha prokalese ta idia dinata sinaisthimata stous alous opos prokalese kai to diko sou se mena .entelos tixaia anakalipsa to blog sou i mporei entelos tixaia gia emas na to anakalipsa .kali sinexeia kai sorry gia ta greeklish

    kostas

     
  • At 8:27 π.μ., Anonymous Βλάσης

    Μέχρι τώρα νόμιζα ότι ο θείος Ισίδωρος ήταν μοναδικός...

     
  • At 4:12 μ.μ., Anonymous ο θειος

    Οχι και μοναδικος.
    Ενας ταπεινος εργατης του θεολογικου ...λογου ειμαι
    (μονο που δεν εχω εντρυφησει στη ..."ζωη μετά", οπως ο ανηψιος μου).